μεταναστες

μεταναστες

Thursday, March 23, 2017

Αντιεξουσιαστές και Ληστές στα βουνά της Ελλάδας (Α΄ 1821-1871)

«Κάλλια στο κλαρί πέρι στο κλουβί» (Μανιάτικη παροιμία)
«Η διαφορά του αντιεξουσιαστή των βουνών με τον ‘‘ευτακτούντα’’ πολίτη είναι όπως του λύκου με το σκύλο. Ο Άνθρωπος – Αφέντης κρίνει τον λύκο για “κακό”, επειδή δεν τον εξυπηρετεί αλλά τον ζημιώνει, ενώ αντίθετα, θεωρεί το σκύλο “καλό”, επειδή του είναι υποταγμένος».

Ο συγγραφέας (Κυριάκος Κάσσης) από τον πρόλογο αποσαφηνίζει το τίτλο μιας έκδοσης δουλεμένης με μεράκι, σε μια γλώσσα που κυλάει σα το γάργαρο νερό χωρίς περιττά φτιασίδια διανθισμένης με επιστολές ληστών, δημοτικά τραγούδια και βασισμένης σε μια πληθωρική πράγματι βιβλιογραφία.

«Το “Στα βουνά της Ελλάδας” του τίτλου δίνει τον τόπο, αλλά και την αντιδιαστολή από άλλους ληστές που ζούσαν και ζουν στις πόλεις. Η συνεχής αντιπαράθεση εξουσίας κρατικής, ελεύθερου φρονήματος και αναρχοατομιστικής αντίληψης της ζωής, από τους κατοίκους του νεαρού κράτους, γέννησε ένα πλήθος συγκρούσεων της πρώτης με το δεύτερο. Ολόκληρη κατηγορία ανθρώπων της ελληνικής υπαίθρου αποτελούσαν οι “φευγόδικοι” ή “φυγόδικοι” ή “ντερματζήδες” (=ενταλματίαι): Και οι περισσότεροι απ’ αυτούς είχαν αναγκαστεί να καταφύγουν σε ήδη προϋπάρχουσα στα βουνά αντάρτικη ομάδα που αποτελούσαν έμπειροι «ληστοφυγόδικοι» που είχαν σαν κύριο τρόπο ζωής τη ληστεία».

Ο συγγραφέας αναφερόμενος στους «Κλέφτες» εξηγεί ότι ήταν λαϊκοί επαναστάτες που εναντιωνόντουσαν στους κρατικούς φορείς είτε αυτοί ήταν οι τουρκικές αρχές, είτε οι αρματολοί, οι καπετάνιοι και οι κοτζαμπάσηδες. «Αυτούς το νέο καθεστώς της Ελλάδας τους ονόμασε «ληστές». Ήταν οι άνθρωποι με αυξημένο αίσθημα ελευθερίας, έτσι που αυτό να ξεπερνά την «λογική» της υπομονετικής ένταξης στο κράτος».

Αυτούς τους εξεγερμένους απλούς ανθρώπους τους αντιμετώπιζε όχι απλά με κρυφό θαυμασμό αλλά και με αγάπη ο απλός κατατρεγμένος, από Βαυαρούς και έλληνες αφεντάδες, κόσμος.

«Τους νιώθανε τους ληστές, όπως τους τσιγγάνους, σαν ένα μικρό παραθυράκι προς το φως, μέσα από το ασφυκτικά κλεισμένο μπουντρούμι που τους είχε ρίξει ανασφαλείς, φοβισμένους απέναντι στη δύναμή του, και “εθελοντές” εξουσιαζόμενους η “ασφαλής και γλυκιά βία και αλλοτρίωση του κράτους”. Το κομμάτι εκείνο του ληστή που ήταν επαναστατικό τους γοήτευε. Το άλλο το “εγκληματικό” του κομμάτι, αν δεν ήταν οφθαλμοφανώς απάνθρωπο, τους το συγχωρούσαν. Αυτοί οι λόγοι ήταν που δυσκόλεψαν τα κράτος εκατό χρόνια να εξαλείψει την ληστοκρατία».

Εκατοντάδες τέτοιοι άνθρωποι παρουσιάζονται στις σελίδες του βιβλίου. Από τους εξεγερμένους Μανιάτες το 1834 μέχρι τον Νταβέλη, το Καλαμπαλίκη, το Γιαγκούλα, τους Λύγκους, την Πενταγιώτισσα και τους συντρόφους της, τις αιχμαλωσίες και απαγωγές γάλλων και άγγλων αξιωματικών, δημάρχων, εισαγγελέων, ευγενών και τσιφλικάδων, τις επικηρύξεις το ανελέητο κυνηγητό από τα στρατιωτικά αποσπάσματα…

Στο πρώτο μέρος του βιβλίου ο συγγραφέας αναφέρεται στη προσωπική ζωή των ληστών, ποιοι και γιατί γίνονταν ληστές, στην οργάνωση της ζωής στο «κλαρί», στο ληστρικό κώδικα, στις σχέσεις τους με τις γυναίκες, αλλά και στα μέτρα καταστολής της ληστείας (την επικήρυξη, την Αμνηστεία και τη Χάρη, τις ποινές για τη ληστεία και τις επιβραβεύσεις διωκτών, καταδοτών κ.λπ.)

Στο δεύτερο μέρος καταπιάνεται με το Βίο και τη Πολιτεία Ληστών, με τρία κεφάλαια: από την αρχαιότητα ως το 1821 και από εκεί μέχρι τη περίοδο του Καποδίστρια και τη κατοπινή ίδρυση του Ελληνοβαυαρικού κράτους.

Στο τρίτο μέρος περνάει στην Οθωνική Περίοδο και τη πρώτη Ληστοκρατία πάλι με τρία κεφάλαια: Βαυαροκρατία και Μοναρχία (1831-1843), Το Πρώτο Σύνταγμα και η Δεύτερη Οθωνική Περίοδος (1844-1863) και τη Νέα Βασιλεία και τη Νέα Ληστοκρατία (1864-1870).

«Τα τάγματα πλακώσανε, να πιάσουνε το Γιάννη
Η παγανιά τους έζωσε, το φύλλο το χορτάρι.
Κανένας δεν τους ζύγωνε, κανείς δεν τους ζυγώνει:
– Ρίξε Ριγκόζαμ’ τάρματα, ρίξε και το τουφέκι!
– Καθήστε μην ταράζεστε και πάσο να μην πάτε,
Μουδ’ άρματα πετάω ΄γω, μουδέ και το τουφέκι!
Αν δε μας αγκυλώνανε, δεν καίγαμε τη Στρώμη,
Μήτε τη Στρώμη καίγαμε μήτε Μαυρολιθάρι…
Εγώ, Γιαννής την έκαψα, και θα τη ματακάψω.
Εγώ μια κόρη αγάπησα κι αυτοί δεν μου τη δίναν.
Κι όσο Ριγκόζας Ζωντανός, την πάλλα δεν πετάει
Και ’σεις καλά με ξέρετε, τα’ άρματα δεν τα δίνω!»


Πηγή: ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

Εργοστάσιο χωρίς αφεντικά - Ενα ντοκιμαντέρ για την ΒΙΟΜΕ



Ένα εργοστάσιο που εγκαταλείφθηκε στα χρόνια της κρίσης, οι εργάτες πήραν την παραγωγή στα χέρια τους και αυτή τη στιγμή παράγουν φυσικά καθαριστικά φιλικά προς το περιβάλλον και φιλικά προς τον άνθρωπο.

Saturday, March 18, 2017

Ζαπατίστας: "Ο πρώτος από όσους θ' ακολουθήσουν"



Σε συνέχεια του διεθνούς καλέσματος για δράσεις στήριξης στους πρόσφυγες οι Ζαπατίστας υλοποιούν το πρώτο κομμάτι της δέσμευσής τους να στείλουν ζαπατιστικό καφέ και τα καλλιτεχνικά έργα του φεστιβάλ CompArte για τη στήριξη δράσεων αλληλεγγύης στους εκτοπισμένους.

Συντρόφισσες, σύντροφοι,

Ήδη σας είπαμε ότι θα προσπαθούσαμε να βρούμε τρόπους να σας στηρίξουμε, ώστε με τη σειρά σας να στηρίξετε την αντίσταση και την εξέγερση όσων καταδιώκονται και χωρίζονται από τείχη. Έχουμε μια μικρή εξέλιξη προς αυτήν την κατεύθυνση.

Είναι ήδη έτοιμος ο πρώτος τόνος ζαπατιστικού καφέ για την εκστρατεία «Η αντίσταση, η εξέγερση, η αλληλεγγύη από τα κάτω και αριστερά απέναντι στα τείχη του Κεφαλαίου».

Ο καφές είναι 100 τοις εκατό ζαπατιστικός. Έχει καλλιεργηθεί σε ζαπατιστική γη από ζαπατιστικά χέρια· έχει συγκομιστεί από Ζαπατίστας· έχει στεγνώσει κάτω από το ζαπατιστικό ήλιο· έχει κοπεί σε ζαπατιστικό μύλο· ο μύλος ξεχαρβαλώθηκε από ζαπατιστικό φταίξιμο· επισκευάστηκε από Ζαπατίστας (ήταν ένα μη ζαπατιστικό μπαλέρο [παιχνίδι])· έπειτα συσκευάστηκε από Ζαπατίστας, Ζαπατίστας του έβαλαν τις ετικέτες και τον μετέφεραν.

Αυτός ο πρώτος τόνος συγκεντρώθηκε με συμμετοχή των πέντε καρακόλ, με τα ζαπατιστικά Συμβούλια Καλής Διακυβέρνησής τους, τους Αυτόνομους Δήμους (MAREZ) και τις συλλογικότητες των κοινοτήτων και ήδη βρίσκεται στο CIDECI-Πανεπιστήμιο της Γης στο Σαν Κριστόμπαλ δε λας Κασας, στην πολιτεία της Τσιάπας στο εξεγερμένο Μεξικό.

Ο συγκεκριμένος ζαπατιστικός καφές έχει καλύτερη γεύση όταν πίνεται στον αγώνα. Εδώ σας στέλνουμε ένα μικρό βίντεο που ετοίμασαν οι Tercios Compas [ζαπατιστικό μέσο, ή μάλλον τρίτο, ενημέρωσης] όπου καταγράφεται η διαδικασία, από το χωράφι μέχρι την αποθήκη.

Επίσης ήδη κατηγοριοποιούμε και συσκευάζουμε τα ζαπατιστικά έργα που συμμετείχαν στο φεστιβάλ τέχνης CompArte, τα οποία θα σας στείλουμε για να στηρίξουμε τις δράσεις σας.

Στο συνέδριο του Απρίλη ελπίζουμε να μπορέσουμε να τα παραδώσουμε για να αρχίσει να προχωρά όλο αυτό προς τα μέρη του κόσμου όπου υπάρχει η Έκτη, δηλαδή όπου υπάρχει αντίσταση και εξέγερση.

Ελπίζουμε με αυτή την πρώτη στήριξη να μπορέσετε να αρχίσετε ή να συνεχίσετε το έργο της αλληλεγγύης σε όλ@ς τους καταδιωκόμεν@ς και στιγματισμέν@ς του κόσμου.

Πιθανότατα αναρωτιέστε το πώς θα φτάσουν όλα αυτά στα μέρη σας. Με τον ίδιο τρόπο που παράχθηκαν, δηλαδή με οργάνωση.

Με άλλα λόγια είναι αναγκαίο να οργανωθείτε όχι μόνο για αυτό, αλλά επίσης και κυρίως για να προχωρήσετε σε δράσεις αλληλεγγύης σε όλον αυτόν τον κόσμο που καταδιώκεται απλά και μόνο επειδή έχει κάποιο χρώμα δέρματος, κάποια κουλτούρα, κάποιο πιστεύω, κάποια καταγωγή, κάποια ιστορία, κάποια ζωή.

Και προς το παρόν δεν είναι μόνο αυτό: να θυμάστε πάντα ότι χρειάζεται αντίσταση, εξέγερση, αγώνας, οργάνωση.

Α, και ρωτάμε πώς λέγεται αυτό που θέλουμε να πούμε, αλλά με τρόπο που εκείνος να το καταλάβει:

Fuck Trump!

(και μαζί μ’ αυτόν τους υπόλοιπους, δηλαδή τους Πένια Νιέτο [Μεξικό], τους Μάκρι [Αργεντινή], τους Τέμερ [Βραζιλία], τις Μέι, τις Λε Πεν, τους Μπερλουσκόνι, τους Τζινπίνγκ [Κίνα], τους Νετανιάχου, τους Άσαντ, και συμπληρώστε κι άλλα ονόματα τρέχοντα και μελλοντικά των τειχών που πρέπει να γκρεμιστούν, με τρόπο ώστε όλα τα τείχη να πάρουν το μήνυμα)

(Με άλλα λόγια είναι ο πρώτος από όσους τόνους θα ακολουθήσουν και η πρώτη αναφορά -που δεν είναι απ’ την Ανάφη-*)

Από τα βουνά του νοτιοανατολικού Μεξικού

Εξεγερμένος Υποδιοικητής Μοϊσές Εξεγερμένος Υποδιοικητής Γκαλεάνο

Μεξικό, Μάρτης 2017

Το βίντεο των Tercios Compas που συνοδεύει την ανακοίνωση, με το τραγούδι «Είμαστε νότος (Somos sur)», σε στίχους και μουσική της Ana Tijoux, και συμμετοχή της Shadia Mansour.
https://youtu.be/6ZnYPHUoLb8

* Ε καλά, προφανώς δεν γράφει για την Ανάφη το κείμενο. Το πρωτότυπο κάνει λογοπαίγνιο μεταξύ της mentada (αναφοράς) και της menta (μέντας), οπότε κυριολεκτικά «η πρώτη αναφορά που δεν είναι από μέντα».

"Επάνω τα τείχη, κάτω (και αριστερά) οι ρωγμές"

Tuesday, March 7, 2017

Νεολιθική νυχτωδία στην Κροστάνδη

Του Νίκου Καρούζου

Τραυλίζοντας οικουμένη καθώς
η πραγματικότητα χωλαίνει κι όπως
ασπροφωλιάζει η λευτεριά στον άστοργο πάγο
περικαλιόμαστε τη σώτειρα τήξη.

(Να ιδούμε αν η Άνοιξη θα συνδράμει τα όνειρά μας.)

ΈΝΑΣ ΝΑΥΤΗΣ: Το μυαλό πώς μαλακώνει στα Ουράλια;
ΈΝΑΣ ΆΛΛΟΣ ΝΑΥΤΗΣ: Τι θέλεις να πεις; Δεν κατάλαβα.
μουχλιάζει το τηλέφωνο. ευδαιμονία
– Η εξουσία ολάκερη στα Σοβιέτ! Αυτό είν’ όλο.

ΠΡΑΒΔΑ
– Μπορείς όμως να κόψεις ένα τριαντάφυλλο απ’ τη λέξη τριανταφυλλιά;
– Σε κείνους η ερώτηση.

ΠΡΑΒΔΑ
– Ποια λογική αρχίζει σε κείνους; [Ένας τρίτος ναύτης.]
– Εγώ βλέπω άλλο. η λογική της εξουσίας συνεχίζεται.

ΠΡΑΓΜΑΤΙ
– Θα πεθάνουμε ή θα βάλουμε την επανάσταση στο νόημα της!
– Αυτό είν’ όλο.

Νοστάλγησα τα ορυχτά την άφωνη
θηλαστική μου ιερότητα
κι ανατρέχω στον ύπνο που με σώζει
είν’ ο πρόχειρος θάνατος
ένα κλούβιο ρολόι
χωρίς τα πριν και χωρίς τα μετά.
δεν ήρθα δε φεύγω θα σταματήσω.

– Η εξουσία είναι της Ιστορίας η ευκοιλιότητα.
– Στο χωριό μου τη λένε γλεντοκώλα.

ΠΡΑΒΔΑ
– Γεννάδη, κάνεις ομοιοκαταληξία με τον Άδη.
– Φθέγγομαι τρόμο. Και επιτέλους τι νομίζεις πως είναι τα ιδανικά; Είν’ όπως αλευρώνουμε τα ψάρια πριν απ’ το τηγάνισμα.
– Εμείς που αληθεύουμε;
– Στην επανάσταση.

ΑΥΤΟ ΕΙΝ’ ΑΛΗΘΕΙΑ

– Για άκου το χτεσινό μου όνειρο. Βρισκόμουνα τάχα στον Όλυμπο. Θέαινες λαλέουσες κοροϊδεύαν αιωνίως του κύκλου την απληστία, μ’ ένα χυδαιότατο φεγγάρι λίγο ψηλότερα. – Δρόμος αμφιλεκτισμού. μετέρχομαι άγνωστο -, είπα. Κι άξαφνα βγαίνουν εμπροστά μου από σκοτεινό χαλκό και νήπια σίδερα ο Ήφαιστος και η Αφροδίτη, τσιτσίδια αιματωμένα. «Τι φαντάστηκες», μου λέει ο Ήφαιστος. «Αυτή η κρυπτογαμική κι ατάσθαλη Κυρία τα κάνει όλα. η κατά βάθος νυμφομανής Ήρα. είναι η σύζυγος-εξουσία κι αναμέλπει λάμψη αμέμπτου ηθικής». – Αφυπνίστηκα ταραγμένος.

Δούλα του φωτός πεταλούδα. φτερά και χνούδι σε εξωφρένεια!
Ο έκλυτος Δίας κρατεί κεραυνούς αναφαίρετους
δίχως ακόμη πυροδότηση
χορταίνοντας όραση βλακείας
καθεζόμενος υπεράνω πάσης κοσμολογίας.
Κ’ η μούρη των αλόγων του Φαέθοντα έναντι του κενού με άφρη κοσμικής ύλης.

Ασθενοφόρο γρήγορα για το βασιλέα Ληρ!
Ευωδιάζουμε από τρέλα.
Δεν πιάνουν τα φρένα. χανόμαστε στη διαιρετότητα του Ζήνωνα.

Η ΑΝΝΑ (που πλησιάζει): Τι νέα έχουμε απ’ την πραγματικότητα;
ΝΙΚΟΛΑΪ (σηκώνει το ακουστικό): Στον επόμενο τόνο η ώρα θα είναι 17 και 21 και τρία δευτερόλεπτα.
ΓΕΝΝΑΔΗΣ: Αχ καημένε! Τα τσιγάρα μονάχαι δύνασαι ν’ αριθμήσεις, όχι το κάπνισμα.
ΝΙΚΟΛΑΪ: Φοβάμαι, σύντροφε. Και η επίθεση επίκειται. Ο Λένιν έχει εμπλακεί στη μοίρα.

– Πανάκριβα ραφτικά.
– Χοϊκή φρενίτιδα.
– Φαλλοκοπία.
– Ουτοπία.
– Μα όμως αναιρέσαμε το δάσος.
– Βροχές μανάδες… Άραχλε!

Να κι ο τρισάθλιος ήλιος! Μια χλεμπόνα
στ’ ουρανού το κατεστημένο.
Αμ’ τι γαρ;
Η αλληλεγγύη των αστεριώνε ξανασπιθίζει
με μηδέν αντίχτυπο.
θυμάμαι κάποτε στη Τζια ένανε γάιδαρο
να τρώει λαμπερές μαργαρίτες.
επιτυχία της μοναξιάς. αυτή ναι πάντα
η κατάσταση.

Να προσπερνάς αυτολεξεί τα νεύρα σου.

– Με σφίγγει μια αλήθεια. της παραδίνομαι. Με σφίγγει μια άλλη. κι αυτηνής της παραδίνομαι. Διατρέχοντας του μυαλού την ωμότητα. Λέω αίμα του ψύλλου κι αμέσως οσφραίνομαι ρούμι.
– Παραδέρνεις. Αλλ’ εμένα τα μάτια μου διεκδικούσαν ενότητα οπτικής. εκκένωση τραγωδίας. Ουδέποτε υπέφερα τις αντιφάσεις. Αμφί και ρέπω, όχι!
– Χρεμετίζεις φαντασία.

[Την ημέρα εκείνη γεννήθηκα μόνος μου. δεν είχα βιολογικό προηγούμενο. Σούρθηκα στην τρώγλη της απλής αριθμητικής. Εκεί διαλάμποντας ενωτίστηκα κόκαλα.]

Υπερφίαλο φως ισχνότητα του έρωτα!
Τι ναν τα λέμε… Αυτοψυχίατρος είν’ ο ποιητής
με καθαρό οινόπνευμα.
Κυρίως θα λεγα θεοσταγής και προϊούσα σφήκα.
Θα γαλαζωσει πάλι.

– Μα είναι κι ο άλλος έρωτας, ο γενετήσιος.
– Τι να σου κάνει αυτός… Αν θέλεις, βάζει λίγα παγάκια στη μελαγχολία μου.

[Θύμησες αφεύγατες από τότενες που ξέρω τον εαυτό μου. δεν είν’ εύκολο πράγμα η ομορφιά, κι ας είναι τόσο μεταδοτική με λόγια και με θεωρίες. Κι αυτό το χέλι, η αισιοδοξία. γλιστρά πάντοτε στην επόμενη φάση. Θέλει δύστυχο χώμα η ελιά… Το δράμα της ποιότητας.]

Είθε να μην υπήρχα.
μαβής ο χτύπος της καρδιάς. αλητεία.
Κι αν είπα τις προάλλες τη ζωή αντίρρηση του σκούληκα
δεν έπαψε να φουγαρίζει μέσα μου χαώδης
η απελπισία.
Θες το ζωο θες ο άγιος τίμημα η απουσία.
Κορφόνυχα μες στη φωτιά σε ταραχώδη θράκα
χρονάκια μου και χρόνια
έκανα γω το μπόι μου βλαστοβολώντας ύψος
χωρίς να συμβουλεύομαι
κακούς ονειροκρίτες και θολά μαντεία.
Δεν αναμέτρησα κινδύνους. αποτεφρώθηκα.
Πίστεψα στα χρυσάνθεμα ορκίστηκα στη χλόη
Κι όπως ρεκάζει επιστήθιος άνεμος από βροχερά
συμπεράσματα
στα ερυθρά χαλάσματα του ήλιου ξαναφαίνομαι
κι ανιστορώ τα ρόδινα νεφρά μου.

– Κλαίμε δίχως πεντάγραμμο. τα όρνια συνωστίζονται στον αγέρα στροβιλίζοντας ανεπίληπτα τη γεωμετρία. Κυριέψαμε την ελάσσονα λέξη ΣΟΒΙΕΤ –
– Ουαί συντρόφοι μου φαντασιολεξία!
– Ετερολεξία του κόμματος. αντιλέγει ένας ναύτης.

ΕΥΧΑΡΙΣΤΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ. ΟΙ ΣΚΟΤΩΜΕΝΟΙ ΖΟΥΜΕ ΑΚΟΜΗ.

– Στο βάθος του Φιλλανδικού Κόλπου.
Του δε πλήθους των πιστευσάντων ην η καρδία και η ψυχή μία, και ουδέ εις τι των υπαρχόντων αυτώ έλεγεν ίδιον είναι, αλλ’ ην αυτοίς άπαντα κοινά…
Στο βάθος του Φιλλανδικού Κόλπου.

– Λέω να περπατήσω λιγάκι. Μέχρι τα μαγειρεία. Δυο-τρεις μέρες που δεν είδα ορνιθίτσα. δουλεύει καθαρίστρια η Άννα. Μια οποιαδήποτε δουλειά εδώ πάει στην έκσταση.

Καθώς ο ήλιος καμπουριάζει κι απογίνεται
μύξα φωτός
ανέρχομαι κόκκινος με ψυχικά ματογυάλια θλίψης
κάνοντας δεύτερη φωνή στην ύλη
και υπεραμύνομαι της αιτιότητας
ενάντια
στο χυδαίο Σύμπαν.

– Είτε στον ύπνο (παξ) είτε στην εγρήγορση (κοάξ) ονομάζομαι γοργά μελλοθάνατος.

– Αυτό είν’ έτσι. Σ’ ενδιαφέρει όμως το τελευταίο μου όνειρο; Πήγα τη γραφομηχανή μου στον οδοντίατρο. «Κανένα σάπιο δόντι;» με ρώτησε. Δεν ξέρω τι συνέβη ύστερα, μα ο γιατρός είπε ήρεμα. «ναν την ξαναφέρετε την άλλη εβδομάδα». Την πήρα στα χέρια μου και προχώρησα στον αναβατήρα. Τότενες ούρλιαξε η γραφομηχανή. «θα φύγω μόνη μου!». Και κατρακύλησε από κάτι ελισσόμενες σκάλες, που ωστόσο ήτανε γιγάντιες πορτοκαλόφλουδες.

– Παράλληλα εμείς τρώγαμε βαθιά τα νύχια μας. Κι ακούγαμε τη σιωπή να ηχεί με χαλαροκούδουνα. [Τυπωθήτω.]
– Αλλά θα ’πρεπε…

Θρομβώδη φυλλώματα. Συνεσθίομαι
μαζί με τ’ άνθη.
διασχίζω τους γάμους των θάμνων
αναφλέγοντας το γραφτό μου σε άναρθρους
όρθρους
αποτυχίζω την απόγνωση κατακείμενος
όρθιος.

[Πλησιάζουμε οξυγόνο. «Ρωτήθηκε μια μέρα ο Nasreddin Hodja:- Ο ήλιος είναι πιο χρήσιμος ή η σελήνη; – Η σελήνη, είπε ο Hodja, γιατί ο ήλιος προβάλλει όταν ξημερώνει. Ενώ η σελήνη φωτίζει τον κόσμο όταν νυχτώνει». (Εκ του γαλλικού.) Με οπτική λογική θ’ αστράφταμε απαρομοίαστα. Θα ’λεγες όχι;]

Λέω συχνά τα νεφρά μου θα υπερισχύσουν.
Εντούτοις μαθητεύω πια συνέχεια σε τρόμο
κάθε βράδυ ξαναστοχάζω πως όχι! δε θα ξυπνήσω.
κάθε πρωί ξεριζωνω φλέγματα υποφέροντας
μιαν άγρια ναυτία που δεν εξελίσσεται ολότελα
κι ανατριχιάζω
κάτι νύχτες με εθελούσιο μαύρο κάτι νύχτες
από τεράστια αιμοχαρή φεγγάρια
για να διαλευκάνω επιτέλους τα άσπρα μου
μαλλιά ως τη συντέλεια.

Δε θυμάμαι θυμάρι που να μην ανάδωσε πάντοτε
την ευωδιά του
με ήλιους ορεινούς αναφωνήματα στη μνημοσύνη.
Δεν ξέρω τι κάνει το συκώτι μου δεν ξέρω
τι κάνει η καρδιά μου
μαστίζομαι από ένοχη θέαση κι ανωφερή
αχτημοσύνη
χαράζω σύμφωνα και εκφέρω φωνήεντα φρίκης.
– Θρησκευτική υπόθεση. Κι ο χρόνος τώρα δεν είναι μαγνητοταινία της αιωνιότητας. Ανακρούεται επιστήμη.κουκιά μετρημένα. Μα είν’ αμπόρετο να τσιμπήσει κανείς τη θάλασσα. Η Ιστορία τελικά συναναστρέφεται αγάλματα. Δεν είναι;
Το πιάνο μου το λένε γραφομηχανή.
στην άλλην όχθη μελωδεί το θάνατό μας.
του Τρότσκυ καλλωπίζει την υπογραφή.
Κι ο Ζηνόβιεφ απ’ αντίκρυ στα ίδια πλήχτρα
με κόκκινο φελόνι
με γλαυκό στιχάριο
μηχανεύεται την απόλαυση να μας αφανίσει.
– Θυμάμαι λοιπόν έναν ουρανόβραχο στην πατρίδα. Ωσάν τούτονε συλλογιόμουνα κάνει ομορφιά κι ο Λένιν.ωσάν ετούτονε το μέγα βράχο στην αιθρία.
– Την ξαστεριά την έλεγες κάποτε μηχανορραφία.
– Δεν εγγυώμαι καμιά λέξη.
– Μας ρήμαξε η φαντασία.
– Μα η λάμψη, μας καθιερώνει.
– Τι εστί λάμψη;
————————————-
[Αυτός που βγαίνει κουστουμαρισμένος με γλαφυρή γραβάτα στη μέση της εκκλησίας μεταξύ των ψαλτάδων και λέει το «Πιστεύω» -, τι μπλαμπλά Θεέ μου. τι αφρώδης αφρένεια!]
– Ποιος αποφάσισε τα πτώματά μας;
————————————-
– Ξέχειλα τα οράματά μας. Εμπλουτισμένοι αθανασία.
– Νυμφίοι της ελπίδας αρουραίοι.
[Λάμπουμε όλοι στην Κροστάνδη. Στην πιο περήφανη γεωγραφία.]
Μικρόσωμος ο Χάροντας
ψηλόκορμη η αγάπη.
Κανένας ήλιος επισείοντας
μεσημεριάτικο κίτρινο
σε ζοφώδη ζωύφια. κανένας τρόμος!
Έτσι κι αλλιώς αποθανούμεθα.
Κι ο αμνός οληνώρα χαμηλώνει στην ακούραστη βρώση.
Θεός αμφίθεος. τ’ αγγελικά μου τάρταρα. φρικωδία
ναι και όχι.
καθώς ορχείται σεινάμενο λυγάμενο
το μέγιστο ερώτημα.
η βία είναι
η μαμή της Ιστορίας
ή είναι
το εκάστοτε
νεογνό της Ιστορίας;
(Χορός είν’ αυτός και ζαλίζει.
Μα όμως πρέπει μας τραγούδι.
Η τρικυμία βόγγει από πάντα
για να βγάλει
φτερά το πέλαγο να πετάξει
στα δρώμενα ύψη.)
– Άμα η αλήθεια δεν κάνει φαλάκρα, πώς να γουρμάσει…
ΈΝΑΣ ΝΑΥΤΗΣ (που φταρνίστηκε): Αυτό εγώ λέω αλήθεια.
(Γελώντας): Το φτάρνισμα. ολική απόρριψη.
Σε βοερά μνημόσυνα βοράς κι αθώας βαρβαρότητας
με πετεινών αθλήματα στους χαμηλόκορμους ουρανούς
ωσότου πιάσουν ένα γύρο οι βροχάδες τα πρωτόνερα
ώσπου ν’ ανοίξει της χυνοπωριάς το κατουροβάρελο.
Θα ’τανε πέρσι.
Ρεμβώδη νοήματα. τυράγνια του βήχα. σκελετός από μέσα.
Τα φουκαριάρικα πλεμόνια μου δεν έχουν ευκρασία
μα η ζωή τυρβάζει σαν ζωή και σε κανένα είδος αλήθειας.
Θα ’τανε πέρσι.
Και έπεται στο μέγα δάσος εκείνη η γαλήνη η φτυστή
με βραδυγλωσσία της υπάρξεως
η νυοστή εκείνη σίγηση με τα λαμπερά οιδήματα
σαν τα νερά στις φυλλωσιές τα γοργομίλητα
σαν των πουλιώνε την ανέγνωρη κι αγγελομάτα νιότη.
Στο λάκκο δεν προσμένουμε στον Άδη δεν ακαρτερούμε
κι ουδέ τα φίδια πλεχταριά κι ουδέ οι οχιές κουβάρι
μονάχα μια τρομώδης πλάστιγγα που ζυγίζει ενόρκως
την αφθαρσία της ύλης.
Τα κόκαλά μου βιάζονται τη λευτεριά τους απ’ τη σάρκα.
[Βραδυάζει στο κείμενο. Η κατακρήμνιση του απογεύματος: ωριμότητα.]
– Αν έλιωνε ο πάγος. αν τους προλάβαινε η Άνοιξη…
– Θα ’φερνε αποτέλεσμα;
– Για πιότερη στόχαση.
– Θ’ αποφασίζαν ένα διάλογο;

[ Εφτά μετρήθηκαν τα βήματα του νιογέννητου Βούδδα, πεθαίνοντας εφτά μέρες αργότερα η βασίλισσαMaya. Ρέει ο χρόνος και μια νύχτα Siddhartha monte a cheval et les Dieux font un tapis de leurs mains sousles sabots du cheval pour qu’il puisse abandoner la ville sans etre entendu ni vu de personne. Ανάβει το μυστικό ζωο με χαρμόσυνο σκοτάδι sous un arbre de pipal. Ούτε πλούτος πλέον ούτε γυναίκα ούτε το παιδί του. τ’ αφήκε όλα πίσω. τα παράτησε στο καλό και στο κακό (ηλιοφέγγαρο). Μια τεράστια γδύμνια. στην αρχή βάναυση. τρώγοντας un grain de riz par jour. Ερχόντας η φώτιση ξαναγεννήθηκε. ]

Στήθος μου δε σε γιόμισα κέρματα κι όταν
ο ήλιος αγνοεί στη δύση του το κάλλος
πράττει άριστα
κι όταν επίσης βάζει
σκοτείνιασμα στην τόση φλεγμονή και χαϊδεύει
της νύχτας την κλειτορίδα.
Σκιαγμένα καντηλάκια στους τάφους. ο βραδινός
αέρας τα τρομάζει.
Μ’ ένα κλαρί κληματαριάς απάνω φαρδύ γαλάζωμα
χαίρομαι την εικαστική λεπτότητα.
[ Προλετάριοι
Προσμονάριοι ]
Πλαγιάζουν τα λουλούδια την ευλύγιστη βροχή
κι ανάσσει
στο ανάσασμά μου η ερημόκαρπη παρουσία
μαθαίνω τις φτερούγες μου
δάσκαλος ο αγέρας
αρραβωνιάζεται τη λεύκα σ’ αρίφνητο του άσπρου
φυλλομάνι
δεν έχει όρια η ευφράδεια της Σταύρωσης
ούτε το πορτοκαλί που με τύφλωνε
φωσφορίζοντας
μα εγώ τη γλώσσα την αποκλήρωσα
δε μαζεύω ψυχοχάρτια χαζεύω την αγριότητα
οι καιόμενες πορφυρές δεκαετίες
από υδρόγεια νόηση
κι αναπηδά στη χύτρα του πεπρωμένου
ο χόχλακας.
Φεγγάρι μου βγαλμένο μάτι ρεμβάζω σου
τ’ ασπράδι.
[ Παλιοκούρελο η ποίηση. θα ’λεγα σολιασμένα βάσανα. Πάει καλά. Μήπως όμως βλέπουμε την επανάσταση σε διάθλαση; μήπως δεν έχει πραγματικά στραβώσει;
– Προέχει το μαύρο.
– Τι εννοείς;
– Κλείσε τα μάτια σου: πάνε όλες οι μορφές. άμα τ’ ανοίξεις επανέρχονται όλες. Αυτό είν’ έτσι.
– Δώσε μου σαν ενθύμιο τον ορισμό της εξουσίας.
– Ως προς εμένα η εξαχτίνωση του χτήνους.
– Τικ τακ. τικ τακ. τικ τακ –
– Αλλά πού με ειρωνεύεσαι τώρα, σύντροφε;
Ποτέ μου δεν αφέθηκα στους αριθμούς ή άλλα κύμβαλα
ούτε είπα την ανθρωπότητα ομορφόσογο.
μα είν’ αλήθεια. στα κράκουρα της ερημιάς η πτήση
μοιάζει με αθώωση κι ο νους μας πάντοτε
ξελεπιάζει στους ωκεανούς τον Ποσειδώνα αιχμηρή φενάκη
σε πικρά της αγωνία ωράρια.
φάσμα ο πανσέληνος ουρανός κι ο ηλίθιος ήλιος απάνω
υποκινητής του ίσκιου μου μέρα-νύχτα.
Σιγά τα αίματα! – ο ήλιος, μας οφείλεται κύριοι.
χωρίς υμνολογίες!
Χωρατεύει σωρηδόν η άνθηση κι αν υποκύπτω στην όσφρηση
στα μύρα στη μητέρα στους αμέριμνους ίασμους
εντούτοις μ’ ενοχλούσαν ανέκαθεν οι ώρες του Σωκράτη
πριν απ’ τον έυγεστο θάνατο
κι εγέρωχα ωρυόμενοι κεραυνοί νεμόμενοι το μεσονύχτι
τ’ ουρανού οι βογιάροι
μ’ ανελέητα σπαθιά κι απαστράφτοντας
τη νύχτα τήνε ξεκοιλιάζουν.
Εγώ λοιπόν έκπληχτος από χέρι διαστέλλω γαλαξίες
κι ανατείνομαι όνειρος
αποβάλλοντας το πραγματικό κι αναθυμούμενος μόλις
εκείνη την αρτηρία του αόρατου
την πλεξούδα του καπνού σε ανώδυνο
ύψος. Εδώ επιμένουμε όλοι.
– Άννα, τι συμβαίνει;
– Άρχισε η επίθεση.
– Άννα, έχε γεια! Θα πεθάνουμε.
– Νικολάι, σ’ αγαπούσα ολόκληρη.
– Μιαν άλλη φορά. θα ξαναγίνει, Άννα.
[ et les Dieux font un tapis την ώρα τούτη με τον πάγο κάτω απ’ τα πέλματα των συντρόφων απέναντι. για να περάσουν αιωρούμενοι. ]
διεδίδετο δε εκάστω καθότι αν τις χρείαν είχεν –
KRONSTADT

Νίκου Καρούζου «Νεολιθική Νυχτωδία στην Κροστάνδη»
εκδόσεις Απόπειρα, Αθήνα 1987

Friday, March 3, 2017

Πρώτη αφιέρωση στους παλαιους και νέους σταλινικούς…

Επειδή, όπως όλοι γνωρίζουν, δεν έχουμε πάψει να συγκινούμαστε από τις πάσης φύσεως άοκνες εκδηλώσεις παλαιών και νέων σταλινικών (βλ. εκδηλώσεις για τον ΔΣΕ, αφίσες, προβολή τους στην κινηματική αντιπληροφόρηση) σκεφτήκαμε να βοηθήσουμε και εμείς να διατηρηθεί αυτή η «ωραία» ατμόσφαιρα και είπαμε σιγά σιγά να αρχίσουμε να φρεσκάρουμε την μνήμη όλων.

Θυμηθήκαμε, λοιπόν, δύο εξέχουσες προσωπικότητες, Λετονούς, τον Γέκαμπς Πέτερς αξιωματούχο της πρώιμης Τσεκά και τον Μάρτινς Λάτσις αρχικά ανακριτή της Λαϊκής Επιτροπής Εσωτερικών Υποθέσεων. Αυτά τα δύο κτήνη άφησαν πραγματικά εποχή με τις θηριωδίες τους συνεργαζόμενοι στενά.

Ο πρώτος ο Γέκαμπς Πέτερς πήγε το 1917 στην Ρωσία, όπου εντάχθηκε στην Τσεκά. Γρήγορα ανέλαβε την διεύθυνσή της, ενώ στην συνέχεια ανέλαβε το πόστο τού επικεφαλής της Τσεκά στο Πέτρογκραντ. Ο Πέτερς, όπως και άλλοι λετονοί, ήταν της γνώμης ότι η Τσεκά θα έπρεπε να ήταν υπόλογη μόνο στον αρχηγό της κυβέρνησης, ώστε να έχει λυμένα τα χέρια της να κάνει έρευνες, συλλήψεις και φυσικά αθρόες εκτελέσεις. Στην Μόσχα, ο Πέτερς οργάνωνε επιδρομές στις οποίες δολοφονούνταν εκατοντάδες αναρχικοί, ενώ στο Πέτρογκραντ χρησιμοποιούσε τον προεπαναστατικό τηλεφωνικό κατάλογο για να συλλάβει τους μεσοαστικής τάξης, εμπόρους, δημόσιους υπαλλήλους, διανοούμενους ως ομήρους για αντίποινα. Συγκεκριμένα στις 12-13 Ιουνίου 1919 σε μια συνδυασμένη επιχείρηση της Τσεκά-κόμματος με τον Στάλιν, εκατοντάδες ύποπτοι, οι περισσότεροι απλοί συγγενείς λιποτακτών, συνελήφθησαν και εκτελέστηκαν.

Ο Μάρτινς Λάτσις το 1918 παίρνει προαγωγή στην Τσεκά και το 1919 διακρίνεται ιδιαίτερα στο Κίεβο, όπου μαζί με τον Πέτερς ανοίγουν ένα «Προξενείο της Βραζιλίας» και αρχίζουν να πωλούν βίζες έναντι χρηματικών ποσών, ενώ στην συνέχεια συλλαμβάνουν όλους τους επισκέπτες στ’ όνομα πάντα της Τσεκά. Όταν οι Λευκοί ανακατέλαβαν το Κίεβο, βρήκαν τουλάχιστον 5.000 πτώματα, ενώ δεν υπήρχαν καθόλου στοιχεία για την τύχη άλλων 7.000 κρατουμένων της Τσεκά.

Ο Λάτσις ανέλαβε με κάθε τρόπο την υπεράσπιση της Τσεκά, όταν παρουσιάζονταν διάφορα μικροπροβλήματα εξ’ αιτίας ορισμένων επιπλήξεων της Λαϊκής Επιτροπής Δικαιοσύνης. Ίδρυσε μάλιστα μια εφημερίδα με τίτλο το Κόκκινο Σπαθί, όπου δημοσίευε στατιστικές εκτελέσεων σαφώς παραποιημένες.

Παραθέτουμε κλείνοντας μια δήλωσή του χωρίς κανένα επί πλέον σχόλιο.

«Η Τσεκά δεν είναι απλώς ένα ανακριτικό όργανο· είναι το όργανο μάχης του κόμματος του μέλλοντος […] Εξολοθρεύει δίχως δίκη ή απομονώνει από την κοινωνία φυλακίζοντας σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ο λόγος της είναι νόμος. Η δουλειά της Τσεκά πρέπει να καλύπτει όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής […] Όταν ανακρίνετε, μη ζητάτε υλικά στοιχεία ή απόδειξη για τα λόγια ή τις πράξεις του κατηγορουμένου εναντίον της σοβιετικής εξουσίας. Η πρώτη ερώτηση που πρέπει να κάνετε είναι: Σε ποια τάξη ανήκει, τι μόρφωση, ανατροφή, καταγωγή ή επάγγελμα έχει. Με βάση τις απαντήσεις θα αποφασίσετε τη μοίρα του κατηγορουμένου. Αυτή είναι η έννοια και η ουσία της κόκκινης τρομοκρατίας […] Δεν κρίνει τον εχθρό, τον χτυπάει. Δεν δείχνει οίκτο, αλλά αποτεφρώνει οποιονδήποτε σήκωσε όπλο από την άλλη πλευρά των οδοφραγμάτων και δεν μας είναι χρήσιμος […] Αλλά δεν είναι μια γκιλοτίνα που κόβει κεφάλια κατ’ εντολή κάποιου δικαστηρίου […] Εμείς, σαν τους Ισραηλίτες, πρέπει να χτίσουμε το Βασίλειο του Μέλλοντος κάτω από το μόνιμο φόβο μιας εχθρικής επίθεσης».

Λ.

Friday, February 24, 2017

Περί κινηματικής … Κυβερνοαντιπολίτευσης…

Κοινωνική διαίρεση, η συντριβή κάθε βεβαιότητας, η ματαίωση κάθε κοινωνικής προσδοκίας για «κάτι καλύτερο», η ματαίωση των προσδοκιών, που οδηγούσαν «λίγο πριν» στην ανυποταξία, κοινωνικών ομάδων ή ατόμων, έστω και για λόγους διατήρησης κεκτημένων αποτελούν πρώτα απ’ όλα τους βασικούς λόγους, που εξηγούν γιατί το καθεστώς, που διαχειρίζεται τις κρατικές υποθέσεις μπορεί να χαμογελά ακόμη, έστω συγκρατημένα.

Πρόκειται, λοιπόν, για μια συνθήκη κοινωνικής παράδοσης και μάλιστα με τους χειρότερους όρους; Ή μήπως είναι υπερβολικός αυτός χαρακτηρισμός; Και αν, πράγματι, έτσι έχουν τα πράγματα, είναι πιθανός ο απεγκλωβισμός και πότε είναι εφικτό να γίνει κάτι τέτοιο;

Θα πρέπει, εξ αρχής, να τονίσουμε ότι πρόκειται για ένα καθεστώς αριστεροδεξιό, που εξέφρασε από την πρώτη στιγμή τις βαθύτερες ιστορικές καταβολές της συνύπαρξης και της αλληλεξάρτησης αριστεράς-δεξιάς – σφραγίζοντας για πάντα τις εμφυλιοπολεμικές αντιθέσεις.

Μα, θα αναρωτηθεί κάποιος και πώς συνταιριάζεται κάτι τέτοιο με την χρήση παραδοσιακών συμβόλων ή συμβολισμών από το νέο καθεστώς, που ήρθε να εκφράσει το «αδούλωτο πνεύμα του ελληνικού λαού» με προσκυνήματα στην Καισαριανή για να τιμηθεί ο αντιφασιστικός αγώνας ή με τις απίθανες αντιγερμανικές αντιιμπεριαλιστικές κορώνες; Πολύ γρήγορα, έγινε φανερό ότι ακριβώς αυτή η διαχείριση διευκόλυνε όχι μόνο την συνέχιση της κοινωνικής ισοπέδωσης, αλλά και την επιβολή χειρότερων όρων δουλείας.

Αυτή ακριβώς η εκδοχή ειδυλλιακής συνύπαρξης αριστεράς-δεξιάς, που προσφέρει το καθεστώς Τσίπρα, αντλεί ιδεολογικούς πόρους από το μεταπολιτευτικό παρελθόν, αλλά δεν εξαντλείται ούτε καθηλώνεται στην επανάληψη προηγούμενων «εμπειριών».

Και ο λόγος είναι απλός. Τα νέα καθήκοντα στην διαχείριση των κρατικών υποθέσεων, η αγριότητα της επιβολής, που εξακολουθεί να σαρώνει την προηγούμενη συνθήκη ανάμεσα σε εξουσιαστές και εξουσιαζόμενους, απαιτούσαν και συνεχίζουν να απαιτούν την ιδιαίτερη, την πιο εκλεπτυσμένη εξουσιαστική εκδοχή, δηλαδή εκείνη που μόνο οι κομμουνιστές μπορούν να προσφέρουν.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η προεκλογική υπόσχεση στελεχών του Συριζα ότι όταν με το «καλό» θα έρθουν στα πράγματα, οι αγωνιστικές κινητοποιήσεις θα εκλείψουν, αφού με την άνοδό τους στην εξουσία αυτομάτως θα εκλείψουν και οι λόγοι που οδηγούν σ’ αυτές. Και εφ’ όσον δεν εκλείψουν; Τότε, είτε θα πρόκειται για «ύποπτες κινήσεις», που το καθεστώς νομιμοποιείται να καταστείλει, είτε θα πρόκειται για αντικοινωνικές κινήσεις, που στόχο έχουν να βλάψουν τα λαϊκά συμφέροντα.

Οι δηλώσεις αυτές είναι αλήθεια ότι δεν πέρασαν απαρατήρητες. Είναι προφανές, όμως, ότι η βαρύτητά τους δεν αξιολογήθηκε σχεδόν καθόλου, ή όταν αυτό έγινε, οι φωνές που προειδοποιούσαν και υπενθύμιζαν τις αριστερές δυνατότητες καταστολής από οποιαδήποτε θέση, «αγωνιστική», αντιπολιτευτική ή κυβερνητική, ακούγονταν και φάνταζαν εμμονικές ή τουλάχιστον γραφικές.

Στην «αδυναμία» αυτή συνετέλεσε σε μεγάλο βαθμό η κινηματική ευφορία μπροστά στην επερχόμενη «αλλαγή», η κινηματική προεκλογική καμπάνια για να έρθει η πρώτη φορά αριστερή κυβέρνηση στα «πράγματα», αλλά και οι κάθε είδους κινηματικές προσδοκίες, που μπόλιαζαν αυτήν την στάση.

Έτσι, οι περισσότερες συνιστώσες του κινήματος παρουσιάστηκαν έτοιμες να συναποτελέσουν μια αξιόπιστη, παρ’ ότι ιδιότυπη κυβερνητική συνιστώσα, μπαίνοντας κάτω από την ομπρέλα του αντιφασισμού και της συμπαράστασης στους πρόσφυγες και μετανάστες, ενάντια στην κακιά δεξιά, που είχε προηγουμένως καταστείλει συστηματικά κυρίως καταλήψεις, ενώ στην σχετική προπαγάνδα υπέρ του Συριζα έμπαινε, με εμφαντικό τρόπο, το ζήτημα των πολιτικών κρατουμένων τους οποίους εννοείται ότι θα ευνοούσε μια αριστερή κυβέρνηση!!!

Αυτή ακριβώς η όσμωση εκφράσθηκε, μεταξύ άλλων, με χαρακτηριστικό τρόπο και από τον βουλευτή του Συριζα Βαγγέλη Διαμαντόπουλο, ο οποίος τον Ιούνιο του 2013 είχε δηλώσει ότι «χώροι όπως η βίλα Αμαλίας, που έχουν εγκαταλειφθεί, συνδέονται και με άλλα πράγματα, επίκαιρα στην κοινωνία μας, δράσεις όπως το εμπόριο χωρίς μεσάζοντες ή το ανταλλακτικό εμπόριο», ενώ δεν δίστασε να ισχυριστεί ότι «αυτοπροσδιορίζεται στον αναρχικό χώρο» για να «διευκρινίσει» στην συνέχεια ότι

«Ως βουλευτής και μέλος του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ στηρίζω το πρόγραμμα και τις ιδέες της ριζοσπαστικής αριστεράς και τους μαζικούς και ειρηνικούς αγώνες του ελληνικού λαού για δημοκρατία και κοινωνική δικαιοσύνη. Αυτοπροσδιορίζομαι από αυτήν την ιδιότητά μου και μόνο. Για μένα απολύτως συμβατές με αυτή την ιδιότητα είναι οι αξιακές αναφορές μου στην άμεση δημοκρατία και στους κοινωνικούς χώρους».

Το κλίμα αυτό παρουσίαζε με καταγγελτικό τρόπο η ΝΔ πιστεύοντας ότι θα συσπειρώσει από την πλευρά της τα πλέον συντηρητικά κοινωνικά στρώματα: «Σήμερα, ο κ. Σκουρλέτης, επίσημος εκπρόσωπος του κ. Τσίπρα, χαρακτήρισε με λόγο που δεν αρμόζει σε κοινοβουλευτικό κόμμα, ως ‘‘χαφιεδίστικη την ανακοίνωση της ΝΔ’’ για τη διαπίστωση της κάλυψης που παρέχει το κόμμα του στους κουκουλοφόρους. Όμως, λίγη ώρα μετά, ένας βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ δεν καλύπτει απλώς τους ‘‘κουκουλοφόρους’’, αλλά αυτοπροσδιορίζεται ως ‘‘κουκουλοφόρος’’. Η Νέα Δημοκρατία περιμένει την άμεση και έμπρακτη απάντηση του κ. Τσίπρα στα ερωτήματα που θέτει… Διαφορετικά, κάθε άλλη υπεκφυγή θα ισοδυναμεί με συνενοχή!» τονίζεται στην ανακοίνωση της ΝΔ στις 10-1-2013.

Το κίνημα, λοιπόν, δεν συναίνεσε, απλά, στην προοπτική αυτή, αλλά δούλεψε εντατικά με τον έναν ή τον άλλο τρόπο για να την στηρίξει, παρέχοντας στο επερχόμενο γεγονός την απαραίτητη πιστοποίησή του ως δήθεν επαναστατική εξέλιξη ή τέλος πάντων εξέλιξη με την οποία μπορούν να συμβιβαστούν ή να αρκεστούν όσοι κινητοποιήθηκαν στους σκληρούς αντιμνημονιακούς αγώνες.

Η αποκορύφωση της κινηματικής συναίνεσης ήρθε με αφορμή το δημοψήφισμα.

Εδώ η λαϊκή κινητοποίηση υπέρ του ΟΧΙ δεν έδωσε μόνο την ευκαιρία να δηλωθούν οι απαραίτητες κινηματικές εγγυήσεις στο νέο καθεστώς, αλλά και το πεδίο για να εγγραφούν οι έμπρακτες διαβεβαιώσεις για την περαιτέρω φανατική στήριξή του.

Μήπως τότε ο φανατισμός πνίγηκε στην «ιστορική κωλοτούμπα» του ηγέτη της πρώτης φορά αριστερής κυβέρνησης;

Όχι βέβαια. Από πουθενά δεν προκύπτει κάτι παρόμοιο. Ίσα ίσα ο ίδιος φανατισμός διατηρείται και μεγαλώνει, απλά αλλάζει μανδύα, όπως επιβεβαιώνει η ηγετική κινηματική επανεμφάνιση των περισσότερων που αποχώρησαν (βλ. Λαϊκή Ενότητα) μετά την συντεταγμένη και ελεγχόμενη διάσπαση του Συριζα.

Η κινηματική κυβερνοαντιπολίτευση, δηλαδή, στα καλύτερά της…

Συσπείρωση Αναρχικών

Monday, February 13, 2017

Η FC St.Pauli απαντά στον CEO της Under Armour

Την Παρασκευή, η ομάδα μας μέσω του πρόεδρου της Oke Göttlich δήλωσε επιχειρώντας να αποστασιοποιηθεί επικρίνοντας τα επαινετικά σχόλια του CEO Kevin Plank της Under Armour για τον νέο πρόεδρο των ΗΠΑ τον οποίο αποκάλεσε παγκόσμιο κεφάλαιο.

«Η Sankt Pauli δεν έχει παρά να συμφωνήσει με τον Steph Curry, τον καλύτερο σουτέρ τριών πόντων του ΝΒΑ για τον νέο πρόεδρο των ΗΠΑ και δεν έχουμε τίποτα περισσότερο να πούμε για αυτό το πρόσωπο» είπε ο Oke Göttlich αναφερόμενος σε πρόσφατα σχόλια που έγιναν από το αστέρι των Golden State Warriors. Τι είπε ο Curry για τον Trump;  Ήταν το λιγότερο καυστικός απαντώντας στον Plank που αποκάλεσε τον Trump «Ένα πραγματικό κεφάλαιο (asset) για τη χώρα», ο Curry έκανε λογοπαίγνιο λέγοντας ότι «θα συμφωνούσε αν αφαιρούσε τα δυο τελευταία γράμματα από την λέξη κεφάλαιο (ass = κ@λος)» Ενώ ο πρόεδρος μας συνέχισε λέγοντας ότι ο Plank «Θα πρέπει να επανεξετάσει την δήλωσή του για χάρη των πολλών εργαζομένων της εταιρείας που προέρχονται από οικογένειες μεταναστών και που φέρνουν πολλά έσοδα για την εταιρεία του.» και πρόσθεσε: "Επειδή αγαπητέ προμηθευτή το ρητό «Προστατευούμε το σπίτι μας» ισχύει και για την Sankt Pauli και τις αξίες της».

Ανεξάρτητα από την καλή συνεργασία και την σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ της FC St. Pauli και του προμηθευτής της, ο σύλλογος θα συνεχίσει να λαμβάνει μια θέση στο μέλλον, όταν κρίνεται αναγκαίο. Από την πλευρά της η Under Armour δήλωσε ξεκάθαρα ότι έχουν συμπαίκτες από διαφορετικές θρησκείες, εθνικότητες, φύλα και σεξουαλικό προσανατολισμό προσθέτοντας ότι στην Under Armour η ποικιλομορφία τους είναι η δύναμή της.

Πηγή: Athens Club FC St.Pauli

Wednesday, February 1, 2017

Αριστερά και ρεμπέτικο

«Φυλάγαμε τσίλιες οι τρεις μας, γωνία Αρριανού-Ολύμπου. Κρατούσαμε σφιχτά το περίστροφο, με το χέρι στη φαρδιά τσέπη του σακακιού που φούσκωνε, όπως στην τελευταία ταινία του Τζώρτζ Ραφτ. Στις οχτώ ακριβώς ακούστηκε μια ριπή από πολυβόλο και σε λίγο σκόρπιοι πυροβολισμοί. Στις οχτώ και πέντε έφτασε ο Γαλάνης να μας πει να διαλυθούμε. Εγώ κατέβαινα μαζί του μέχρι την Εγνατία. «Απλή δουλειά» είπε. «Μόλις μπήκαμε μέσα στον τεκέ τούς βρήκαμε όλους ξαπλωμένους στην κουρελού, ακίνητους, σα να μην άκουσαν που μπήκαμε. Τους φωνάξαμε να σηκωθούν. Δε σηκωθήκανε, ήτανε βαριά μαστουρωμένοι. Τους ρίξαμε με την ησυχία μας μια και καλή. Δε σάλεψε κανείς τους, ούτε κιχ, οχτώ άτομα. Θ’ ανασάνει τώρα η γειτονιά από την αλητεία του Κιορπέ». «Πάρε το περίστροφο» είπα «δεν έχω που να το ακουμπήσω απόψε». Πρόσεξα τη φωνή μου. Την πρόσεξε και ο Γαλάνης. «Σε καταλαβαίνω» είπε. «Δεν έχεις συνηθίσει ακόμα». «Είναι κι αυτό» είπα.» (Μανώλης Αναγνωστάκης, «Το Περιθώριο ’68-’69»). Μαρτυρία του ποιητή Μανώλη Αναγνωστάκη, από την έφοδο της ΟΠΛΑ σε τεκέ της Θεσσαλονίκης και την εκτέλεση των θαμώνων την περίοδο του εμφυλίου πολέμου.

%cf%84%ce%bf-%cf%81%ce%b5%ce%bc%cf%80%ce%b5%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%bf-%cf%84%cf%81%ce%b1%ce%b3%ce%bf%cf%85%ce%b4%ce%b9-%cf%80%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%b1%ce%b9%ce%b1%cf%82-1
Το ρεμπέτικο τραγούδι είναι απότοκο των ραγ­δαίων και βίαιων κυριαρχικών εξελίξεων, που έλαβαν χώρα στον ελλαδικό χώρο από τον 19ο αιώνα, με την ίδρυση του ελλαδικού κράτους. Το γεγονός της απομάκρυνσης μεγάλων πληθυσμών από την ύπαιθρο και τις κοινότητες και η εγκατάστασή τους στις μεγάλες πόλεις, υπήρξε καθοριστικό για την γέννηση και την σχηματοποίηση ενός τραγουδιού, που τουλάχιστον στην αρχή της δημιουργίας του, ήταν έκφραση όλων αυτών που δεν μπορούσαν να αφομοιωθούν στις νέες κυριαρχικές συνθήκες. Υπήρξε έκφραση όλων αυτών που εγκατέλειψαν την ύπαιθρο και την κοινότητα και ξεβράστηκαν στα λιμάνια και στις σκιές των απρόσωπων πόλεων, που όλο και μεγάλωναν. Η αμηχανία μπροστά στα νέα δεδομένα των ανθρώπων που το δημιούργησαν, ο τρόπος έκφρασης μιας συγκεκριμένης κοινότητας ανθρώπων, τα πάθη της, οι έρωτες της και ο τρόπος επικοινωνίας όσων είτε δεν μπορούσαν, είτε δεν ήθελαν να συμμετάσχουν στην κανονικότητα της κοινωνίας. Στην πορεία και ειδικότερα με την εδραίωση της δισκογραφίας στα μέσα του 20ου αιώνα, το ρεμπέτικο τραγούδι στρογγυλοποιήθηκε, κόπηκε και ράφτηκε ώστε να χωρέσει σε δίσκους γραμμοφώνου, έγινε εμπορικό προϊόν και βαφτίστηκε, ανάλογα με τους καιρούς και την πολιτική εξουσία που κυριαρχούσε, περιθωριακό, χασικλίδικο, αυθεντικό, λαϊκό κλπ. Κυνηγήθηκε από πολλούς σε όλη την διαδρομή του, αλλά, από την μεταπολίτευση και μετά βαπτίστηκε ως γνήσια «λαϊκή έκφραση» και θεοποιήθηκε, από τον ίδιο πολιτικό χώρο που κάποτε το κυνήγησε λυσσασμένα, την αριστερά. Τέτοιες πρακτικές αφομοίωσης, αφού πρώτα παρέλθει το στάδιο των καταγγελιών και των διώξεων, είναι γνωστές στον εν λόγω πολιτικό χώρο.
%cf%81%ce%b5%ce%bc%cf%80%ce%ad%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%bf-2
Οι πανταχόθεν διώξεις
Η αδιαφορία του ρεμπέτικου τραγουδιού προς την λέξη «πολιτική» ήταν τελικά και ο βασικός λόγος των διώξεων του. Οι προβαλλόμενες αιτίες των διώξεων, όπως η χρήση ψυχοτρόπων ουσιών και η λογοκρισία του τραγουδιού, λόγω θεματολογίας, ήταν ουσιαστικά οι αφορμές. Η πραγματική αιτία υπήρξε ο αδέσποτος χαρακτήρας μιας κοινότητας που αγνοούσε τις αρχές και ουσιαστικά υπογράμμιζε μέσα από τα τραγούδια και την καθημερινή συμπεριφορά της, την υποκρισία και την βαθιά σήψη της κοινωνικής κανονικότητας που ήθελαν τα κατά καιρούς καθεστώτα. Το ρεμπέτικο και οι εκφραστές του κυνηγήθηκαν όπως είναι γνωστό από την αστυνομία, τον Μεταξά, τις δεξιές κυβερνήσεις και την Χούντα. Παρ’ όλα αυτά, ένας ακόμα διώκτης του συγκεκριμένου τραγουδιού υπήρξε και η αριστερά. Η αριστερά ουσιαστικά συντάχθηκε με το καθεστώς του Μεταξά στο ζήτημα του ρεμπέτικου τραγουδιού. Γι’ αυτήν, το ρεμπέτικο και οι άνθρωποι που το δημιουργούσαν και εκφράζονταν, ήταν αγκίδα στην φτέρνα της δικιάς της κοινωνικής κανονικότητας και έπρεπε να ξεριζωθεί. Ήταν ένα κομμάτι που δεν μπορούσε να ελεγχθεί και αυτό ενοχλούσε. Προπολεμικά, αλλά και την περίοδο της κατοχής και του εμφυλίου, οι αριστεροί έκαναν εφόδους σε τεκέδες και μαγαζιά και τα έκαναν λαμπόγυαλο. Μάλιστα, στις πιο ήπιες περιπτώσεις, οι αριστεροί απειλούσαν τους ρεμπέτες να μην παίζουν «μάγκικα» και «χασικλίδικα» τραγούδια. Ο Μάρκος Βαμβακάρης, στην αυτοβιογραφία του, μας παρουσιάζει την κατάσταση που επικρατούσε τα χρόνια της κατοχής και του εμφυλίου. Από την μια μεριά ο φόβος των κομμουνιστών για τα τραγούδια που έπαιζε και από την άλλη ο φόβος των Χιτών που προσπαθούσαν να τον καλοπιάσουν με ανταλλάγματα να τους καταδώσει αριστερούς και στην μέση ο ρεμπέτης Βαμβακάρης αμήχανος μπροστά στο παραλογισμό της εξουσίας. «Ερχόντουσαν λοιπόν εκεί οι κομμουνιστές, και μου λέγανε. Ά, αυτά τα τραγούδια που λες τα χασικλήδικα, να τα σταματήσεις. Εδώ ήτανε χάος, χάος απ’ αυτόν τον κόσμο όλο, κι αυτοί θέλανε για να σταματήσω τα τραγούδια τα χασικλίδικα! Δεν τα θέλανε με κανένα τρόπο. Θα σε κάνουμε εξορία. Θα σε διώξουμε. Δεν θέλουμε. Να μην τα λες αυτά τα τραγούδια. Τι να κάνω; Ζούλα από τον ένα, ζούλα από τον άλλο».[1] Και παρακάτω αναφέρει μια συνάντηση με τους Χίτες: «–Αυτό θα μας κάνεις. Θα μας τα λες όλα, θα σου δίνουμε ό,τι γουστάρεις να τρως στο σπίτι σου. Ψωμιά, φαγιά, μυστήρια και θα σε πληρώνουμε. – Τι να πω; Ό, τι μου λέγανε, ναι έλεγα με το κεφάλι, δεν μπόραγα να πω διαφορετικά. Ναι, ναι, ναι, ναι. Μέχρι να τελειώσω να καθαρίσω να φύγω».[2]

Έχει ειπωθεί ότι η επιθετική γραμμή του ΚΚΕ κατά του ρεμπέτικου τραγουδιού είχε εντολή από ψηλά. «Σε μια ολομέλεια της εποχής, ο τότε γραμματέας του ΚΚΕ Νίκος Ζαχαριάδης, αποκάλεσε το ρεμπέτικο τραγούδι της κάμας και της ντεκαντέντσιας και κάλεσε τα μέλη να σπάνε τους τεκέδες».[3] Η ίδια γραμμή επικρατεί και την περίοδο της κατοχής και του εμφυλίου, όπου η οργάνωση ΕΠΟΝ, μέσα από άρθρα της στην εφημερίδα «Νέα Γενιά», προτρέπει τους γνήσιους αγωνιστές και τα μέλη της, να σπάνε τους τεκέδες, όπου τους βρίσκουν. Βέβαια, η παραπάνω πράξη μπορεί εύκολα να θεωρηθεί ότι είναι ενάντια της χρήσης ψυχοτρόπων ουσιών. Εάν η σκέψη προχωρήσει ένα βήμα πιο πέρα, όμως, θα διαπιστωθεί, ότι η βία που ασκήθηκε ιστορικά από μέλη του ΚΚΕ και των παρακείμενων οργανώσεων σε χασικλήδες, ηρωινομανείς και ρεμπέτες, απέβλεπε στην επιβολή της δικής του δύναμης. Η λογική τού όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας, στο μεγαλείο της. Το αρχικό απόσπασμα του Μανώλη Αναγνωστάκη είναι ενδεικτικό του είδους αγώνα του ΚΚΕ ενάντια στα ναρκωτικά σε καιρό εμφυλίου πολέμου. Άνθρωποι εξαρτημένοι που δεν χωρούσαν στον ιδανικό κόσμο του κόμματος θα έπρεπε να θανατώνονται. Στην θέση των χασικλήδων άνετα θα μπορούσαν να μπουν (και έμπαιναν) οποιοιδήποτε διαφωνούντες.
%cf%81%ce%b5%ce%bc%cf%80%ce%ad%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%bf-3
Ο λόγος των αριστερών κατά του ρεμπέτικου
Η αριστερή αρθογραφία βρίθει από λίβελους κατά του ρεμπέτικου τραγουδιού. Στο βιβλίο του Κώστα Βλησίδη, Σπάνια Κείμενα για το Ρεμπέτικο, καθώς και σε αυτό του Παναγιώτη Κουνάδη Εις Ανάμνηση Στιγμών Ελκυστικών, παρουσιάζονται πολλά κείμενα που αφορούν το ρεμπέτικο από το 1929 έως το 1970. Τα κείμενα που σχετίζονται με την αριστερά παρουσιάζουν σχετική ομοιογένεια ως προς τον καταγγελτικό τους λόγο. Ακόμα και οι ελάχιστοι συμπαθούντες των ρεμπέτικων δεν μπορούν να ανεχτούν τα «μάγκικα και τα χασικλίδικα». Εξαίρεση, βέβαια, από όλους τους αρθογράφους που δέχεται το ρεμπέτικο ως έχει είναι μόνο ο Πάνος Τζαβέλας. Είναι σημαντικό να σημειώσουμε, ότι ο καταγγελτικός λόγος των αριστερών για το ρεμπέτικο δεν διαφέρει σε καμμία περίπτωση από αυτόν των λεγόμενων δεξιών.

Το πρώτο κείμενο σχετικά με το ρεμπέτικο είναι του Γ. Σταύρου και δημοσιεύεται στις 27-11-1946 στην Ελεύθερη Ελλάδα. Το κείμενο χαρακτηρίζει το ρεμπέτικο ως υποκινούμενο και το κατατάσει στην υπηρεσία των αντιδραστικών πολιτικών δυνάμεων, κυρίως λόγω της ψυχοτρόπας θεματολογίας του. «Γιατί ο ύμνος της «μαύρης», του «τουμπεκί» και των άλλων… αποικιακών προϊόντων, γίνεται ανοικτά και μερακλίδικα με όλη την ελευθερία του δυτικού τύπου».[4] «Ωστόσο, όπως δεν λυγίζουν το λαό τα διάφορα «μέτρα τάξεως», οι εκτοπισμοί, οι εκτελέσεις […] η νόμιμη και… παράνομη εισαγωγή του χασίς- έτσι δεν καταφέρνουν να τον εμποτίσουν με τη μουσική του τεκέ τα ρεμπέτικα τραγούδια και να τον θέσουν εκτός μάχης».[5]

Στη συνέχεια, σε δύο άρθρα του Ριζοσπάστη(15-12-1946/ 15-8-1947), η επίθεση εναντίον του χασίς και των χασικλίδικων συνεχίζεται. Στο πρώτο, ο Δ. Μύστης ισχυρίζεται ότι οι τοξικομανείς δημιουργούνται βάσει σχεδίου για την εξόντωση του λαού. Και στο δεύτερο ο Λ.Σ. κατονομάζει τους ύμνους του χασίς «Όταν καπνίσει ο λουλάς» και το «Πρωί πρωί με τη δροσούλα» που έχουν κατακλύσει ταβέρνες και πλατείες.[6]

Το κείμενο του Νίκου Παγκαλή στην Αυγή (14-2-1953) τάσσεται κατά του ρεμπέτικου τραγουδιού, γιατί, σε αντίθεση με το λαϊκό τραγούδι, είναι «μακριά από την κοινωνική διαπάλη» και το «φως της ζωής». Σύμφωνα με τον αρθογράφο, το ρεμπέτικο δεν γίνεται να εκφράζει τον λαό γιατί τα τραγούδια που υμνούν το χασίς και το μαυραγορίτη δεν έχουν καμία σχέση με την κοινωνική πάλη. «Από τα γεννησιμιά του το «Ρεμπέτικο» διαδίδει υμνώντας το χασίς, το λουλά, το κομπολογάκι, την ταμπακιέρα […]Είναι λοιπόν αυτό το «λαϊκό τραγούδι», όπως θέλουν να το αποκαλούν, που συνεχίζει την παράδοση και εκφράζει τους λαϊκούς πόθους;».[7]

Από τους εκφραστές του αριστερού λόγου που τάσσεται φιλικά προς το ρεμπέτικο, χωρίς όμως να είναι και υπέρ των χασικλίδικων, ξεχωρίζει ο Ανωγειανάκης ο οποίος (Ριζοσπάστης 28-1-1947) αναφέρει σχετικά με τα χασικλίδικα: «Ασφαλώς είμαστε και μεις σύμφωνοι πως μια τέτοια μουσική και ποίηση δε μπορεί να μας ενδιαφέρει. Κι’ ακόμα συμφωνούμε για την κακή της επίδραση, που την καταδικάζουμε».[8]

Ο Μίκης Θεοδωράκης στο περιοδικό Δρόμοι της Ειρήνης, (Οκτώβριος 1960), τάσσεται κατά των χασικλίδικων, υποβαθμίζοντάς τα κατά πολύ στον αριθμό τους.[9]Και στη συνέχεια στο περιοδικό Πρώτο «διευκρινίζει ότι στο ‘‘αληθινό λαϊκό τραγούδι”, όπως το αντιλαμβάνεται δεν έχουν θέση τραγούδια του τύπου Όταν καπνίσει ο λουλάς».[10]

Ο Γιάννης Σκουριώτης (μαρξιστής δια­νοητής και μεταφραστής του Κεφαλαίου του Μαρξ) υποστηρίζει ότι τα χασικλίδικα πρέπει να περιορίζονται στις ταβέρνες και όχι στην οικογένεια. «(…) δεν ταιριάζει να ακούγονται σε τίμια σπίτια τα τραγούδια των ‘’χασικλήδων’’ και των ‘‘πρεζάκηδων’’».[11]

Ο Κώστας Μαραβέας (Ιούνιος 1970), θεωρεί λογική την ύπαρξη τραγουδιών με θέμα τις ψυχοτρόπες ουσίες, αφού η εξαθλίωση επηρέασε και το τραγούδι που περιγράφει το κοινωνικό γίγνεσθαι: «Το βάσανο της προσφυγιάς οδηγούσε σε μια φυγή και το χασίς σ’ ένα σκοπό. Ήταν δυνατό μέσα σε τέτοιες άθλιες συνθήκες (δεν θα κάνω ιστορία) να μείνει ανεπηρέαστο το λαϊκό τραγούδι; Δεν νομίζω! (…) Όταν τραγουδάει μια κατάσταση περιγράφοντάς τη δεν νομίζω πως την υμνεί συγχρόνως».[12] Στην συνέχεια κάνει μια αυτοκριτική του αριστερού χώρου για την πολεμική που άσκησε ενάντια στο ρεμπέτικο. Ο Μαραβέας παρ’ όλες τις ενδιαφέρουσες απόψεις του, στο κλείσιμο του κειμένου αναφέρει ότι τα κομμάτια αυτά δεν πρέπει να τραγουδιούνται και απλώς αναφέρει ότι είναι ένας κρίκος στην ιστορία του λαϊκού τραγουδιού. Άρα ακόμα και εδώ παρατηρείται ότι ο επικριτικός λόγος υπάρχει αλλά σε άλλη μορφή.

Το μοναδικό κείμενο που τελικά μοιάζει να διαφοροποιείται συνολικά στους κόλπους της αριστεράς, είναι του Πάνου Τζαβέλλα και δημοσιεύεται στο ίδιο περιοδικό τον Ιούλιο του 1970. Ο Τζαβέλλας κατακρίνει το χώρο ότι χειραγωγεί την τέχνη και μεταθέτει το ερώτημα «εάν τα χασικλίδικα συνέβαλλαν στην ανάπτυξη του λαϊκού κινήματος», στον προβληματισμό σχετικά με το αν βοήθησαν το λαϊκό κίνημα τραγούδια όπως η Ιτιά, είδη τραγουδιού και μουσικής όπως το Μανιάτικο μοιρολόι, η Βυζαντινή μουσική και καλλιτεχνήματα όπως ο Ερμής του Πραξιτέλη, η Αφροδίτη της Μήλου κλπ. «Δεν πρέπει να απλοποιούμε τα πράγματα και να κάνουμε με το ζόρι την τέχνη υπηρέτρια και προπαγανδιστή των άμεσων πολιτικών επιδιώξεών μας. (…) Είναι απλοϊκή η ερώτηση, εάν τα χασικλίδικα συμβάλανε στην ανάπτυξη του κινήματος, όταν ο λαός έκανε αγώνες για δημοκρατία και ελευθερία, γιατί θα πρέπει να ρωτήσουμε αν προς την ίδια κατεύθυνση βοήθησαν η Ιτιά, ο Ερμής του Πραξιτέλους (…). Αν αδιαφορήσαμε για την καλλιτεχνική ποιότητα αυτών των έργων και κρίνουμε την καλλιτεχνική τους αξία μόνο απ’ τα βραχυπρόθεσμα πολιτικά οφέλη και την εξυπηρέτηση της πολιτικής μας γραφής, σημαίνει ότι κακοποιούμε την τέχνη, διαστρέφουμε το νόημά της (…)».[13] Συνεχίζοντας, ο Τζαβέλλας τοποθετείται σε σχέση με το ρόλο αυτών των τραγουδιών. «Δεν καλούν τον κόσμο στον τεκέ. Εκφράζουν καλλιτεχνικά μια κοινωνική πραγματικότητα. Είναι μια συγκλονιστική μαρτυρία κι ένα ντοκουμέντο μιας εποχής».[14]

Είναι ενδιαφέρον να αναζητήσει κάποιος τους λόγους της λεγόμενης αναβίωσης του ρεμπέτικου, από την μεταπολίτευση και μετά, από τους κόλπους της αριστεράς. Η μεταπολίτευση χαρακτηρίζεται από έντονες και εξαιρετικά βίαιες συγκρούσεις νεολαίων με τις δυνάμεις της αστυνομίας. Ο αντιελιτισμός της εποχής δεν πέρασε απαρατήρητος από την αριστερά ανακαλύπτοντας και προβάλλοντας μια απωθημένη μορφή κουλτούρας του παρελθόντος. Το ρεμπέτικο επανανοηματοδοτήθηκε. Σε αυτό το γεγονός, έπαιξε καθοριστικό ρόλο και η φυλάκιση του Ηλία Πετρόπουλου από την χούντα, εξαιτίας της έκδοσης του βιβλίου «Ρεμπέτικα Τραγούδια». Όπως ο ίδιος είχε δηλώσει, η φυλακή ήταν ευκαιρία γι’ αυτόν, ώστε να βρεθεί και να καταγράψει τους αγαπημένους του μάγκες, νταήδες και να τους γνωρίσει από κοντά. Συγχρόνως, όμως, έδωσε ένα τόνο αμφισβήτησης με σύμβολο το ρεμπέτικο. Την περίοδο αυτή αναζητούνται οι βετεράνοι ρεμπέτες, εκδίδονται πολλές βιογραφίες (κάποιες αμφιβόλου ποιότητας) και οργανώνονται συναυλίες. Όλα αυτά είχαν μεγάλη απήχηση σε πολλές νεολαιίστικες ομάδες και φοιτητές. Παρ’ όλα αυτά, ακόμα και τότε, υπάρχουν πολλοί αριστεροί που τάσσονται κατά του ρεμπέτικου γιατί η μαζικοποίηση του «εξυπηρετεί την αστική τάξη».[15]
%cf%81%ce%b5%ce%bc%cf%80%ce%ad%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%bf-4
Ο μύθος
Κλείνοντας ας διευκρινιστεί ότι η πλήρης συσχέτιση του ρεμπέτικου τραγουδιού με τις ψυχοτρόπες ουσίες είναι άτοπη. Ενδεικτικά, αξίζει να αναφέρουμε, ότι από το σύνολο 1400 κομματιών που βρίσκονται στην ανθολογία ρεμπέτικων τραγουδιών του Πετρόπουλου, μόνο 106 χαρακτηρίζει ο ίδιος ο Πετρόπουλος ως χασικλίδικα και από αυτά μόνο τα 67 έχουν περάσει στην δισκογραφία. Το ίδιο ισχύει και στην ανθολογία του Παναγιώτη Κουνάδη, όπου σε σύνολο 623 τραγουδιών, τα 235 έχουν αναφορές σε ψυχοτρόπες ουσίες. Έτσι, εύκολα διαπιστώνεται, ότι ο αριθμός εν τέλει είναι πολύ λίγος σε αναλογία με τα υπόλοιπα κομμάτια.

Επίσης, ένα άλλο γεγονός είναι ότι οι καλλιτέχνες που δεν είχαν άμεση σχέση με την χρήση ψυχοτρόπων ουσιών και διοχέτευσαν στην αγορά τραγούδια με ψυχοτρόπα θεματολογία, ήταν σαφώς περισσότεροι από αυτούς που είχαν άμεση σχέση με ψυχοτρόπες ουσίες και ιδιαίτερα με το χασίς. Σε αυτό το γεγονός έπαιξε μεγάλο ρόλο η δισκογραφία. Ένας δημιουργός του ρεμπέτικου, ο Κώστας Ρούκουνας αναφέρει σχετικά: «Και τόνε βλέπω ένα απόγευμα τον Μάρκο με μια τραγιάσκα, ένα ζωνάρι και παραμάσχαλα το μπουζούκι του και μπαίνει μέσα (…) και τότες τον ρωτήξανε τι πραγματάκια έχεις; Και τους είπε πολλά όμορφα. Αυτοί όμως διάλεξαν το χασικλίδικο».[16] Επίσης και ο Δημήτρης Γκόγκος (Μπαγιαντέρας), σε συνέντευξή του στον Λευτέρη Παπαδόπουλο, αναδεικνύει τον ρόλο των δισκογραφικών εταιρειών: « – Γιατί γράφατε για τεκέδες; Ήταν της μόδας; – Ήτανε η εποχή τέτοια. Που έπρεπε… Ήτανε πολύς κόσμος, ρεμπετόκοσμος, που τραβιότανε μ’ αυτό κι έπρεπε να πιαστούμε πάνω σ’ αυτούς. Αυτοί να μας αναδείξουνε. Γιατί αυτοί γυρεύανε τα τραγούδια μας κι αυτοί θα γυρεύανε από τις εταιρίες και κάτω από τα πρατήρια κανά δίσκο ντερβίσικο».[17] Η μαρτυρία της Αγγέλας Παπάζογλου, γυναίκας του δημιουργού Βαγγέλη Παπάζογλου, αναφέρει, επίσης, για το θέμα: «Και οι εταιρίες περνούσανε μόνο τα χασικλίδικα σε δίσκους. Πώς να παλέψεις;…»[18] Ένα άλλο στοιχείο που ενισχύει αυτή την άποψη, είναι ότι πολλοί καλλιτέχνες που δεν έκαναν χρήση χασίς διατέλεσαν διοικητικά-καλλιτεχνικά στελέχη διαφόρων δισκογραφικών εταιριών γράφοντας, παρ’ όλα αυτά, πολλά χασικλίδικα κομμάτια (Τούντας, Σκαρβέλης, Δραγάτσης, Περιστέρης).

Από τα παραπάνω φαίνεται, λοιπόν, ότι η στερεότυπη ταύτιση του ρεμπέτικου με ψυχοτρόπες ουσίες δεν είναι τόσο στιβαρή και συντελέστηκε κυρίως από τις διώξεις αριστερών, δεξιών, χούντας και Μεταξά για πολιτικά ωφέλη και μετέπειτα από την δισκογραφία.

Το ρεμπέτικο ποτέ δεν υπήρξε επαναστατικό τραγούδι με την στενή χρωματισμένη έννοια του όρου επανάσταση. Φύτρωσε σαν ζιζάνιο στην ρωγμή του «τσιμέντου» που έπεφτε βίαια και μεθοδικά από τα μέσα του 19ου αιώνα και ύστερα στον ελλαδικό χώρο. Πολλοί θέλησαν να το ξεριζώσουν, αλλά το ζιζάνιο δεν έχει συγκεκριμένο χώρο, δεν μένει σε ένα σημείο, θα βγαίνει στο φως ανοίγοντας δρόμο στα τσιμέντα. Πως θα ξεριζώσεις κάτι όταν δεν ανήκει πουθενά; Οι ίδιοι διώκτες του, από την μεταπολίτευση και μετά το ξαναθυμήθηκαν προσπαθώντας να το κάνουν δικό τους. Προσπάθησαν να του δώσουν χώρο και χρώμα. Οργάνωσαν συναυλίες, τίμησαν τους ζωντανούς ρεμπέτες απαγγέλλοντας ωραία λόγια. Τους είπαν ότι το τραγούδι τους είναι της εργατικής τάξης και ότι είχαν εργατική συνείδηση. Τους τοποθέτησαν ψηλά, λουσμένους από φώτα και εκείνοι ήταν εκεί, γέροι και κουρασμένοι, τους κοιτούσαν με την ίδια αμηχανία, όπως τους κοιτούσαν και άλλοτε… ζούλα από τον έναν ζούλα από τον άλλον.

Ελευθερόκοκκος

Βιβλιογραφία:

Βαμβακάρης Μάρκος, Αυτοβιογραφία (επιμ. Αγγελική Βέλλου-Κάιλ), εκδ. Παπαζήσης, Αθήνα 1978.
Βλησίδης Κώστας, Όψεις του Ρεμπέτικου, εκδ. του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2004.
Βλησίδης Κώστας, Σπάνια Κείμενα για το Ρεμπέτικο (1929-1959), εκδ. του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2006.
Γκαίηλ Χολστ, Ο Δρόμος για το Ρεμπέτικο, εκδ. Ντένιζ Χάρβευ, Λίμνη Ευβοίας 1995, (Α΄ έκδοση 1977).
Δαμιανάκος Στάθης, Κοινωνιολογία του Ρεμπέτικου, εκδ. Πλέθρον, Αθήνα 2001.
Κουνάδης Παναγιώτης, Εις Ανάμνησιν Στιγμών Ελκυστικών, Β΄ τόμος, εκδ. Κατάρτι, Αθήνα 2003.
Παπαδόπουλος Λευτέρης, Να Συλληφθεί το Ντουμάνι, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2004.
Παπάζογλου Αγγέλα, Τα Χαΐρια μας εδώ: Ονείρατα της Άκαυτης και της Καμμένης Σμύρνης, (επιμ. Γιώργης Παπάζογλου), εκδ. Ταμείου Θράκης, Ξάνθη 2003.
Πετρόπουλος Ηλίας, Ρεμπέτικα Τραγούδια, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1991.
Σχορέλης Τάσος, Οικονομίδης Μίμης, Ένας Ρεμπέτης: Κώστας Ρούκουνας «σαμιωτάκι», διανομή: αποκλειστικότης Τάσος Σχορέλης- Μίμης Οικονομίδης, Αθήνα 1974.
Gauntlett Στάθης, Ρεμπέτικο Τραγούδι, Συμβολή στην Επιστημονική του Προσέγγιση, εκδ. του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2001.
[1] Βαμβακάρης Μάρκος, Αυτοβιογραφία, σελ 208-209.
[2] Όπ. Σελ 206.
[3] Κουνάδης Παναγιώτης, στο βιβλίο του «Τα ρεμπέτικα» τεύχος πρώτο.
[4] Βλησίδης Κώστας, Σπάνια Κείμενα για το Ρεμπέτικο, σελ. 109.
[5] ό.π, σελ. 110.
[6] Βλησίδης Κώστας, Όψεις του Ρεμπέτικου, σελ. 70-71.
[7] Βλησίδης Κώστας, Σπάνια Κείμενα για το Ρεμπέτικο, σελ. 182-183.
[8] Γκαίηλ Χολστ, Δρόμος για το Ρεμπέτικο, σελ. 140.
[9] Βλησίδης Κώστας, Όψεις του Ρεμπέτικου, σελ. 96.
[10] ό.π, σελ. 97.
[11] Βλησίδης Κώστας, Σπάνια Κείμενα για το Ρεμπέτικο, σελ. 237.
[12] Κουνάδης Παναγιώτης, Εις Ανάμνηση Στιγμών Ελκυστικών, Τόμος Β’, σελ 501.
[13] ό.π, σελ 504.
[14] ό.π, σελ 506.
[15] Βλησίδης Κώστας, Όψεις του Ρεμπέτικου, βλέπε κεφάλαιο: Ο αριστερός λόγος για το ρεμπέτικο.
[16] Σχορέλης Τάσος – Οικονομίδης Μίμης, Ένας Ρεμπέτης: Κώστας Ρούκουνας «Σαμιωτάκι», διανομή: αποκλειστικότης Σχορέλης Τάσος – Οικονομίδης Μίμης, Αθήνα 1974, σελ. 30.
[17] Παπαδόπουλος Λευτέρης, Να Συλληφθεί το Ντουμάνι, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1999, σελ. 125.
[18] Παπάζογλου Αγγέλα, Τα Χαίρια μας Εδώ: Ονείρατα της Άκαυτης και της Καμμένης Σμύρνης, εκδ. Ταμείου Θράκης, Ξάνθη 2003, σελ. 50.


Πηγή: ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

Sunday, January 22, 2017

Όταν το δάκτυλο έδειχνε το φεγγάρι, ο ηλίθιος κοίταζε το δάκτυλο

Τα ζητήματα ανομίας και ασυδοσίας περιθωριακών, όπως ενίοτε αποκαλούνται, ατόμων, ή ομάδων το τελευταίο διάστημα, αφορούν σύμφωνα με τους διαπρύσιους υπερασπιστές της δημόσιας τάξης και ασφάλειας, οι οποίοι δήθεν αντιπολιτεύονται το καθεστώς Τσίπρα, την ευρύτερη περιοχή των Εξαρχείων, που συμπεριλαμβάνει φυσικά και το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο.

Θα αναφωνήσει, ίσως, κάποιος «Τι είχες Μάη μου; Τι είχα πάντα».

Προφανώς η πραγματικότητα, όμως, είναι πολύ διαφορετική. Εκτός και αν δεχθούμε ότι οι συνθήκες δεν έχουν μεταβληθεί στο παραμικρό, ότι οι ευρύτερες διεργασίες, αλλά και εκείνες που αφορούν τους αναρχικούς-αντιεξουσιαστές, είναι απλά υποτονικές, και επειδή κάτι τέτοιο είναι γενικά ένα σημάδι των καιρών καταλήγουμε αδιάφοροι να αποφανθούμε με την γνωστή ρήση «ότι βρέξει ας κατεβάσει».

Όπως είπαμε, η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική.

Άλλοι χρησιμοποιούν τον χαρακτηρισμό «παρακμή» για να την περιγράψουν, άλλοι θα μιλήσουν για «κοινωνικό έρεβος και ζόφο», άλλοι θα σκύψουν το κεφάλι λέγοντας ότι το «παιχνίδι έχει χαθεί οριστικά» τονίζοντας την παρουσία της κάθε λογής «ναρκομαφίας» και το «πολυπαραγοντικό ζήτημα της προστασίας των μαγαζιών», άλλοι πάλι θεωρούν ότι η περιοχή έχει μοιραστεί και ορισμένα από τα εναπομείναντα «επαναστατικά συμφέροντα» στην περιοχή απλά παίρνουν θέση για την «νέα εποχή», είτε παραμείνει ο Συριζα στην εξουσία για ολόκληρη την τετραετία είτε μεταβληθεί εκ νέου η κυβερνητική διαχείριση των κρατικών υποθέσεων.

Άλλοι πάλι χρεώνουν την «παρακμιακή» κατάσταση στα «λούμπεν στοιχεία», που κατακλύζουν την περιοχή είτε ασχολούνται με την διακίνηση ναρκωτικών είτε ληστεύουν και ξυλοκοπούν περαστικούς είτε επιδίδονται άλλοτε στον εμπρησμό τρόλλευ και άλλοτε περιπτέρων.

Τέλος, διάφοροι επικροτούν την δράση σταλινικών πολιτοφυλακών με αυξημένα το τελευταίο διάστημα αστυνομικά καθήκοντα και άλλοι, αντιθέτως, θεωρούν κατηγορηματικά ότι η αυτόκλητη κινηματική αστυνομία, όχι μόνο δεν αποτελεί «λύση», αλλά σημαντικό μέρος του «προβλήματος».

Ας κάνουμε ορισμένες σύντομες επισημάνσεις.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι δεν διανύουμε ούτε την δεκαετία του ’80, ούτε την δεκαετία του ’90, ούτε καν εκείνη την πρώτη δεκαετία του 2000. Η βίαιη μεταβολή των κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών συνθηκών αντικαθιστά τους προηγούμενους όρους επιβολής με νέους διαρκώς εφιαλτικότερους. Η κοινωνική αποσύνθεση επιβάλλεται με άγριο τρόπο, διαπερνά τα κοινωνικά στρώματα, έχει διάρκεια και παρ’ ότι συνδέεται με το οικονομικό στοιχείο, δεν ταυτίζεται με αυτήν καθεαυτή την οικονομική λεηλασία, η οποία εξελίσσεται διαρκώς με εξοντωτικότερο τρόπο και μέσα.

Έχουμε υποστηρίξει επανειλημμένα ότι οι τωρινοί διαχειριστές των κρατικών υποθέσεων θα αποδειχθούν χειρότεροι όλων των προηγούμενων. Φυσικά δεν είχαμε, ούτε έχουμε σκοπό, να μπούμε εμείς οι ίδιοι ή να προτρέψουμε οποιοδήποτε να μπει σε κάποια διαδικασία σύγκρισης και επιλογής εξουσιαστών.

Πολεμήσαμε, πολεμούμε και θα πολεμούμε κάθε εξουσιαστική διαχείριση, χωρίς διακρίσεις, γιατί ουδέποτε είχαμε το οποιοδήποτε πολιτικό συμφέρον να αβαντάρουμε οποιαδήποτε πλευρά.

Άλλωστε οι αναρχικοί είναι γνωστοί για αυτήν ακριβώς την επιμονή τους, αλλά και την πεποίθησή τους ότι οι εξουσιαστικές αντιθέσεις δεν τους αφορούν, παρ’ ότι οφείλουν να τις παρακολουθούν, να τις αντιλαμβάνονται, να μελετούν τους διάφορους και διαφορετικούς τρόπους επιβολής.

Αυτή ακριβώς η προσπάθεια αποδυναμώνεται και εν τέλει ακυρώνεται για διάφορους λόγους, όταν οι αγωνιζόμενοι άνθρωποι επιλέγουν, λανθασμένα κατά την γνώ­μη μας, να περπατήσουν τα μονοπάτια της πολιτικής. Πιστεύουν, μάλιστα, έχοντας αποκομίσει σε αρκετές περιπτώσεις τα λεγόμενα πολιτικά κέρδη, ότι δικαιώνονται γι’ αυτήν την επιλογή τους, ότι ο αγώνας τους σταθεροποιείται, ότι αναγνωρίζονται ακόμη και από την πλευρά των εξουσιαστών, τους οποίους υποτίθεται ότι πολεμούν χωρίς συμβιβασμούς.

Ικανοποιημένοι τότε, αναζητούν τρόπους, όπως λένε, ώστε να κεφαλοποιηθούν αυτά τα κέρδη, ώστε το κίνημα να δυναμώσει και άλλο, ώστε να υπολογίζεται περισσότερο κοινωνικά και πολιτικά η αντιπολιτευτική τους δράση, ενώ, μέσα στην γενικότερη ευφορία και στο κλίμα «νίκης», ορισμένοι «σύντροφοι» εγκαθιδρύουν, με το μαλακό στην αρχή, την εξουσία τους ή αλλιώς την αναγνώρισή τους ως «παράγοντες» του χώρου.

Όμως θα αναρωτηθεί κάποιος, ποιος είναι ο τελικός στόχος; Υπάρχει καν τέτοιος; Ή μήπως όλα τούτα, απλώς, είναι απόρροια του αγώνα, των λαθών, των υπερεκτιμημένων δυνάμεων ή δυνατοτήτων, ακόμα και εκείνων των ίδιων των προσώπων που εκφράζουν τις τάδε ή τις δείνα ιδέες;

Η αλήθεια παραμένει απλή όσο και σύνθετη.

Για να την κατανοήσουμε θα πρέπει να γνωρίσουμε εκείνα που έχουν προηγηθεί. Αυτό όμως δεν φθάνει. Οι αναρχικοί δεν ανακυκλώνουν το παρελθόν, δεν το περιφέρουν σαν τρόπαιο, δεν έχουν κρυμμένη στο τσεπάκι τους κάθε είδους βεβαιότητα και «αλήθεια». Οι ιδέες μας ακονίζονται στο σήμερα, για να μπορέσουμε να αντισταθούμε «αύριο», για να είναι δυνατόν να αντιπαρατεθούμε στους σχεδιασμούς μιας εξουσίας, που δυναμώνει μέσα από τις αντιθέσεις της από τις διαφοροποιήσεις μέσα στους κόλπους της.

Επομένως κάθε «στιγμή» έχει την σημασία της, κάθε συμβιβασμός που αποτρέπεται μάς δυναμώνει για να επιτεθούμε στο μέλλον στα περισσότερο ευάλωτα σημεία του εξουσιαστικού σώματος. Καθυστερούμε τους εξουσιαστικούς σχεδιασμούς όσο περισσότερο μπορούμε, και δεν διευκολύνουμε την επίσπευση της πραγμάτωσής τους. Πολλές φορές γνωρίζουμε ότι η καθυστέρηση αυτή θα είναι «μικρή». Για μας, όμως, είναι πολύ μεγάλη, αλλά και για όσους αγωνίζονται και για όλους εκείνους που μπορεί να βαδίσουν στους δρόμους της ανυποταξίας και της άρνησης.

Οι αναρχικοί δεν ανήκουν ούτε συγκροτούν επαναστατικά ιερατεία. Για έναν απλό λόγο. Δεν επιδιώκουν να ασκήσουν εξουσία αύριο, άρα δεν μπορεί να συμπεριφέρονται σαν εξουσιαστές σήμερα. Ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα. Καμία στιγμή και για κανένα λόγο. Οι αναρχικοί μοιραζόμαστε κάθε στιγμή του αγώνα για μια ζωή ελεύθερη δίχως καταπιεστές και καταπιεζόμενους, δίχως εξουσιαστές και εξουσιαζόμενους. Αγαπούμε την ελευθερία απεριόριστα, και εκτιμούμε ως απεριόριστες τις δυνατότητες να αναπτυχθεί το ανθρώπινο πνεύμα, σε συνθήκες δημιουργικής και εκούσιας αλληλοβοήθειας.

Για να μοιραστούμε κάθε στιγμή που αγωνιζόμαστε, θα πρέπει να τιμούμε την μνήμη των αγώνων, που προηγήθηκαν, αλλά και των αγωνιστών, που συμμετείχαν σ’ αυτούς με κάθε τίμημα, με ειλικρίνεια και ανιδιοτέλεια. Διατήρηση της μνήμης, όμως, δεν αποτελεί ότι συνιστά το πολιτικό συμφέρον του καθενός.

Η διατήρηση της μνήμης δεν μπορεί και δεν έχει καμία σχέση με τον επανακαθορισμό των πολιτικών συσχετισμών μέσα στο κίνημα και τις συνιστώσες του. Η διατήρηση της μνήμης για τους αναρχικούς δεν είχε και δεν θα έχει ποτέ καμία συνάφεια με την ιστορία των κομμουνιστών, με την ενίσχυση της εξουσιαστικής τους θέσης στο παρόν και στο μέλλον.

Ο ΕΑΜ, ο ΕΛΑΣ, η ΟΠΛΑ είναι δική τους ιστορία, και δεν θα γίνει ποτέ δική μας. Όσοι την επικαλούνται στ’ όνομα της αναρχίας προσπαθούν απελπισμένα να κερδίσουν λιγοστό χρόνο, ώστε να σταθεροποιηθούν στην καινούργια θέση, που τους επιφυλάσσει η αριστερή εξουσία. Κατά βάθος δεν μας βλάπτουν. Είναι σίγουρα καλύτερα να πέφτουν ολοκληρωτικά οι μάσκες. Βιάζονται είναι αλήθεια, και ως εκ τούτου διαπράττουν πολλά και σοβαρά λάθη. Καλοδεχούμενα. Ευχόμαστε να πολλαπλασιαστούν στο άμεσο μέλλον.

Από την πλευρά μας δεν έχουμε παρά να δείξουμε επιμονή και υπομονή, αλλά και τεράστια αυτοπεποίθηση όσον αφορά τα πιστεύω μας. Αποστρεφόμαστε ότι υποβιβάζει κάθε ανθρώπινη οντότητα, ότι δεσμεύει σωματικά, ηθικά, πνευματικά τις ανθρώπινες υπάρξεις. Θα συνεχίσουμε να το κάνουμε. Θέλουμε να γκρεμίσουμε κάθε φυλακή, όχι για να κτίσουμε καινούργιες, αλλά γιατί εξακολουθούμε να θεωρούμε τον εγκλεισμό βασανισμό. Εξακολουθούμε να πιστεύουμε ότι τα κρατικά μπουντρούμια θα γκρεμιστούν ολότελα, από τους κολασμένους, από τους επαναστάτες, και τους αναρχικούς σε κάθε εξέγερση, που θα θυμίζει εκείνες που προηγήθηκαν, αλλά και δεν θα μοιάζει με καμμία τους.

Για να φέρει, όμως, η σπίθα πυρκαγιά, θέλει καθαρές καρδιές, ανθρώπους απλούς και συνηθισμένους, που δεν φτύνουν τον διπλανό τους, δεν μισούν την ανθρώπινη αδυναμία, και δεν επιζητούν τρόπους να την τσακίσουν, λες και δεν έχουν ασχοληθεί και δεν ασχολούνται για το σκοπό αυτό τόσοι και τόσοι εξουσιαστές, τόσα κράτη, τόσα κανόνια, τόσοι έμποροι ψυχών και ανθρώπων, που τρέφονται από την δυστυχία και τον πόνο και την απέραντη αδυναμία, στην οποία έχουν περιέλθει εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι.

Άλλο τόσο οι αναρχικοί δεν μπορούν να μιλούν για ζωτικούς χώρους, είτε αναφέρονται στα Εξάρχεια, είτε στην οποιαδήποτε γειτονιά, είτε στην πτέρυγα μιας φυλακής.

Μα, θα πει κάποιος, οι ρίζες, οι αγώνες, που έχουν δοθεί και έχουν καταγραφεί σε διάφορους χώρους δεν έχουν την σημασία τους; Τους παραδίδουμε και συνεχίζουμε κάπου άλλου χωρίς δισταγμούς χωρίς επιφυλάξεις; Όχι βέβαια, σε καμμία περίπτωση. Με ποιες ιδέες, όμως, υπερασπιζόμαστε αυτές τις ρίζες, αυτούς τους αγώνες, αυτούς τους χώρους; Με δανεικές απόψεις, με εξουσιαστικές λογικές και προοπτικές;

Με ποιους συμμάχους, με ποια μέσα; Να παραμείνουμε σε μια περιοχή με οποιοδήποτε όρο; Επιβάλλοντας την δική μας εξουσία; Αστυνομεύοντας, πουλώντας προστασία στους «προστάτες», ελέγχοντας την εγκληματικότητα, ορίζοντας το υβρίδιο της επαναστατικής εγκληματικότητας; Με το να δεχτούμε να συνδιαχειριστούμε για ένα κρίσιμο διάστημα με την αριστερή εξουσία μια παραχωρημένη «ζώνη ανομίας» (ώστε οι αναρχικοί να μην επεκτείνουν την δράση τους) και με τί αντάλλαγμα;

Οι απαντήσεις φαντάζουν αυτονόητες. Αλλά τελικά δεν είναι. Φαντάζουν απλές και απέριττες. Φθάνει να το θελήσουμε.

Επειδή, «Το ερώτημα δεν είναι ποιος θα μου το επιτρέψει, αλλά ποιος θα με σταματήσει».

Συσπείρωση Αναρχικών

Πηγή: Διαδρομή Ελευθερίας

Wednesday, January 18, 2017

Τραμπ-Μαρί-Χουάνα!

Αποτελεί κοινή παραδοχή το ότι οι δημοκράτες είναι ασυναγώνιστοι παραβάτες των κανόνων της δημοκρατίας, στην οποία με πολλαπλούς λόγους επιδεικνύουν την υποτιθέμενη προσήλωσή τους. Ως τέτοιοι είναι διαρκείς αρνητές των νόμων και των κανόνων της αγαπημένης τους δημοκρατίας.

Η επιβεβαίωση των παραπάνω γίνεται κάθε μέρα, κάθε ώρα και κάθε στιγμή, αν παρατηρήσει κάποιος τα λεγόμενα και τις πρακτικές των πολιτικών, των κατ’ εξοχήν υπερασπιστών τού εκάστοτε δημοκρατικού πολιτεύματος, το οποίο είναι ένας από τους τρόπους με τους οποίους επιβάλλεται η εξουσία, το κράτος και, ευρύτερα, η κυριαρχία. Για τους δημοκράτες, λοιπόν, είναι αποδεκτό μόνο ό,τι δεν συμφέρει την εκάστοτε κλίκα που κυβερνά ή διαχειρίζεται τις εξουσιαστικές υποθέσεις. Όλα τα άλλα είναι αντιδημοκρατικά ακόμη κι αν βρίσκονται τυπικά και ουσιαστικά εντός των κανόνων του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Ας μην ασχοληθούμε με την, επίσης, προσφυγή στους δημοκρατικούς θεσμούς και νόμους όσων υποτίθεται πως πολεμούν το δημοκρατικό σύστημα διακυβέρνησης και ας περάσουμε απ’ ευθείας στο «ψητό».

Στις 20 Ιανουαρίου, ως γνωστόν, πρόκειται να ορκισθεί η νέα κυβέρνηση των ΗΠΑ, υπό τον Ντόναλντ Τραμπ. Πρόκειται γι’ αυτό το άτομο που δήλωνε προεκλογικά ότι μπορεί και να μην αποδεχθεί το αποτέλεσμα, αλλά όταν εκέρδησε στις εκλογές εκείνοι που αμφισβήτησαν και αμφισβητούν την εκλογή του είναι οι δημοκράτες τού αντιπάλου στρατοπέδου. Αυτοί, δηλαδή, που εκδήλωναν την αποδοκιμασία τους όταν ο Τραμπ έλεγε πως δεν είναι βέβαιος ότι θα αποδεχθεί το εκλογικό αποτέλεσμα. Μία εντελώς ασυνάρτητη κατάσταση!

Τέλος πάντων!


Πάντως, εκείνο που συμβαίνει τώρα είναι οι συνεχιζόμενες αντιδράσεις και καλά κάνουν και συνεχίζονται, λέμε εμείς που δεν είμαστε δημοκράτες. Όπως είναι γνωστόν όχι μόνο οι καλοπληρωμένοι ηθοποιοί και μουζικάντες του Χόλλυγουντ και των παρυφών του αποφεύγουν να παραστούν στην ορκωμοσία (δημοκράτες γαρ) –πιστοί στον Ομπάμα, που επί της προεδρίας του κυριάρχησαν οι μαύρες επιχειρήσεις κατά των αντιπάλων της αμερικανικής κυριαρχίας, που προχώρησε στο αιματοκύλισμα της Λιβύης, της Συρίας επί έξη ολόκληρα έτη και, γενικώτερα, των υπό αναδιανομήν περιοχών του πλανήτη– αλλά και διάφοροι επίσης κινηματικοί έχουν αποφασίσει να διαδηλώσουν κατά του Τραμπ την ημέρα της ορκωμοσίας του.

Μεταξύ όλων αυτών και κάποιος ονόματι Άνταμ Έϋντινγκερ, ο οποίος διακήρυξε ότι ξεκινά μία μάχη για να μην χαθούν δικαιώματα.

Για ποια δικαιώματα πρόκειται;

Ως γνωστόν, από τον Φεβρουάριο του 2015, έχει καταστεί νόμιμη η καλλιέργεια έως και έξι φυτών καννάβεως. Επίσης μπορεί ο καθένας να κατέχει 56 γραμμάρια (αρκεί να είναι 21 ετών και άνω) καθώς και να προσφέρει τσιγάρα μαριχουάνα σε άλλους. Επισήμως απαγορεύεται το κάπνισμα μαριχουάνα σε δημόσιους χώρους και κυρίως η πώληση ή η αγορά της.

Ο Άνταμ Έϋντινγκερ ιδρυτής της DC Marijuana Coalition (Συνασπισμός Μαριχουάνα), δεν αρκείται σ’ αυτά. Είναι αγωνιστής! Δεν παλεύει για την διατήρηση δικαιωμάτων, αλλά για την επέκτασή τους. Έτσι, λοιπόν, αυτός και η συντροφία του θέλουν γενίκευση της χρήσης του «μπάφου» και στις 50 πολιτείες (ήδη πέντε πολιτείες, –Καλιφόρνια, Κολοράντο, Όρεγκον, Αλάσκα, Πολιτεία της Ουάσινγκτον– επιτρέπουν τη χρήση μαριχουάνας για ψυχαγωγικούς σκοπούς), να αρθούν οι περιορισμοί που υπάρχουν και να επιτραπεί η αγοραπωλησία του μπάφου. Εμπρός για την γενικευμένη αποχαύνωση! Τίποτε δεν τους σταματά! Προκειμένου να διαδώσουν την ιδεολογίας της νάρκωσης και μέσω της μαριχουάνα πρόκειται να μοιράσουν κατά την ώρα της ορκωμοσίας του Τραμπ 4.200 τσιγάρα ναρκωτικού, που κοστίζουν 20.000 δολλάρια.

Ο Άνταμ Έϋντινγκερ και τα ομοειδή του αποβράσματα, στην Αμερική και στον υπόλοιπο πλανήτη, γνωρίζουν πολύ καλά την δύναμη της διαφήμισης και ότι αυτή είναι το στήριγμα τόσο της κατανάλωσης όσο και του εμπορίου. Γι’ αυτό και δεν φείδονται κόπου, χρόνου, χρημάτων και ευκαιριών, όπως η ορκωμοσία της 20ηςΙανουαρίου.

Αφού, λοιπόν, τα προβλήματα της ανεργίας, των αστέγων, του ρατσισμού, της εγκληματικότητας, της πορνείας, του εμπορίου ναρκωτικών, της εξαθλίωσης εκατομμυρίων ανθρώπων των ΗΠΑ έχουν επιλυθεί, καιρός για το πέρασμα στην διαδικασία της αποχαύνωσης. Μαριχουάνα φουλ!

Οποία κατάπτωσις!

Δημοσιεύθηκε από Η. Α.

Πηγή: Anarchy Press

Friday, January 13, 2017

Άσσιχτιρ Μουσταφά! Που τα Βάθη της Ψυσιής μου

Του Σόλωνα Αντάρτη

Ολόκληρη η ζωή μου καθορίστηκε από την εισβολή του Ιουλίου του 1974.

Μία από τις πρώτες παιδικές μου αναμνήσεις είναι από την παραλία της εισβολής. Κάτω από μία ομπρέλα ανάμεσα σε ενήλικες ατένιζα την θάλασσα και το άπλετο καλοκαιρινό μεσογειακό φως. Οι Κερυνειώτες ανάμεσα μας γνωρίζουν για την ποιότητα του φωτός για το οποίο μιλώ. Η φυσική ενσάρκωση του μετά τα φυσικά γαλανόλευκου. Η γαλανή-γαλήνη με πλημμύριζε και το μοναδικό πράγμα που διατάραζε αυτήν την αίσθηση πληρότητας ήταν η άμμος στα παιδικά μου δάκτυλα. Ολόκληρη μου η ενήλικη ζωή είναι μία πορεία αναζήτησης εκείνης της αίσθησης γαλήνης και πληρότητας που μου χάρισε μια παραλία δυτικά της Κερύνειας. Είναι γι’ αυτό ίσως που λατρεύω τη θάλασσα. Στα νερά της αισθάνομαι τα λόγια του Δαυίδ «πλυνείς με και υπέρ χιόνα λευκανθήσομαι»

Στα τέσσερα μου βίωσα σε κάθε κύτταρο της ύπαρξης μου την αίσθηση ενός πραγματικού υπαρξιακού τρόμου. Την αδυσώπητη γνώση του ότι κάθε στιγμή που περνά μπορεί να είναι η τελευταία μου. Ανάμεσα σε καμένους κάμπους και βυθίσεις πολεμικών αεροπλάνων η συνειδητότητα μου αποκολλήθηκε και η πραγματικότητα βιώθηκε μαυρόασπρη και δισδιάστατη. Το κόμικ στο οποίο μετείχα διεξήχθη νοτιοανατολικά του Γερόλακκου και δίπλα από το παλιό αεροδρόμιο της Λευκωσίας. Χρόνια μετά και με τη χρήση των ιερών βοτάνων των ιθαγενών μίας άλλης ηπείρου οι αναμνήσεις μου ενώθηκαν με την αγωνία της μάνας στο τιμόνι του μικρού Wolkswagen και την γιαγιά μου δίπλα να κρατά τον αδελφό μου που έκλαιγε. Ολόκληρη η ενήλικη μου ζωή είναι μία πορεία αναζήτησης της υπέρβασης εκείνου του υπαρξιακού τρόμου της 20ης Ιουλίου του 1974. Είναι γι’ αυτό ίσως που αγαπώ τα βουνά του τόπου μας. Μέσα τους αισθάνομαι μία πρωτόγονη αίσθηση προστασίας όπως τότε που στα χωριά πάνω τους οι ανθρώποι μας φιλοξένησαν χιλιάδες σαν και μένα.

Έζησα συσσίτια, αντίσκηνα, παράγκες, ρούχα με δελτίο, ψείρες, ξυρισμένα κεφάλια προτού κλείσω τα 12. Και ασκήσεις για βομβαρδισμούς. Όταν τα διηγούμαι στους μαθητές μου σήμερα με κοιτάζουν σαν να βλέπουν εξωγήινο.

Είδα τον τζύρην (πατέρα) μου να δουλεύει από το πρωίν ως την νύχτα κάνοντας όλων των ειδών τις δουλειές. Τεχνικός στην CYTA νυν ΑΤΗΚ, εισπράκτορας, πελεκάνος-ξυλουργός, χτίστης, οδηγός, πωλητής, εργάτης στο σπίτι βάζοντας κουμπιά σε δέρματα. Μονίμως απών από το μεγάλωμα μου. Χρόνια μετά κατάλαβα…

Είδα την μάναν μου να δουλεύει που το πρωίν ως την νύχταν και να μας μεγαλώνει. Νοικοτζυρά να σηκώνεται που το χάραμαν του φου, από το λυκαυγές, να μαγειρέψει, να καθαρίσει να μας ετοιμάσει για το σχολείο. Είδα την να δουλεύει καθαρίζοντας σπίτια, φροντίζοντας τα παιδιά άλλων, είδα την μάνα μου «Φιλιππινέζα» να υπομένει αγόγγυστα τις παραξενιές και τις ιδιοτροπίες άλλων για να μας αναγιώσει. Είναι γι αυτό που σήμερα εξοργίζομαι με την ίδια αντιμετώπιση των κοπέλων απο τις Φιλιππίνες και την Σρι-Λάνκα από τους ίδιους ττοππουζοκυπραίους αστούς.

Αγαπώ την μάναν τζιαι τον τζύρην μου. Με δίδαξαν τι σημαίνει θυσία πολύ πριν συναντήσω την ίδια τη λέξη στη ζωή μου. Δεν τους θυμούμαι ποτέ να έχουν χρόνο για τους δυο τους. Ποτέ να έχουν μία έξοδο για διασκέδαση. Φύλαγαν κάθε μπακκίραν, κάθε σεντ, κάθε λεπτό για να μας μεγαλώσουν, να μας σπουδάσουν να μας δουν Ανθρώπους. Κάθε δυσκολία ανάμεσα μας κάθε αίσθημα οδύνης έχει σβηστεί μέσα μου. Για όλα μου τα παράπονα ως παιδί, ως έφηβος, ως νέος τους συν-χωρώ. Μαζί τους εντός, εκτός και επί τα αυτά τους πορεύομαι. Είναι μέρος μου και είμαι μέρος τους. Φυσικά, συναισθηματικά και μετά τα φυσικά. Τα βότανα μου το έμαθαν και αυτό.

Μεγαλώνοντας έζησα την αντοχή και την επιμονή τους να αρχίσουν ξανά από το μηδέν. Άρχοντες νοικοκύρηδες ξεριζωμένοι πεταμένοι στην προσφυγιά με μηδαμινή βοήθεια από το κράτος.

Είδα τους θείους και τις θείες μου να περνούν τα ίδια και να ξενιτεύονται. Άλλος στα πλοία σαν ήρωας του Καββαδία, άλλος στις ερήμους της Αραβίας, άλλη στις χιονισμένες πεδιάδες του Καναδά. Ήρωες Ντοστογιεσφκικοί που κουβαλούσαν όποτε έρχονταν ιστορίες μαγικές. Είδα τους γάμους τους να κλονίζονται, έζησα χωρισμούς, αρρώστιες, θανάτους. Και όμως οι άνθρωποι μου είναι οι ηρωίδες και οι ήρωες μου. Αλύγιστες και αλύγιστοι μέσα στα χρόνια. Ακόμη και στα πρόθυρα του θανάτου.

Όλοι τους με μεγάλωσαν με τις ιστορίες τους. Με τις πανάρχαιες ελιές του Καπουθκιού, του χωριού της μάνας μου, τον ποταμόν της Πέτρας στην κοίτη του οποίου κρύφτηκε ο πατέρας μου για να μην πάει σχολείο, τις εκκλησιές τον σκελετόν των οποίων έστησεν ο παππούς μου ο συνάδελφος του Ιησού, το σινεμά στην Λεύκα, τις κονναρκές στους κάμπους, τον γάδαρον με τον οποίον τούμπαρεν ο πατέρας μου, την αίγιαν που ετσίλλησεν με το αυτοκίνητον ο θείος μου μέσα στην νύχτα και η οποία εκατέληξεν σε εξαίσιο τσιμπούσιν ομηρικόν. Την ανάβαση στον Πενταδάκτυλον με το σαραβαλάκι των νεαρών αρραβωνιασμένων, το παναΰριν στον απόστολον Ανδρέα στο οποίο απέκτησα το σημάδι στο μέτωπο μου πάνω στα συγκρουόμενα αυτοκινητάκια.

Και την Πόλην. Την πιο ελληνικήν πόλην του τόπου. Οι γονείς μου δεν είναι Κερυνειώτες. Όπως πολλοί άλλοι όμως αγάπησαν την Πόλην. Μου μετάδωσαν αυτήν την αγάπη με τις διηγήσεις τους και με τα συναισθήματα τους που πλέκονταν ανάμεσα στις λέξεις σαν λευκαρίτικο κέντημα. Δεν ξέρω αν είναι αλήθεια αλλά αισθάνομαι ότι οι γονείς μου άφησαν πίσω την προσωπική τους ευτυχία στην θάλασσα του Μάρε Μόντε και τις ταβέρνες της δικής μας Πόλης. Χρόνια μετά γνώρισα τους πρώτους μου Κερυνειώτες. Ο Αλέκος Ιακωβίδης και ο Νίκος Λιβέρδος καθηγητές μου στην Παιδαγωγική Ακαδημία μου χάρισαν το ευ ζην! Και τις δικές τους αναμνήσεις της Πόλεως. Ο Ερμής Χριστοδούλου που σύναεν τα παιδιά και τα συνόδευεν στην θάλασσα, το μπάσκετ που έγινε θρησκεία σε μια επαρχιακή κωμόπολη της Κύπρου πολύ πριν μπει στα σαλόνια της μπουρζουαζίας, οι χαρές, οι πίκρες, ο χορός. Ο πρώην πεθερός μου ο Κώστας Πασιάς που τα μάτια του αλλάζουν κάθε φορά που μιλά για το Καζάφανι, ο κύριος Κύρος Πιστός που μας εξιστόρησε στο σχολείο πώς κάποια «πελλοκοπελλούθκια» επιτέθηκαν στο απρόσβλητο φρουραρχείο της Κερύνειας και πώς τα πολυβόλα των αποικιοκρατών θέρισαν τα δέντρα σε όλη την Κερύνεια.

Εκατοντάδες άνθρωποι του τόπου μου με τίμησαν με τις ιστορίες τους για τον τόπο μας. Οι ιστορίες τους είναι και δικές μου. Μετέχω μίας παράδοσης ζωντανής που πάει λίγο πιο ανατολικά σε μια αμμουδερή παραλία που ονομάζεται «Αχαιών ακτή». Το συναισθηματικό και πολιτιστικό μου DNA διαμόρφωσε μέσα μου έναν ακατάλυτο συναισθηματικό δεσμό με τον τόπο της μάνας τζιαι του τζύρη μου, της γιαγιάς τζιαι του παππού μου, του Αλέκου, του Νίκου, της Γιούλας, του Πέτρου, του Λάρη, της Άντρης, του Κώστα, της Μαρίας, του Νίκου, της Σαββούλας του Μιχάλη, της Αρετής, του Γιάννη, του Άγγελου, η δική μου Ελλάδα που αντιστέκεται, η δική μου Ελλάδα που επιμένει, κι όποιος δεν καταλαβαίνει δεν ξέρει που πατά και που πηγαίνει…

Διαβάζω τώρα και για πρώτη φορά επίσημα ότι ο Αττιλάρχης στις διαπραγματεύσεις επικαλείται το δίκαιο του εισβολέα, του φονιά, του κλέφτη, του βιαστή, του σφετεριστή, του εποίκου, πάνω από τον δικό μου συναισθηματικό δεσμό με τον τόπο των προγόνων μου. Καθορίζει μάλιστα τα δέκα χρόνια ως τον χρόνο κάτω από τον οποίο δεν δικαιολογείται ένας τέτοιος συναισθηματικός δεσμός. Ο εγκάθετος της Κατοχής συνεπικουρείται από διάφορους ανάμεσα μας που μου ζητούν να ξεχάσω και να υποταχτώ κι εγώ και όλοι σαν και μένα. Δεν μπορούν να κατανοήσουν ότι ακόμη και αν ήθελα δεν θα μπορούσα. Κουβαλώ μιαν απόκοσμην γαλανήν θάλασσαν μέσα μου. Κουβαλώ την που τα τέσσερα μου χρόνια. Και κάθε φοράν που πάω τζιαι προσκυνώ την μου τα θυμίζει όλα και μου τα εξιστορεί.

Που τα βάθη της ψυσιής μου λοιπόν Μουσταφά: «Άσσιχτιρ!»

Άσσιχτιρ σε σένα τζιαι στην συναπαρτζιάν σου!

Σόλων Αντάρτης πρόσφυγας, ετών τεσσάρων κατά το σωτήριον έτος της «ειρηνευτικής επιχειρήσεως της Αϊσιέ» solon_antartis@yahoo.com