μεταναστες

μεταναστες

Monday, February 13, 2017

Η FC St.Pauli απαντά στον CEO της Under Armour

Την Παρασκευή, η ομάδα μας μέσω του πρόεδρου της Oke Göttlich δήλωσε επιχειρώντας να αποστασιοποιηθεί επικρίνοντας τα επαινετικά σχόλια του CEO Kevin Plank της Under Armour για τον νέο πρόεδρο των ΗΠΑ τον οποίο αποκάλεσε παγκόσμιο κεφάλαιο.

«Η Sankt Pauli δεν έχει παρά να συμφωνήσει με τον Steph Curry, τον καλύτερο σουτέρ τριών πόντων του ΝΒΑ για τον νέο πρόεδρο των ΗΠΑ και δεν έχουμε τίποτα περισσότερο να πούμε για αυτό το πρόσωπο» είπε ο Oke Göttlich αναφερόμενος σε πρόσφατα σχόλια που έγιναν από το αστέρι των Golden State Warriors. Τι είπε ο Curry για τον Trump;  Ήταν το λιγότερο καυστικός απαντώντας στον Plank που αποκάλεσε τον Trump «Ένα πραγματικό κεφάλαιο (asset) για τη χώρα», ο Curry έκανε λογοπαίγνιο λέγοντας ότι «θα συμφωνούσε αν αφαιρούσε τα δυο τελευταία γράμματα από την λέξη κεφάλαιο (ass = κ@λος)» Ενώ ο πρόεδρος μας συνέχισε λέγοντας ότι ο Plank «Θα πρέπει να επανεξετάσει την δήλωσή του για χάρη των πολλών εργαζομένων της εταιρείας που προέρχονται από οικογένειες μεταναστών και που φέρνουν πολλά έσοδα για την εταιρεία του.» και πρόσθεσε: "Επειδή αγαπητέ προμηθευτή το ρητό «Προστατευούμε το σπίτι μας» ισχύει και για την Sankt Pauli και τις αξίες της».

Ανεξάρτητα από την καλή συνεργασία και την σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ της FC St. Pauli και του προμηθευτής της, ο σύλλογος θα συνεχίσει να λαμβάνει μια θέση στο μέλλον, όταν κρίνεται αναγκαίο. Από την πλευρά της η Under Armour δήλωσε ξεκάθαρα ότι έχουν συμπαίκτες από διαφορετικές θρησκείες, εθνικότητες, φύλα και σεξουαλικό προσανατολισμό προσθέτοντας ότι στην Under Armour η ποικιλομορφία τους είναι η δύναμή της.

Πηγή: Athens Club FC St.Pauli

Wednesday, February 1, 2017

Αριστερά και ρεμπέτικο

«Φυλάγαμε τσίλιες οι τρεις μας, γωνία Αρριανού-Ολύμπου. Κρατούσαμε σφιχτά το περίστροφο, με το χέρι στη φαρδιά τσέπη του σακακιού που φούσκωνε, όπως στην τελευταία ταινία του Τζώρτζ Ραφτ. Στις οχτώ ακριβώς ακούστηκε μια ριπή από πολυβόλο και σε λίγο σκόρπιοι πυροβολισμοί. Στις οχτώ και πέντε έφτασε ο Γαλάνης να μας πει να διαλυθούμε. Εγώ κατέβαινα μαζί του μέχρι την Εγνατία. «Απλή δουλειά» είπε. «Μόλις μπήκαμε μέσα στον τεκέ τούς βρήκαμε όλους ξαπλωμένους στην κουρελού, ακίνητους, σα να μην άκουσαν που μπήκαμε. Τους φωνάξαμε να σηκωθούν. Δε σηκωθήκανε, ήτανε βαριά μαστουρωμένοι. Τους ρίξαμε με την ησυχία μας μια και καλή. Δε σάλεψε κανείς τους, ούτε κιχ, οχτώ άτομα. Θ’ ανασάνει τώρα η γειτονιά από την αλητεία του Κιορπέ». «Πάρε το περίστροφο» είπα «δεν έχω που να το ακουμπήσω απόψε». Πρόσεξα τη φωνή μου. Την πρόσεξε και ο Γαλάνης. «Σε καταλαβαίνω» είπε. «Δεν έχεις συνηθίσει ακόμα». «Είναι κι αυτό» είπα.» (Μανώλης Αναγνωστάκης, «Το Περιθώριο ’68-’69»). Μαρτυρία του ποιητή Μανώλη Αναγνωστάκη, από την έφοδο της ΟΠΛΑ σε τεκέ της Θεσσαλονίκης και την εκτέλεση των θαμώνων την περίοδο του εμφυλίου πολέμου.

%cf%84%ce%bf-%cf%81%ce%b5%ce%bc%cf%80%ce%b5%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%bf-%cf%84%cf%81%ce%b1%ce%b3%ce%bf%cf%85%ce%b4%ce%b9-%cf%80%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%b1%ce%b9%ce%b1%cf%82-1
Το ρεμπέτικο τραγούδι είναι απότοκο των ραγ­δαίων και βίαιων κυριαρχικών εξελίξεων, που έλαβαν χώρα στον ελλαδικό χώρο από τον 19ο αιώνα, με την ίδρυση του ελλαδικού κράτους. Το γεγονός της απομάκρυνσης μεγάλων πληθυσμών από την ύπαιθρο και τις κοινότητες και η εγκατάστασή τους στις μεγάλες πόλεις, υπήρξε καθοριστικό για την γέννηση και την σχηματοποίηση ενός τραγουδιού, που τουλάχιστον στην αρχή της δημιουργίας του, ήταν έκφραση όλων αυτών που δεν μπορούσαν να αφομοιωθούν στις νέες κυριαρχικές συνθήκες. Υπήρξε έκφραση όλων αυτών που εγκατέλειψαν την ύπαιθρο και την κοινότητα και ξεβράστηκαν στα λιμάνια και στις σκιές των απρόσωπων πόλεων, που όλο και μεγάλωναν. Η αμηχανία μπροστά στα νέα δεδομένα των ανθρώπων που το δημιούργησαν, ο τρόπος έκφρασης μιας συγκεκριμένης κοινότητας ανθρώπων, τα πάθη της, οι έρωτες της και ο τρόπος επικοινωνίας όσων είτε δεν μπορούσαν, είτε δεν ήθελαν να συμμετάσχουν στην κανονικότητα της κοινωνίας. Στην πορεία και ειδικότερα με την εδραίωση της δισκογραφίας στα μέσα του 20ου αιώνα, το ρεμπέτικο τραγούδι στρογγυλοποιήθηκε, κόπηκε και ράφτηκε ώστε να χωρέσει σε δίσκους γραμμοφώνου, έγινε εμπορικό προϊόν και βαφτίστηκε, ανάλογα με τους καιρούς και την πολιτική εξουσία που κυριαρχούσε, περιθωριακό, χασικλίδικο, αυθεντικό, λαϊκό κλπ. Κυνηγήθηκε από πολλούς σε όλη την διαδρομή του, αλλά, από την μεταπολίτευση και μετά βαπτίστηκε ως γνήσια «λαϊκή έκφραση» και θεοποιήθηκε, από τον ίδιο πολιτικό χώρο που κάποτε το κυνήγησε λυσσασμένα, την αριστερά. Τέτοιες πρακτικές αφομοίωσης, αφού πρώτα παρέλθει το στάδιο των καταγγελιών και των διώξεων, είναι γνωστές στον εν λόγω πολιτικό χώρο.
%cf%81%ce%b5%ce%bc%cf%80%ce%ad%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%bf-2
Οι πανταχόθεν διώξεις
Η αδιαφορία του ρεμπέτικου τραγουδιού προς την λέξη «πολιτική» ήταν τελικά και ο βασικός λόγος των διώξεων του. Οι προβαλλόμενες αιτίες των διώξεων, όπως η χρήση ψυχοτρόπων ουσιών και η λογοκρισία του τραγουδιού, λόγω θεματολογίας, ήταν ουσιαστικά οι αφορμές. Η πραγματική αιτία υπήρξε ο αδέσποτος χαρακτήρας μιας κοινότητας που αγνοούσε τις αρχές και ουσιαστικά υπογράμμιζε μέσα από τα τραγούδια και την καθημερινή συμπεριφορά της, την υποκρισία και την βαθιά σήψη της κοινωνικής κανονικότητας που ήθελαν τα κατά καιρούς καθεστώτα. Το ρεμπέτικο και οι εκφραστές του κυνηγήθηκαν όπως είναι γνωστό από την αστυνομία, τον Μεταξά, τις δεξιές κυβερνήσεις και την Χούντα. Παρ’ όλα αυτά, ένας ακόμα διώκτης του συγκεκριμένου τραγουδιού υπήρξε και η αριστερά. Η αριστερά ουσιαστικά συντάχθηκε με το καθεστώς του Μεταξά στο ζήτημα του ρεμπέτικου τραγουδιού. Γι’ αυτήν, το ρεμπέτικο και οι άνθρωποι που το δημιουργούσαν και εκφράζονταν, ήταν αγκίδα στην φτέρνα της δικιάς της κοινωνικής κανονικότητας και έπρεπε να ξεριζωθεί. Ήταν ένα κομμάτι που δεν μπορούσε να ελεγχθεί και αυτό ενοχλούσε. Προπολεμικά, αλλά και την περίοδο της κατοχής και του εμφυλίου, οι αριστεροί έκαναν εφόδους σε τεκέδες και μαγαζιά και τα έκαναν λαμπόγυαλο. Μάλιστα, στις πιο ήπιες περιπτώσεις, οι αριστεροί απειλούσαν τους ρεμπέτες να μην παίζουν «μάγκικα» και «χασικλίδικα» τραγούδια. Ο Μάρκος Βαμβακάρης, στην αυτοβιογραφία του, μας παρουσιάζει την κατάσταση που επικρατούσε τα χρόνια της κατοχής και του εμφυλίου. Από την μια μεριά ο φόβος των κομμουνιστών για τα τραγούδια που έπαιζε και από την άλλη ο φόβος των Χιτών που προσπαθούσαν να τον καλοπιάσουν με ανταλλάγματα να τους καταδώσει αριστερούς και στην μέση ο ρεμπέτης Βαμβακάρης αμήχανος μπροστά στο παραλογισμό της εξουσίας. «Ερχόντουσαν λοιπόν εκεί οι κομμουνιστές, και μου λέγανε. Ά, αυτά τα τραγούδια που λες τα χασικλήδικα, να τα σταματήσεις. Εδώ ήτανε χάος, χάος απ’ αυτόν τον κόσμο όλο, κι αυτοί θέλανε για να σταματήσω τα τραγούδια τα χασικλίδικα! Δεν τα θέλανε με κανένα τρόπο. Θα σε κάνουμε εξορία. Θα σε διώξουμε. Δεν θέλουμε. Να μην τα λες αυτά τα τραγούδια. Τι να κάνω; Ζούλα από τον ένα, ζούλα από τον άλλο».[1] Και παρακάτω αναφέρει μια συνάντηση με τους Χίτες: «–Αυτό θα μας κάνεις. Θα μας τα λες όλα, θα σου δίνουμε ό,τι γουστάρεις να τρως στο σπίτι σου. Ψωμιά, φαγιά, μυστήρια και θα σε πληρώνουμε. – Τι να πω; Ό, τι μου λέγανε, ναι έλεγα με το κεφάλι, δεν μπόραγα να πω διαφορετικά. Ναι, ναι, ναι, ναι. Μέχρι να τελειώσω να καθαρίσω να φύγω».[2]

Έχει ειπωθεί ότι η επιθετική γραμμή του ΚΚΕ κατά του ρεμπέτικου τραγουδιού είχε εντολή από ψηλά. «Σε μια ολομέλεια της εποχής, ο τότε γραμματέας του ΚΚΕ Νίκος Ζαχαριάδης, αποκάλεσε το ρεμπέτικο τραγούδι της κάμας και της ντεκαντέντσιας και κάλεσε τα μέλη να σπάνε τους τεκέδες».[3] Η ίδια γραμμή επικρατεί και την περίοδο της κατοχής και του εμφυλίου, όπου η οργάνωση ΕΠΟΝ, μέσα από άρθρα της στην εφημερίδα «Νέα Γενιά», προτρέπει τους γνήσιους αγωνιστές και τα μέλη της, να σπάνε τους τεκέδες, όπου τους βρίσκουν. Βέβαια, η παραπάνω πράξη μπορεί εύκολα να θεωρηθεί ότι είναι ενάντια της χρήσης ψυχοτρόπων ουσιών. Εάν η σκέψη προχωρήσει ένα βήμα πιο πέρα, όμως, θα διαπιστωθεί, ότι η βία που ασκήθηκε ιστορικά από μέλη του ΚΚΕ και των παρακείμενων οργανώσεων σε χασικλήδες, ηρωινομανείς και ρεμπέτες, απέβλεπε στην επιβολή της δικής του δύναμης. Η λογική τού όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας, στο μεγαλείο της. Το αρχικό απόσπασμα του Μανώλη Αναγνωστάκη είναι ενδεικτικό του είδους αγώνα του ΚΚΕ ενάντια στα ναρκωτικά σε καιρό εμφυλίου πολέμου. Άνθρωποι εξαρτημένοι που δεν χωρούσαν στον ιδανικό κόσμο του κόμματος θα έπρεπε να θανατώνονται. Στην θέση των χασικλήδων άνετα θα μπορούσαν να μπουν (και έμπαιναν) οποιοιδήποτε διαφωνούντες.
%cf%81%ce%b5%ce%bc%cf%80%ce%ad%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%bf-3
Ο λόγος των αριστερών κατά του ρεμπέτικου
Η αριστερή αρθογραφία βρίθει από λίβελους κατά του ρεμπέτικου τραγουδιού. Στο βιβλίο του Κώστα Βλησίδη, Σπάνια Κείμενα για το Ρεμπέτικο, καθώς και σε αυτό του Παναγιώτη Κουνάδη Εις Ανάμνηση Στιγμών Ελκυστικών, παρουσιάζονται πολλά κείμενα που αφορούν το ρεμπέτικο από το 1929 έως το 1970. Τα κείμενα που σχετίζονται με την αριστερά παρουσιάζουν σχετική ομοιογένεια ως προς τον καταγγελτικό τους λόγο. Ακόμα και οι ελάχιστοι συμπαθούντες των ρεμπέτικων δεν μπορούν να ανεχτούν τα «μάγκικα και τα χασικλίδικα». Εξαίρεση, βέβαια, από όλους τους αρθογράφους που δέχεται το ρεμπέτικο ως έχει είναι μόνο ο Πάνος Τζαβέλας. Είναι σημαντικό να σημειώσουμε, ότι ο καταγγελτικός λόγος των αριστερών για το ρεμπέτικο δεν διαφέρει σε καμμία περίπτωση από αυτόν των λεγόμενων δεξιών.

Το πρώτο κείμενο σχετικά με το ρεμπέτικο είναι του Γ. Σταύρου και δημοσιεύεται στις 27-11-1946 στην Ελεύθερη Ελλάδα. Το κείμενο χαρακτηρίζει το ρεμπέτικο ως υποκινούμενο και το κατατάσει στην υπηρεσία των αντιδραστικών πολιτικών δυνάμεων, κυρίως λόγω της ψυχοτρόπας θεματολογίας του. «Γιατί ο ύμνος της «μαύρης», του «τουμπεκί» και των άλλων… αποικιακών προϊόντων, γίνεται ανοικτά και μερακλίδικα με όλη την ελευθερία του δυτικού τύπου».[4] «Ωστόσο, όπως δεν λυγίζουν το λαό τα διάφορα «μέτρα τάξεως», οι εκτοπισμοί, οι εκτελέσεις […] η νόμιμη και… παράνομη εισαγωγή του χασίς- έτσι δεν καταφέρνουν να τον εμποτίσουν με τη μουσική του τεκέ τα ρεμπέτικα τραγούδια και να τον θέσουν εκτός μάχης».[5]

Στη συνέχεια, σε δύο άρθρα του Ριζοσπάστη(15-12-1946/ 15-8-1947), η επίθεση εναντίον του χασίς και των χασικλίδικων συνεχίζεται. Στο πρώτο, ο Δ. Μύστης ισχυρίζεται ότι οι τοξικομανείς δημιουργούνται βάσει σχεδίου για την εξόντωση του λαού. Και στο δεύτερο ο Λ.Σ. κατονομάζει τους ύμνους του χασίς «Όταν καπνίσει ο λουλάς» και το «Πρωί πρωί με τη δροσούλα» που έχουν κατακλύσει ταβέρνες και πλατείες.[6]

Το κείμενο του Νίκου Παγκαλή στην Αυγή (14-2-1953) τάσσεται κατά του ρεμπέτικου τραγουδιού, γιατί, σε αντίθεση με το λαϊκό τραγούδι, είναι «μακριά από την κοινωνική διαπάλη» και το «φως της ζωής». Σύμφωνα με τον αρθογράφο, το ρεμπέτικο δεν γίνεται να εκφράζει τον λαό γιατί τα τραγούδια που υμνούν το χασίς και το μαυραγορίτη δεν έχουν καμία σχέση με την κοινωνική πάλη. «Από τα γεννησιμιά του το «Ρεμπέτικο» διαδίδει υμνώντας το χασίς, το λουλά, το κομπολογάκι, την ταμπακιέρα […]Είναι λοιπόν αυτό το «λαϊκό τραγούδι», όπως θέλουν να το αποκαλούν, που συνεχίζει την παράδοση και εκφράζει τους λαϊκούς πόθους;».[7]

Από τους εκφραστές του αριστερού λόγου που τάσσεται φιλικά προς το ρεμπέτικο, χωρίς όμως να είναι και υπέρ των χασικλίδικων, ξεχωρίζει ο Ανωγειανάκης ο οποίος (Ριζοσπάστης 28-1-1947) αναφέρει σχετικά με τα χασικλίδικα: «Ασφαλώς είμαστε και μεις σύμφωνοι πως μια τέτοια μουσική και ποίηση δε μπορεί να μας ενδιαφέρει. Κι’ ακόμα συμφωνούμε για την κακή της επίδραση, που την καταδικάζουμε».[8]

Ο Μίκης Θεοδωράκης στο περιοδικό Δρόμοι της Ειρήνης, (Οκτώβριος 1960), τάσσεται κατά των χασικλίδικων, υποβαθμίζοντάς τα κατά πολύ στον αριθμό τους.[9]Και στη συνέχεια στο περιοδικό Πρώτο «διευκρινίζει ότι στο ‘‘αληθινό λαϊκό τραγούδι”, όπως το αντιλαμβάνεται δεν έχουν θέση τραγούδια του τύπου Όταν καπνίσει ο λουλάς».[10]

Ο Γιάννης Σκουριώτης (μαρξιστής δια­νοητής και μεταφραστής του Κεφαλαίου του Μαρξ) υποστηρίζει ότι τα χασικλίδικα πρέπει να περιορίζονται στις ταβέρνες και όχι στην οικογένεια. «(…) δεν ταιριάζει να ακούγονται σε τίμια σπίτια τα τραγούδια των ‘’χασικλήδων’’ και των ‘‘πρεζάκηδων’’».[11]

Ο Κώστας Μαραβέας (Ιούνιος 1970), θεωρεί λογική την ύπαρξη τραγουδιών με θέμα τις ψυχοτρόπες ουσίες, αφού η εξαθλίωση επηρέασε και το τραγούδι που περιγράφει το κοινωνικό γίγνεσθαι: «Το βάσανο της προσφυγιάς οδηγούσε σε μια φυγή και το χασίς σ’ ένα σκοπό. Ήταν δυνατό μέσα σε τέτοιες άθλιες συνθήκες (δεν θα κάνω ιστορία) να μείνει ανεπηρέαστο το λαϊκό τραγούδι; Δεν νομίζω! (…) Όταν τραγουδάει μια κατάσταση περιγράφοντάς τη δεν νομίζω πως την υμνεί συγχρόνως».[12] Στην συνέχεια κάνει μια αυτοκριτική του αριστερού χώρου για την πολεμική που άσκησε ενάντια στο ρεμπέτικο. Ο Μαραβέας παρ’ όλες τις ενδιαφέρουσες απόψεις του, στο κλείσιμο του κειμένου αναφέρει ότι τα κομμάτια αυτά δεν πρέπει να τραγουδιούνται και απλώς αναφέρει ότι είναι ένας κρίκος στην ιστορία του λαϊκού τραγουδιού. Άρα ακόμα και εδώ παρατηρείται ότι ο επικριτικός λόγος υπάρχει αλλά σε άλλη μορφή.

Το μοναδικό κείμενο που τελικά μοιάζει να διαφοροποιείται συνολικά στους κόλπους της αριστεράς, είναι του Πάνου Τζαβέλλα και δημοσιεύεται στο ίδιο περιοδικό τον Ιούλιο του 1970. Ο Τζαβέλλας κατακρίνει το χώρο ότι χειραγωγεί την τέχνη και μεταθέτει το ερώτημα «εάν τα χασικλίδικα συνέβαλλαν στην ανάπτυξη του λαϊκού κινήματος», στον προβληματισμό σχετικά με το αν βοήθησαν το λαϊκό κίνημα τραγούδια όπως η Ιτιά, είδη τραγουδιού και μουσικής όπως το Μανιάτικο μοιρολόι, η Βυζαντινή μουσική και καλλιτεχνήματα όπως ο Ερμής του Πραξιτέλη, η Αφροδίτη της Μήλου κλπ. «Δεν πρέπει να απλοποιούμε τα πράγματα και να κάνουμε με το ζόρι την τέχνη υπηρέτρια και προπαγανδιστή των άμεσων πολιτικών επιδιώξεών μας. (…) Είναι απλοϊκή η ερώτηση, εάν τα χασικλίδικα συμβάλανε στην ανάπτυξη του κινήματος, όταν ο λαός έκανε αγώνες για δημοκρατία και ελευθερία, γιατί θα πρέπει να ρωτήσουμε αν προς την ίδια κατεύθυνση βοήθησαν η Ιτιά, ο Ερμής του Πραξιτέλους (…). Αν αδιαφορήσαμε για την καλλιτεχνική ποιότητα αυτών των έργων και κρίνουμε την καλλιτεχνική τους αξία μόνο απ’ τα βραχυπρόθεσμα πολιτικά οφέλη και την εξυπηρέτηση της πολιτικής μας γραφής, σημαίνει ότι κακοποιούμε την τέχνη, διαστρέφουμε το νόημά της (…)».[13] Συνεχίζοντας, ο Τζαβέλλας τοποθετείται σε σχέση με το ρόλο αυτών των τραγουδιών. «Δεν καλούν τον κόσμο στον τεκέ. Εκφράζουν καλλιτεχνικά μια κοινωνική πραγματικότητα. Είναι μια συγκλονιστική μαρτυρία κι ένα ντοκουμέντο μιας εποχής».[14]

Είναι ενδιαφέρον να αναζητήσει κάποιος τους λόγους της λεγόμενης αναβίωσης του ρεμπέτικου, από την μεταπολίτευση και μετά, από τους κόλπους της αριστεράς. Η μεταπολίτευση χαρακτηρίζεται από έντονες και εξαιρετικά βίαιες συγκρούσεις νεολαίων με τις δυνάμεις της αστυνομίας. Ο αντιελιτισμός της εποχής δεν πέρασε απαρατήρητος από την αριστερά ανακαλύπτοντας και προβάλλοντας μια απωθημένη μορφή κουλτούρας του παρελθόντος. Το ρεμπέτικο επανανοηματοδοτήθηκε. Σε αυτό το γεγονός, έπαιξε καθοριστικό ρόλο και η φυλάκιση του Ηλία Πετρόπουλου από την χούντα, εξαιτίας της έκδοσης του βιβλίου «Ρεμπέτικα Τραγούδια». Όπως ο ίδιος είχε δηλώσει, η φυλακή ήταν ευκαιρία γι’ αυτόν, ώστε να βρεθεί και να καταγράψει τους αγαπημένους του μάγκες, νταήδες και να τους γνωρίσει από κοντά. Συγχρόνως, όμως, έδωσε ένα τόνο αμφισβήτησης με σύμβολο το ρεμπέτικο. Την περίοδο αυτή αναζητούνται οι βετεράνοι ρεμπέτες, εκδίδονται πολλές βιογραφίες (κάποιες αμφιβόλου ποιότητας) και οργανώνονται συναυλίες. Όλα αυτά είχαν μεγάλη απήχηση σε πολλές νεολαιίστικες ομάδες και φοιτητές. Παρ’ όλα αυτά, ακόμα και τότε, υπάρχουν πολλοί αριστεροί που τάσσονται κατά του ρεμπέτικου γιατί η μαζικοποίηση του «εξυπηρετεί την αστική τάξη».[15]
%cf%81%ce%b5%ce%bc%cf%80%ce%ad%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%bf-4
Ο μύθος
Κλείνοντας ας διευκρινιστεί ότι η πλήρης συσχέτιση του ρεμπέτικου τραγουδιού με τις ψυχοτρόπες ουσίες είναι άτοπη. Ενδεικτικά, αξίζει να αναφέρουμε, ότι από το σύνολο 1400 κομματιών που βρίσκονται στην ανθολογία ρεμπέτικων τραγουδιών του Πετρόπουλου, μόνο 106 χαρακτηρίζει ο ίδιος ο Πετρόπουλος ως χασικλίδικα και από αυτά μόνο τα 67 έχουν περάσει στην δισκογραφία. Το ίδιο ισχύει και στην ανθολογία του Παναγιώτη Κουνάδη, όπου σε σύνολο 623 τραγουδιών, τα 235 έχουν αναφορές σε ψυχοτρόπες ουσίες. Έτσι, εύκολα διαπιστώνεται, ότι ο αριθμός εν τέλει είναι πολύ λίγος σε αναλογία με τα υπόλοιπα κομμάτια.

Επίσης, ένα άλλο γεγονός είναι ότι οι καλλιτέχνες που δεν είχαν άμεση σχέση με την χρήση ψυχοτρόπων ουσιών και διοχέτευσαν στην αγορά τραγούδια με ψυχοτρόπα θεματολογία, ήταν σαφώς περισσότεροι από αυτούς που είχαν άμεση σχέση με ψυχοτρόπες ουσίες και ιδιαίτερα με το χασίς. Σε αυτό το γεγονός έπαιξε μεγάλο ρόλο η δισκογραφία. Ένας δημιουργός του ρεμπέτικου, ο Κώστας Ρούκουνας αναφέρει σχετικά: «Και τόνε βλέπω ένα απόγευμα τον Μάρκο με μια τραγιάσκα, ένα ζωνάρι και παραμάσχαλα το μπουζούκι του και μπαίνει μέσα (…) και τότες τον ρωτήξανε τι πραγματάκια έχεις; Και τους είπε πολλά όμορφα. Αυτοί όμως διάλεξαν το χασικλίδικο».[16] Επίσης και ο Δημήτρης Γκόγκος (Μπαγιαντέρας), σε συνέντευξή του στον Λευτέρη Παπαδόπουλο, αναδεικνύει τον ρόλο των δισκογραφικών εταιρειών: « – Γιατί γράφατε για τεκέδες; Ήταν της μόδας; – Ήτανε η εποχή τέτοια. Που έπρεπε… Ήτανε πολύς κόσμος, ρεμπετόκοσμος, που τραβιότανε μ’ αυτό κι έπρεπε να πιαστούμε πάνω σ’ αυτούς. Αυτοί να μας αναδείξουνε. Γιατί αυτοί γυρεύανε τα τραγούδια μας κι αυτοί θα γυρεύανε από τις εταιρίες και κάτω από τα πρατήρια κανά δίσκο ντερβίσικο».[17] Η μαρτυρία της Αγγέλας Παπάζογλου, γυναίκας του δημιουργού Βαγγέλη Παπάζογλου, αναφέρει, επίσης, για το θέμα: «Και οι εταιρίες περνούσανε μόνο τα χασικλίδικα σε δίσκους. Πώς να παλέψεις;…»[18] Ένα άλλο στοιχείο που ενισχύει αυτή την άποψη, είναι ότι πολλοί καλλιτέχνες που δεν έκαναν χρήση χασίς διατέλεσαν διοικητικά-καλλιτεχνικά στελέχη διαφόρων δισκογραφικών εταιριών γράφοντας, παρ’ όλα αυτά, πολλά χασικλίδικα κομμάτια (Τούντας, Σκαρβέλης, Δραγάτσης, Περιστέρης).

Από τα παραπάνω φαίνεται, λοιπόν, ότι η στερεότυπη ταύτιση του ρεμπέτικου με ψυχοτρόπες ουσίες δεν είναι τόσο στιβαρή και συντελέστηκε κυρίως από τις διώξεις αριστερών, δεξιών, χούντας και Μεταξά για πολιτικά ωφέλη και μετέπειτα από την δισκογραφία.

Το ρεμπέτικο ποτέ δεν υπήρξε επαναστατικό τραγούδι με την στενή χρωματισμένη έννοια του όρου επανάσταση. Φύτρωσε σαν ζιζάνιο στην ρωγμή του «τσιμέντου» που έπεφτε βίαια και μεθοδικά από τα μέσα του 19ου αιώνα και ύστερα στον ελλαδικό χώρο. Πολλοί θέλησαν να το ξεριζώσουν, αλλά το ζιζάνιο δεν έχει συγκεκριμένο χώρο, δεν μένει σε ένα σημείο, θα βγαίνει στο φως ανοίγοντας δρόμο στα τσιμέντα. Πως θα ξεριζώσεις κάτι όταν δεν ανήκει πουθενά; Οι ίδιοι διώκτες του, από την μεταπολίτευση και μετά το ξαναθυμήθηκαν προσπαθώντας να το κάνουν δικό τους. Προσπάθησαν να του δώσουν χώρο και χρώμα. Οργάνωσαν συναυλίες, τίμησαν τους ζωντανούς ρεμπέτες απαγγέλλοντας ωραία λόγια. Τους είπαν ότι το τραγούδι τους είναι της εργατικής τάξης και ότι είχαν εργατική συνείδηση. Τους τοποθέτησαν ψηλά, λουσμένους από φώτα και εκείνοι ήταν εκεί, γέροι και κουρασμένοι, τους κοιτούσαν με την ίδια αμηχανία, όπως τους κοιτούσαν και άλλοτε… ζούλα από τον έναν ζούλα από τον άλλον.

Ελευθερόκοκκος

Βιβλιογραφία:

Βαμβακάρης Μάρκος, Αυτοβιογραφία (επιμ. Αγγελική Βέλλου-Κάιλ), εκδ. Παπαζήσης, Αθήνα 1978.
Βλησίδης Κώστας, Όψεις του Ρεμπέτικου, εκδ. του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2004.
Βλησίδης Κώστας, Σπάνια Κείμενα για το Ρεμπέτικο (1929-1959), εκδ. του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2006.
Γκαίηλ Χολστ, Ο Δρόμος για το Ρεμπέτικο, εκδ. Ντένιζ Χάρβευ, Λίμνη Ευβοίας 1995, (Α΄ έκδοση 1977).
Δαμιανάκος Στάθης, Κοινωνιολογία του Ρεμπέτικου, εκδ. Πλέθρον, Αθήνα 2001.
Κουνάδης Παναγιώτης, Εις Ανάμνησιν Στιγμών Ελκυστικών, Β΄ τόμος, εκδ. Κατάρτι, Αθήνα 2003.
Παπαδόπουλος Λευτέρης, Να Συλληφθεί το Ντουμάνι, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2004.
Παπάζογλου Αγγέλα, Τα Χαΐρια μας εδώ: Ονείρατα της Άκαυτης και της Καμμένης Σμύρνης, (επιμ. Γιώργης Παπάζογλου), εκδ. Ταμείου Θράκης, Ξάνθη 2003.
Πετρόπουλος Ηλίας, Ρεμπέτικα Τραγούδια, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1991.
Σχορέλης Τάσος, Οικονομίδης Μίμης, Ένας Ρεμπέτης: Κώστας Ρούκουνας «σαμιωτάκι», διανομή: αποκλειστικότης Τάσος Σχορέλης- Μίμης Οικονομίδης, Αθήνα 1974.
Gauntlett Στάθης, Ρεμπέτικο Τραγούδι, Συμβολή στην Επιστημονική του Προσέγγιση, εκδ. του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2001.
[1] Βαμβακάρης Μάρκος, Αυτοβιογραφία, σελ 208-209.
[2] Όπ. Σελ 206.
[3] Κουνάδης Παναγιώτης, στο βιβλίο του «Τα ρεμπέτικα» τεύχος πρώτο.
[4] Βλησίδης Κώστας, Σπάνια Κείμενα για το Ρεμπέτικο, σελ. 109.
[5] ό.π, σελ. 110.
[6] Βλησίδης Κώστας, Όψεις του Ρεμπέτικου, σελ. 70-71.
[7] Βλησίδης Κώστας, Σπάνια Κείμενα για το Ρεμπέτικο, σελ. 182-183.
[8] Γκαίηλ Χολστ, Δρόμος για το Ρεμπέτικο, σελ. 140.
[9] Βλησίδης Κώστας, Όψεις του Ρεμπέτικου, σελ. 96.
[10] ό.π, σελ. 97.
[11] Βλησίδης Κώστας, Σπάνια Κείμενα για το Ρεμπέτικο, σελ. 237.
[12] Κουνάδης Παναγιώτης, Εις Ανάμνηση Στιγμών Ελκυστικών, Τόμος Β’, σελ 501.
[13] ό.π, σελ 504.
[14] ό.π, σελ 506.
[15] Βλησίδης Κώστας, Όψεις του Ρεμπέτικου, βλέπε κεφάλαιο: Ο αριστερός λόγος για το ρεμπέτικο.
[16] Σχορέλης Τάσος – Οικονομίδης Μίμης, Ένας Ρεμπέτης: Κώστας Ρούκουνας «Σαμιωτάκι», διανομή: αποκλειστικότης Σχορέλης Τάσος – Οικονομίδης Μίμης, Αθήνα 1974, σελ. 30.
[17] Παπαδόπουλος Λευτέρης, Να Συλληφθεί το Ντουμάνι, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1999, σελ. 125.
[18] Παπάζογλου Αγγέλα, Τα Χαίρια μας Εδώ: Ονείρατα της Άκαυτης και της Καμμένης Σμύρνης, εκδ. Ταμείου Θράκης, Ξάνθη 2003, σελ. 50.


Πηγή: ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

Sunday, January 22, 2017

Όταν το δάκτυλο έδειχνε το φεγγάρι, ο ηλίθιος κοίταζε το δάκτυλο

Τα ζητήματα ανομίας και ασυδοσίας περιθωριακών, όπως ενίοτε αποκαλούνται, ατόμων, ή ομάδων το τελευταίο διάστημα, αφορούν σύμφωνα με τους διαπρύσιους υπερασπιστές της δημόσιας τάξης και ασφάλειας, οι οποίοι δήθεν αντιπολιτεύονται το καθεστώς Τσίπρα, την ευρύτερη περιοχή των Εξαρχείων, που συμπεριλαμβάνει φυσικά και το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο.

Θα αναφωνήσει, ίσως, κάποιος «Τι είχες Μάη μου; Τι είχα πάντα».

Προφανώς η πραγματικότητα, όμως, είναι πολύ διαφορετική. Εκτός και αν δεχθούμε ότι οι συνθήκες δεν έχουν μεταβληθεί στο παραμικρό, ότι οι ευρύτερες διεργασίες, αλλά και εκείνες που αφορούν τους αναρχικούς-αντιεξουσιαστές, είναι απλά υποτονικές, και επειδή κάτι τέτοιο είναι γενικά ένα σημάδι των καιρών καταλήγουμε αδιάφοροι να αποφανθούμε με την γνωστή ρήση «ότι βρέξει ας κατεβάσει».

Όπως είπαμε, η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική.

Άλλοι χρησιμοποιούν τον χαρακτηρισμό «παρακμή» για να την περιγράψουν, άλλοι θα μιλήσουν για «κοινωνικό έρεβος και ζόφο», άλλοι θα σκύψουν το κεφάλι λέγοντας ότι το «παιχνίδι έχει χαθεί οριστικά» τονίζοντας την παρουσία της κάθε λογής «ναρκομαφίας» και το «πολυπαραγοντικό ζήτημα της προστασίας των μαγαζιών», άλλοι πάλι θεωρούν ότι η περιοχή έχει μοιραστεί και ορισμένα από τα εναπομείναντα «επαναστατικά συμφέροντα» στην περιοχή απλά παίρνουν θέση για την «νέα εποχή», είτε παραμείνει ο Συριζα στην εξουσία για ολόκληρη την τετραετία είτε μεταβληθεί εκ νέου η κυβερνητική διαχείριση των κρατικών υποθέσεων.

Άλλοι πάλι χρεώνουν την «παρακμιακή» κατάσταση στα «λούμπεν στοιχεία», που κατακλύζουν την περιοχή είτε ασχολούνται με την διακίνηση ναρκωτικών είτε ληστεύουν και ξυλοκοπούν περαστικούς είτε επιδίδονται άλλοτε στον εμπρησμό τρόλλευ και άλλοτε περιπτέρων.

Τέλος, διάφοροι επικροτούν την δράση σταλινικών πολιτοφυλακών με αυξημένα το τελευταίο διάστημα αστυνομικά καθήκοντα και άλλοι, αντιθέτως, θεωρούν κατηγορηματικά ότι η αυτόκλητη κινηματική αστυνομία, όχι μόνο δεν αποτελεί «λύση», αλλά σημαντικό μέρος του «προβλήματος».

Ας κάνουμε ορισμένες σύντομες επισημάνσεις.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι δεν διανύουμε ούτε την δεκαετία του ’80, ούτε την δεκαετία του ’90, ούτε καν εκείνη την πρώτη δεκαετία του 2000. Η βίαιη μεταβολή των κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών συνθηκών αντικαθιστά τους προηγούμενους όρους επιβολής με νέους διαρκώς εφιαλτικότερους. Η κοινωνική αποσύνθεση επιβάλλεται με άγριο τρόπο, διαπερνά τα κοινωνικά στρώματα, έχει διάρκεια και παρ’ ότι συνδέεται με το οικονομικό στοιχείο, δεν ταυτίζεται με αυτήν καθεαυτή την οικονομική λεηλασία, η οποία εξελίσσεται διαρκώς με εξοντωτικότερο τρόπο και μέσα.

Έχουμε υποστηρίξει επανειλημμένα ότι οι τωρινοί διαχειριστές των κρατικών υποθέσεων θα αποδειχθούν χειρότεροι όλων των προηγούμενων. Φυσικά δεν είχαμε, ούτε έχουμε σκοπό, να μπούμε εμείς οι ίδιοι ή να προτρέψουμε οποιοδήποτε να μπει σε κάποια διαδικασία σύγκρισης και επιλογής εξουσιαστών.

Πολεμήσαμε, πολεμούμε και θα πολεμούμε κάθε εξουσιαστική διαχείριση, χωρίς διακρίσεις, γιατί ουδέποτε είχαμε το οποιοδήποτε πολιτικό συμφέρον να αβαντάρουμε οποιαδήποτε πλευρά.

Άλλωστε οι αναρχικοί είναι γνωστοί για αυτήν ακριβώς την επιμονή τους, αλλά και την πεποίθησή τους ότι οι εξουσιαστικές αντιθέσεις δεν τους αφορούν, παρ’ ότι οφείλουν να τις παρακολουθούν, να τις αντιλαμβάνονται, να μελετούν τους διάφορους και διαφορετικούς τρόπους επιβολής.

Αυτή ακριβώς η προσπάθεια αποδυναμώνεται και εν τέλει ακυρώνεται για διάφορους λόγους, όταν οι αγωνιζόμενοι άνθρωποι επιλέγουν, λανθασμένα κατά την γνώ­μη μας, να περπατήσουν τα μονοπάτια της πολιτικής. Πιστεύουν, μάλιστα, έχοντας αποκομίσει σε αρκετές περιπτώσεις τα λεγόμενα πολιτικά κέρδη, ότι δικαιώνονται γι’ αυτήν την επιλογή τους, ότι ο αγώνας τους σταθεροποιείται, ότι αναγνωρίζονται ακόμη και από την πλευρά των εξουσιαστών, τους οποίους υποτίθεται ότι πολεμούν χωρίς συμβιβασμούς.

Ικανοποιημένοι τότε, αναζητούν τρόπους, όπως λένε, ώστε να κεφαλοποιηθούν αυτά τα κέρδη, ώστε το κίνημα να δυναμώσει και άλλο, ώστε να υπολογίζεται περισσότερο κοινωνικά και πολιτικά η αντιπολιτευτική τους δράση, ενώ, μέσα στην γενικότερη ευφορία και στο κλίμα «νίκης», ορισμένοι «σύντροφοι» εγκαθιδρύουν, με το μαλακό στην αρχή, την εξουσία τους ή αλλιώς την αναγνώρισή τους ως «παράγοντες» του χώρου.

Όμως θα αναρωτηθεί κάποιος, ποιος είναι ο τελικός στόχος; Υπάρχει καν τέτοιος; Ή μήπως όλα τούτα, απλώς, είναι απόρροια του αγώνα, των λαθών, των υπερεκτιμημένων δυνάμεων ή δυνατοτήτων, ακόμα και εκείνων των ίδιων των προσώπων που εκφράζουν τις τάδε ή τις δείνα ιδέες;

Η αλήθεια παραμένει απλή όσο και σύνθετη.

Για να την κατανοήσουμε θα πρέπει να γνωρίσουμε εκείνα που έχουν προηγηθεί. Αυτό όμως δεν φθάνει. Οι αναρχικοί δεν ανακυκλώνουν το παρελθόν, δεν το περιφέρουν σαν τρόπαιο, δεν έχουν κρυμμένη στο τσεπάκι τους κάθε είδους βεβαιότητα και «αλήθεια». Οι ιδέες μας ακονίζονται στο σήμερα, για να μπορέσουμε να αντισταθούμε «αύριο», για να είναι δυνατόν να αντιπαρατεθούμε στους σχεδιασμούς μιας εξουσίας, που δυναμώνει μέσα από τις αντιθέσεις της από τις διαφοροποιήσεις μέσα στους κόλπους της.

Επομένως κάθε «στιγμή» έχει την σημασία της, κάθε συμβιβασμός που αποτρέπεται μάς δυναμώνει για να επιτεθούμε στο μέλλον στα περισσότερο ευάλωτα σημεία του εξουσιαστικού σώματος. Καθυστερούμε τους εξουσιαστικούς σχεδιασμούς όσο περισσότερο μπορούμε, και δεν διευκολύνουμε την επίσπευση της πραγμάτωσής τους. Πολλές φορές γνωρίζουμε ότι η καθυστέρηση αυτή θα είναι «μικρή». Για μας, όμως, είναι πολύ μεγάλη, αλλά και για όσους αγωνίζονται και για όλους εκείνους που μπορεί να βαδίσουν στους δρόμους της ανυποταξίας και της άρνησης.

Οι αναρχικοί δεν ανήκουν ούτε συγκροτούν επαναστατικά ιερατεία. Για έναν απλό λόγο. Δεν επιδιώκουν να ασκήσουν εξουσία αύριο, άρα δεν μπορεί να συμπεριφέρονται σαν εξουσιαστές σήμερα. Ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα. Καμία στιγμή και για κανένα λόγο. Οι αναρχικοί μοιραζόμαστε κάθε στιγμή του αγώνα για μια ζωή ελεύθερη δίχως καταπιεστές και καταπιεζόμενους, δίχως εξουσιαστές και εξουσιαζόμενους. Αγαπούμε την ελευθερία απεριόριστα, και εκτιμούμε ως απεριόριστες τις δυνατότητες να αναπτυχθεί το ανθρώπινο πνεύμα, σε συνθήκες δημιουργικής και εκούσιας αλληλοβοήθειας.

Για να μοιραστούμε κάθε στιγμή που αγωνιζόμαστε, θα πρέπει να τιμούμε την μνήμη των αγώνων, που προηγήθηκαν, αλλά και των αγωνιστών, που συμμετείχαν σ’ αυτούς με κάθε τίμημα, με ειλικρίνεια και ανιδιοτέλεια. Διατήρηση της μνήμης, όμως, δεν αποτελεί ότι συνιστά το πολιτικό συμφέρον του καθενός.

Η διατήρηση της μνήμης δεν μπορεί και δεν έχει καμία σχέση με τον επανακαθορισμό των πολιτικών συσχετισμών μέσα στο κίνημα και τις συνιστώσες του. Η διατήρηση της μνήμης για τους αναρχικούς δεν είχε και δεν θα έχει ποτέ καμία συνάφεια με την ιστορία των κομμουνιστών, με την ενίσχυση της εξουσιαστικής τους θέσης στο παρόν και στο μέλλον.

Ο ΕΑΜ, ο ΕΛΑΣ, η ΟΠΛΑ είναι δική τους ιστορία, και δεν θα γίνει ποτέ δική μας. Όσοι την επικαλούνται στ’ όνομα της αναρχίας προσπαθούν απελπισμένα να κερδίσουν λιγοστό χρόνο, ώστε να σταθεροποιηθούν στην καινούργια θέση, που τους επιφυλάσσει η αριστερή εξουσία. Κατά βάθος δεν μας βλάπτουν. Είναι σίγουρα καλύτερα να πέφτουν ολοκληρωτικά οι μάσκες. Βιάζονται είναι αλήθεια, και ως εκ τούτου διαπράττουν πολλά και σοβαρά λάθη. Καλοδεχούμενα. Ευχόμαστε να πολλαπλασιαστούν στο άμεσο μέλλον.

Από την πλευρά μας δεν έχουμε παρά να δείξουμε επιμονή και υπομονή, αλλά και τεράστια αυτοπεποίθηση όσον αφορά τα πιστεύω μας. Αποστρεφόμαστε ότι υποβιβάζει κάθε ανθρώπινη οντότητα, ότι δεσμεύει σωματικά, ηθικά, πνευματικά τις ανθρώπινες υπάρξεις. Θα συνεχίσουμε να το κάνουμε. Θέλουμε να γκρεμίσουμε κάθε φυλακή, όχι για να κτίσουμε καινούργιες, αλλά γιατί εξακολουθούμε να θεωρούμε τον εγκλεισμό βασανισμό. Εξακολουθούμε να πιστεύουμε ότι τα κρατικά μπουντρούμια θα γκρεμιστούν ολότελα, από τους κολασμένους, από τους επαναστάτες, και τους αναρχικούς σε κάθε εξέγερση, που θα θυμίζει εκείνες που προηγήθηκαν, αλλά και δεν θα μοιάζει με καμμία τους.

Για να φέρει, όμως, η σπίθα πυρκαγιά, θέλει καθαρές καρδιές, ανθρώπους απλούς και συνηθισμένους, που δεν φτύνουν τον διπλανό τους, δεν μισούν την ανθρώπινη αδυναμία, και δεν επιζητούν τρόπους να την τσακίσουν, λες και δεν έχουν ασχοληθεί και δεν ασχολούνται για το σκοπό αυτό τόσοι και τόσοι εξουσιαστές, τόσα κράτη, τόσα κανόνια, τόσοι έμποροι ψυχών και ανθρώπων, που τρέφονται από την δυστυχία και τον πόνο και την απέραντη αδυναμία, στην οποία έχουν περιέλθει εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι.

Άλλο τόσο οι αναρχικοί δεν μπορούν να μιλούν για ζωτικούς χώρους, είτε αναφέρονται στα Εξάρχεια, είτε στην οποιαδήποτε γειτονιά, είτε στην πτέρυγα μιας φυλακής.

Μα, θα πει κάποιος, οι ρίζες, οι αγώνες, που έχουν δοθεί και έχουν καταγραφεί σε διάφορους χώρους δεν έχουν την σημασία τους; Τους παραδίδουμε και συνεχίζουμε κάπου άλλου χωρίς δισταγμούς χωρίς επιφυλάξεις; Όχι βέβαια, σε καμμία περίπτωση. Με ποιες ιδέες, όμως, υπερασπιζόμαστε αυτές τις ρίζες, αυτούς τους αγώνες, αυτούς τους χώρους; Με δανεικές απόψεις, με εξουσιαστικές λογικές και προοπτικές;

Με ποιους συμμάχους, με ποια μέσα; Να παραμείνουμε σε μια περιοχή με οποιοδήποτε όρο; Επιβάλλοντας την δική μας εξουσία; Αστυνομεύοντας, πουλώντας προστασία στους «προστάτες», ελέγχοντας την εγκληματικότητα, ορίζοντας το υβρίδιο της επαναστατικής εγκληματικότητας; Με το να δεχτούμε να συνδιαχειριστούμε για ένα κρίσιμο διάστημα με την αριστερή εξουσία μια παραχωρημένη «ζώνη ανομίας» (ώστε οι αναρχικοί να μην επεκτείνουν την δράση τους) και με τί αντάλλαγμα;

Οι απαντήσεις φαντάζουν αυτονόητες. Αλλά τελικά δεν είναι. Φαντάζουν απλές και απέριττες. Φθάνει να το θελήσουμε.

Επειδή, «Το ερώτημα δεν είναι ποιος θα μου το επιτρέψει, αλλά ποιος θα με σταματήσει».

Συσπείρωση Αναρχικών

Πηγή: Διαδρομή Ελευθερίας

Wednesday, January 18, 2017

Τραμπ-Μαρί-Χουάνα!

Αποτελεί κοινή παραδοχή το ότι οι δημοκράτες είναι ασυναγώνιστοι παραβάτες των κανόνων της δημοκρατίας, στην οποία με πολλαπλούς λόγους επιδεικνύουν την υποτιθέμενη προσήλωσή τους. Ως τέτοιοι είναι διαρκείς αρνητές των νόμων και των κανόνων της αγαπημένης τους δημοκρατίας.

Η επιβεβαίωση των παραπάνω γίνεται κάθε μέρα, κάθε ώρα και κάθε στιγμή, αν παρατηρήσει κάποιος τα λεγόμενα και τις πρακτικές των πολιτικών, των κατ’ εξοχήν υπερασπιστών τού εκάστοτε δημοκρατικού πολιτεύματος, το οποίο είναι ένας από τους τρόπους με τους οποίους επιβάλλεται η εξουσία, το κράτος και, ευρύτερα, η κυριαρχία. Για τους δημοκράτες, λοιπόν, είναι αποδεκτό μόνο ό,τι δεν συμφέρει την εκάστοτε κλίκα που κυβερνά ή διαχειρίζεται τις εξουσιαστικές υποθέσεις. Όλα τα άλλα είναι αντιδημοκρατικά ακόμη κι αν βρίσκονται τυπικά και ουσιαστικά εντός των κανόνων του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Ας μην ασχοληθούμε με την, επίσης, προσφυγή στους δημοκρατικούς θεσμούς και νόμους όσων υποτίθεται πως πολεμούν το δημοκρατικό σύστημα διακυβέρνησης και ας περάσουμε απ’ ευθείας στο «ψητό».

Στις 20 Ιανουαρίου, ως γνωστόν, πρόκειται να ορκισθεί η νέα κυβέρνηση των ΗΠΑ, υπό τον Ντόναλντ Τραμπ. Πρόκειται γι’ αυτό το άτομο που δήλωνε προεκλογικά ότι μπορεί και να μην αποδεχθεί το αποτέλεσμα, αλλά όταν εκέρδησε στις εκλογές εκείνοι που αμφισβήτησαν και αμφισβητούν την εκλογή του είναι οι δημοκράτες τού αντιπάλου στρατοπέδου. Αυτοί, δηλαδή, που εκδήλωναν την αποδοκιμασία τους όταν ο Τραμπ έλεγε πως δεν είναι βέβαιος ότι θα αποδεχθεί το εκλογικό αποτέλεσμα. Μία εντελώς ασυνάρτητη κατάσταση!

Τέλος πάντων!


Πάντως, εκείνο που συμβαίνει τώρα είναι οι συνεχιζόμενες αντιδράσεις και καλά κάνουν και συνεχίζονται, λέμε εμείς που δεν είμαστε δημοκράτες. Όπως είναι γνωστόν όχι μόνο οι καλοπληρωμένοι ηθοποιοί και μουζικάντες του Χόλλυγουντ και των παρυφών του αποφεύγουν να παραστούν στην ορκωμοσία (δημοκράτες γαρ) –πιστοί στον Ομπάμα, που επί της προεδρίας του κυριάρχησαν οι μαύρες επιχειρήσεις κατά των αντιπάλων της αμερικανικής κυριαρχίας, που προχώρησε στο αιματοκύλισμα της Λιβύης, της Συρίας επί έξη ολόκληρα έτη και, γενικώτερα, των υπό αναδιανομήν περιοχών του πλανήτη– αλλά και διάφοροι επίσης κινηματικοί έχουν αποφασίσει να διαδηλώσουν κατά του Τραμπ την ημέρα της ορκωμοσίας του.

Μεταξύ όλων αυτών και κάποιος ονόματι Άνταμ Έϋντινγκερ, ο οποίος διακήρυξε ότι ξεκινά μία μάχη για να μην χαθούν δικαιώματα.

Για ποια δικαιώματα πρόκειται;

Ως γνωστόν, από τον Φεβρουάριο του 2015, έχει καταστεί νόμιμη η καλλιέργεια έως και έξι φυτών καννάβεως. Επίσης μπορεί ο καθένας να κατέχει 56 γραμμάρια (αρκεί να είναι 21 ετών και άνω) καθώς και να προσφέρει τσιγάρα μαριχουάνα σε άλλους. Επισήμως απαγορεύεται το κάπνισμα μαριχουάνα σε δημόσιους χώρους και κυρίως η πώληση ή η αγορά της.

Ο Άνταμ Έϋντινγκερ ιδρυτής της DC Marijuana Coalition (Συνασπισμός Μαριχουάνα), δεν αρκείται σ’ αυτά. Είναι αγωνιστής! Δεν παλεύει για την διατήρηση δικαιωμάτων, αλλά για την επέκτασή τους. Έτσι, λοιπόν, αυτός και η συντροφία του θέλουν γενίκευση της χρήσης του «μπάφου» και στις 50 πολιτείες (ήδη πέντε πολιτείες, –Καλιφόρνια, Κολοράντο, Όρεγκον, Αλάσκα, Πολιτεία της Ουάσινγκτον– επιτρέπουν τη χρήση μαριχουάνας για ψυχαγωγικούς σκοπούς), να αρθούν οι περιορισμοί που υπάρχουν και να επιτραπεί η αγοραπωλησία του μπάφου. Εμπρός για την γενικευμένη αποχαύνωση! Τίποτε δεν τους σταματά! Προκειμένου να διαδώσουν την ιδεολογίας της νάρκωσης και μέσω της μαριχουάνα πρόκειται να μοιράσουν κατά την ώρα της ορκωμοσίας του Τραμπ 4.200 τσιγάρα ναρκωτικού, που κοστίζουν 20.000 δολλάρια.

Ο Άνταμ Έϋντινγκερ και τα ομοειδή του αποβράσματα, στην Αμερική και στον υπόλοιπο πλανήτη, γνωρίζουν πολύ καλά την δύναμη της διαφήμισης και ότι αυτή είναι το στήριγμα τόσο της κατανάλωσης όσο και του εμπορίου. Γι’ αυτό και δεν φείδονται κόπου, χρόνου, χρημάτων και ευκαιριών, όπως η ορκωμοσία της 20ηςΙανουαρίου.

Αφού, λοιπόν, τα προβλήματα της ανεργίας, των αστέγων, του ρατσισμού, της εγκληματικότητας, της πορνείας, του εμπορίου ναρκωτικών, της εξαθλίωσης εκατομμυρίων ανθρώπων των ΗΠΑ έχουν επιλυθεί, καιρός για το πέρασμα στην διαδικασία της αποχαύνωσης. Μαριχουάνα φουλ!

Οποία κατάπτωσις!

Δημοσιεύθηκε από Η. Α.

Πηγή: Anarchy Press

Friday, January 13, 2017

Άσσιχτιρ Μουσταφά! Που τα Βάθη της Ψυσιής μου

Του Σόλωνα Αντάρτη

Ολόκληρη η ζωή μου καθορίστηκε από την εισβολή του Ιουλίου του 1974.

Μία από τις πρώτες παιδικές μου αναμνήσεις είναι από την παραλία της εισβολής. Κάτω από μία ομπρέλα ανάμεσα σε ενήλικες ατένιζα την θάλασσα και το άπλετο καλοκαιρινό μεσογειακό φως. Οι Κερυνειώτες ανάμεσα μας γνωρίζουν για την ποιότητα του φωτός για το οποίο μιλώ. Η φυσική ενσάρκωση του μετά τα φυσικά γαλανόλευκου. Η γαλανή-γαλήνη με πλημμύριζε και το μοναδικό πράγμα που διατάραζε αυτήν την αίσθηση πληρότητας ήταν η άμμος στα παιδικά μου δάκτυλα. Ολόκληρη μου η ενήλικη ζωή είναι μία πορεία αναζήτησης εκείνης της αίσθησης γαλήνης και πληρότητας που μου χάρισε μια παραλία δυτικά της Κερύνειας. Είναι γι’ αυτό ίσως που λατρεύω τη θάλασσα. Στα νερά της αισθάνομαι τα λόγια του Δαυίδ «πλυνείς με και υπέρ χιόνα λευκανθήσομαι»

Στα τέσσερα μου βίωσα σε κάθε κύτταρο της ύπαρξης μου την αίσθηση ενός πραγματικού υπαρξιακού τρόμου. Την αδυσώπητη γνώση του ότι κάθε στιγμή που περνά μπορεί να είναι η τελευταία μου. Ανάμεσα σε καμένους κάμπους και βυθίσεις πολεμικών αεροπλάνων η συνειδητότητα μου αποκολλήθηκε και η πραγματικότητα βιώθηκε μαυρόασπρη και δισδιάστατη. Το κόμικ στο οποίο μετείχα διεξήχθη νοτιοανατολικά του Γερόλακκου και δίπλα από το παλιό αεροδρόμιο της Λευκωσίας. Χρόνια μετά και με τη χρήση των ιερών βοτάνων των ιθαγενών μίας άλλης ηπείρου οι αναμνήσεις μου ενώθηκαν με την αγωνία της μάνας στο τιμόνι του μικρού Wolkswagen και την γιαγιά μου δίπλα να κρατά τον αδελφό μου που έκλαιγε. Ολόκληρη η ενήλικη μου ζωή είναι μία πορεία αναζήτησης της υπέρβασης εκείνου του υπαρξιακού τρόμου της 20ης Ιουλίου του 1974. Είναι γι’ αυτό ίσως που αγαπώ τα βουνά του τόπου μας. Μέσα τους αισθάνομαι μία πρωτόγονη αίσθηση προστασίας όπως τότε που στα χωριά πάνω τους οι ανθρώποι μας φιλοξένησαν χιλιάδες σαν και μένα.

Έζησα συσσίτια, αντίσκηνα, παράγκες, ρούχα με δελτίο, ψείρες, ξυρισμένα κεφάλια προτού κλείσω τα 12. Και ασκήσεις για βομβαρδισμούς. Όταν τα διηγούμαι στους μαθητές μου σήμερα με κοιτάζουν σαν να βλέπουν εξωγήινο.

Είδα τον τζύρην (πατέρα) μου να δουλεύει από το πρωίν ως την νύχτα κάνοντας όλων των ειδών τις δουλειές. Τεχνικός στην CYTA νυν ΑΤΗΚ, εισπράκτορας, πελεκάνος-ξυλουργός, χτίστης, οδηγός, πωλητής, εργάτης στο σπίτι βάζοντας κουμπιά σε δέρματα. Μονίμως απών από το μεγάλωμα μου. Χρόνια μετά κατάλαβα…

Είδα την μάναν μου να δουλεύει που το πρωίν ως την νύχταν και να μας μεγαλώνει. Νοικοτζυρά να σηκώνεται που το χάραμαν του φου, από το λυκαυγές, να μαγειρέψει, να καθαρίσει να μας ετοιμάσει για το σχολείο. Είδα την να δουλεύει καθαρίζοντας σπίτια, φροντίζοντας τα παιδιά άλλων, είδα την μάνα μου «Φιλιππινέζα» να υπομένει αγόγγυστα τις παραξενιές και τις ιδιοτροπίες άλλων για να μας αναγιώσει. Είναι γι αυτό που σήμερα εξοργίζομαι με την ίδια αντιμετώπιση των κοπέλων απο τις Φιλιππίνες και την Σρι-Λάνκα από τους ίδιους ττοππουζοκυπραίους αστούς.

Αγαπώ την μάναν τζιαι τον τζύρην μου. Με δίδαξαν τι σημαίνει θυσία πολύ πριν συναντήσω την ίδια τη λέξη στη ζωή μου. Δεν τους θυμούμαι ποτέ να έχουν χρόνο για τους δυο τους. Ποτέ να έχουν μία έξοδο για διασκέδαση. Φύλαγαν κάθε μπακκίραν, κάθε σεντ, κάθε λεπτό για να μας μεγαλώσουν, να μας σπουδάσουν να μας δουν Ανθρώπους. Κάθε δυσκολία ανάμεσα μας κάθε αίσθημα οδύνης έχει σβηστεί μέσα μου. Για όλα μου τα παράπονα ως παιδί, ως έφηβος, ως νέος τους συν-χωρώ. Μαζί τους εντός, εκτός και επί τα αυτά τους πορεύομαι. Είναι μέρος μου και είμαι μέρος τους. Φυσικά, συναισθηματικά και μετά τα φυσικά. Τα βότανα μου το έμαθαν και αυτό.

Μεγαλώνοντας έζησα την αντοχή και την επιμονή τους να αρχίσουν ξανά από το μηδέν. Άρχοντες νοικοκύρηδες ξεριζωμένοι πεταμένοι στην προσφυγιά με μηδαμινή βοήθεια από το κράτος.

Είδα τους θείους και τις θείες μου να περνούν τα ίδια και να ξενιτεύονται. Άλλος στα πλοία σαν ήρωας του Καββαδία, άλλος στις ερήμους της Αραβίας, άλλη στις χιονισμένες πεδιάδες του Καναδά. Ήρωες Ντοστογιεσφκικοί που κουβαλούσαν όποτε έρχονταν ιστορίες μαγικές. Είδα τους γάμους τους να κλονίζονται, έζησα χωρισμούς, αρρώστιες, θανάτους. Και όμως οι άνθρωποι μου είναι οι ηρωίδες και οι ήρωες μου. Αλύγιστες και αλύγιστοι μέσα στα χρόνια. Ακόμη και στα πρόθυρα του θανάτου.

Όλοι τους με μεγάλωσαν με τις ιστορίες τους. Με τις πανάρχαιες ελιές του Καπουθκιού, του χωριού της μάνας μου, τον ποταμόν της Πέτρας στην κοίτη του οποίου κρύφτηκε ο πατέρας μου για να μην πάει σχολείο, τις εκκλησιές τον σκελετόν των οποίων έστησεν ο παππούς μου ο συνάδελφος του Ιησού, το σινεμά στην Λεύκα, τις κονναρκές στους κάμπους, τον γάδαρον με τον οποίον τούμπαρεν ο πατέρας μου, την αίγιαν που ετσίλλησεν με το αυτοκίνητον ο θείος μου μέσα στην νύχτα και η οποία εκατέληξεν σε εξαίσιο τσιμπούσιν ομηρικόν. Την ανάβαση στον Πενταδάκτυλον με το σαραβαλάκι των νεαρών αρραβωνιασμένων, το παναΰριν στον απόστολον Ανδρέα στο οποίο απέκτησα το σημάδι στο μέτωπο μου πάνω στα συγκρουόμενα αυτοκινητάκια.

Και την Πόλην. Την πιο ελληνικήν πόλην του τόπου. Οι γονείς μου δεν είναι Κερυνειώτες. Όπως πολλοί άλλοι όμως αγάπησαν την Πόλην. Μου μετάδωσαν αυτήν την αγάπη με τις διηγήσεις τους και με τα συναισθήματα τους που πλέκονταν ανάμεσα στις λέξεις σαν λευκαρίτικο κέντημα. Δεν ξέρω αν είναι αλήθεια αλλά αισθάνομαι ότι οι γονείς μου άφησαν πίσω την προσωπική τους ευτυχία στην θάλασσα του Μάρε Μόντε και τις ταβέρνες της δικής μας Πόλης. Χρόνια μετά γνώρισα τους πρώτους μου Κερυνειώτες. Ο Αλέκος Ιακωβίδης και ο Νίκος Λιβέρδος καθηγητές μου στην Παιδαγωγική Ακαδημία μου χάρισαν το ευ ζην! Και τις δικές τους αναμνήσεις της Πόλεως. Ο Ερμής Χριστοδούλου που σύναεν τα παιδιά και τα συνόδευεν στην θάλασσα, το μπάσκετ που έγινε θρησκεία σε μια επαρχιακή κωμόπολη της Κύπρου πολύ πριν μπει στα σαλόνια της μπουρζουαζίας, οι χαρές, οι πίκρες, ο χορός. Ο πρώην πεθερός μου ο Κώστας Πασιάς που τα μάτια του αλλάζουν κάθε φορά που μιλά για το Καζάφανι, ο κύριος Κύρος Πιστός που μας εξιστόρησε στο σχολείο πώς κάποια «πελλοκοπελλούθκια» επιτέθηκαν στο απρόσβλητο φρουραρχείο της Κερύνειας και πώς τα πολυβόλα των αποικιοκρατών θέρισαν τα δέντρα σε όλη την Κερύνεια.

Εκατοντάδες άνθρωποι του τόπου μου με τίμησαν με τις ιστορίες τους για τον τόπο μας. Οι ιστορίες τους είναι και δικές μου. Μετέχω μίας παράδοσης ζωντανής που πάει λίγο πιο ανατολικά σε μια αμμουδερή παραλία που ονομάζεται «Αχαιών ακτή». Το συναισθηματικό και πολιτιστικό μου DNA διαμόρφωσε μέσα μου έναν ακατάλυτο συναισθηματικό δεσμό με τον τόπο της μάνας τζιαι του τζύρη μου, της γιαγιάς τζιαι του παππού μου, του Αλέκου, του Νίκου, της Γιούλας, του Πέτρου, του Λάρη, της Άντρης, του Κώστα, της Μαρίας, του Νίκου, της Σαββούλας του Μιχάλη, της Αρετής, του Γιάννη, του Άγγελου, η δική μου Ελλάδα που αντιστέκεται, η δική μου Ελλάδα που επιμένει, κι όποιος δεν καταλαβαίνει δεν ξέρει που πατά και που πηγαίνει…

Διαβάζω τώρα και για πρώτη φορά επίσημα ότι ο Αττιλάρχης στις διαπραγματεύσεις επικαλείται το δίκαιο του εισβολέα, του φονιά, του κλέφτη, του βιαστή, του σφετεριστή, του εποίκου, πάνω από τον δικό μου συναισθηματικό δεσμό με τον τόπο των προγόνων μου. Καθορίζει μάλιστα τα δέκα χρόνια ως τον χρόνο κάτω από τον οποίο δεν δικαιολογείται ένας τέτοιος συναισθηματικός δεσμός. Ο εγκάθετος της Κατοχής συνεπικουρείται από διάφορους ανάμεσα μας που μου ζητούν να ξεχάσω και να υποταχτώ κι εγώ και όλοι σαν και μένα. Δεν μπορούν να κατανοήσουν ότι ακόμη και αν ήθελα δεν θα μπορούσα. Κουβαλώ μιαν απόκοσμην γαλανήν θάλασσαν μέσα μου. Κουβαλώ την που τα τέσσερα μου χρόνια. Και κάθε φοράν που πάω τζιαι προσκυνώ την μου τα θυμίζει όλα και μου τα εξιστορεί.

Που τα βάθη της ψυσιής μου λοιπόν Μουσταφά: «Άσσιχτιρ!»

Άσσιχτιρ σε σένα τζιαι στην συναπαρτζιάν σου!

Σόλων Αντάρτης πρόσφυγας, ετών τεσσάρων κατά το σωτήριον έτος της «ειρηνευτικής επιχειρήσεως της Αϊσιέ» solon_antartis@yahoo.com

Monday, January 9, 2017

Από την κατοχή στην προσάρτηση

Του Σενέρ Λεβέντ

Πρώτα είχε ξεφύγει η κουβέντα από τον αρχι-σύμβουλο του Ερντογάν Γιγίτ Μπουλούτ, που είπε: «Η ΤΔΒΚ θα προσαρτηθεί στην Τουρκία και θα συνεχίσει τον δρόμο της». Κανείς δεν έλαβε σοβαρά υπόψη τον κύριο Μπουλούτ και κανείς δεν στάθηκε και πολύ σε αυτό που είπε. Δεν υπήρξε σοβαρή αντίδραση. Ερωτηθείς γι’ αυτό κατά τη διάρκεια συνέντευξής του στην εφημερίδα «Πολίτης», ο ηγέτης του Κόμματος του Λαού Κουντρέτ Όζερσαϊ υπενθύμισε την εξής φράση από τη διακήρυξη ανεξαρτησίας της ΤΔΒΚ και είπε ότι «η ΤΔΒΚ δεν θα ενωθεί με κανένα άλλο κράτος».

Το θέμα της προσάρτησης, που κανείς δεν θεωρούσε και πολύ πιθανόν και δεν του έδινε σημασία, άρχισε τώρα να διαδίδεται, να αναπτύσσεται και να εξαπλώνεται. Δεν λένε τίποτα στην κοινότητα όσοι πηγαινοέρχονται στην Άγκυρα και συναντιόνται με τον Ερντογάν, αλλά σιγά-σιγά αυτά παύουν να αποτελούν μυστικό. Διαδίδονται. Η κατάσταση είναι τελικά τόσο σοβαρή όσο δεν μπορούσαμε να φανταστούμε. Ο Ερντογάν άρχισε να ψιθυρίζει το θέμα σε όσους πηγαινοέρχονται σε αυτόν από την Κύπρο. Σίγουρα προβαίνει σε σφυγμομέτρηση. Δεν μπορούμε να ξέρουμε τι λένε οι δικοί μας και πώς απαντούν. Μήπως αυτό είναι το σχέδιο β’ στο οποίο αναφέρθηκε ο Χουσεϊν Οζγκιουργκιούν μετά την επιστροφή του από την Άγκυρα; Ξέρουμε ότι υπάρχει μια πολύ σημαντική μερίδα μέσα στο εθνικιστικό μας μέτωπο που είναι έτοιμη να παρέχει στήριξη σε κάτι τέτοιο. Όχι όλοι όμως. Κοιτάξτε τι λέει ο Σερντάρ Ντενκτάς: «Αντιτίθεμαι τόσο στο να γίνω μπάλωμα στους Ελληνοκύπριους όσο και στο να γίνω επαρχία της Τουρκίας».

Ο Μουσταφά Ακιντζί, ο οποίος έχει συχνότερες επαφές με τον Ερντογάν, δεν έκανε καμία νύξη για το θέμα μέχρι σήμερα. Δεν μάθαμε αν είχαν μια τέτοια συνομιλία. Σύμφωνα με φήμες που εξαπλώνονται από στόμα σε στόμα, το ψιθύρισε αυτό στον Αναστασιάδη κατά τις διμερείς τους συναντήσεις. Αν αληθεύουν, τι μπορεί να του έχει πει; Μήπως του είπε άραγε «έλα, Νίκο, άσε τα γινάτια να συμφωνήσουμε, αλλιώς θα γίνουν πολύ χειρότερα τα πράγματα, θα γίνει προσάρτηση»; Αν το είπε, μήπως σοβαρολογούσε ή μήπως το είπε ως μπλόφα; Όταν οι δημοσιογράφοι στον νότο ρώτησαν τον Αναστασιάδη για την προσάρτηση, έδωσε και αυτός μια πολύ ύποπτη απάντηση: «Δεν το αποκλείω», είπε.

Μετά απ’ όλα αυτά, είδα και εγώ το θέμα σοβαρά για πρώτη φορά. Πρώτη φορά σκέφτηκα ότι θα μπορούσε πράγματι να γίνει αυτή η τρέλα. Και δέχτηκα τους ψιθύρους που διαδίδονται τώρα ως μια προσπάθεια να συνηθίσει η κοινότητα σε αυτό. Ετοιμάζουν το έδαφος. Πίστεψα για πρώτη φορά ότι θα μπορούσε να γίνει αυτό το βήμα. Και για να πω την αλήθεια, τρόμαξα. Διότι δεν θα μπορούσε να υπάρχει πιο τρομερή συμφορά απ’ αυτήν για εμάς εδώ. 82η επαρχία. Ενώ είμαστε Κύπριοι να γίνουμε και Τούρκοι. Μια πλήρης τραγωδία.

Αυτός, λέει, είναι ο ουσιαστικός στόχος στο μυαλό του Ερντογάν. Να ενώσει την Κύπρο με την Τουρκία. Αν διεξαγάγουν δημοψήφισμα μέσα στην κοινότητά μας γι’ αυτό, ποιο θα είναι το αποτέλεσμα; Σκεφτείτε το να δούμε. Θα βγει «ναι» ή «όχι»; Η παρούσα δομή του πληθυσμού μας δείχνει ότι οι οπαδοί της προσάρτησης είναι η πλειοψηφία. Άλλωστε, οι περισσότεροι από εμάς κατάγονται από την Τουρκία. Προερχόμενοι από την Ανατολία. Είναι αλήθεια πως υπάρχουν ανάμεσα και σε αυτούς κάποιοι που αντιτίθενται στην προσάρτηση, αλλά δεν νομίζω ότι η πλειοψηφία θα αντιταχθεί σε αυτήν. Κοντολογίς, θα πάρουν το αποτέλεσμα που θέλουν από το δημοψήφισμα για την προσάρτηση. Άλλωστε, είναι αμφίβολο πόσο δημοκρατικό θα είναι ένα τέτοιο δημοψήφισμα.

Επικεφαλής της Τουρκίας βρίσκεται ένας τυραννικός άνδρας από τον όποιο εξαρτάται ολόκληρη η χώρα και το έθνος και υποσχέθηκε να συνεχίσει το σουλτανάτο του χωρίς να ανατραπεί μέχρι να πεθάνει, όπως οι άλλοι δικτάτορες. Ένα άτομο που κατάφερε να μείνει όρθιο μέχρι σήμερα ξεγελώντας όλους με ψέματα σε όποιο αδιέξοδο και αν έχει περιέλθει. Η προσάρτηση της Κύπρου οπωσδήποτε δεν θα πλήξει το προσωπικό του σουλτανάτο. Μάλιστα θα τον κάνει μεγαλύτερο ήρωα στην Τουρκία. Οι αντιδράσεις που θα προέλθουν από τη διεθνή κοινότητα θα είναι μόνο όσες και οι αντιδράσεις για την προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία.

Επίσης, δεν νομίζω ότι η Αμερική και η Ευρώπη θα του επιβάλουν κυρώσεις. Διότι έχουν μεγάλες επενδύσεις στην Τουρκία. Δεν θέλουν να πληγούν. Επιπλέον, δεν θέλουν καθόλου να στριμώξουν περισσότερο την Τουρκία και να τη ρίξουν τελείως στην αγκαλιά της Ρωσίας. Δεν περιμένω ότι ο Ερντογάν, που κάνει στο μυαλό του όνειρα όπως η προσάρτηση της Κύπρου, θα υπογράψει συμφωνία για μια ομόσπονδη Κύπρο προβαίνοντας σε υποχωρήσεις στη Γενεύη. Το μόνο που θέλω είναι οι πολιτικοί μας εκπρόσωποι, που συναντώνται και μιλούν με τον Ερντογάν, να βγουν και να πουν στην κοινωνία τι συζητούν. Έκρυψαν την κατοχή. Κρύβουν και την προσάρτηση;

Πηγή: Εφημερίδα Πολίτης 

Monday, January 2, 2017

Θα νικήσουμε….

Του Δημήτρη Γ. Μαγριπλή

Πρώτη μέρα του χρόνου ξύπνησα με την αγωνία αν ήρθε. Κατέβηκα τις σκάλες και τουρτουρίζοντας προσπάθησα να ανάψω το τζάκι. Κοίταξα γύρω. Όλα ήταν όπως την προηγούμενη. Τίποτα δεν έδειχνε παρουσία.
«Κρίμα», είπα, «πάλι θα παίξω σε θέατρο». Τα παιδιά κατέβηκαν, πήγαν και άνοιξαν τα δώρα. Με τα πρώτα χαμόγελα ησύχασα. Ο μύθος παραμένει ακέραιος.
«Κατασκευές και παραμύθια…». Η γυναίκα μου μού έκλεισε το μάτι. ‘Όλο το ψέμα σε πλήρη εξέλιξη. Πόσο δίκιο έχει ο γείτονας. Με σθένος κατήργησε όλο τον κύκλο. Ο χρόνος γι’ αυτόν είναι μια ευθεία γραμμή. Χωρίς στάλα γιορτής και κουράγιου. Ωμή αλήθεια. Γεννιέσαι και πορεύεσαι. Ανθός και ύστερα καρπός. Ωριμάζεις και κάποτε έρχεται η απόλυτη πτώση. Πέφτεις κάτω και ανακυκλώνεσαι σε μια άνυνδρη γη. Ασπρόμαυρη εικόνα, όπως και η μέρα. Άρχισε πάλι να ψιχαλίζει.
«Πάμε μια βόλτα;»
Ντυθήκαμε, μπήκαμε στο αμάξι και φύγαμε. Η πόλη κοιμόταν ακόμη.
«Να πούμε ένα γεια στους φίλους μας;»
Αντίρρηση καμία.
Ανεβήκαμε τα σκαλιά και συναντήσαμε το χρόνο σε άλλη αισθητική. Μάτια μεγάλα σε αδύνατα πρόσωπα και υποσχέσεις αθανασίας. Απάτη και αυτή; Κομμάτι του παρελθόντος μας, πώς να του αρνηθείς μια θέση;
Καθίσαμε σε άδεια στασίδια. Ποιος πιστεύει στις μέρες μας; Κάτι γιαγιάδες και ο παππούς που φοράει την αυτοκρατορική φορεσιά. Ανάμνηση μεγαλείων που χάθηκαν στην καμπύλη μιας βυζαντινής τροχιάς. Νοιώθω τουρίστας σε ζωντανό μουσείο. Φωτογραφίζω τις λάμψεις από τα κεριά. Παίρνω σε κάδρο στιγμές χορωδών. Με τούτα και άλλα η τράπεζα στρώνεται. Ο Άνθρωπος καλεί σε κοινό γεύμα τους πάντες. Τι αυταπάτη σε κόσμο απόλυτα φιλελεύθερο. Άντε να πείσεις αστούς να μοιράσουν τον πλούτο τους. Ούτε ντροπή δεν υπάρχει στην πόλη αυτή. Άνθρωποι ψάχνουν στα σκουπίδια κλωτσώντας σκυλιά για το γεύμα τους. Το κρύο πολύ και ένα μαύρο σύννεφο σκεπάζει το μέλλον. Φιγούρες σωτήρων αυτόκλητων και παράδεισοι με την βία φτιαγμένοι. Η ματιά μου προσγειώνεται στη σταύρωση. Τι ελπίδα να έχεις;
Προχωρώ προς το βήμα και παίρνω αντίδωρο.
«Σε θέλω. Μπορείς να περιμένεις πίσω απ’ το ιερό;»
Απάντησα «ναι». Στην έξοδο παιδιά ανταλλάσσουν ευχές. Παίζουν κρυφτό με το θάνατο. Περιμένω στο σημείο που μου είπε. Κάποτε έρχεται, μου λέει να φέρω το αμάξι. Ανοίγω τις πόρτες, γεμίζω με τρόφιμα και στριμωχνόμαστε.
«Θα αρχίσεις από εκεί» και ο παππούς χάνεται ξανά στο ναό του.
Αρχίζω το μοίρασμα από σπίτι σε σπίτι.
Τα παιδιά με ρωτούν αν στα αλήθεια υπάρχει ο παχουλός γεράκος της εταιρείας αναψυκτικών.
«Όχι» απαντάω κοφτά.
«Ο δικός μας;» μου λέει ο μικρός;
«Εσύ τι λες;». Σιωπή.
Φτάνω στο τελευταίο σπίτι. Πακέτο, ούτε καφέ δεν έχω πιει ακόμη.
«Να φάμε και κάτι» ακούγεται από τη δική μου παρέα.
Χτυπώ και ένα πρόσωπο μόνο ανοίγει την πόρτα. Αφήνω τα πράματα και κοιτώ το δάκρυ. Τρέμω ολόκληρος και φοβάμαι για έμφραγμα. Κλείνει την πόρτα και παίρνω ανάσες.
Επιτέλους ελεύθεροι, γυρίζουμε πίσω.
Στη διαδρομή βουβαμάρα. Να σπάσω τον πάγο, ρωτώ τα παιδιά:
«Τελικά υπάρχει ο δικός μας Βασίλειος;»
«Ναι», ακούγεται ένα στόμα κοινό και τεράστιο.
Κοιτώ στον καθρέφτη τα πρόσωπα. Λάμπουν. Ίσως να φταίει και ο ήλιος που έσκασε. Το φως, χωρίς αμφιβολία το φως, κάνει τον τόπο μοναδικό και τεράστιο. Και οι μνήμες του δεν είναι σκιές. Είναι γοργόνες και νύμφες, πολεμιστές που σκοτώνουνε δράκους και άγιοι, μυριάδες άγιοι, φτωχοί και ρακένδυτοι, που σύσσωμοι τραγουδούν για χατίρι μας την υπόσχεση: «Θα νικήσουμε….»

Friday, December 30, 2016

Η πρωτοχρονιά ενός αναρχικού...

Η δημοσίευση (το κείμενο του π. Λίβυου) είναι αφιερωμένη στη μνήμη του αναρχικού δικηγόρου Βασίλη Καραπλή που έφυγε από τη ζωή πριν από δυο χρόνια τέτοιες μέρες (29/12/14). Ηταν από τους λίγους αγωνιστές της ζωής και αυθεντικούς εργάτες της κοινωνικοπολιτικής δράσης της Γενιάς του Πολυτεχνείου. Πέρασε πολλά και δύσκολα αλλά στάθηκε πάντα παλικάρι, παρόλο την σωματική του αναπηρία! Έπασχε από πολιομυελίτιδα. Ένας ιδιαίτερος άνθρωπος με ιδιαίτερα υψηλό IQ, πιστός και κάθετος στις ιδέες του, με ήθος και αγάπη για όλους.
Εργο της ζωής του ήταν η έκδοση του Δελτίου Πληροφόρησης
O ANAPXIKOΣ. 395 τεύχη έβγαλε, το τελευταίο με ημερομηνία 31 Δεκεμβρίου 2014. Παρά την σωματική αδυναμία είχε μεγάλη δύναμη ψυχής και σκέψης. Δεν δίσταζε να συγκρουστεί με τους κρατικούς καταπιεστικούς μηχανισμούς και να παλεύει για τις ιδέες του. Ήταν ένας ιδεολόγος της αναρχίας. Προσπαθούσε πάντα να έχει μια διεθνή οπτική. Στα κείμενα του Δελτίου πάντα υπήρχαν μικρές ειδήσεις για γεγονότα σε διάφορα σημεία του πλανήτη.

«Είμαι αναρχικός γιατί δεν μπορώ να δεχτώ το γεγονός
ότι αυτή τη στιγμή υπάρχουν άνθρωποι σ’ όλο τον πλανήτη
που τους βασανίζει η εξουσία». († Βασίλης Καραπλής)


Του π. Χαράλαμπου Παπαδόπουλου (Λίβυου)

«Δε ξέρω αν το έχετε παρατηρήσει αλλά αυτές τις μέρες, συναντάς ανθρώπους από τα παλιά. Φίλους που έχεις να δεις χρόνια και καιρούς. Που η ζωή σας έφερε κάποτε κοντά και έπειτα σας χώρισε.
Αυτό ίσχυσε φέτος και για μένα. Περπατώντας στους δρόμους της πόλης μου, συνάντησα έναν παλιό φίλο. Ένα πρόσωπο που είχα χάσει χρόνια καθ ότι οι δρόμοι μας είχαν χωρίσει. Υποθετικά τουλάχιστον. Σε επίπεδο ιδεών. Μια και οι ιδέες χωρίζουν. Μονάχα η ζωή, η εμπειρία, το βίωμα ενώνει τις καρδιές. Οι ιδέες και οι ιδεολογίες διαιρούν. Και στο ποσοστό που ο Χριστιανισμός δεν είναι βίωμα και ζωή, αλλά ιδεολογία τότε μας διαιρεί.

Είχαμε χαθεί για χρόνια. Εκείνος παρέμεινε στο αναρχικό χώρο και εγώ εισήλθα στην εκκλησία. Όχι αντίθετοι χώροι. Πάνω κάτω ίδιους ψυχισμούς κουρνιάζουν στους κόλπους τους, αλλά αυτό αφήστε να το πούμε μια άλλη φορά.

Ανταλλάξαμε χαιρετισμό και ευχές και πιάσαμε μια σύντομη κουβέντα στα όρθια.

-Αδελφέ πως πέρασες αυτές τις μέρες, οικογενειακά;

-Εεεε σχεδόν μου λέει πάτερ.

-Που αλλάξατε τον χρόνο στο σπίτι έτσι με την οικογένεια και τους φίλους.

-Όχι πάτερ μου.

Μου είπε με δύναμη ψυχής.

-Αλλά που;

-Στις φυλακές πάτερ, όπως κάθε χρόνο. Σύντροφοι αναρχικοί, μαζευόμαστε κάθε χρόνο έξω από τις φυλακές, τραγουδάμε, φωνάζουμε συνθήματα, βάζουμε μουσική και γενικότερα δημιουργούμε μια ωραία ατμόσφαιρα, συμπαράστασης, αλληλεγγύης, συντροφιάς και ελπίδας στους συνανθρώπους μας, που τέτοιες μέρες στερούνται το μεγαλύτερο αγαθό του ανθρώπου που είναι η ελευθερία του.

Είχα πραγματικά σαστίσει. Τα μάτια μου τον κοιτούσαν με θαυμασμό. Η καρδιά μου έχαιρε σε αυτά που άκουγε. Μια συγκίνηση και ελπίδα άνθισε μέσα μου. Ναι υπάρχουν ακόμη ευαίσθητες ψυχές. Καρδιές που αγαπούν. Που νιώθουν και μπορούν να αντιστέκονται.

Συγχρόνως ντράπηκα. Αισθάνθηκα λίγος. Μπροστά του, ένα τίποτα. Απέναντι στο Θεό υπόλογος. Στο Χριστό ανάξιος μαθητής του.

-Εσύ πάτερ που άλλαξες χρόνο;

Τι να έλεγα. Ότι ήμουν στο σπιτάκι μου. Σαν ένας καλός χριστιανοαστός. Ότι αν ήμουν πραγματικός παπάς έπρεπε να ήμουν δίπλα στους κολασμένους αυτής της γης.

Τότε αυτομάτως στην σκέψη μου ήρθαν τα λόγια του Χριστού μας «Oύ πας ο λέγων μοι Kύριε Kύριε, εισελεύσεται εις την βασιλείαν των ουρανών, αλλ' ο ποιών το θέλημα του πατρός μου.» Kατά Mατθαίο 7 (21).

Και μέχρι να συνέλθω έρχεται δεύτερο ράπισμα στην συνείδηση μου από τον λόγο Του Χριστού «και άλλα πρόβατα έχω, α ουκ έστιν εκ της αυλής ταύτης» Κατά Ιωάννη Κεφ. Ι' «16

Μέχρι που άκουσα να φωνάζει δυνατά μέσα μου ο Χριστός «εν φυλακή ήμην...» (Ματθ. 25, 36).

Και σας λέω τώρα εγώ, ποιος από τους δυο μας, είχε πραγματώσει στην ζωή του το θέλημα του Θεού; Ποιος είχε ενσαρκώσει το μήνυμα του Χριστού στην ζωή του;

Δεν με νοιάζει τι λέει και τι πιστεύει ένας αναρχικός. Εμένα σαν παπά με δίδαξε, με έλεγξε όχι με τις ιδέες του, αλλά με το βίωμα του. Με την ζωή και πράξη του.

Την ώρα που τα εκατομμύρια των αστικοχριστιανών στην ορθόδοξη Ελλάδα, έτρωγαν την γεμιστή γαλοπούλα τους, την ώρα που οι χοροί και τα γλέντια καλά κρατούσαν μια χούφτα ανθρώπων που τους φωνάζουν «αλήτες» σε κάθε πόλη της Ελλάδος, παρέμειναν μέσα στο κρύο έξω από τις φυλακές, για να γιορτάσουν την αλλαγή του χρόνου με τα φυλακισμένα αδέλφια μας, τους συνανθρώπους μας, εκείνους για τους οποίους ο Χριστός είπε «ἐν φυλακῇ ἤμην καὶ ἤλθετε πρός με….».

Τότε για ακόμη μια φορά ήχησαν μέσα μου τα λόγια του Γέροντος Κορνηλίου «παιδί μου έρχονται κάποιες πόρνες στην εξομολόγηση που θέλω να πέσω στα πόδια τους και ευλαβικά να ασπαστώ τα ευλογημένα χέρια τους…..».»

Monday, December 19, 2016

Η σιωπή για την… απαγόρευση, είναι συνενοχή

Του Γιώργου Χελάκη

H ΠΑΕ ΑΕΛ έγραψε τελικά στα παλιά της παπούτσια την απαγόρευση της Σούπερ Λίγκας και έπαιξε με τις φανέλες που έγραφαν με μεγάλα γράμματα «τα προσφυγόπουλα είναι παιδιά μας»!

Να δούμε τώρα αν ο αποκαλούμενος συνεταιρισμός, έχει το θράσος να τιμωρήσει την ομάδα της Λάρισας, επειδή στις φανέλες αναγραφόταν πολιτικό μήνυμα. Δεν είναι για γέλια, αυτός είναι ο λόγος που η Λίγκα απαγόρευσε στη θεσσαλική ομάδα να γράψει αυτό το μήνυμα.

Ο ανθρωπισμός και η αλληλεγγύη έγιναν είδος απαγορευμένης πολιτικής, σύμφωνα με τους γραφειοκράτες που πήραν τη σχετική απόφαση.
Οσοι την πήραν και όλοι οι άλλοι που την ανέχτηκαν με την σιωπή τους, να περάσουν για συγχαρητήρια από τα γραφεία της «Χρυσής Αυγής».

Γιατί και η σιωπή στην προκειμένη περίπτωση είναι συνενοχή. Και σιώπησαν όλοι, του αθλητικού Τύπου συμπεριλαμβανομένου.

Είναι πολιτική να απλώνεις το χέρι σου σε παιδιά που το έχουν ανάγκη. Να πιέζεις τις κυβερνήσεις να σου χαρίσουν χρέη, να σου παραδώσουν δημόσιες εκτάσεις και να σου χτίσουν γήπεδα, δεν είναι…

Είναι πολιτική μέρες Χριστουγέννων, στους φιλάθλους της ομάδας σου, για να βοηθήσουν παιδιά που πεινάνε και κρυώνουν. Η διαφθορά, τα στημένα παιχνίδια, τα σκάνδαλα στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο, δεν είναι...

Πρόκειται για υποκριτική και επικίνδυνη συμπεριφορά. Ερχεται σε ευθεία αντίθεση με τις δηλωμένες θέσεις της ΦΙΦΑ και της ΟΥΕΦΑ για τον ρατσισμό και την ξενοφοβία.

Μπράβο στην Λάρισα που αγνόησε το… απαγορευτικό κι έστειλε το μήνυμά της.

Η σιωπή όλων των άλλων είναι συνενοχή πέρα από γελοιότητα κα ανοησία...

Πηγή: Sport and Business

Wednesday, December 14, 2016

Παίζουν στην ίδια ομάδα οι Ακιντζί και Ερντογάν;

Του Σενέρ Λεβέντ

Είμαι πολύ περίεργος για το πώς θα παίξει ο Μουσταφά Ακιντζί στην ίδια ομάδα με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος λέει ότι «υπάρχει αίμα πεσόντων στην Κύπρο, τι θα δώσουμε;». Σε ποιο μέρος του γηπέδου θα παίξει ο καθένας; Ο Ακιντζί στην εστία και ο Ερντογάν στη θέση του Μέσι; Εσείς δεν είστε περίεργοι γι’ αυτό; Πώς θα συμφωνήσουν; Θα μιλήσει κοινή γλώσσα αυτό το δίδυμο; Τα τουρκικά είναι η κοινή τους γλώσσα; Δεν αρκεί. Το να έχεις κάτι κοινό είναι άλλο πράγμα. Για παράδειγμα, ο Ανδρέας μιλά ελληνικά στην Κύπρο και εγώ τουρκικά. Αλλά παρά ταύτα έχουμε κοινή γλώσσα. Καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλο. Διότι το σημαντικό είναι η ομοψυχία, όχι η γλώσσα. Ακριβώς όπως είπε και ο ποιητής μας όταν άκουσε τον Σαλβαδόρ Αλιέντε να μιλάει ισπανικά: «Θα με καταλάβει έστω και αν μιλώ τουρκικά».

Κατά τη γνώμη μου, είναι πολύ καλά που ο Ερντογάν αποφάσισε να μεταβεί στην Ελβετία. Έτσι θα έχουμε την ευκαιρία να δούμε πιο καθαρά τα πάντα. Θέλει ή δεν θέλει πραγματικά λύση η Τουρκία στο νησί; Αυτό θα δούμε. Υπάρχουν διαφορές απόψεων ανάμεσα στον Ακιντζί και στον Ερντογάν; Αυτό θα δούμε. Και αυτό θα μας δείξει αν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στις απαιτήσεις των Τουρκοκυπρίων και στις απαιτήσεις της Τουρκίας. Θα δούμε αν συμπεριφέρεται σαν σε κότα στον Αναστασιάδη τον οποίο παρομοίασε με νηστική κότα που βρίσκεται μέσα σε μια αποθήκη με σιτάρι. Θα δούμε αν θα δώσει τη Μόρφου, για την οποία είπε ότι «δεν γίνεται να δοθεί». Αν θα πέσει κάτω από το 30% στο ποσοστό του εδάφους. Και αν θα σηκωθεί και θα φύγει από το τραπέζι κάνοντας χειραψία ή βρίζοντας. Αφού βγαίνει στη σκηνή ο πρωταγωνιστής, αυτήν τη φορά δεν θα έχουμε δικαίωμα να κατηγορούμε ο ένας τον άλλο για το αποτέλεσμα. Όλοι θα δουν και θα ξέρουν ότι όλα τα κάνει ο πρωταγωνιστής. Όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα, το εθνικιστικό μας μέτωπο είναι υποχρεωμένο να σιωπήσει και να δεχτεί τα πάντα. Μέχρι σήμερα δεν αντιπαρατάχθηκαν ποτέ με την Τουρκία. Ούτε και στο εξής θα το κάνουν. Ακόμα και ο Ραούφ Ντενκτάς δεν πάτησε ποτέ τον όρκο του πάνω σε αυτό το θέμα και δεν είπε τίποτα ακόμα και σε περιόδους που δεν μπορούσε να συμφωνήσει καθόλου με την Άγκυρα. Σιώπησε ακόμα και όταν τον έφαγε ο Ταγίπ Ερντογάν. Δεν ξέρω τι θα κάνει το κομμάτι εκείνο ανάμεσά μας που υποστηρίζει τη λύση και την ειρήνη σε περίπτωση που ο Ερντογάν διαλύσει το τραπέζι των διαπραγματεύσεων στην Ελβετία. Ειδικά αν οι συνομιλίες καταρρεύσουν λόγω της επιμονής στις εγγυήσεις. Μέσα σε αυτό μας το μέτωπο υπάρχουν μεγάλα ρήγματα. Ειδικά επειδή και τα κόμματα της αντιπολίτευσής μας μέσα στη βουλή επιμένουν στις εγγυήσεις της Τουρκίας, σίγουρα ούτε αυτά θα θεωρήσουν ότι έχει άδικο ο Ερντογάν. Και όλα μαζί θα κατηγορήσουν την ελληνοκυπριακή πλευρά.

Ο Ακιντζί; Αυτός τι θα κάνει αν ο Ερντογάν πει «δεν δίνω τη Μόρφου;». Αν πει «υπάρχει το αίμα των πεσόντων μας, τι θα δώσουμε;» Αν πει «δεν πέφτω κάτω από 30%». Ποια θα είναι η δική του στάση; Μέχρι σήμερα ο Ακιντζί μας έλεγε συνεχώς ότι «η Τουρκία θέλει λύση». Και ακόμα έτσι μας λέει. Λέει ότι βρίσκεται σε ομοφωνία με την Άγκυρα. Αυτήν τη φορά θα δούμε πόσο σωστά είναι αυτά τα λόγια. Γι’ αυτό είναι πολύ σωστή η μετάβαση του Ερντογάν αυτοπροσώπως στη Γενεύη. Επιπλέον, μέχρι σήμερα υπάρχει στον νότο μια σοβαρή μερίδα που εμπιστεύεται τον Ερντογάν για λύση. Μια μερίδα που λέει «αν είναι να λύσει κάποιος αυτό το πρόβλημα, αυτός είναι ο Ερντογάν». Κατά τις πρώτες ημέρες της διακυβέρνησης Ερντογάν θεωρούσαν τον στρατό ως το μεγαλύτερο εμπόδιο μπροστά τη λύση. Ύστερα ο Ερντογάν από τη μια έβγαλε από τη μέση τον στρατό και από την άλλη έγινε ένας δικτάτορας του οποίου ο λόγος είναι ο μόνος που περνά στη χώρα. Δεν υπάρχουν πλέον εμπόδια και άλλα παρόμοια. Γιά να δούμε τώρα πού θα πάρει την Κύπρο την οποία κάνει ό,τι θέλει. Θα αποδειχτεί ότι έχουν δίκαιο ή άδικο τα αγαπητά αδέλφια μας οι Ελληνοκύπριοι που τον εμπιστεύονται;

Μετά που ο Ερντογάν βγήκε στη σκηνή, ο Ακιντζί πέρασε σε δεύτερο πλάνο. Στην Ελβετία θα γίνει ό,τι πει ο Ερντογάν. Όχι αυτό που λέει ο Ακιντζί. Ο ηγέτης, ο οποίος ελπίζαμε να μας εκπροσωπεί, άφησε στον Ερντογάν το δικαίωμα λόγου. Πέρασε στην εστία. Και έδωσε στον Ερντογάν τη θέση του Μέσι. Δεν νομίζω ότι από αυτόν τον αγώνα θα υπάρξει κάποιο αποτέλεσμα για το οποίο θα μπορούσαμε να φωνάξουμε ότι νικήσαμε. Στις 12 Ιανουαρίου θα ζυγιστεί η ιδιότητα του Ακιντζί ως ηγέτη. Είτε θα μας αποδείξει την ηγεσία του είτε θα εκμηδενιστεί…

Πηγή: Εφημερίδα ΠΟΛΙΤΗΣ