Wednesday, July 29, 2015

Το ζήτημα της χειραφέτησης

Του Στρατή Ψάλτου*

Στις αρχές του 19ου αιώνα εμφανίστηκε σε χώρες της Ευρώπης και στα κρατίδια της σημερινής Γερμανίας εκ μέρους κοινοτήτων των Εβραίων το αίτημα της Εβραϊκής Χειραφέτησης, δηλαδή της κατάργησης μεροληπτικών νόμων εις βάρος των Εβραίων (μη αναγνώριση υπηκοότητας, απαγόρευση ψήφου κοκ) και απόκτησης ίσων πολιτικών δικαιωμάτων.

Στο αίτημα αυτό τοποθετήθηκε τότε ένας νεαρός Γερμανός συγγραφέας, ο Bruno Bauer, ο οποίος υποστήριξε ότι το αίτημα της χειραφέτησης δεν πρέπει να τίθεται στο όνομα μιας θρησκευτικής ταυτότητας, η οποία ζητάει δημόσια αναγνώριση, αλλά στο όνομα μιας κοινής πολιτικής ταυτότητας. Ο Εβραίος, όπως και ο Χριστιανός, λέει ο Bauer, μπορούν να έχουν μια θρησκευτική ταυτότητα, αλλά αυτή να είναι "καθαρά ιδιωτική υπόθεση". Ως προς το κράτος οφείλουν να ζητήσουν τη χειραφέτησή τους, όχι ως Εβραίοι ή Χριστιανοί, αλλά ως πολίτες. Πίσω από τη θέση του Bauer βρίσκεται μία από τις βασικές παραδοχές του επιχειρήματος του Διαφωτισμού-Μοντερνισμού ότι οι θρησκείες δεν είναι παρά βαθμίδες στην ανάπτυξη του ανθρώπινου πνεύματος, το οποίο μπορεί να χειραφετηθεί και να άρει κάθε αντίθεση από την οποία σπαράσσεται, μόνο όταν βρει τον πραγματικό του εαυτό μέσα στον Λόγο.

Σήμερα, τουλάχιστον εκεί όπου έχουν καταρρεύσει οι αντιλήψεις περί ενός καθολικού Λόγου και κυριαρχούν τα μετα-Μοντέρνα επιχειρήματα, το αίτημα της χειραφέτησης κατανοείται και επιδιώκεται διαφορετικά. Στο όνομα της χειραφέτησης δεν ζητείται πια η θρησκευτική ή η όποια άλλη ταυτότητα να γίνει μια "καθαρά ιδιωτική υπόθεση" σε σχέση με αυτή του πολίτη. Αντιθέτως, η χειραφέτηση έχει το νόημα της δημόσιας προβολής αυτών των διαφορετικών ταυτοτήτων και της εκ μέρους του κράτους ισότιμης αναγνώρισής τους και θεσμοθέτησης των αντίστοιχων δικαιωμάτων.

Απέναντι σε όλα αυτά τα επιχειρήματα περί χειραφέτησης, τόσο τα μοντέρνα όσο και τα μεταμοντέρνα, στέκεται το μεγαλειώδες νεανικό (1844) κείμενο του Karl Marx για το Εβραϊκό Ζήτημα. Σε αυτό ο Marx αναρωτιέται για το ποιες κοινωνικές συνθήκες συνδέονται κάθε φορά με κατανοήσεις της χειραφέτησης, παρόμοιες με αυτή που διατυπώνεται από τον Bauer. Ο Marx αναγνωρίζει ότι αυτές αποτελούν ασφαλώς μία μεγάλη πρόοδο, αλλά δεν αποτελούν τη ριζική μορφή της χειραφέτησης, καθώς ενώ είναι μορφές πολιτικής χειραφέτησης, δεν είναι η "ανθρώπινη χειραφέτηση". Η ανθρώπινη χειραφέτηση μπορεί να συμβεί, λέει ο Marx, μόνο όταν ο άνθρωπος πάψει να ζει μέσα στην αλλοτρίωση του εαυτού του, θαμπωμένος από φαντασιώσεις αυτάρκειας και δύναμης.

Ο Lacan κάνει συχνά αναφορά σε αυτό το κείμενο του Marx και στην έννοιας της αλλοτρίωσης, όπως για παράδειγμα στο 7ο Σεμινάριο (1960) ή στο 11ο Σεμινάριο (1964). Έχοντας υπόψη τη λακανική ορολογία και παραφράζοντας τη διατύπωση του Marx, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ανθρώπινη χειραφέτηση μπορεί να συμβεί, μόνο όταν ο άνθρωπος πάψει να ζει μέσα στην αλλοτρίωση του εαυτού του, θαμπωμένος από φαντασιώσεις παντοδυναμίας, και αναγνωρίσει τον εαυτό του στον τόπο της έλλειψης. Μια αναγνώριση από την οποία είναι δυνατόν να παραχθεί μία εναλλακτική οικονομία τόσο της επιθυμίας όσο και των κοινωνικών σχέσεων. Διαφορετικά, όσο οι άνθρωποι θα ζητούν να χειραφετηθούν σε σχέση με την επιμέρους ταυτότητά τους, "δίχως να χειραφετηθούν οι ίδιοι σαν άνθρωποι", θα συνεχίζουν να διαιωνίζουν και να συμμετέχουν στο παιχνίδι της υποταγής.

*Δρ. Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας

Tuesday, July 28, 2015

Ο Σύριζα ως «καταστρόϊκα»

Του Γιώργου Καραμπελιά

Εν τέλει, ο Γιάννης Βαρουφάκης αποκαλύπτει τον Αλέξη Τσίπρα. Δηλώνει πως, σύμφωνα με εντολή του τελευταίου, από τον περασμένο Δεκέμβριο, προετοίμαζε μυστικό σχέδιο για το πώς θα ελέγξει κρυφά τις καταθέσεις όλων των Ελλήνων έτσι ώστε να μπορεί, μέσα σε μία μέρα, να μετατρέψει το νομισματικό σύστημα της χώρας και να περάσει από το ευρώ στη δραχμή, χωρίς να το γνωρίζουν οι ίδιοι οι πολίτες της χώρας. Παρότι ο Βαρουφάκης διαθέτει πλούσια φαντασία, είναι μυθομανής και διακρίνεται για τις μπαρούφες του (εξ ου και το τόσο ταιριαστό γι’ αυτόν όνομά του, που φαίνεται πως κρατάει από κάποια μακρά οικογενειακή παράδοση), είμαι πεισμένος πως αυτό το σχέδιο ήταν πραγματικό, στο πλαίσιο βέβαια πάντα της συριζαίικης πραγματικότητας.

Το ότι είναι πραγματικό και όχι αποκύημα της φαντασίας του Βαρουφάκη καταδεικνύεται από μία πληθώρα στοιχείων. Πρώτα και κύρια, από το γεγονός ότι η κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός δεν τολμούν να τον διαψεύσουν, ενώ συναρτάται άμεσα με την κήρυξη του δημοψηφίσματος και το κλείσιμο των τραπεζών, ως το προοίμιο για τη μετάβαση στη δραχμή. Μόνο που, την τελευταία στιγμή, ο Τσίπρας, κάτω από ποικίλες πιέσεις τις οποίες έχουμε αναλύσει σε άλλα κείμενα, έκανε πίσω. Αυτό, εξάλλου, υποδηλώνει ο τρόπος που για έξι μήνες δήθεν διαπραγματευόταν η κυβέρνηση, οδηγώντας τα πράγματα στο τελικό αδιέξοδο, στα τέλη Ιουνίου.

Επιπλέον ενδείξεις ή και αποδείξεις για την ύπαρξη αυτού του σχεδίου μας δίνει η μερική του αποκάλυψη από τον πρόεδρο των εφοριακών υπαλλήλων και νυν ανταμειφθέντα με υπουργείο, Τρύφωνα Αλεξιάδη, ο οποίος είχε δηλώσει, σε ανύποπτο χρόνο, την Άνοιξη, πως οι εφορίες θα ήταν δυνατό να αντικαταστήσουν τις τράπεζες, δήλωση την οποία και αμέσως απέσυρε μετά τον σχετικό σάλο που προκάλεσε. Επρόκειτο άραγε για εφαρμογή του σχεδίου Βαρουφάκη, περί παράλληλου τραπεζικού συστήματος; Στην ίδια κατεύθυνση επίσης εντάσσεται το σχέδιο Λαφαζάνη και η δήλωση της Βαλαβάνη, το βράδυ του δημοψηφίσματος, ότι θα ελέγχονται και οι τραπεζικές θυρίδες, καθώς και η απόσυρση μεγάλου χρηματικού ποσού της μητέρας της από το τραπεζικό σύστημα.

Εάν καθίσουμε εκ των υστέρων και καταγράψουμε τα γεγονότα και τις ενδείξεις των προθέσεων αυτής της συμμορίας των δραχμολάγνων της συμφοράς, δεν μπορεί να μείνει καμία αμφιβολία για το ότι το σχέδιο αυτό είχε τεθεί σε εφαρμογή· τα ΑΦΜ όλων μας είχαν περάσει κάτω από τον έλεγχο των Τσίπρα-Βαρουφάκη και φτάσαμε στο παρά ένα για την ολοκλήρωση του σχεδίου.

Και, προφανώς, η βασική απόδειξη της συνενοχής παραμένει το βασικό στοιχείο που αναφέραμε, η έλλειψη διάψευσης από την κυβέρνηση καθώς και η παραμονή του Βαρουφάκη μέχρι σήμερα στην κοινοβουλευτική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ. Όλα αυτά υποδηλώνουν πως φοβούνται ότι ο Βαρουφάκης έχει καταγεγραμμένα, με τον ένα ή άλλο τρόπο, τα στοιχεία αυτής της συνωμοσίας και γι’ αυτό άλλωστε τα κυκλοφορεί ο ίδιος, σε μια μορφή ανοικτής πρόκλησης προς τον Τσίπρα. Τώρα, εξάλλου, μπορούμε να κατανοήσουμε το νόημα της δήλωσής του, πως είχε καταγράψει όλες τις συνομιλίες στο Eurogroup της Ρίγας. Επρόκειτο για μία έμμεση απειλή προς τον πρωθυπουργό να μη θελήσει ποτέ να τον διαψεύσει διότι αυτός καταγράφει τα πάντα. Διαφορετικά, μια τέτοια δήλωση, όπως καταλαβαίνουμε, δεν είχε νόημα, στον βαθμό που ξεσήκωσε όλους τους υπουργούς Οικονομικών εναντίον του. Άρα είχε πραγματοποιηθεί για εσωτερική κατανάλωση.

Το σκανδαλώδες σε όλη αυτή την ιστορία είναι πως οι πάντες, ο Τύπος, η δικαιοσύνη, οι τηλεοπτικοί σταθμοί, τα κόμματα της αντιπολίτευσης παριστάνουν πως δεν καταλαβαίνουν ότι το πρόβλημα δεν αφορά τον «διαταραγμένο» Βαρουφάκη, αλλά κατ’ εξοχήν τον ίδιο τον Τσίπρα. Αυτός, όπως έχουμε τονίσει τόσες και τόσες φορές, έπαιζε από την αρχή ένα διπλό, τουλάχιστον, παιχνίδι. Από τη μία πλευρά προσπαθούσε να καθησυχάσει το «σύστημα», εγχώριο και διεθνές –επιλογή Παυλόπουλου, αγκαλιές με τη Μέρκελ, επιλογή Πανούση στο υπουργείο Προστασίας του Πολίτη–, και από την άλλη προετοίμαζε την πιθανότητα μίας «ρήξης», εξ ου και η επιλογή Βαρουφάκη για το υπουργείο Οικονομικών και η προετοιμαζόμενη από τον Δεκέμβριο του ’14 συνομωσία, η επιλογή της Ζωής Κωνσταντοπούλου για την Προεδρία της Βουλής, και οι συνακόλουθες «επιτροπές αλήθειας», η τοποθέτηση Λαφαζάνη στο υπουργείο Ενέργειας, ως δίαυλο των επαφών με τους Ρώσους. Και η μόνη σταθερά και στις δύο αυτές εκδοχές παρέμενε η στήριξη στο φιλο-αμερικάνικο λόμπι (Κοτζιάς, Καμμένος, Αναγνωστοπούλου κ.λπ.).

Το οικονομικό κόστος της «καταστρόικα»

Αυτή η εξάμηνη συνομωσία είχε ένα τεράστιο κόστος.

Κόστος οικονομικό: 40 δισεκατομμύρια μείωση καταθέσεων, 20 δισεκατομμύρια πτώση της χρηματιστηριακής αξίας των Τραπεζών και έξοδος μετόχων, ήρθαν να αποτελειώσουν το ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Ένα τραπεζικό σύστημα που, πέντε χρόνια πριν, ήταν το ισχυρότερο των Βαλκανίων, με 220 δισεκατομμύρια καταθέσεις και παρουσία σε όλες τις βαλκανικές χώρες, αποσυντέθηκε μάλλον οριστικά κατά τους τελευταίους έξι μήνες, έτσι ώστε να το αγοράσουν οι καραδοκούντες, Γερμανοί και Γάλλοι κυρίως, ενώ παράλληλα οι γερμανικές Τράπεζες θα υποκαταστήσουν πλήρως τις ελληνικές στα Βαλκάνια. Έτσι, το μόνο όπλο που διέθετε η Ελλάδα για να προωθήσει μία προσέγγιση των οικονομιών των βαλκανικών χωρών που ήταν οι Τράπεζές της, ετέθη νοκ άουτ. Κάτω οι τραπεζίτες, ζήτω οι «συμμορίτες της δραχμής». Εξάλλου, όπως τονίζει ο Γιάννης Μηλιός και οι αντιεξουσιαστές antifa βορείων προαστίων, οι Έλληνες είναι οι «ιμπεριαλιστές των Βαλκανίων» και το κλείσιμο των ελληνικών τραπεζών από τον Βαρουφάκη αποτελεί αντιιμπεριαλιστική πράξη· V ως vendetta.

Το κόστος της εξάμηνης οικονομικής διαχείρισης, εκτός από τις Τράπεζες, ήταν τεράστιο για όλους τους παραγωγικούς τομείς (πρόβλεψη για μείωση 3% του ΑΕΠ έναντι ανόδου 2,5%, περίπου, 8-10 δισεκατομμύρια ευρώ μείωση. Πράγμα που μεταφράζεται σε πτώση των εξαγωγών, μείωση της βιομηχανικής παραγωγής και στασιμότητα ακόμα και του τουρισμού, που προβλεπόταν να έχει πάρα πολύ μεγάλη άνοδο, λόγω της κρίσης στη Β. Αφρική και την Τουρκία. Αυξήθηκαν κατά 2 με 3 δισεκατομμύρια ευρώ οι οφειλές του κράτους προς τους ιδιώτες, ενώ κατέρρευσαν τα έσοδα του δημοσίου, τους πρώτους εφτά μήνες, κατά 2 με 3 δισεκατομμύρια. Συνέπεια όλων αυτών είναι η επιδείνωση της κατάστασης στα νοσοκομεία, όπου οι κρατικές επιχορηγήσεις μειώθηκαν δραματικά (πάνω από 80%), ενώ η ανεργία άρχισε και πάλι να ανεβαίνει μετά τη μικρή πτώση που είχε σημειώσει την προηγούμενη περίοδο. Το δε κλείσιμο των Τραπεζών και ο έλεγχος κεφαλαίων έχει ένα κόστος στο σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας που υπολογίζεται, σε καθημερινή βάση, από το ελάχιστο των 300 εκατομμυρίων έως 1 δισεκατομμύριο ευρώ. Και δεδομένου ότι επλήγη ανεπανόρθωτα η εμπιστοσύνη στο τραπεζικό σύστημα, ακόμα και όταν –και αν–, μετά από αρκετούς μήνες. αρθούν οι έλεγχοι, για χρόνια, οι Έλληνες θα συνεχίσουν να καταθέτουν τις αποταμιεύσεις τους ή τα κεφάλαιά τους στο εξωτερικό, μη έχοντας εμπιστοσύνη στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα.

Ο κατάλογος θα μπορούσε να είναι χωρίς τέλος ενώ, τώρα, έρχεται ο μεγάλος λογαριασμός των προαπαιτούμενων του παλαιού μνημονίου, το κόστος του οποίου εκτινάχθηκε στα 8 με 9 δισεκατομμύρια ευρώ, από τα 2 δις τα οποία ζητούσαν μέχρι τον Φεβρουάριο οι δανειστές. Το καταστροφικό κόστος της διαχείρισης Βρουφάκη-Τσίπρα, στην πραγματικότητα, βρίσκεται στα 100 δισεκατομμύρια (οι υπολογισμοί κυμαίνονται από το ελάχιστο των 60 δισεκατομμυρίων στο μέγιστο των 200 δισ). Κατά την αμέσως επόμενη περίοδο, αυτό το κόστος θα αρχίσει να μετακυλίεται με δραματικό τρόπο και σε όσους Έλληνες δεν είχαν πληγεί ιδιαίτερα μέχρι τώρα και αποτελούν συχνά τους χαζοχαρούμενους χειροκροτητές του κυρίου Τσίπρα – διότι όλοι όσοι εργάζονται στον ιδιωτικό τομέα έχουν ήδη γευθεί τα αγαθά της αριστερής διακυβέρνησης. Οι συνέπειες της κατάρρευσης, τους επόμενους μήνες, θα επεκταθούν δραματικά στο σύνολο των Ελλήνων – με την εξαίρεση βεβαίως μερικών χιλιάδων Συριζαίων, οι οποίοι διορίστηκαν σε υπουργεία, γ. γραμματείες κ.λπ, και αποτελούν τη μόνη πραγματική κοινωνική βάση της κυβέρνησης. Διότι η καταβαράθρωση της οικονομικής δραστηριότητας και των Τραπεζών οδηγεί ήδη σε αύξηση των φόρων – έμμεσων (ΦΠΑ) και άμεσων (φορολογικές δηλώσεις, ΕΝΦΙΑ κ.λπ)–, καθώς και σε μείωση των συντάξεων και των μισθών του δημοσίου. Οι εκπαιδευτικοί, που στήριξαν τόσο σθεναρά την κυβέρνηση, θα πληγούν όχι μόνο στο εισόδημά τους αλλά, όπως ήδη ανακοινώνεται, με την αύξηση των ωρών εργασίας τους, εξαιτίας της έλλειψης εκπαιδευτικών και της αδυναμίας προσλήψεων.

Όμως, η καταστροφική παρουσία των κυβερνώντων δεν περιορίστηκε στην οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα, όπου τα μόνα τους επιτεύγματα είναι η διόγκωση των μεταναστευτικών ρευμάτων και η ψήφιση του εθνοκτόνου νόμου για την ιθαγένεια, αλλά προκάλεσαν και μια τεράστια υποβάθμιση της γεωπολιτικής θέσης και των δυνατοτήτων της χώρας.

Το γεωπολιτικό κόστος

Κατ’ αρχάς, προφανώς, μόνο και μόνο η γεωπολιτική υποβάθμιση, εξαιτίας της επιδείνωσης της οικονομικής κρίσης, θα ήταν αρκετή. Το γεγονός των συνεπειών της στα Βαλκάνια, και όχι μόνο, εξαιτίας της κατάρρευσης των ελληνικών Τραπεζών, είναι προφανής: ο Έντι Ράμα στην Αλβανία αναθεώρησε ήδη τις αποφάσεις για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ, και προβάλλει, ανενδοίαστα, σενάρια μεγάλης Αλβανίας. Η βουλγαρική κυβέρνηση στράφηκε ενάντια στην Ελλάδα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τα Σκόπια επιμένουν στη μακεδονική τους εμμονή, ενώ η Τουρκία εμφανίζεται διατεθειμένη να μας βοηθήσει στην… αποπληρωμή των δανείων μας! Η Κύπρος βρίσκεται μπροστά σε ένα νέο σχέδιο Ανάν και συνεχίζει να απομακρύνεται από την Ελλάδα, με την αμέριστη συμπαράσταση του υπουργείου Εξωτερικών και της Σίας Αναγνωστοπούλου.

Το γεγονός αυτό καθεαυτό, το ότι, δηλαδή, η Γερμανία και άλλες χώρες της ευρωζώνης έθεσαν ανοικτά ζήτημα εξώσεως της Ελλάδας από αυτή, αποτελεί ένα αρνητικό προηγούμενο τεράστιας σημασίας. Η χώρα μας αντιμετωπίζεται διακηρυγμένα ως ο παρίας της ευρωζώνης. Η σχέση μας με τη Ρωσία επλήγη από τις παλινωδίες υπουργών και πρωθυπουργού, ενώ έγινε περισσότερο υποτελής η σχέση με τις ΗΠΑ. Το εξάμηνο της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ οδήγησε σε γεωπολιτική υποβάθμιση τη χώρα, η αμυντική μας ικανότητα περιορίζεται και άλλο, με τις περικοπές των αμυντικών δαπανών των νέων μνημονίων. Ποτέ άλλοτε στην πρόσφατη ιστορία δεν υπήρξαν τόσο περιφρονητικές δηλώσεις για την Ελλάδα από κυβερνήσεις (Ραχόι, Κάμερον, Βέλγιο, Σλοβακία, Φιλανδία κ.ά.) όσες αυτό το εξάμηνο, ιδιαίτερα τους δύο τελευταίους μήνες. Ακόμα και με τους παραδοσιακούς φίλους του ΣΥΡΙΖΑ, τους Ποδέμος, οι σχέσεις έγιναν πολύ πιο ψυχρές και η Ελλάδα αντιμετωπίζεται από αυτούς και από την Ιρλανδία ως ο επικίνδυνος, μπατιριμένος και αναξιόπιστος συγγενής που πρέπει να αποφεύγεται. Αντί για ενίσχυση των συμμαχιών, είχαμε απώλεια ακόμα και των παραδοσιακών. Και το γεγονός ότι πάρα πολλοί άνθρωποι στην Ευρώπη συμπαραστέκονται στην Ελλάδα, ως θύμα της γερμανικής πολιτικής, και της επιθυμίας της για έξωσή μας από την ευρωζώνη, δεν μπορεί να αντικαταστήσει τις τεράστιες ζημιές που προκλήθηκαν. Όταν μάλιστα οι παλινωδίες της κυβέρνησης Τσίπρα και η υποχώρησή της στους εκβιασμούς των Γερμανών άφησε ξεκρέμαστους όλους εκείνους που είχαν θελήσει να μας στηρίξουν την προηγούμενη περίοδο.

Η «ρεβάνς» για τη Βάρκιζα!

Αλλά, εκτός από την οικονομία και τη γεωπολιτική θέση της χώρας, η «κυβερνώσα αριστερά» των Τσίπρα, Βαρουφάκη, Κωνσταντοπούλου, Λαφαζάνη, Φλαμπουράρη και Σίας, κινδυνεύει να καταστρέψει για πολλά χρόνια και τις ίδιες τις αξίες του δημοκρατικού αντιμνημονιακού κινήματος. Κατ’ αρχάς, με την εσπευσμένη άνοδό του στην εξουσία, και τις καταστροφές που προκάλεσε, κατέστρεψε το αντιμνημονιακό κίνημα, μεταβάλλοντάς το σε υποπόδιο του 3ου μνημονίου. Έτσι, γελοιοποίησαν την έννοια του αντιμνημονιακού χώρου, και στο μόνο που μπορούν να ελπίζουν πλέον είναι πως, επειδή αυτός ο τεράστιος όγκος χρεών δεν είναι εξυπηρετήσιμος, θα υποχρεωθούν οι δανειστές να προσφέρουν μία επιμήκυνση του χρέους και μια μείωση των επιτοκίων. Παράλληλα, επειδή η αριστερή διακυβέρνηση θα έχει αποδειχθεί η χειρότερη διακυβέρνηση στη νεότερη ιστορία της χώρας, θα προκαλέσουν μια κυριολεκτική ιδεολογική αντεπανάσταση, όπου οι αξίες του ανταγωνισμού, του νεο-φιλελευθερισμού, της ελαστικοποίησης της εργασίας, των γενικευμένων ιδιωτικοποιήσεων, της άρνησης κάθε κοινωνικής αλληλεγγύης, θα μεταβληθούν σε κυρίαρχες για πολλά χρόνια. Ό,τι συνέβη στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού μετά την κατάρρευσή του, θα κατορθώσουν να το επιτύχουν οι μεταμοντέρνοι αριστεροί του ΣΥΡΙΖΑ, μέσα σε ελάχιστο χρόνο, παίρνοντας αυτοί τη «ρεβάνς» της Βάρκιζας. Οι αξίες της δεξιάς, που τόσο εξορκίζουν, θα καταστούν κυρίαρχες, μετά τη σύντομη διακυβέρνηση της ασυδοσίας τους.

Αν αυτές οι καταστροφές προκαλούνταν από οποιαδήποτε άλλη κυβέρνηση, θα είχαν ξεσηκωθεί και οι πέτρες. Και, πιθανώς, οι υπουργοί θα είχαν διαφύγει με ελικόπτερα. Και όμως, για την ώρα, οι Έλληνες δείχνουν μια απίστευτη ανοχή και μάλιστα εξακολουθούν σε όλες τις δημοσκοπήσεις να υποστηρίζουν τον Τσίπρα ως τη μόνη εναλλακτική λύση. Αυτό βέβαια έχει να κάνει με δύο παράγοντες. Πρώτον, τη βαθιά κρίση του πολιτικού συστήματος – τόσο των μνημονιακών κομμάτων, όσο και της Χ.Α., που έχει κυριολεκτικώς λουφάξει· δεύτερον, με το ότι οι Έλληνες τρομοκρατήθηκαν τόσο πολύ από την προοπτική μιας ολοκληρωτικής πτώχευσης, ώστε στηρίζουν τον πρωθυπουργό, όποιος κι αν είναι αυτός, για να αποφύγουν τα χειρότερα.

Όμως, αποφασιστικό ρόλο διαδραματίζει και η συντριπτική ηγεμονία της αριστεράς στον χώρο της διανόησης, των ΜΜΕ, των πανεπιστημίων, του συνδικαλισμού, του καλλιτεχνικού κόσμου. Δεν πρέπει να ξεχνάμε δε και τον φόβο των ιδιοκτητών των ΜΜΕ, από τις απειλές για αφαίρεση των αδειών, για υποχρέωση να καταβάλουν τα θαλασσοδάνεια, τους φόρους και τις ασφαλιστικές εισφορές που οφείλουν. Γι’ αυτό και όλο το σύστημα προσπαθεί να μεταβάλει τον Βαρουφάκη, τη Ζωή Κωνσταντοπούλου και τον Λαφαζάνη στους αποδιοπομπαίους τράγους της κατάρρευσης και να προφυλάξουν τον Τσίπρα, ώστε «να ολοκληρώσει τη δουλειά» και να στραφεί οριστικά ενάντια στους παλαιούς δραχμικούς του συμμάχους.

Εξάλλου, είναι πολύ αστεία, και ταυτόχρονα κυριολεκτικώς άσεμνη, η μόνιμη αναφορά δημοσιογράφων, διανοουμένων και δημοσιολογούντων στην Αριστερά και το «ήθος» της, αδιαφορώντας παντελώς για τις συνέπειες της διακυβέρνησής της στην οικονομία και στους ανθρώπους της χώρας. Χαρακτηριστική είναι η συζήτηση που διεξάγεται ανάμεσα στους οπαδούς της εμμονής στο όχι και τους υποστηρικτές της γραμμής του πρωθυπουργού. Οι μεν πρώτοι επιμένουν πως η κυβέρνηση πρόδωσε το όχι του λαού στο δημοψήφισμα, οι δε κυβερνητικοί ισχυρίζονται ότι αποτελούν τη μόνη δυνατότητα διατήρησης της Αριστεράς στην εξουσία, και ότι, μόνο και μόνο γι’ αυτό, θα πρέπει να στηριχθούν παρά τις «κωλοτούμπες» τους. Η συζήτηση δηλαδή, μεταξύ των διαφορετικών πτερύγων της αριστεράς, δεν διεξάγεται με αναφορά στην πραγματική κοινωνία και τους πραγματικούς ανθρώπους, αλλά με το πόσο «συνεπείς αριστεροί» είναι οι μεν και οι δε. Μια αριστερά, η οποία έχει αποκοπεί από την πραγματική κοινωνία εδώ και δεκαετίες, από τότε δηλαδή που κατέρρευσε ο υπαρκτός σοσιαλισμός, και η οποία, στις συνθήκες της κρίσης του συστήματος, βρέθηκε στην εξουσία, καταδεικνύει με αυτή τη σουρεαλιστική συζήτηση τον βαθύτατα παρασιτικό και αναχρονιστικό χαρακτήρα της. Δεν έχει καμία σημασία εάν κατεστράφη η οικονομία της χώρας, εάν περισσότεροι νέοι θα μείνουν άνεργοι και θα μεταναστεύσουν στο εξωτερικό, εάν υποστούμε δεινές συρρικνώσεις στα εθνικά θέματα, από την Κύπρο έως τα Σκόπια, όχι! Το μόνο ζήτημα που τους ενδιαφέρει είναι η αντιστοιχία της πραγματικότητας με τα «ιδανικά της αριστεράς» και όχι, αντίθετα, η σχέση της αριστεράς με την πραγματικότητα.

Πρόκειται για ένα τεράστιο ιδεολογικό και πολιτικό παράδοξο: επειδή η ηττημένη Αριστερά του Εμφυλίου δεν ανήλθε ποτέ «αυτοπροσώπως» στην εξουσία –μόνο, εμμέσως, μέσω του Ανδρέα–, η ιδεολογία της δεν είχε ηττηθεί ολοκληρωτικά στο εσωτερικό της χώρας, είχε ηττηθεί απλώς στρατιωτικά, και μάλιστα εξαιτίας της επέμβασης των ξένων. Με τον ΣΥΡΙΖΑ, και στις συνθήκες κατάρρευσης του πολιτικού κόσμου, εξ αιτίας των μνημονίων, της δόθηκε η ευκαιρία να πάρει τη «ρεβάνς» τόσο μεταχρονολογημένα, και εκτός τόπου και χρόνου, ώστε η άνοδός της πήρε τη μορφή μεταμοντέρνας καρικατούρας, όπου συμφύρονται πολλαπλές φιγούρες της διαδρομής της Αριστεράς. Ο Μανόλης Γλέζος εκπροσωπεί τη γενιά της Αντίστασης και του εμφυλίου, ο Λαφαζάνης τους κνίτες της δικτατορίας, ο Φλαμπουράρης και ο Στέλιος Παπάς το ΚΚΕ εσωτ., ο Βαρουφάκης, ο Λαπαβίτσας και ο Τσακαλώτος, τους «ριζοσπάστες» πανεπιστημιακούς του αγγλοσαξονικού χώρου, παντελώς άσχετους με την πραγματικότητα, και ο «Αλέξης», ο «Γαβριήλ», η «Ζωή», τη χαβιαροαριστερά της σύμφυσης Κολωνακίου –Εξαρχείων. Γι’ αυτό και μοιάζουν τόσο παράταιρα και ψεύτικα τα βαριά «ταξικά» και εμφυλιοπολεμικά συνθήματα που χρησιμοποιούν, προπαντός όταν ακούγονται από το στόμα της… Ζωής Κωνσταντοπούλου. Όμως το μεταμοντέρνο kitsch της Αριστεράς δεν μοιάζει πλέον να ενοχλεί κανέναν και θα πρέπει να ανέλθει ως «καταστρόικα» στην εξουσία για να νομιμοποιήσει και ιδεολογικά, εξήντα πέντε χρόνια μετά, τους… στρατιωτικούς νικητές του εμφυλίου!

Καιρός να φεύγουν

Δηλαδή, η άνοδός τους στην εξουσία, απεδείχθη καταστροφική και στα τρία επίπεδα. Σε εκείνο της πραγματικής οικονομίας και κοινωνίας, σε εκείνο της γεωπολιτικής ισχύος και θέσης της χώρας και, τέλος, στο ίδιο το ιδεολογικό πεδίο, όπου κινδυνεύει το πρώτη φορά αριστερά να γίνει, ποτέ άλλοτε αριστερά και πάντα δεξιά.

Και για να λάβουν τέλος οι αρνητικές συνέπειες της ανόδου τους στην εξουσία, ένα και μόνο δρόμο θα είχαν.Να την εγκαταλείψουν πάραυτα και να αφήσουν την εξουσία σε κάποια κυβέρνηση «τεχνοκρατών» ή «ειδικού σκοπού» για να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά. Διότι, η επιμονή τους να παραμείνουν μόνο αρνητικές συνέπειες θα έχει για τη χώρα. Ήδη, με το δημοψήφισμα οδήγησαν στο κλείσιμο των Τραπεζών και υποχρεώθηκαν να υπογράψουν την πιο ταπεινωτική συμφωνία για νέο μνημόνιο. Εάν επιμείνουν να διατηρήσουν την εξουσία, είτε μέσα από νέες εκλογές είτε με την παραμονή τους ως κυβέρνηση μειοψηφίας –επειδή προφανώς δεν θέλουν με τίποτα να εγκαταλείψουν τις καρέκλες τους–, κινδυνεύουν είτε να οδηγήσουν τη χώρα στην ολοκληρωτική κατάρρευση, επαναφέροντας τα σενάρια του grexit, είτε να χρεωθούν αυτοί, και μαζί τους οι «αγανακτισμένοι», τις δραματικές συνέπειες του μνημονίου που θα υπογράψουν.

Και επειδή οι ίδιοι δεν δείχνουν διατεθειμένοι να κάνουν τις μόνες κινήσεις που επιβάλλουν οι περιστάσεις, για να θεραπεύσουν κατά το δυνατόν τις πληγές που προκάλεσαν, ως εξουσιομανείς και σπιθαμιαίοι, δεν είναι άραγε καιρός όλοι εκείνοι οι διανοούμενοι, οι «πατριώτες της αριστεράς», οι «αναλυτές», οι «φιλόσοφοι», όλοι εκείνοι που συνεχίζουν ασύγγνωστα να τους υποστηρίζουν κα να λιβανίζουν τον «Αλέξη», να αναλογιστούν τις ευθύνες τους; Προτιμούν να επιμένουν στις φαντασιώσεις τους, να αρνούνται την αναγνώριση των σφαλμάτων τους, και όχι, όπως αρμόζει σε όσους θέτουν το συμφέρον της πατρίδας πάνω απ’ όλα, να ανακρούσουν πρύμναν έστω την ύστατη στιγμή, και να καταδείξουν στον ατάλαντο νεαρό πως είναι καιρός να εγκαταλείψει το προσκήνιο, διότι η παραμονή του θα επιφέρει ακόμα περισσότερες συμφορές;

Αν θέλουν και μπορούν να ξεφύγουν από τη μεταπολιτευτική παρακμή, που τους έφθειρε, μία πράξη έχουν να κάνουν. Να αναγνωρίσουν, με μια βαθύτατη αυτοκριτική, πως πήραν λάθος τη ζωή τους. Άλλοι από αυτούς, οι περισσότεροι, στο παρελθόν, υποστήριξαν τον Ανδρέα Παπανδρέου και το ΠΑΣΟΚ, άλλοι περιπλανήθηκαν στα αδιέξοδα μονοπάτια του ΚΚΕ ή του αριστερισμού, σχεδόν όλοι εφθάρησαν μέσα από θέσεις, καριέρες, ευρωπαϊκά προγράμματα και κοινωνικές αταβιστικές συμπεριφορές. Μπορούν, σήμερα τουλάχιστον, να σιωπήσουν; Να παύσουν να συνεργούν στην καταστροφή της χώρας τους; Αύριο θα είναι πολύ αργά. Διότι θα έχουν συμβάλει, με τη συμμετοχή και τη συναίνεσή τους, στην καταστροφή της χώρας τους και στο χαντάκωμα των ιδεωδών τα οποία υποτίθεται ότι υπηρετούν.

Αν δεν φύγουν σήμερα, θα φύγουν αύριο με πολύ μεγαλύτερο κόστος. Δεν υπάρχει η δυνατότητα, όπως νομίζουν πολλοί από τους υποστηρικτές τους, να μείνουν επί μακρόν στην εξουσία. Τα κάψανε τα καράβια τους. Με το ρεσάλτο της 25ης Ιανουαρίου, με τους Βαρουφάκηδες και τους Καμμένους, με την Κωνσταντοπούλου, τη Χριστοδουλοπούλου, με την Αναγνωστοπούλου και τον Χαϊκάλη. Δεν υπάρχει δυνατότητα να ξαναπαιχτεί το παιχνίδι ενός ανανεωμένου ΠΑΣΟΚ. Δεν υπάρχει ούτε ο χρόνος ούτε το χρήμα, ούτε η γεωπολιτική συγκυρία. Το τέλος είναι προδιαγεγραμμένο. Ας φροντίσουν να μειώσουν τη ζημιά για τη χώρα και για τους ίδιους.

Υ. Γ. Και για να μη μένουμε μόνο στο δράμα, ας δούμε και την κωμική πλευρά του θέματος. Εμείς οι παλαιότεροι έχουμε παρακολουθήσει στις οθόνες μια σειρά έργων του Μάριο Μονιτσέλι με κεντρικό ήρωα τον Μπρανκαλεόνε, που τον έπαιζε υπέροχα ο Βιττόριο Γκάσμαν. Ο Μπρανκαλεόνε, ένας ιππότης της ελεεινής μορφής, την εποχή των Σταυροφοριών, συγκροτεί μια στρατιά από κουτσούς, τυφλούς, ζητιάνους κ.λπ. και αναλαμβάνει να τους οδηγήσει στους Αγίους Τόπους. Επιβιβάζονται σε ένα καΐκι και, όταν αποβιβάζονται, ανακαλύπτουν πως το μόνο που είχαν επιτύχει ήταν να αποβιβαστούν μερικά χιλιόμετρα πιο κάτω από το μέρος στο οποίο είχαν επιβιβαστεί! Το όνειρο των Αγίων Τόπων έμεινε άπιαστο όνειρο…

Monday, July 20, 2015

Στη σκιά των φαντασιώσεων

Του Στρατή Ψάλτου*

Καθώς η νέα συμφωνία - πρόγραμμα έχει πια υπογραφεί, ίσως είναι κατάλληλη η στιγμή για μια σειρά από παρατηρήσεις προς την κατεύθυνση της κατανόησης της πορείας των πραγμάτων που οδήγησαν σε αυτή.

Η ελληνική κοινωνία φαίνεται να βρίσκεται στη σκιά μιας σειράς φαντασιώσεων. Για παράδειγμα, είναι επιρρεπής στο να πιστεύει ότι θα υπάρχουν δανειστές που θα της χαρίζουν τα χρέη και θα καλύπτουν τα ελλείμματα μιας παρασιτικής λειτουργίας. Επίσης, είναι επιρρεπής στο να κατανοεί αυτή τη φαντασίωση ως "αντίσταση".

Η πολιτική ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ ανήλθε στην εξουσία, εκμεταλλευόμενη αυτές τις φαντασιώσεις και πλασάροντας το αφήγημα μιας τέτοιου είδους "αντίστασης", το οποίο ικανοποιούσε και τις δικές της ναρκισσιστικές φαντασιώσεις, σε μία κοινωνία που δεν δυσκολεύτηκε να το καταναλώσει.

Όταν τα πράγματα έφθασαν στο χείλος της άτακτης χρεοκοπίας, αποδείχθηκε ότι δεν υπήρχε προαποφασισμένο σχέδιο για τη δραχμή, τουλάχιστον από την πλειονότητα της ηγετικής ομάδας. Αν αυτή η πλειονότητα είχε τέτοιο σχέδιο, τότε ύστερα από τη επικράτηση του ΟΧΙ και τους πιεστικούς όρους της νέας συμφωνίας, αυτό θα μπορούσε να μπει στην τελική ευθεία της εφαρμογής του.

Ταυτόχρονα, οι εμμονές της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν τόσο ισχυρές, ώστε να μην αντιληφθεί τον κίνδυνο. Διχάζοντας έντονα την κοινωνία, πραγματοποίησε ένα δημοψήφισμα. Ενώ υποστήριζε το ΟΧΙ, ενδόμυχα ήθελε την επικράτηση του ΝΑΙ, ώστε να μπορέσει να βρει μία δικαιολογία να υπογράψει τη συμφωνία και να διαφύγει ανώδυνα. Αυτό φαίνεται και από τις αποκαλύψεις του πρώην υπουργού Οικονομικών για το κλίμα που επικρατούσε στο Μέγαρο Μαξίμου το βράδυ του δημοψηφίσματος. Με την επικράτηση του ΟΧΙ η κίνηση του δημοψηφίσματος κατέληξε να γίνει μπούμερανγκ.

Μέσα σε λίγες ώρες μετά το ηρωικό ΟΧΙ η πολιτική ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ έφθασε να εκλιπαρεί για νέα δανεικά και να είναι έτοιμη να υπογράψει πράγματα πολύ πιο πιεστικά από αυτά που είχε καταγγείλει ως υποταγή. Τελικώς, τα υπέγραψε. Τώρα έχει να διαχειριστεί τον πληγωμένο ναρκισσισμό των στελεχών και την απογοήτευση μιας κοινωνίας, που λίγες ημέρες πριν με τους χειρισμούς του ΣΥΡΙΖΑ είχε οδηγηθεί στο ζενίθ των φαντασιώσεων της λεγόμενης "αντίστασης".

Είναι φανερό ότι με την υπογραφή της συμφωνίας τα προβλήματα παραμένουν. Το χρέος, όπως ομολογείται σχεδόν από όλους, με οικονομικά αντικειμενικούς όρους δεν είναι βιώσιμο και θα ρίχνει συνέχεια τη σκιά του πάνω στον προϋπολογισμό με τη μορφή τόκων και χρεολυσίων, τα οποία θα αθροίζονται στα έξοδα και θα συντηρούν τα ελλείμματα. Ευτυχώς, στη συμφωνία γίνεται λόγος για μία μελλοντική αναδιάρθρωσή του.

Ωστόσο, ακόμη και αυτό αν συμβεί, το ζητούμενο για την ελληνική κοινωνία είναι πώς θα αυτή θα μπορέσει να ακολουθήσει έναν δρόμο διαφορετικής οργάνωσης των κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων: είτε μιας κοινωνικά δίκαιης και μη παρασιτικής οργάνωσης εντός του ευρώ είτε μιας εναλλακτικής και βιώσιμης οργάνωσης εκτός του ευρώ. Στο πολιτικό σκηνικό δεν φαίνεται να υπάρχει αυτή τη στιγμή κάποια πολιτική δύναμη που να μπορεί με αξιοπιστία να ανταποκριθεί σε αυτό το αίτημα. Από τις δηλώσεις του Αλέξη Τσίπρα μετά τη συμφωνία φάνηκε ότι ο ίδιος, παρά τις αναπόφευκτες ακόμη αντιφάσεις του, έχει πια αρχίσει να συνειδητοποιεί κάπως την ύπαρξη του αιτήματος. Ωστόσο, τα εμπόδια που υπάρχουν τόσο μέσα στον πολιτικό κόσμο και το κόμμα του όσο και, κυρίως, μέσα στην ελληνική κοινωνία, είναι πολλά. Κατά πόσο ο Αλέξης Τσίπρας είναι αποφασισμένος και μπορεί να τα υπερβεί, ανταποκρινόμενος στο αίτημα μιας διαφορετικής οργάνωσης και λειτουργίας της ελληνικής κοινωνίας; Μόνο η πορεία των πραγμάτων θα δείξει κατά πόσο οι φαντασιώσεις θα συνεχίσουν να στοιχειώνουν την ελληνική κοινωνική και πολιτική ζωή ή αν θα μπορέσουν να γίνουν λίγα βήματα πέρα από τη σκιά τους.

*Δρ. Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας

Wednesday, July 15, 2015

Déjà vu

Του Παντελή Μήτσιου

Ζω την πραγματικότητα του 2010, που έζησα ξανά το 11, το 12, το 13. Οι ίδιες συζητήσεις από την αρχή, για την ανάγκη μεταρρυθμίσεων, για εξορθολογισμό των δαπανών, για αλλαγές με πρόσημα, χωρίς πρόσημα, μνημόνια, αντιμνημόνα, φόρους λιγότερους, φόρους περισσότερους, επενδύσεις, συνείδηση, ανάπτυξη, δαιμόνια καινά και λόγια κενά και φανατισμό. Πολύ φανατισμό.

Φταίνε. Οι ξένοι, οι κακοί, οι ντόπιοι, οι άλλοι. Κυρίως και πάντα οι άλλοι. Τα κόμματα - εκτός του δικού μας, τα Μέσα και τα μέσα, ο λαός γιατί 'ναι μαραζιάρης.

Όμως, αυτός ο λαός είμαστε, αυτά τα κόμματα έχουμε ή μπορούμε να φτιάξουμε, αυτοί είναι οι άλλοι, αυτοί είμαστε εμείς - άσχετα ποιος κάθεται στη θέση του άλλου και του εμείς. ΑΥΤΟ είναι. Μ' αυτό θα χτίσουμε, μ' αυτό θα πορευτούμε, σε αυτό θα εφαρμόσουμε τις πολιτικές. Δεν αλλάζεις το σώμα όταν το κοστούμι δεν ταιριάζει. Αν δεν μπορείς να αλλάξεις κοστούμι, βολεύεσαι με αυτό, αλλιώς βγαίνεις γυμνός στο δρόμο.

Έχουμε νομίζω μια τελευταία ευκαιρία να κάνουμε κάτι. Μια τελευταία ευκαιρία να μην κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας. Μπορούμε να την αρπάξουμε και να προσπαθήσουμε να φτιάξουμε έναν νέο εθνικό βατήρα εκκίνησης ή μπορούμε να αρχίσουμε από την αρχή το παιχνίδι των ευθυνών, να επιδιώξουμε άλλους συνδυασμούς ή άλλους πολιτικούς και να ελπίζουμε ότι "θα μάθουμε" ύστερα από 30 χρόνια και να επιχειρήσουμε να σκαρφαλώσουμε στην επιφάνεια από τον βαθύ γκρεμό στον οποίο θα έχουμε πέσει.

Η επιλογή είναι δική μας.

Saturday, July 4, 2015

Ας γίνουμε εστία ειρήνευσης

Του π. Βασίλειου Θερμού

Φίλες και φίλοι, Καθώς πλησιάζει η ώρα κατά την οποία θα ρίξουμε στην κάλπη την προτίμηση μας, σκέφθηκα να μοιραστώ μαζί σας λίγες σκέψεις. Ο λαός μας ρέπει ανέκαθεν προς τις παθιασμένες προτιμήσεις και προς διχαστικές καταστάσεις. Επί της διαμάχης βενιζελικών-βασιλικών διχάστηκαν οικογένειες, χάλασαν γάμοι, γεννήθηκαν μίση που κράτησαν επί δεκαετίες. Τον ίδιο φανατισμό ζήσαμε στα γεγονότα της Κύπρου το 1972-74, το ίδιος μίσος κυριάρχησε μεταξύ αριστερών και δεξιών στην Ελλάδα για καιρό. Καιρός να διδαχθούμε από τα λάθη μας. Η Ελλάδα δεν καταστράφηκε ποτέ απ’ έξω αλλά αυτοκτόνησε από μέσα.
Είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι η τελευταία πενταετία, αλλά και όσα διαδραματίσθηκαν επί πολλά χρόνια πριν, γέννησαν δικαιολογημένη αγανάκτηση στις ψυχές μας. Η ελληνική πολιτική τάξη αποδείχθηκε πολύ ανώριμη και ιδιοτελής. (Κάποτε, αν έχω χρόνο, θα γράψω μια ψυχολογική ανάλυση της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας!). Αυτός ο εύλογος θυμός πολώνει τώρα όλους μας σε λύσεις υπέρ του ‘ναι’ ή του ‘όχι’, ανάλογα με το σκεπτικό του καθενός.
Το πιο επείγον, φρονώ, είναι να διαφυλάξουμε την ειρήνη μέσα μας και μεταξύ μας. Θα είναι ανεπίτρεπτο να χαλάσουν φιλίες εξαιτίας διαφορετικής πολιτικής εκτίμησης. Και για έναν άλλο λόγο ακόμη: γνωρίζουμε ελάχιστα τελικά για τα παρεπόμενα των δύο επιλογών. Και διότι δεν μας λένε οι δύο πλευρές όλες τις προθέσεις τους, και διότι αγνοούμε όσα γίνονται και θα γίνουν παρασκηνιακά. Επομένως, υπό κάποια έννοια, η επιλογή μας σχετικοποιείται. Όχι ότι δεν έχει σημασία, αλλά επειδή δεν έχουμε όλα τα στοιχεία της εικόνας ώστε να απολυτοποιήσουμε την δική μας γνώμη.
Αλλά και για έναν άλλο λόγο ακόμη. Επειδή η προσευχή που γίνεται με ταπείνωση έχει μεγάλη δύναμη. Διαθέτει την δυνατότητα ακόμη και μια λάθος επιλογή να την γυρίσει σε καλό. Ας μην το ξεχνούμε τις ώρες αυτές, αλλά και τις μέρες που θα ακολουθήσουν. Ας μην επαναπαυόμαστε μόνο στις δικές μας αντιλήψεις και σε όσα θα κάνει η πολιτική πλευρά την οποία ευνοούμε και προς την οποία προσβλέπουμε.
Αδελφές και αδελφοί, καθώς το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος αναμένεται αμφίρροπο, ενδέχεται να οδηγήσει σε παρατεταμένο διχασμό. Αν μάλιστα ακολουθήσει και οικονομικό σοκ της κοινωνίας, τότε υπάρχει ο κίνδυνος κοινωνικών ταραχών. Ας γίνουμε ο καθένας μας εστία ειρήνευσης στο περιβάλλον μας. Ας μην αντιδρούμε απλώς συναισθηματικά, αλλά πνευματικά. Η κλήση μας είναι, κατά τους μακαρισμούς του Χριστού, να γίνουμε ειρηνοποιοί. Όποιος εξαπτει πάθη δεν υπηρετεί το θέλημά Του.

Αδελφικά, π. Βασίλειος

Friday, July 3, 2015

Το ΝΑΙ για μας σημαίνει στήριξη της δημοκρατίας

Όλοι εμείς, παλιά μέλη του «Ρήγα Φεραίου» και του «Δημοκρατικού Αγώνα» από τα χρόνια της δικτατορίας και της μεταπολίτευσης, που συνεχίζουμε να συμμετέχουμε στη δημόσια ζωή, δηλώνουμε με έμφαση ότι, σε όποιο χώρο κι αν βρισκόμαστε σήμερα, συνεχίζουν να μαε εμπνέουν οι επιλογές εκείνων των χρόνων για την απόλυτη αξία της δημοκρατίας και τον ευρωπαϊκό δρόμο της Ελλάδας, καθώς και η πίστη στις αξίες του ευρωπαϊκού διαφωτισμού και των αγώνων για κοινωνική δικαιοσύνη. Δηλώνουμε ως εκ τούτου πως σημερινές επιλογές που μας απομονώνουν από την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας και τις δημοκρατικές παραδόσεις του ευρωπαϊκού χώρου, όπου ανήκουμε, μας βρίσκουν ριζικά αντίθετους και αντίθετες.

Υποστηρίζουμε το ΝΑΙ, πιστεύοντας ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος για τη διάσωση της οικονομίας, για τη διασφάλιση στοιχειώδους δικτύου ασφαλείας για τους ασθενέστερους και τους μετανάστες. Ανησυχούμε με τις παρεκκλίσεις από τις αρχές της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, με τις απροκάλυπτες παρεμβάσεις της πολιτείας στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης. Το ΝΑΙ για μας σημαίνει πάνω από όλα και στήριξη της δημοκρατίας, της ευρωπαϊκής ταυτότητας κι ενός καλύτερου αύριο για την Ελλάδα.

Λουκία Αικατερινιάδου, Στέλλα Αικατερινιάδου, Γιώργος Αδαμόπουλος, Δημος Αθανασοπουλος, Παύλος Αθανασόπουλος, Θανάσης Ακριβόπουλος, Μιχάλης Ακριβόπουλος, Δημοσθένης Αλεβίζος, Νίκος Αλιβιζάτος, Κωστας Αναγνωστόπουλος, Γιάννης Αναστασάκος, Λευκή Ανδρεάδου, Λεωνιδας Αντωνοπουλος, Νάνσυ Αργυράκη, Βίκτωρ Αρδίτης, Νίκος Αρκουδογιάννης, Αριέλλα Ασσερ, Λίλα Ασωνίτου, Δημήτρης Αυγητίδης, Μπάμπης Βακαλόπουλος, Σπυρος Βασιλακης, Μανώλης Βαρδής, Τάκης Βάρσος, Οντέτ Βαρών-Βασάρ, Τίλντα Βίμπλη, Γιάννης Βούλγαρης, Βασίλης Βουτσάκης, Νίκος Γαβαλάκης, Θανάσης Γεωργακόπουλος, Βένα Γεωργακοπούλου, Μιμή Γεωργακοπούλου, Ρούλα Γεωργακοπούλου, Ρηγούλα Γεωργιάδου, Ηλίας Γεωργίκος, Φώφη Γιαμάκου, Κούλης Γιαννουκάκος, Ελένη Γκέκα, Χρήστος Γκουραμάνης, Μαρία Γρατσία, Σταύρος Δανάς, Γιάννης Δαρλάσης, Θοδωρος Δαρμάρος, Δημήτρης Δελλής, Δημήτρης Δερματάς, Πόπη Διαμαντάκου, Χρήστος Διάφας, Μάκης Διόγος, Δημήτρης Δημητρακόπουλος, Γιώργος Δημητριάδης, Αποστόλης Δημητρόπουλος, Γιάννης Διβέρης, Γκέλη Δούμπη, Αθηνά Δρέττα, Πάνος Ερμείδης, Κλειώ Ευαγγελάκου, Σόνια Ευαγγελάκου, Νίκος Ζαχαρής, Γιώργος Ζεβελάκης, Μιχάλης Ζουμπουλάκης, Σούλα Θεοδώρου, Σάκης Θεολογίτης, Τρύφων Ιορδάνογλου, Χρυσάφης Ιορδάνογλου, Λάκης Ιορδανόπουλος, Γιώτης Ιωαννίδης, Σταύρος Ιωαννίδης, Πέτρος Καβάσαλης, Κωστής Καγγελίδης, Μαρία Κακαβούλια, Ρούλα Καλαρά, Γιάννης Καλογήρου, Ορέστης Καλογήρου, Χρυσόστομος Καλογήρου, Βασίλης Κάλφας, Ηλίας Κανέλλης, Γωγώ Κανελλοπούλου, Γιάννης Καούνης, Βασίλης Καραγιάννης, Μάκης Καραγιάννης, Γιώργος Καραγιαννίδης, Αλέξανδρος Καραγιώργος, Εύα Καραϊτίδη, Γιάννης Καρακάσης, Μακης Καρακικες, Σοφία Καρακώστα, Σάκης Καραλιώτας, Μίλτος Καραμανώλης, Θόδωρος Καρούνος, Μπάμπης Κάρβελης, Βαγγέλης Καργούδης, Λεωνίδας Καστανάς, Γιώργος Καστούρας, Αγγέλα Καστρινάκη, Δήμητρα Κατή, Στελιος Κατρανίδης, Θάνος Καψάλης, Μαρία Κελέση Φώφη Κέντη, Ελένη Κεχαγιόγλου, Μάρκος Κλωνιζάκης, Θωμάς Κοντογιάννης, Νίκος Κούρδογλου, Αντρέας Κούρκουλας, Άλκης Κούρκουλας, Κώστας Κουτσομιτέλης, Μίλτος Κύρκος, Γιάννης Κωνσταντίνου, Ντόρα Κωνσταντίνου, Χρήστος Λάζος, Γαβρήλος Λαμπάτος, Μιχάλης Λευκαδίτης, Στάθης Λευκαδίτης, Δάφνη Λιαναντωνάκη, Γιώργος Λιγνός, Σεβαστή Λιοναράκη- Χρηστίδου, Γιώργος Λιόντας, Χαρά Λουκάκου, Κωνσταντίνος Λυγνός, Έφη Λυμπεροπουλου, Σαράντης Λώλος, Βασίλης Μάγκλαρης, Δημος Μακατσωρης, Παναγιώτης Μαμαλής, Χρυσούλα Μαμόγλου, Κατερίνα Μανουσάκη, Θόδωρος Μαργαρίτης, Θοδωρής Μαρδίρης, Σοφία Ματθαίου, Μάνος Ματσαγγανης, Ζώγια Μαυροειδή, Γιάννης Μαυρουδής, Θανάσης Μαχιάς, Τάκης Μεταξάς, Λίλιαν Μήτρου, Γώργος Μητρούδης, Βίκυ Μήτσα, Λιλη Μιχαηλίδου, Χαρης Μοβσεσιαν, Όλγα Μουλαδούδη, Σάκης Μουμτζής, Ηλίας Μόσιαλος, Μαρίνης Μπερέτσος, Φρίντα Μπίζιου, Δημήτρης Μπόζης, Γιώργος Μπόλας, Γιαννης Μπουρης, Ελενα Μπουρνιά, Ευγενία Μπουρνόβα, Ισμηνη Μωρου, Εύη Μωυζε, Σπύρος Νικόπουλος, Στέφανος Νικόπουλος, Θεόφιλος Ξανθόπουλος, Φανή Ξένου, Δημήτρης Οικονομίδης, Γιάννης Παγιασλής, Μπάμπης Παισίδης, Τάκης Παναγιωτόπουλος, Γιώργος Παπαβασιλείου, Λέλα Παπαγιαννοπούλου, Ναούμ Παπάζογλου, Σάκης Παπαποστόλου, Πέτρος Παπασαραντόπουλος, Νυμφοδώρα Παπασιώπη, Νέλλη Παπαχελά, Μάκης Παρασκευόπουλος, Μαρία Παρίση, Τάκης Παχτίτης, Βασίλης Πεσμαζόγλου, Αλέκος Πετρίδης, Θεοδόσης Πετρίδης, Ιωάννα Πετροπούλου, Κώστας Πήττας, Χαίμ Πολίτης, Μαρλένα Πολιτοπούλου, Χριστίνα Πουλίδου, Φώτης Προβατάς, Αντζέλα Πρωτοψάλτη, Γιάννης Ρέγγας, Μιχάλης Ρηγίνος, Θέμης Ροδαμίτης, Λουκάς Ρούφος, Γιάννα Σαββίδου, Τάσος Σαλβάνος, Τέλης Σαμαντάς, Διονύσης Σαμιώτης, Μιχάλης Σαμπατακάκης, Παναγιώτης Σαμπατακάκης, Δημήτρης Σαρδελιάνος, Όλγα Σελλά, Γιώργος Σιακαντάρης, Γαβρήλος Σιδηρόπουλος, Μαρία Σκιαδαρέση, Δημήτρης Σκλαβενίτης, Γιάννης Σμαρνάκης, Ισαάκ Σούσης, Βασίλης Σπανός, Kοσμάς Σπυρόπουλος, Κώστας Σπυρόπουλος, Παναγιώτης Στασινός, Σπύρος Στεκούλης, Βάνα Στεργίου, Κατερίνα Σύρμου, Μανώλης Τζερέτας, Ηλίας Στεργίου, Δημήτρης Τζιάς, Παύλος Τζιάς, Γιώργος Τζίκας, Φωτούλα Τζιώντζιου, Μαρία Τοπάλη, Γιολάντα Τότσιου, Ρουλα Τριανταφυλλιδου, Μιχάλης Τριανταφυλλίδης, Μαρία Τρουλλινού, Λενα Τσαγκαρακη, Βασίλης Τσαλής, Κώστας Τσαούσης, Μελίτα Τσεκούρα, Θόδωρος Τσιάλας, Ντόρα Τσικαρδάνη, Θόδωρος Τσίκας, Μιχάλης Τσίρλης, Θωμάς Τσιρόπουλος, Πολυξένη Τσίτσα, Κωνσταντίνος Φλωρίδης, Νίκος Φωτίου, Δημήτρης Φωτόπουλος, Αγγελική Φωτοπούλου, Παναγιώτης Χαλβατσιώτης, Γιαννα Χανδελη, Κώστας Χάρακας, Νάντης Χατζηγιάννης Σωκράτης Χατζημιχάλης, Θόδωρος Χατζηπαντελής, Δημήτρης Χατζησωκράτης, Γιώργος Χατζόπουλος, Ολυμπία Χατζοπούλου, Ιωάννα Χάτσιου, Αντώνης Χελιδόνης, Κώστας Χλωμούδης, Γιώργος Χουλιάρας, Ελένη Χριστίδου, Μάγδα Χρυσοστομιδου, Γρηγόρης Ψαριανός

Thursday, July 2, 2015

Για να ζήσει η χώρα: ΝΑΙ!

Του Σταύρου Ζουμπουλάκη

Όποιος έζησε το δημοψήφισμα του Δεκεμβρίου 1974 αισθάνεται πολύ δυσάρεστα για τον τρόπο με τον οποίο οργανώθηκε τούτο το δεύτερο δημοψήφισμα μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας. Μέσα σε πέντε μέρες καλούνται οι πολίτες να αποφασίσουν για μια οικονομική πρόταση, μη οριστική, την οποία δεν έχουν διαβάσει και πολλοί από αυτούς δεν μπορούν να διαβάσουν. Αν προσθέσουμε και τις ρυθμίσεις της πράξης νομοθετικού περιεχομένου, με την οποία αλλάζουν οι ισχύοντες κανόνες για τη συγκρότηση των επιτροπών υποστήριξης του ΝΑΙ ή του ΟΧΙ, η αντιδημοκρατικότητα του παρόντος δημοψηφίσματος, με την επίκληση πάντα του λαού, πολλαπλασιάζεται. Ας είναι. Η Βουλή έκανε δεκτή την πρόταση της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, με την προσθήκη και της ψήφου των βουλευτών της ναζιστικής Χρυσής Αυγής, και επομένως το δημοψήφισμα θα διεξαχθεί.

Η κυβέρνηση που αποφάσισε τούτο το δημοψήφισμα αποτελεί μοναδικό φαινόμενο, σε όλο τον πλανήτη, και δίχως ιστορικό προηγούμενο: ειρηνική συνύπαρξη κομμουνιστών και ακροδεξιών εθνικιστών. Ορισμένοι καλοπροαίρετοι οπαδοί του ΣΥΡΙΖΑ πίστεψαν αρχικά ότι επρόκειτο για μια αναγκαστική, με βαριά καρδιά, συγκατοίκηση, προκειμένου να εξασφαλίζεται η υπερψήφιση των νομοσχεδίων στη Βουλή. Οι βουλευτές των ΑΝΕΛ θεωρήθηκαν βολικοί και φτηνοί σύμμαχοι που αγοράζονταν με κάνα δυο υπουργεία. Μέγα λάθος. Ανάμεσα στα δύο κόμματα φάνηκε ότι υπάρχει σύμπνοια. Οι βουλευτές και υπουργοί της συγκυβέρνησης μιλάνε όλοι τους την ίδια γλώσσα, μια εύκολη γλώσσα που περιέχει λίγες λέξεις: «περηφάνια», «αξιοπρέπεια» και κυρίως τα αρνητικά μόρια «όχι» και «δεν», που τα κολλάνε σε άλλα λίγα ουσιαστικά ή ρήματα («όχι στην ταπείνωση», «δεν θα υποταχθούμε», και υπόρρητα «όχι στην Ευρώπη»). Όταν σχηματίστηκε η κυβέρνηση Παπαδήμου, με συμμετοχή του ΛΑΟΣ, έβγαλα ένα μικρό βιβλιαράκι, με τον τίτλο Ανίερη συγκυβέρνηση (Πόλις 2011). Αν έγραφα για την παρούσα συγκυβέρνηση, θα χρησιμοποιούσα πάλι το ίδιο επίθετο, μα αυτή τη φορά στον υπερθετικό βαθμό.

Αυτή λοιπόν η κυβέρνηση Κνιτών και εθνικιστών προσήλθε στις διαπραγματεύσεις με τους σκληρούς εταίρους –δεν το ήξερε;– εντελώς ανέτοιμη και απροετοίμαστη, με έναν άνθρωπο εντελώς ακατάλληλο ως υπουργό Οικονομικών, χωρίς στόχους και σχέδιο, παίζοντας, τζογάροντας και κοροϊδεύοντας, αλλά και με παραληρηματικές ταυτόχρονα ιδέες επαναστατικού μεγαλείου, ότι θα ηγηθούμε ως Έλληνες του αγώνα των ευρωπαϊκών λαών για την απελευθέρωσή τους από τα δεσμά των τραπεζιτών. Πολλή συζήτηση γίνεται τώρα τελευταία αν υπήρχε εξαρχής σχέδιο ρήξης, οπότε οι διαπραγματεύσεις ήταν συνειδητά προσχηματικές, ή αν τα πράγματα οδηγήθηκαν στη ρήξη, από μια σειρά μικρών και μεγάλων λαθών. Θεωρώ ότι αυτό είναι ένα ερώτημα για το μέλλον. Για το σήμερα, είτε το ένα ισχύει είτε το άλλο, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Οι διαπραγματεύσεις, πραγματικές ή προσχηματικές, όπως ήταν φυσικό, ναυάγησαν. Η κυβέρνηση βρέθηκε σε αδιέξοδο. Ακόμη και αν γινόταν δεκτή από τους εταίρους η τελευταία πρότασή της και υπογραφόταν συμφωνία, η συμφωνία αυτή δεν θα ψηφιζόταν στη Βουλή από πολλούς βουλευτές της και, αν ψηφιζόταν, δεν θα εφαρμοζόταν από πολλούς υπουργούς της. Ο ΣΥΡΙΖΑ μετά από μια τέτοια συμφωνία δεν θα μπορούσε να σταθεί, θα γινόταν κομμάτια, θα έχανε τον κόσμο του. Γι’ αυτό και ο πρωθυπουργός, προκειμένου να σώσει το κόμμα του και άρα τον εαυτό του, έπαιξε τη χώρα στα ζάρια. Τόσο απλά, τόσο κυνικά.

Τι κάνουμε λοιπόν τώρα; Λέμε ΝΑΙ στη συμφωνία, χωρίς να παραλείπουμε να τονίζουμε ότι η σημερινή Ευρώπη είναι μια νεοφιλελεύθερη Ευρώπη, στην οποία ξηλώνεται σιγά σιγά το κράτος πρόνοιας, μια Ευρώπη στην οποία κυριαρχούν δυνάμεις ταξικής αλαζονείας και σκληρότητας, στην οποία υποχωρεί η ίδια η δημοκρατία. Και επίσης ότι η συμφωνία είναι δυσμενής και δυσβάστακτη για τη χώρα. Το ΝΑΙ δεν είναι ιδεώδης λύση, εδώ που φτάσαμε όμως δεν υπάρχουν ιδεώδεις λύσεις. Άλλωστε το ΝΑΙ δεν αποτελεί οικονομική λύση, ανοίγει απλώς τον δρόμο για πολιτική λύση. Το ΟΧΙ οδηγεί στην πλήρη καταστροφή. Ανάμεσα στον θάνατο (ΟΧΙ) και στη συνέχιση της ζωής με λαβωματιές (ΝΑΙ), διαλέγουμε το δεύτερο.

Αποτελεί ερώτημα ωστόσο τι είναι αυτό που οδηγεί πολλούς συμπολίτες μας στο ΟΧΙ, όταν μάλιστα κανείς, απολύτως κανείς, ούτε ο ίδιος ο πρωθυπουργός, δεν τους εξηγεί τι θα γίνει την επόμενη μέρα του δημοψηφίσματος, αν επικρατήσει το ΟΧΙ. Τους οδηγεί άραγε σε αυτή την επιλογή η ελπίδα για μια καλύτερη ζωή, αυτή η ίδια δηλαδή που τους οδήγησε αφελώς να ψηφίσουν τον ΣΥΡΙΖΑ; Αστεία πράγματα. Τώρα που η χρεοκοπία ξεκίνησε πραγματικά, ξέρουν πια ότι μόνο μαύρες μέρες τους περιμένουν. Εκείνο που τους οδηγεί σε αυτή την αυτοκαταστροφική επιλογή είναι, πιστεύω, ο διάχυτος αριστερο-εθνικολαϊκισμός, όλη αυτή η ρητορική της εθνικής περηφάνιας. Το Κούγκι και ο Ζάλογγος της παραδοσιακής εθνικής ρητορείας έρχονται να διασταυρωθούν με τον μαρτυρικό ηρωισμό της Αριστεράς. Σε αυτή την πορεία προς τον θάνατο με το κεφάλι ψηλά η συμμαχία του ΣΥΡΙΖΑ με τους ΑΝΕΛ αποκαλύπτει όλη τη σημασία της.

Υπάρχουν όμως και πολλοί άλλοι τραυματισμένοι συμπολίτες μας, δικαιολογημένα θυμωμένοι, που παίρνουν τον δρόμο της καταστροφής (ΟΧΙ), την οποία βλέπουν καθαρά μπροστά τους, με το επιχείρημα πως δεν έχουν τίποτε να χάσουν, ότι ο βρεγμένος τη βροχή δεν τη φοβάται. Και όμως έχουν να χάσουν πολλά. Είναι άλλο να είσαι άνεργος σε μια χώρα που στέκεται στα πόδια της, που έχει νοσοκομεία και σχολεία, ένα κάποιο πλαίσιο αντιμετώπισης της ανθρωπιστικής κρίσης, και εντελώς άλλο σε μια εξαθλιωμένη χώρα όπου δεν λειτουργεί τίποτε, άλλο δηλαδή να είσαι άνεργος στη λαβωμένη Ελλάδα και άλλο στο Αφγανιστάν. Αυτό βέβαια είναι ένα ορθολογικό επιχείρημα που δεν το ακούνε εύκολα οι αναγκεμένοι άνθρωποι. Πρέπει όμως να τους πείσουμε, αυτές τις λίγες μέρες που απομένουν μέχρι το δημοψήφισμα. Όσοι καλοπροαίρετοι, φτωχοί άνθρωποι –δεν μιλώ για τους φανατικούς– ψήφισαν τον ΣΥΡΙΖΑ, με την ελπίδα ότι θα ανακουφίσει τα βάσανά τους, πρέπει να πειστούν ότι η ελπίδα τους δεν βρίσκεται εκεί.

Το μεγάλο ρεύμα τού ΝΑΙ πρέπει να διαμορφωθεί, διαμορφώνεται ήδη, από πολλά ρυάκια, από πολλές τάσεις. Υπάρχει βεβαίως το ΝΑΙ του νεοφιλελευθερισμού, της ταξικής αλαζονείας, της αδιαφορίας για τους φτωχούς. Υπάρχει όμως και το ΝΑΙ της κοινωνικής αλληλεγγύης, της δημοκρατικής παράδοσης, της σοσιαλδημοκρατίας. Αυτό το άλλο ΝΑΙ πρέπει να ακουστεί δυνατά και διακριτά αυτές τις κρίσιμες μέρες.

Πηγή: Athens review of books

Saturday, June 27, 2015

Ο Μεγάλος Εκβιασμός

Του Γιώργου Καραμπελιά
Ο Μεγάλος Εκβιασμός

Στις 4 Μαϊου περιγράφαμε αναλυτικά τον εκβιασμό που επιχειρεί ο Τσίπρας και η παρέα του ενάντια στον ελληνικό λαό για να μαζέψει τα ασυμμάζευτα του ρεσάλτου προς την εξουσία που επιχείρησε εδώ και πέντε μήνες. Και δυστυχώς σήμερα ολοκληρώνει την εκβιαστική του στρατηγική. Πραξικοπηματικά, ως άξιος συνεχιστής του ΓΑΠ, συνέχεια του οποίου αποτελεί και σε επίπεδο στελεχών και σε επίπεδο πολιτικής, προχωράει σε συνταγματικό και πολιτικό πραξικόπημα, για να διασφαλίσει (τρομάρα του) λίγους ακόμα μήνες εξουσίας, μια και απεδείχθη ανίκανος να διαχειριστεί οτιδήποτε άλλο εκτός από το νομοσχέδιο για την ιθαγένεια. Άσχετα με το τι ακριβώς πρόκειται να συμβεί και ποιές εξελίξεις θα επακολουθήσουν, γιατί θα ακολουθήσουν πολλά επεισόδια ακόμα, ο εκβιασμός εξελίσσεται. Και απέναντι σε αυτόν θα πρέπει να τοποθετηθούν όλοι οι παράγοντες, και ο πρόεδρος της Δημοκρατίας και όλα τα κόμματα. Προφανώς, αφού ξεκαθαρίσει το τοπίο ως προς τις άμεσες εξελίξεις, θα πάρουμε θέση και εμείς. Διότι από τους τζογαδόρους κανείς μπορεί όλα να τα περιμένει. Πάντως, τα επιχειρήματα και η ανάλυση που είχαμε κάνει πριν δύο μήνες σχεδόν ισχύει στο ακέραιο. Για νεώτερα συντόμως. 27/6/2015

«Η κυβέρνηση και η εξουσία… δεν είναι για εμάς αυτοσκοπός, αλλά εργαλείο και μέσο για να αλλάξουμε θετικά την κοινωνία. Αν δεν μπορούμε να το πετύχουμε, το καλύτερο που θα έχουμε να κάνουμε είναι να αφήσουμε την κυβερνητική σκυτάλη.»
Παναγιώτης Λαφαζάνης, Καθημερινή, 3 Μαΐου 2015

Ο Ναπολέοντας, σε εκατό μέρες μετά τη φυγή από την Έλβα, κατέληξε στο Βατερλώ. Ο Παναγιώτης Λαφαζάνης προκρίνει την οικειοθελή παράδοση της εξουσίας απέναντι στην ολοκληρωτική υποχώρηση απέναντι στους δανειστές. Οι εκατό μέρες της κυβερνητικής εξουσίας του ΣΥΡΙΖΑ, αποδεικνύονται ήδη ένα Βατερλώ, πριν καν την τελική μάχη: Οι τράπεζες αδειάζουν, η οικονομία έχει περάσει ήδη σε ύφεση, το κράτος έχει κηρύξει στάση πληρωμών, στραγγαλίζοντας όλους τους ελεύθερους επαγγελματίες και μικρομεσαίους, οι περιβόητες «συντάξεις» πληρώνονται πλέον με καθυστέρηση, η ανεργία μεγαλώνει και πάλι, ενώ προφανώς δεν υπάρχει κανένα θετικό μήνυμα από τους τοκογλύφους «εταίρους» ούτε βέβαια κάποια εφικτή δυνατότητα ανακούφισης από άλλες πηγές. Ήδη, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έχει καταδείξει την αδυναμία της να διαχειριστεί την κρίση και παραμένει άβουλη, πιστεύοντας ότι με επικοινωνιακά τερτίπια μπορεί να απαντήσει στα πραγματικά οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα. Και δεν επεκτεινόμαστε καθόλου σε ζητήματα όπως το μεταναστευτικό ή την εκπαίδευση, όπου η πολιτική της κυβέρνησης οδηγεί σε επιδείνωση της ήδη άθλιας κατάστασης.
Το τελευταίο κυβερνητικό επιχείρημα είναι ένας μεγάλος εκβιασμός απέναντι στον ελληνικό λαό: «Τι θέλετε να υπογράψουμε τη μείωση μισθών και συντάξεων;» Ή τη «συρρίκνωση των εργασιακών δικαιωμάτων;» «Τι μας προτείνετε; Μία επαίσχυντη συμφωνία;» Και έτσι ζητούν από εμάς, –ακόμα και όσους θεωρούσαμε αυτοκτονική γι’ αυτούς, και εγκληματική για τη χώρα, την επιλογή εκλογών στις 25 Ιανουαρίου μέσω της προεδρικής εκλογής– να απαντήσουμε στα αναπόδραστα αδιέξοδα που έχει προκαλέσει η πολιτική τους, και μας «απειλούν» ακόμα και με δημοψήφισμα, για να κάνουν εκείνα που δεν τολμούν να αποφασίσουν οι ίδιοι.
Ταυτόχρονα, βέβαια, προχωρούν στην αποδοχή των μνημονιακών όρων, βάζουν έναν γνωστό δικηγόρο των πολυεθνικών, όπως ο κ. Σαγιάς, να διαχειρίζεται τη διαπραγμάτευση, εξαπατώντας μας ότι «δεν θα υποχωρήσουν». Δηλαδή, παίζουν και στα δύο ταμπλό και κατά συνέπεια σε κανένα. Ούτε ακολουθούν μια πραγματικά αδιάλλακτηγραμμή, όπως αυτή που προτείνει ο Λαφαζάνης, έστω κι αν θα είχε καταστρεπτικές συνέπειες, ούτε προχωρούν ανοικτά και γρήγορα στον περιβόητο έντιμο συμβιβασμό που ευαγγελίζονται, με το μικρότερο δυνατό κόστος. Αφήνουν την κατάσταση να σαπίζει και την ελληνική οικονομία να βυθίζεται, ώστε να μπορούν να δικαιολογήσουν την οποιαδήποτε απόφασή τους εκ των υστέρων.
Πολλοί αφελείς –αλλά και κάποιοι ιδιοτελείς που προσδοκούν σε κάποιον διορισμό– συμμετέχουν σε αυτό το παιχνίδι της αλληλοεξαπάτησης που παίζεται σε ένα κυριολεκτικά πανεθνικό επίπεδο, στρέφοντας σε εμάς το ερώτημα στο οποίο θα έπρεπε να απαντήσουν οι κυβερνώντες. Μας ρωτούν και αυτοί ακόμα και κάποιοι πρώην ή νυν σύντροφοι, «τι θέλετε, να υπογράψουν;»
Εμείς έχουμε επαναλάβει πάρα πολλές φορές ότι οι αντιμνημονιακές δυνάμεις θα έπρεπε με κάθε μέσο και κάθε τρόπο να αποφύγουν την εμπλοκή τους στην εξουσία, όσο δεν θα έχουν τις δυνάμεις, το σχέδιο και τη λαϊκή υποστήριξη για μια αυθεντικά εναλλακτική διέξοδο από την κρίση. Γι’ αυτό και δεν αναμιχθήκαμε και σε εκλογικά εγχειρήματα που είτε θα είχαν αστεία και μειωτικά αποτελέσματα για τον χώρο μας –τύπου ΕΠΑΜ, Κόμμα της Δραχμής κ.λπ.– είτε καταστρεπτικά αποτελεσματικά, όπως το εγχείρημα ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Διότι –και πλέον έχει αποδειχθεί–, εάν βρεθείς ανέτοιμος, λόγω συγκυρίας, στην εξουσία, θα πρέπει να επιλέξεις ανάμεσα στη Σκύλλα και τη Χάρυβδη. Είτε μια «ηρωική» έξοδο από το ευρώ και την ευρωζώνη, με ό,τι συνέπειες θα έχει αυτό τόσο στην καθημερινότητα των Ελλήνων όσο και στη γεωπολιτική θέση της χώρας –δεδομένου ότι μια έξοδος δεν θα πραγματοποιηθεί με τη συναίνεση των Ελλήνων, αλλά μέσω εκβιασμού, και επομένως, δεν θα διαθέτεις την αναγκαία λαϊκή στήριξη για μια δύσκολη και επώδυνη μοναχική πορεία–, είτε θα υποχρεωθείς να υποχωρήσεις και να αποδεχθείς και εσύ τις μνημονιακές επιλογές, ανοίγοντας τον δρόμο για καταιγιστικές πολιτικές εξελίξεις.
Και το βασικό σφάλμα του ΣΥΡΙΖΑ, και του Τσίπρα, έχει δύο θεμελιώδεις αφετηρίες. Η πρώτη σχετίζεται με τοντυχοδιωκτισμό –«τώρα είναι η ευκαιρία και που θα την ξαναβρούμε;»– μιας ομάδας που η κρίση εκτίναξε στο κέντρο της πολιτικής σκηνής, αλλά έχει και ένα βαθύτερο ιδεολογικό υπόστρωμα, που εμφανίζεται και μέσα από την περιβόητη συζήτηση για plan A και για plan B, που πλέον έχει αποδειχτεί ότι δεν υπήρχαν.

«Ευρωλιγούρηδες» ή σύμμαχοι εξ ανάγκης;

Η στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ στηρίχθηκε στην εξής βασική παραδοχή: Ότι η Ελλάδα αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της δυτικής Ευρώπης και επομένως η Δύση θα κάνει ό,τι μπορεί και σε τελική ανάλυση θα υποχωρήσει για να την διατηρήσει στο εσωτερικό της ευρωζώνης.
Μια τέτοια ανάλυση ανταποκρίνεται στα κοινωνιολογικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά ενός κόμματος των ευρωπαϊστικών μεσοστρωμάτων –καθόλου τυχαία και η εθνομηδενιστική τους ιδεολογία–, η οποία παραγνωρίζει την ιστορική και οικονομική πραγματικότητα. Ότι, δηλαδή, η συμπερίληψη της Ελλάδας στην ευρωζώνη υπήρξε μια απόφαση πολιτικού χαρακτήρα, σε μια προηγούμενη συγκυρία, πριν την κρίση, πριν την ανάδυση της Κίνας στο παγκόσμιο στερέωμα και της Γερμανίας στο ευρωπαϊκό. Όταν δηλαδή ακόμα το ευρώ εμφανιζόταν ως το εργαλείο μέσω του οποίου θα υποτασσόταν η Γερμανία και το μάρκο σε μια όντως υπερεθνική Ευρώπη παίρνοντας υπόψη και τους Γάλλους, τους Ιταλούς κλπ. Εξάλλου, ως γνωστόν, η συναίνεση των Γερμανών στη δημιουργία του ευρώ υπήρξε το αντάλλαγμα για να αποδεχτούν οι λοιποί Ευρωπαίοι και οι ΗΠΑ τη γερμανική ενοποίηση. Όμως, στα χρόνια που πέρασαν, στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης, η Κίνα αναδύθηκε ως το νέο βιομηχανικό εργαστήρι του κόσμου και υποχρέωσε τη Δύση σε μία στρατηγική λιτότητας και μείωσης του κόστους εργασίας, για να μπορεί να την ανταγωνιστεί, πράγμα που έκανε πρώτη η Γερμανία, σε όλη τη δεκαετία 2000-2010. Εν τέλει δε, το ευρώ μεταβλήθηκε στο όργανο της γερμανικής ηγεμονίας στην Ευρώπη και, έτσι, αντί του γερμανικού μάρκου, το οποίο επέτρεπε μια κάποια αυτονομία στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές οικονομίες, δημιουργήθηκε ένα γερμανικό ευρώ, που φυλακίζει όλους τους υπόλοιπους στις γερμανικές προδιαγραφές.
Αυτή η ριζική αλλαγή στις πραγματικότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ευρωζώνης μπορεί να έχει δύο πιθανές διεξόδους: Η πρώτη είναι εκείνη που αποτελεί κατά βάθος την επιλογή του μεγαλύτερου μέρους των γερμανικών και βορειο-ευρωπαϊκών ελίτ και η οποία συνίσταται στη δημιουργία μίας Ευρώπης πολλών ταχυτήτων, σε ομόκεντρους κύκλους, στον σκληρό πυρήνα της οποίας θα βρίσκονται οι χώρες που μπορούν να αντέξουν τον κινεζικό ανταγωνισμό, με επίκεντρο την γερμανική ατμομηχανή, και στη δεύτερη ή τρίτη ζώνη, θα βρίσκονται οι υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης, ως αγορές της πρώτης, προμηθευτές πρώτων υλών και θέρετρα για διακοπές. Μια δεύτερη επιλογή απέναντι στην κρίση θα ήταν η σταδιακή χαλάρωση των κανόνων δημοσιονομικής πειθαρχίας στην ευρωζώνη, η μεταβολή του ευρώ σε «ασθενές» νόμισμα, ώστε να επιτρέπει στις χώρες του Νότου να ανασάνουν και ίσως- ίσως η ίδια η αποσύνθεση της ζώνης του ευρώ.
Σε αυτές τις συνθήκες, η Ελλάδα, σύμφωνα με τη στρατηγική των βορειοευρωπαϊκών κύκλων, που εκφράζεται προνομιακά από τον Σόιμπλε, αποτελεί βαρίδι για την ευρωζώνη, και επομένως, εάν πληρούνταν οι αναγκαίες προϋποθέσεις, δηλαδή αν βρισκόταν η κατάλληλη ευκαιρία, θα έπρεπε να εκδιωχθεί από αυτή και να περάσει στην κατηγορία των υπόλοιπων βαλκανικών και ανατολικοευρωπαϊκών χωρών, ή της Αγγλίας, μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά όχι της ευρωζώνης. Από την άλλη πλευρά, οι υπόλοιπες δυνάμεις, κυρίως η Γαλλία, δεν θα ήθελαν μία έξοδο της Ελλάδας, διότι αυτή θα ενίσχυε την πολιτική της δημοσιονομικής ασφυξίας και της λιτότητας, που θα έπληττε αναπόφευκτα και τη Γαλλία και την Ιταλία και την Ισπανία. Και σ’ αυτή τη στρατηγική συνεπικουρούνταν τόσο από την Κίνα, που βλέπει την Ελλάδα ως ένα στρατηγικό σημείο, ανάμεσα σε άλλα, για την εμπορική και οικονομική της διείσδυση στην Ευρώπη, όσο και από τις ΗΠΑ, μετά το 2012, για προφανείς γεωπολιτικούς λόγους.
Ανάμεσα σε αυτές τις δύο ισχυρές τάσεις, βρέθηκε ένα σημείο συμβιβασμού που το προσωποποιούν η Γερμανίδα καγκελάριος Μέρκελ, η Λαγκάρντ και ο Γιούνγκερ, γύρω από την ακόλουθη στρατηγική: Η Ελλάδα μπορεί να παραμείνει στην ευρωζώνη, όπως ζητά η δεύτερη άποψη, εάν εφαρμόσει την πολιτική λιτότητας που απαιτεί η πρώτη! Αυτός ο συμβιβασμός δεν σημαίνει ότι τα δύο στρατόπεδα εγκατέλειψαν τη βαθύτερη στρατηγική και επιδιώξεις τους, γι’ αυτό και από τους πρώτους η Ελλάδα πιέζεται συστηματικά και αφόρητα, έτσι ώστε, αν συμβεί το περιβόητο «ατύχημα», να μπορεί ο Σόιμπλε να νίπτει τας χείρας του.
Εάν αναγνωρισθεί αυτή η πραγματικότητα, και δεν κυριαρχεί στα μυαλά μας ένας ηλίθιος «ευρωλιγουρισμός» (κατά Ζουράρι), σημαίνει ότι, στον βαθμό που δεν επιθυμούμε, κυρίως για γεωπολιτικούς λόγους, μια έξοδο από την ευρωζώνη, είμαστε υποχρεωμένοι να ακολουθήσουμε μία τακτική «καταπόνησης του αντιπάλου». Αυτό που δεκάδες φορές έχουμε αποκαλέσει τακτική ανταρτοπολέμου.
Γνωρίζοντας δηλαδή ότι η Ελλάδα δεν αποτελεί οργανικό μέρος της Δύσης και της δυτικής Ευρώπης, με την οποία έχουμε συνάψει απλώς μία συμμαχία μακράς διάρκειας, μέχρις ότου η Ευρώπη αποκτήσει την περιβόητη ενότητα που οραματιζόταν ο ντε Γκωλ, από τον Ατλαντικό ως τα Ουράλια, και μέχρις ότου οι Κούρδοι και οι Αλεβίτεςεκδημοκρατήσουν αυθεντικά την Τουρκία –εξελίξεις που θα επέτρεπαν μια ισορροπημένη σχέση με το γεωπολιτικό μας περιβάλλον–, είμαστε υποχρεωμένοι να διατηρούμε αυτή την ισορροπία, έστω και ετεροβαρή. Και εάν οι χαζοχαρούμενοι ευρωπαϊστές μας αγνοούν αυτή την πραγματικότητα, δεν την αγνοούν καθόλου οι Δυτικοευρωπαίοι, από τον Κάμερον έως τον Σόιμπλε. Γι’ αυτό εξάλλου και φοβούνται διαρκώς κάποια στροφή μας προς τη Ρωσία ή τηΣερβία και ανησυχούν διαρκώς για την «ορθόδοξη» ταυτότητά μας. Πράγμα που σημαίνει ότι εκλαμβάνουν αυτή τη συμμαχία σαν αυτό που είναι. Δηλαδή, μια συμμαχία τακτικού χαρακτήρα και όχι οργανικού. Επομένως, εάν και όταν βρουν την ευκαιρία, είναι έτοιμοι να εκδιώξουν από την ευρωζώνη το «βαρίδι» που λέγεται Ελλάδα. Εμείς, αντίθετα, έχοντας συνείδηση αυτής της γεωπολιτικής πραγματικότητας, θα πρέπει να αποφύγουμε τις μετωπικές συγκρούσεις –και μάλιστα κατά μόνας. Γι’ αυτό εξάλλου πιστεύαμε ότι ήταν εγκληματική η ανάληψη της εξουσίας πριν γίνουν εκλογές στην Ισπανία ή πριν αρχίσει η εφαρμογή της «ποσοτικής χαλάρωσης» από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, έτσι ώστε να συγκροτηθούν σταδιακώς στην Ευρώπη συνθήκες ανατροπής ή έστω αμφισβήτησης της γερμανικής νεοφιλελεύθερης μονοκρατορίας, και οι οποίες θα επέτρεπαν νέες συμμαχίες στο εσωτερικό της ευρωζώνης.
Όλα αυτά είναι τόσο καθαρά και αυτονόητα, και αποτελεί ένδειξη μεγάλης παρακμής και έλλειψης του πιο στοιχειώδους προβληματισμού, η αδυναμία συνειδητοποίησης αυτής της εξόφθαλμης πραγματικότητας. Επειδή, όμως, ο ΣΥΡΙΖΑ κατάγεται από την ευρωπαϊστική πτέρυγα της παλιάς κομμουνιστικής αριστεράς, και επειδή στον ίδιο του τον πυρήνα συγκροτείται από στελέχη τέτοιας υφής (π.χ. Παππάς, Βαρουφάκης, Τσακαλώτος κ.λπ.), δεν είχε συνείδηση αυτής της πραγματικότητας. Αντίθετα, θεωρούσε ότι αρκεί μία απλή πίεση στους ομογάλακτους εταίρους –διότι «και εμείς είμαστε Ευρωπαίοι», όπως διακηρύσσουν urbi et orbi– ώστε να επιτύχει την αναίρεση του μνημονιακού ζουρλομανδύα. Και βρέθηκε γυμνός μπροστά στην πραγματικότητα: Από τη στιγμή και πέρα που οι δολιχοδρομίες του ΣΥΡΙΖΑ τείνουν να αμφισβητήσουν τον συμβιβασμό που προαναφέραμε, επανεμφανίζεται δυναμικότερα η εκδοχή Σόιμπλε–Ντάιζεμπλουμ, η οποία συνοψίζεται στα ακόλουθα: «εφόσον οι Έλληνες δεν είναι διατεθειμένοι να ανταλλάξουν την παραμονή τους στο ευρώ με την αποδοχή της λιτότητας, ακόμα και αν θα έχει υψηλό κόστος για το σύνολο της ευρωζώνης, έχει μεγαλύτερη σημασία μεσοπρόθεσμα η αποβολή της Ελλάδας από αυτήν, έτσι ώστε και να μην αποτελέσει το κακό παράδειγμα για τους υπολοίπους νότιους, και να ενισχυθεί εν τέλει η συνοχή της ευρωζώνης».
Και η κυβέρνηση έκανε ό,τι μπορούσε για να τους ενισχύσει. Αντί, στην πρώτη περίοδο μετά τις εκλογές, όταν διέθετε το στοιχείο του αιφνιδιασμού και της σχετικής αμηχανίας στην οποία είχαν βρεθεί τα γεράκια της ευρωζώνης, να προχωρήσει πολύ γρήγορα σε μια λύση που θα είχε σαν βασικό της στοιχείο τη μείωση του πρωτογενούς πλεονάσματος και την αποδοχή λιγότερων μέτρων, έκανε το ακριβώς αντίστροφο. Επιμήκυνε εις το διηνεκές τις διαπραγματεύσεις, και μάλιστα με γελοίο τρόπο, επιδεινώνοντας ραγδαία την οικονομική θέση της χώρας και καθιστώντας κάθε μέρα τη διαπραγματευτική της θέση πιο αδύναμη. Παράλληλα, έδωσε τη δυνατότητα στους θιασώτες της εκδίωξης της Ελλάδας να περάσουν μπροστά, ενώ κυριολεκτικά έχουν λουφάξει όσοι δεν θα ήθελαν την έξοδο της Ελλάδας –Ρέντσι, Ολάντ κ.λπ.

Όπως στρώσεις, θα κοιμηθείς
Φτάσαμε έτσι στο παρά πέντε της χρεοκοπίας και η κυβέρνηση των τακτικιστών της συμφοράς, που θεωρεί ότι όλα είναι κόλπα, αλά Κουβέλη, Χαϊκάλη και άλλα παρόμοια, εκβιάζει πλέον τον ελληνικό λαό και κατ’ εξοχήν τους αντιμνημονιακούς πολίτες: «Τι θέλετε να κάνουμε; Να υποταχθούμε;» «Ας αποφασίσετε εσείς, με δημοψήφισμα»! Και η απάντηση, τουλάχιστον η δική μας, είναι σαφής: «όποιος έχει τα γένια, έχει και τα χτένια». Εσείς επιλέξατε να προκαλέσετε εκλογές, τις οποίες δεν επιθυμούσε η πλειοψηφία των Ελλήνων, δι’ εκβιασμού, εσείς τα κάνατε μαντάρα στις εκατό μέρες της διακυβέρνησής σας, εσείς θα αποφασίσετε και το τι θα κάνετε.
Εμείς, τους δύο πρώτους μήνες, υποστείλαμε την ένταση της κριτικής μας, αφήνοντάς σας τη δυνατότητα να βρείτε μια οποιαδήποτε λύση. Κι όχι μόνο δεν βρήκατε λύση, κοροϊδεύοντας τον ελληνικό λαό, αλλά ούτε τον προετοιμάζετε για κάποια επιλογή: Στην περίπτωση του συμβιβασμού, να εφαρμοστούν μέτρα τα οποία να μπορούν να αναιρεθούν πολύ σύντομα, αμέσως μετά την αλλαγή της συγκυρίας, και αυτό να δηλωθεί ανοιχτά στον ελληνικό λαό: «υποχωρούμε σε εκβιασμούς, και να το ξέρετε, ώστε να μπορούμε να αντεπιτεθούμε μετά». Στην δε περίπτωση επιλογής της ρήξης, λαϊκή κινητοποίηση, δημιουργία σε όλη τη χώρα επιτροπών οικονομικής ανασυγκρότησης, λαϊκής επαγρύπνησης απέναντι στα λαμόγια και τη φοροκλοπή, μέτρων που τουλάχιστον θα μπορούσαν να στηρίξουν μια οποιαδήποτε πιθανή εκδοχή ακραίας σύγκρουσης και έξοδο.
Αντ’ αυτών, το μόνο που κάνετε είναι να κοροϊδεύετε, στο εσωτερικό με κορώνες για κόκκινες γραμμές και επικοινωνιακά τερτίπια του τύπου «όλα πήγαιναν καλά, αλλά μας κορόιδεψαν», την ώρα που στο εξωτερικό, απέναντι στη Μερκελ και στις μυστικές συνομιλίες υποχωρείτε, με αποτέλεσμα ο λαός να βρίσκεται σε απόλυτη σύγχυση και σε ανημπόρια, μεγαλύτερη από πριν. Γιατί τότε τουλάχιστον εμφανιζόσασταν εσείς σαν μια εναλλακτική λύση, ενώ σήμερα δεν υπάρχει καμία. Επομένως, είναι είτε αφελείς είτε ιδιοτελείς όλοι εκείνοι που λένε να σας δώσουμε ακόμη μία ευκαιρία και να στηρίξουμε την κυβέρνηση. Αντιθέτως, μόνο η έντονη κριτική στις επιλογές σας, η οποία θα καταδείξει και σε σας ότι οι Έλληνες δεν τρώνε κουτόχορτο, μπορεί να σας σπρώξει να πάρετε μία οποιαδήποτε απόφαση. Και δεν μπορούμε να αφήσουμε την κριτική στα χέρια μιας υστερικής φυσιογνωμίας τύπου Άδωνι ή, ακόμα χειρότερα, στα χέρια της Χρυσής Αυγής.
Πιστεύω ότι ο Παναγιώτης Λαφαζάνης το θέτει σωστά και τίμια. Αν κρίνετε ότι δεν μπορείτε να αποφασίσετε το οτιδήποτε, και δεν μπορείτε να υλοποιήσετε το πρόγραμμά σας, παραιτηθείτε και εγκαταλείψετε την εξουσία. Μια τέτοια επιλογή εξ άλλου θα έχει και το μικρότερο κόστος και για τη χώρα και για εσάς τους ίδιους. Είναι προτιμότερο να πεις την αλήθεια και να δηλώσεις αδυναμία παρά να οδηγήσεις σε καταστροφές με τακτικισμούς, γιατί τότε δεν υπάρχει καμία περίπτωση να σε συγχωρήσει ο ελληνικός λαός. Πιστεύω, δυστυχώς και μακάρι να διαψευσθώ, ότι δεν θα το κάνετε, διότι δεν είστε διατεθειμένοι να εγκαταλείψετε την εξουσία και θέλω να δω εν τέλει αν και ο Παναγιώτης Λαφαζάνης –που πάντα τον θεωρούσα φίλο, πάρα τις ριζικές διαφορές μας την τελευταία περίοδο– θα το αποτολμήσει.
Γι’ αυτό και ο ελληνικός λαός θα πρέπει να πάρει τα μέτρα του και να αρχίσει να προετοιμάζεται από τώρα για τηνεπόμενη μέρα, μετά από σας. Διότι, είχατε την ευκαιρία, από το 2012, να μεταβληθείτε σε μια μεγάλη πολιτική δύναμη και να εκφράσετε τις νέες πολιτικές πραγματικότητες, μετά τη μεταπολίτευση. Αντ’ αυτού, επιλέξατε να είστε εσείς η τελευταία εκδοχή της μεταπολίτευσης, με όλα τα τερτίπια και τις απάτες της, και να κλείσετε με καταστροφικό τρόπο, και για την χώρα και για σας, αυτόν τον κύκλο. Εξάλλου, καθόλου τυχαία, ένα μεγάλο μέρος του ΠΑΣΟΚ ήρθε να στεγαστεί κάτω από τη σκέπη σας. Όμως, με την επιλογή σας για εξουσία εδώ και τώρα, το κάψατε το χαρτί σας. Είτε στη μία εκδοχή είτε στην άλλη, δεν υπάρχει μακροπρόθεσμο μέλλον για σας παρότι τη μικρότερη ζημιά θα την υποστείτε αν ακολουθήσετε την προτροπή Λαφαζάνη. Και αν σήμερα υπάρχει ένα 35% των Ελλήνων που σας στηρίζει ακόμα, αυτό συμβαίνει γιατί δεν υπάρχει στον ορίζοντα καμία άλλη εναλλακτική λύση, και γιατί είναι δύσκολο, μέσα σε εκατό μέρες, να αναγνωρίσει κάποιος ότι έκανε λάθος. Θυμηθείτε όμως το 42% του ΓΑΠ, και το 80% της στήριξης που απολάμβανε τους πρώτους μήνες της εξουσίας του.
Εμείς προετοιμαζόμαστε ήδη για την περίοδο μετά το τέλος της μεταπολίτευσης, τελευταία εκδοχή της οποίας δυστυχώς θελήσατε να είσθε. Οι εκβιασμοί λοιπόν δεν μας αγγίζουν. Εμείς υπήρξαμε και παραμένουμεαντιμνημονιακοί, υπήρξαμε και παραμένουμε αντισυστημικοί –και όχι τώρα, αλλά εδώ και σαράντα χρόνια– και αντίθετοι στο εθνοκτόνο σύστημα του οποίου αποτελείτε την έσχατη μορφή. Το εάν θα παραιτηθείτε ή όχι, είναι δική σας επιλογή. Πάντως, να φροντίσετε να περιορίσετε τις καταστροφές τις οποίες έχετε ήδη κάνει. Γιατί, δυστυχώς, αν τις μεγεθύνετε, θα πάρει η μπάλα όλον τον ελληνικό λαό.

Πηγή: Αρδην-Ρήξη

Sunday, June 21, 2015

"Έλληνες και Ευρωπαίοι να κάνουμε πράξη την ενότητα"

Του Αρχιεπισκόπου Αθηνών & Πάσης Ελλάδος Ιερωνύμου Β'

Στον ποταμό της ιστορίας, σε μία γωνιά ακουμπισμένες, βρίσκονται δύο μεγάλες πέτρες. Όμορφα λαξεμένες από το νερό που κυλά ανά τους αιώνες, σμιλεύτηκαν τόσο πολύ, που, μέχρι σήμερα τουλάχιστον, θεωρήσαμε πως έγιναν ένα.

Ευρώπη και Ελλάδα, δύο αναπόσπαστες όψεις της ίδιας πέτρας που μέχρι πρόσφατα έμοιαζε ακατόρθωτο, να σπάσει στα δύο.

Με πρωτογενή υλικά την ελληνική παιδεία, το ρωμαϊκό δίκαιο και τον χριστιανισμό, η Ευρώπη διαμόρφωσε την ταυτότητά της και απέκτησε την σημερινή της δομική υπόσταση. Έχοντας ως βασική της μαγιά τον χριστιανισμό και προέλευση τις ελληνικές ρίζες.

Κι όταν γεννήθηκε το όραμα για τη διαμόρφωση στους κόλπους της Ευρώπης μίας οικογένειας λαών και πολιτισμών, η Ελλάδα ήταν παρούσα. Δε θα μπορούσα να λησμονήσω τη δήλωση του Αρχιεπισκόπου Σεραφείμ, Φεβρουάριο του 1979, λίγο πριν η χώρα υπογράψει τη συνθήκη ένταξης στην ευρωπαϊκή οικογένεια, ο οποίος είχε εκφράσει την προσδοκία “να κάνει η Ευρώπη πράξη τη χριστιανική ενότητα, να φέρει και την ουσιαστική ενότητα των λαών”.

Πέρασαν τριάντα έξι ολόκληρα χρόνια από τότε που παρακολουθούσα τα γεγονότα από τη θέση του Αρχιγραμματέα. Σήμερα, γράφω με την ιδιότητα του επικεφαλής της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδος.

Εκφράζω όμως προβληματισμούς όχι ενός Αρχιεπισκόπου, αλλά ενός απλού ιερέα και Έλληνα.

Ενός ανθρώπου, που ως παλιός δάσκαλος, είχε την εντύπωση πως η κοινή βάση που ενώνει την ευρωπαϊκή οικογένεια είναι στέρεη και δεν αποσαρθρώνεται.

Μπροστά στα μάτια μας εξελίσσεται, χρόνια τώρα, ένα αφήγημα που βρίθει από διαφωνίες, διαπραγματεύσεις, εντάσεις και ρήξεις. Σκληρότερες, ακόμη, εκφράσεις και πράξεις που δεν ταιριάζουν στο λεξιλόγιο μελών της ίδιας οικογένειας. Ανακαλώ στο μυαλό μου εκείνη τη δήλωση περί ενότητος.

Πώς είναι δυνατόν να απειλούνται οι συνεκτικοί δεσμοί ανάμεσα σε ανθρώπους που αφομοίωναν για δεκαετίες το ίδιο όραμα; Τί τάραξε συθέμελα τον βυθό του ποταμού και η πέτρα δεν κύλησε μόνο, αλλά κοντεύει να διαλυθεί;

Ποια πολιτικά και οικονομικά σταθμά και αποφάσεις που φαίνονται να οδηγούνται από το θυμικό των ανθρώπων, είναι τόσο δυνατά για να ταράξουν την ταυτόσημη πορεία λαών και πολιτισμών;

“Ανεξαρτήτως εάν κάποιος πιστεύει ή όχι”, έγραφε ο Γάλλος ιστορικός Φερνάν Μπροντέλ, “η ευρωπαϊκή αντίληψη έχει βαθειές τις ρίζες της στη χριστιανική παράδοση”.

Κι όμως αυτή η κοινή ευρωπαϊκή καταγωγή, το όραμα και οι στόχοι για το μέλλον των παιδιών μας, καταρρέουν μεμιάς, όταν δεν υπακούν σε όσα οι αριθμοί επιτάσσουν.

Η κόπωση είναι μεγάλη. Όσων διαπραγματεύτηκαν και εξακολουθούν να το κάνουν. Στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Σήμερα και εχθές. Θέλει αγώνα με το μέσα μας για να ξεπεράσουμε εγωισμούς και ανθρώπινες αδυναμίες και να βρούμε την κοινή συνιστώσα που θα μας φέρει ένα βήμα πιο πέρα.

Μπροστά όμως στην κόπωση και όσα έχει υποστεί ο ελληνικός λαός τόσα χρόνια, όλες αυτές οι δυσκολίες είναι μηδαμινές. Κι αυτό θα πρέπει να έχουν στο μυαλό τους όλοι όσοι έχουν τη δύναμη να αποφασίζουν για το μέλλον του.

Ο ελληνικός λαός έχει την ικανότητα να σταθεί στα πόδια του. Έχει το κουράγιο να σηκώσει τα μανίκια και να εργαστεί, διπλά και τριπλά αν χρειαστεί, για να αποκτήσει η χώρα “νοικοκυριό”.

Αρκεί να πειστεί μέσα του πως δεν υποθηκεύει το μέλλον των παιδιών του, δεν δίνει έναν σκληρό αγώνα, χωρίς νόημα, χωρίς να επιστρέφει αενάως στο μηδέν.

Δεν είναι δουλειά ενός παπά να μπλέκει στα χωράφια των πολιτικών. Δεν φεύγει όμως από το μυαλό μου η προσπάθεια των Ελλήνων όλες αυτές τις δεκαετίες.

Οι κόποι τους και οι αγώνες που έκαναν για να μπει η χώρα σε έναν δρόμο. Και αυτή την προσπάθεια δεν μπορώ να μην την υπογραμμίσω.

Λάθη έγιναν πολλά. Από όλους. Από εκείνους που έκαναν δεκαετίες τώρα όσα μετέωρα βήματα, άλλαξαν τη ρότα της Ελλάδας και την έφεραν ενώπιον αδιεξόδων.

Από τους υπόλοιπους που δείξαμε, μάλλον, περισσότερη ανοχή απ’ όση έπρεπε μπροστά στα ψεγάδια των πράξεων των ανθρώπων. Από τους Ευρωπαίους που θα έπρεπε να δείξουν μεγαλύτερη κατανόηση μπροστά στα δεινά που περνούν τα αδέλφια τους.

Είναι όμως ικανή μία κακή “στροφή” του ποταμού, μία τόσο μικρή διαδρομή μέσα στους αιώνες, να αλλάξει τη ροή και τη σύσταση της πέτρας; Ασφαλώς και όχι. Όλα μπορούν να διορθωθούν. Γιατί στον ορίζοντα του ποταμού υπάρχει κάτι που μας ενώνει: η κοινή ευρωπαϊκή προοπτική. Αυτή η ενότητα που ίσως ήρθε το πλήρωμα του χρόνου να κάνουμε πράξη. Έλληνες και Ευρωπαίοι.

Ήρθε ο καιρός να φτιάξουμε την Ελλάδα που θέλουν τα παιδιά μας για να ριζώσουν στον τόπο τους. Ακόμη και αν χρειαστεί να βάλουμε για θεμέλια σε όσα χτίζουν, τους κόπους και τα δικά μας όνειρα.

Ήρθε ο καιρός να κάνουμε το ακατόρθωτο, εφικτό. Το έχουμε ξανακάνει, άλλωστε, στο παρελθόν.

Ας φανούμε αντάξιοι στις προσδοκίες των γονέων μας. Ας δώσουμε στις επόμενες γενιές έναν ακόμη λόγο να μας αναφέρουν όχι ως τους Έλληνες που έζησαν μία μεγάλη κρίση, αλλά τους Έλληνες που αναγέννησαν τον τόπο τους από τις στάχτες. Ας δείξουμε πως το κράμα μας όσες φορές και αν λιώσει, παραμένει πάντοτε ένα άριστο υλικό.

Πηγή: Καθημερινή της Κυριακής

Friday, June 19, 2015

«Αναζητώντας δικτάτορα»; (Ο ρόλος της Ζωής Κωνσταντοπούλου)

Του Γιώργου Καραμπελιά

Η ελληνική κοινωνία, στο έπακρο απελπισμένη, βρίσκεται προς αναζήτηση του ισχυρού άνδρα ή της γυναίκας που θα της επιτρέψει να ταυτιστεί φαντασιακά με κάποια ισχυρή εξουσία, η οποία θα της δώσει επιτέλους την αίσθηση μιας ισορροπίας και μίας τάξης. Από την αρχή της κρίσης, στις πλατείες και στις συζητήσεις των «καθημερινών ανθρώπων», μπορούσε κανείς να διαγνώσει το ισχυρό αίτημα, διατυπωμένο με χιλιάδες τρόπους, για έναν «ηγέτη», για μια επί τέλους ισχυρή εξουσία που θα βάλει τέρμα στην «κομματοκρατία» και τη ρεμούλα, θα αντιμετωπίσει τους «τοκογλύφους» και «θα απελευθερώσει» την Ελλάδα από τους ξένους ληστές. Γι’ αυτό και τα δεκάδες ή χιλιάδες σχέδια επί χάρτου για αλλαγή του Συντάγματος ‒προς την κατεύθυνση της περιστολής της νομοθετικής εξουσίας και την ανάδειξη ισχυρού εκτελεστικού βραχίονα‒ που κυκλοφορούσαν αφειδώς στο εσωτερικό των αγανακτισμένων, παράλληλα βεβαία με άλλες θετικές προτάσεις για ενίσχυση της άμεσης δημοκρατίας.

Οι Έλληνες αναζητούσαν έναν «ηγέτη», σε μια εποχή «λειψανδρίας». Ας θυμηθούμε ότι προτάθηκαν ή αυτοπροτάθηκαν πολλοί, όπως ο Βγενόπουλος και άλλοι, μόνο που βέβαια ήταν πολύ αχαμνοί για έναν τέτοιο ρόλο. Αρκετοί μάλιστα ετοιμάστηκαν να φορέσουν το δίκοχο, με τη ναπολεόντεια και αυταρχική συμπεριφορά τους, και όχι μόνο ο Κασιδιάρης ή ο Μιχαλολιάκος. Αυταρχικές προσωπικότητες αναδείχθηκαν πολλές και στο αντιμνημονιακό στρατόπεδο αλλά απέτυχαν είτε λόγω της ηλικίας τους είτε λόγω του περιθωριακού τους χαρακτήρα και της έλλειψης πρόσβασης σε κέντρα εξουσίας. Κοινό χαρακτηριστικό τους η επιδίωξη της δραχμής, όχι διότι αγαπούσαν τόσο πολύ το εθνικό νόμισμα, ή ότι δεν καταλάβαιναν τις καταστροφικές οικονομικές συνέπειες που θα επιφέρει σήμερα μια τέτοια ενέργεια, αλλά διότι η εγκατάλειψη του ευρώ, και κατά συνέπεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα σήμαινε πως η χώρα θα έπλεε πλέον σε «αχαρτογράφητα νερά», χωρίς κανέναν έλεγχο, τουλάχιστον για κάποιο διάστημα, και υπ’ αυτές τις συνθήκες θα μπορούσαν οι πλέον αυταρχικές λύσεις να γίνουν εφικτές, σε συνθήκες διάλυσης του πολιτικού συστήματος, της οικονομικής ζωής και του κοινωνικού ιστού. Σε τέτοιες συνθήκες ανθεί το φασιστικό φαινόμενο.

Και αυτός είναι ένας από τους λόγους, εκτός από τους γεωπολιτικούς ­–σήμερα μπορώ να μιλήσω ανοικτά για τις μύχιες σκέψεις μου– που, από την αρχή, ήμουν τόσο συστηματικός αντίπαλος της εγκατάλειψης του ευρώ, σε αυτές τις συνθήκες, παρότι ήμουν από τους ελάχιστους που είχαν αντιταχθεί στην είσοδό μας στην Ευρωζώνη. Διότι γνώριζα και φοβόμουν πως έξοδος, κάτω από αυτές τις συνθήκες, συνθήκες οικονομικής και κοινωνικής διάλυσης, όχι μόνο θα επιφέρει περισσότερο πόνο και αποσύνθεση στην κοινωνία, όχι μόνο θα οδηγήσει σε γεωπολιτικές περιπέτειες και ακρωτηριασμούς, αλλά και θα δώσει την ευκαιρία στο φίδι του αυταρχισμού και του φασισμού, που εκκολαπτόταν μέσα στην κρίση, να αναδειχθεί σε όλη του την αποτρόπαιη μεγαλοπρέπεια. Γι’ αυτό και όλοι οι υποψήφιοι σωτήρες και δικτατορίσκοι, όταν μιλούν για «ανεξαρτησία» της χώρας, δεν εννοούν την αποτίναξη μιας εξάρτησης αιώνων, που απαιτεί σχέδιο και προσπάθεια –κατ’ εξοχήν παραγωγική– αλλά μια περίοδο ασυδοσίας όπου θα μπορούν να πραγματοποιηθούν τα πιο τρελά σενάρια των πλέον παρανοϊκών, αλλά κάποτε και των πλέον επικινδύνων (παρανοϊκός ήταν και ο Παπαδόπουλος και ο Μουσολίνι και ο Χίτλερ και ο Ζαν Μπεντέλ Μποκάσα και ο Κιμ Γιονγκ Ιλ).

Και κάτι που επίσης δεν έχουμε συζητήσει μέχρι σήμερα: το ότι ο Κωνσταντίνος Καραμανλής επέμεινε τόσο πολύ για την ένταξή μας στην ΕΟΚ (Ευρωπαϊκή Ένωση) δεν ήταν μόνο ως αντίβαρο στην τουρκική απειλή αλλά και από τον φόβο πως η απριλιανή εκτροπή θα μπορούσε να επιστρέψει στην πολιτική ζωή της χώρας.

Η φάση της Χρυσής Αυγής
Την πρώτη φάση τη ζήσαμε ήδη με την πρώτη απόπειρα της Χρυσής Αυγής να βάλει τις βάσεις για μια έφοδο προς την εξουσία, ή τουλάχιστον να λειτουργήσουν ως πραιτοριανοί μιας σκληρής ακροδεξιάς παρέκβασης. Γι’ αυτό και επιχειρούσαν να δράσουν ως το δυναμικό κομμάτι της δεξιάς. Εξ ου και τα κολλητιλίκια με τον Μπαλτάκο και οι εξυπνάδες του Χρύσανθου περί των «δύο άκρων». (Και αυτό όχι γιατί διάφοροι ανεγκέφαλοι των Εξαρχείων είναι καλύτεροι από τους Χρυσαυγίτες, αλλά διότι, εκείνη τη στιγμή, ένα τέτοιο σενάριο ήταν βούτυρο στο ψωμί των ναζιστών). Και καθόλου τυχαία είχαν ήδη κερδίσει τη μισή αστυνομία και τα ΜΑΤ, ενώ άρχιζαν να αποκτούν βάσεις και στον στρατό, ιδιαίτερα στους κατώτερους αξιωματικούς. Απέτυχαν για δύο λόγους. Πρώτον, γιατί, όπως όλοι οι διψασμένοι για εξουσία φασίστες, βιάστηκαν πολύ (όπως ο Χίτλερ στην πρώτη απόπειρα της μπυραρίας του Μονάχου) και κυρίως διότι το σχέδιο του Σαμαρά για πιθανή μελλοντική συμμαχία μαζί τους προσέκρουσε στις έντονες αντιδράσεις Αμερικανών, Ευρωπαίων και εβραίων. Επί πλέον, υπάρχει και ένας βαθύτερος λόγος. Η ακροδεξιά στην Ελλάδα είναι τόσο «κραγμένη» ως δοσιλογική και παρακρατική ώστε δεν μπορούσε, για την ώρα τουλάχιστον, να δημιουργήσει το πολιτιστικό και πνευματικό ρεύμα που θα της επέτρεπε να διεκδικήσει ακόμα την εξουσία, γι’ αυτό και παρέμεινε στο επίπεδο των τραμπούκων που οδηγήθηκαν στη Φυλακή. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως τελείωσε ο ρόλος της, απλώς πήρε ένα πρώτο μάθημα, αλλά φροντίζει η φίλη μου η Τασία Χριστοδουλοπούλου να της προσφέρει νέα φυσίγγια στα όπλα της, που προς στιγμήν έπαθαν αφλογιστία.

Η Ζωή Κωνσταντοπούλου στην προεδρία της Βουλής
Όμως, όσο εξακολουθεί να υπάρχει το αίτημα για ισχυρό ηγέτη και στιβαρή κυβέρνηση, το οποίο θα τείνει να ενισχύεται μέσα από το μπάχαλο που ολοκληρώνει ο ΣΥΡΙΖΑ, αυτό θα επιχειρήσει να αναζητήσει νέες μορφές για να εκφραστεί. Σε μια πρώτη φάση, ως Σωτήρας φάνηκε πως θα μπορούσε να λειτουργήσει ο Τσίπρας, που συγκέντρωσε μια ισχυρή συναίνεση χωρίς να έχει δείξει τίποτε έως τώρα. Έτσι, στα τυφλά. Όμως ο Τσίπρας δεν διαθέτει τα προσόντα του στιβαρού ηγέτη, αλλά είναι ο «Αλέξης», το «καλό παιδί», αναποφάσιστος που το μόνο που γνωρίζει είναι να κάνει επικοινωνιακά παιγνίδια και καντρίλιες γύρω από τον εαυτό του. Ακόμα και όταν εκφωνεί «σκληρούς λόγους», λίγοι τον παίρνουν στα σοβαρά. Εδώ λοιπόν χρειαζόταν ένας άνδρας «με πυγμή». Και μια και δεν διαθέτουμε τέτοιον, θα μπορούσαμε να βολευτούμε και με μία Φράου, που βγαίνει από έργα της Βερτμύλλερ και του Παζολίνι. Και έτσι μας προέκυψε η Ζωή Κωνσταντοπούλου!

Η ανωριμότητα και η ανικανότητα του Τσίπρα –ή μήπως πρόκειται για μακιαβελισμό, όπως υποθέτουν κάποιοι– φάνηκε για μια ακόμα φορά σε όλο του το μεγαλείο, με την ανάδειξή της στην Προεδρία της Βουλής και, παρεμπιπτόντως, η βλακεία της αντιπολίτευσης που την ψήφισε μετά βαΐων και κλάδων, λες και δεν γνώριζε την πολιτεία της στην προηγούμενη Βουλή.

Αμέσως η νέα πρόεδρος άδραξε την ευκαιρία για να μεταβάλει την έδρα της νομοθετικής εξουσίας σε προσωπικό της φέουδο. Από την πρώτη στιγμή που ανέβηκε στην έδρα, έδωσε το σήμα της τακτικής και των στόχων της – αν και τρώγοντας έρχεται η όρεξη. Άρχισε να συμπεριφέρεται ως δικτατορίσκος της συμφοράς –με τη δικηγορίστικη φρασεολογία της, ικανή να ψαρώνει τα «χάπατα» που βρίσκονται στη Βουλή–, υβρίζοντας την αντιπολίτευση, χαϊδεύοντας τη Χρυσή Αυγή και παραβιάζοντας κατάφωρα το Σύνταγμα και τον κανονισμό της Βουλής. Λοιδορεί τους αντίπαλους πολιτικούς αρχηγούς και βουλευτές συστηματικά, έχει μεταβάλει το κανάλι της Βουλής σε προσωπικό της καραγκιόζ-μπερντέ. Γιατί όμως; Απλώς διότι είναι διαταραγμένη, όπως ισχυρίζονται πολλοί; Δυστυχώς, όχι. Αλλά έχει προφανείς και διάφανους στόχους. Δυναμιτίζει συστηματικά οποιαδήποτε συζήτηση και οποιαδήποτε δυνατότητα συναίνεσης –έτσι οδήγησε, με τα υβρεολόγιά της, την αντιπολίτευση να αποχωρήσει από νομοσχέδια όπως αυτά της ανθρωπιστικής κρίσης, και υποδαυλίζει το εμφυλιοπολεμικό κλίμα.

Σε αυτά τα πλαίσια, χρησιμοποίησε και την παράνομη «επιτροπή Αλήθειας» (μάλλον οι Έλληνες αριστεροί έγιναν λωτοφάγοι και ξέχασαν τα υπουργεία Αλήθειας του Όργουελ), που αποτελεί καραμπινάτη συνταγματική εκτροπή. Διότι δεν συγκροτήθηκε ως κανονική επιτροπή της Βουλής, με συμμετοχή όλων των κομμάτων, αλλά με διάφορους τύπους που αυτή επέλεξε, (από τον… Κραουνάκη, με τις μακριές ρόμπες, έως τον περιφερόμενο ξυπόλητο μέσα στη Βουλή, Τουσαίν) και ο στόχος ήταν προφανής… «να καταργήσει το χρέος με μία δική της απόφαση», όπως το όνειρο όλων των ψεκασμένων – την ώρα που ο Τσίπρας διαπραγματεύεται ή, τουλάχιστον, κάνει πως διαπραγματεύεται! Διότι βέβαια, εάν ήταν κανονική εξεταστική επιτροπή, δεν θα έβγαζε πόρισμα μέσα σε δύο εβδομάδες, και μάλιστα στην πιο κρίσιμη στιγμή της διαπραγμάτευσης, και το πόρισμά της θα είχε νομική και επιστημονική βάση. Αντ’ αυτού, ανέγνωσε ένα κ…χαρτο που, πέραν των άλλων, εξευτελίζει τη χώρα μας παντού. Η Ζωή ξέρει πολύ καλά πως, εάν η Ελλάδα δεν φύγει από την Ευρωζώνη, δεν θα μακροημερεύσει ούτε στην Προεδρία της Βουλής, ούτε θα έχουν καμία δυνατότητα να εφαρμοστούν τα πιο τρελά όνειρά της. Και όμως, στην έναρξη αυτής της παράνομης και αντισυνταγματικής επιτροπής, παραβρέθηκε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας (!) και ο Πρωθυπουργός!

Ο εθισμός στον αυταρχισμό και τα «βρωμικα παιγνίδια»
Ομολογώ ότι από καιρό παρατηρώ αυτό το αντιαισθητικό και αντισυνταγματικό παιγνίδι που παίζει, έκπληκτος κυρίως από την ανοχή που δείχνουν οι υπόλοιποι θεσμοί της χώρας απέναντι στο όργιο των παρανομιών της και, βεβαίως, από την απίστευτη στήριξη που απολάμβανε (πλέον έχει αρχίσει να αποκαθηλώνεται) από ένα μεγάλο μέρος του κόσμου, κατ’ εξοχήν των αντιμνημονιακών, ακόμα και στο περιβάλλον του Άρδην. Και το θεωρούσα πολύ ανησυχητικό φαινόμενο, διότι καταδεικνύει πως αναπτύσσεται μια ροπή προς τον αυταρχισμό, που δεν ανέδειξε μόνο τη Χρυσή Αυγή, αλλά επωάζεται και αναπτύσσεται σε όλα τα περιβάλλοντα και τις ιδεολογίες. Όπως έλεγε και ο μεγάλος δάσκαλος του… ψυχιατρικού αυταρχισμού Λακάν, «γνωρίζω πως όλοι θέλετε ένα αφεντικό και εγώ σας το προσφέρω»! Όμως η φράση που ήχησε στα αυτιά μου σαν καμπανάκι για το επείγον του ζητήματος ήταν εκείνη του Γιάννη Πανούση, Υπουργού Προστασίας του Πολίτη, που βρίσκεται σε μόνιμη σύγκρουση με την κυρία Πρόεδρο, από πρόσφατο άρθρο του: «Η Κυβερνώσα Αριστερά ζει και κινείται στο φως. Ό,τι και όποιος ζει στο σκοτάδι μόνο κακό θα της κάνει. Πρέπει να απαλλαγούμε ως χώρα από τους «α(σ)κόπως αριστερούς» που κάνουν οτιδήποτε για ν’ αποτύχει η Κυβερνώσα Αριστερά ώστε να μπορούν και πάλι να παίζουν τα διπλά – τριπλά σκοτεινά (και συχνά «βρώμικα») παιχνίδια τους… Ώρα για να ξεδοντιαστούν όλα τα φίδια που απειλούν την κοινοβουλευτική αστική δημοκρατία». (Βλ. Γ. Πανούσης, «Οι πραγματικοί εχθροί της Αριστεράς» http://www.anoixtoparathyro.gr )

Επειδή οι υπηρεσίες Ασφάλειας της χώρας ανήκουν στην αρμοδιότητά του και επειδή, πριν από μερικές ημέρες, ανέλαβε και την εποπτεία της ΕΥΠ, σκέφτηκα ότι κάτι παραπάνω θα ξέρει από μένα και από σας, για να μιλάει για απειλές ενάντια στην κοινοβουλευτική δημοκρατία και «φίδια που παίζουν διπλά και τριπλά παιγνίδια». Με εντυπωσίασε επί πλέον το γεγονός πως δεν υπήρξε καμία απάντηση στο άρθρο του Πανούση και τους τόσο βαρείς υπαινιγμούς του. Γνώριζα πως υπάρχει λόμπι της δραχμής από μπατιρημένους επιχειρηματίες και καναλάρχες ή ιδιοκτήτες φυλλάδων της συμφοράς που προβάλλουν όσους ιδεοληπτικούς ή απατεώνες παίζουν το συγκεκριμένο χαρτί. Όμως δεν γνώριζα τις σχέσεις τους με τα «φίδια» που προφανώς έχουν εκκολαφθεί. Αν ξέρει κάτι πάρα πάνω, ας μας το κοινολογήσει.

Εγώ πάντως, μπορεί να μην ξέρω, εμπιστεύομαι όμως τα μάτια μου, τα αυτιά μου, τη μακρά εμπειρία μου και τις ιστορικές μου γνώσεις. Γνωρίζω, επί παραδείγματι, πως ο Μουσολίνι ήταν ηγέτης της αριστερής πτέρυγας του μαρξιστικού Σοσιαλιστικού Κόμματος της Ιταλίας, το 1915 (από το οποίο προήλθε και το Κομμουνιστικό), με τις πιο ακραίες αντιπολεμικές θέσεις και κατήγγελλε για συμβιβασμένους τους υπόλοιπους σοσιαλιστές ηγέτες. Σύντομα, όμως, πήρε ένα «μεγάλο πακέτο» από τις γαλλικές μυστικές υπηρεσίες, άλλαξε στάση και ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του που, μερικά χρόνια μετά, τον οδήγησε στη δημιουργία των fascio και την Πορεία προς τη Ρώμη. Γνωρίζω ότι, την ίδια εποχή, ο φουτουριστής Μαρινέτι και ο Ντ’ Ανούντσιο υπήρξαν ιδεολογικοί πρόδρομοι του φασισμού μέσα από την «ποιητική ασυναρτησία». Κατά συνέπεια, δεν μπορεί τίποτε να με εκπλήξει, παρότι βέβαια δεν υπάρχουν ευθείες ιστορικές αντιστοιχίες, ούτε βέβαια θεωρώ τη Ζωή… Μουσολίνι. Αλλά, όπως κάποτε λέγαμε τον Μπένυ «χαϊδευτικά» Μπενίτο, για τις αυταρχικές και αλαζονικές του συμπεριφορές, έτσι τώρα τείνει να βρεθεί το θηλυκό του υποκατάστατο αλλά σε πιο επικίνδυνη στιγμή και ρόλο για τη χώρα.

Παίζοντας με τη φωτιά

Το ερώτημα είναι τι κάνουν οι υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις και ο πρωθυπουργός. Θεωρεί μήπως πως τον βολεύει να χρησιμοποιεί τη Ζωή ως φόβητρο ή, σε κάποιο ακόμα πιο μακιαβελικό σενάριο, την «βάζει μπροστά» ως πολιορκητικό κριό για να μας οδηγήσει ο ίδιος στη δραχμή, ώστε να διατηρηθεί στην εξουσία, όπως υποθέτουν πλέον αρκετοί αρθρογράφοι της δεξιάς; Αν σκέφτεται κάτι τέτοιο, καλό θα είναι να ανακρούσει πρύμναν, γιατί αυτός και το κόμμα του «δεν το έχουν» για δικτάτορες ή για χαρισματικοί ηγέτες. Εξάλλου, η Ελλάδα δεν διαθέτει ούτε το πετρέλαιο που είχε οΤσάβες, ούτε κυρίως τις λαϊκές δυνάμεις που τον στήριξαν, και οι εξυπνάδες του Λαφαζάνη και του… Στρατούλη το μόνο που μπορούν να επιτύχουν είναι να προκαλέσουν μια σαρωτική επανεμφάνιση της πιο αυταρχικής δεξιάς. Γιατί αυτή είναι η γεωπολιτική και κοινωνική πραγματικότητα της χώρας και όχι μια «προεπαναστατική κατάσταση», που υπάρχει μόνο στις ονειρώξεις τους, και όχι βέβαια στο λαϊκό σώμα. Αρκεί να τους θυμίσω ότι, την Τετάρτη 17 Ιουνίου, ήταν τρεις και ο κούκος στο Σύνταγμα και κατόρθωσε, την επόμενη μέρα, να τους ξεπεράσει κατά πολύ το προδιαγραφόμενο μέτωπο των κουστουμαρισμένων.

Αν, αντίθετα, ο Τσίπρας πιστεύει πως μπορεί απλώς να την χρησιμοποιήσει ως φόβητρο κατά των δανειστών και των πολιτικών του αντιπάλων, και πάλι λαθεύει γιατί είναι βέβαιο πως η Ζωή υπονομεύει, πρώτα από όλους, αυτόν και την πολιτική του, και πως πλέον δεν έχει μείνει χρόνος για μια τακτική εξευμενισμού της.

Γι’ αυτό εξάλλου και η εν λόγω κάνει ανοίγματα στους Χρυσαυγίτες και τους αναρχικούς, μήπως και βρει τη βάση που της έλειπε. Δυστυχώς γι’ αυτήν, με το λαχανί παντελόνι της, όμως, δεν μπορεί να βρει παρά μόνο το gay parade, διότι αυτή είναι η ταξική της υπόσταση, οι παραστάσεις της και όλα τα συμπαρομαρτούντα. Ωστόσο, μπορεί να κάνει τεράστια ζημιά εθίζοντας τον κόσμο στον αυταρχισμό, την παραβίαση κάθε κανόνα, ακόμα και στο Κοινοβούλιο, και συμβάλλοντας σε μια έξοδο από το ευρώ. Μέχρι εκεί όμως θα εξαντληθεί ο ρόλος και αυτής και της Ραχήλ. Γιατί πως, άραγε, θα αντιμετωπίσει το μεταναστευτικό ή τα εθνικά ζητήματα; Με τον Κραουνάκη; Γι’ αυτό μετά θα έλθουν και πάλι εκείνοι που «ξέρουν τη δουλειά» και δεν είναι εκκολαπτόμενα φίδια, αλλά έχιδνες που περιμένουν την ώρα τους και μαθαίνουν από τις πρώτες τους ήττες. Ο Κασιδιάρης είναι ακόμα πολύ νέος.

Έτσι, λοιπόν, ο πρωθυπουργός, αλλά και τα υπόλοιπα κόμματα που υπνώττουν, οι δημοσιογράφοι που την ανέχονται να τους υβρίζει, θα πρέπει σύντομα να λύσουν το πρόβλημα «Ζωή», που αποτελεί ντροπή για τη χώρα και υπονομεύει, όσο μπορεί, την ίδια τη δημοκρατία. Τάχιστα, θα πρέπει να φύγει από τη θέση του Προέδρου της Βουλής, διότι δεν περιμένω να συμβεί κάποιο θαύμα και να εξημερωθεί στον ρόλο της. Αντίθετα, θα κάνει ό,τι μπορεί για να αυξηθεί η εντροπία του συστήματος. Μόνο στη θολούρα μπορεί να επιπλέει και θα πασχίζει διαρκώς να την επιτείνει.

Κράτα το σόου μαϊμού…


Αντιγράφω από το in.gr το πολυαναμενόμενο (και όλως τυχαίως ολοκληρωθέν και εκδοθέν λίγο πριν το τέλος Ιουνίου που δήθεν κανένας δεν ήξερε ότι θα έφτανε η διαπραγμάτευση…) πόρισμα της Επιτροπής Αλήθειας (οργουελικός ο τίτλος αλλά ψιλά γράμματα αυτά για τους αριστερούς της Ζωής) για το χρέος:

-Το χρέος προς το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο πρέπει να χαρακτηριστεί παράνομο αθέμιτο, επονείδιστο.
-Το χρέος προς την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα πρέπει να χαρακτηριστεί παράνομο αθέμιτο και επονείδιστο.
-Το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας παρέχει δάνεια χωρίς μετρητά (cash-less loans) τα οποία πρέπει να θεωρηθούν παράνομα. Τα συγκεκριμένα χρέη είναι αθέμιτα και επονείδιστα.
-Τα διμερή δάνεια πρέπει να θεωρηθούν παράνομα, είναι αθέμιτα, και επονείδιστα.
-Το χρέος προς τους ιδιώτες δανειστές πρέπει να θεωρηθεί παράνομο. Μέρος του χρέους προς τις ιδιωτικές τράπεζες και τα κεφάλαια αντιστάθμισης κινδύνου είναι αθέμιτο. Τέλος, το χρέος προς τις ιδιωτικές τράπεζες και τα κεφάλαια αντιστάθμισης κινδύνου είναι επονείδιστο.


Φυσικά, η καταληκτική πρόταση είναι: άρνηση πληρωμής όλου του χρέους και …πτώχευση (και δραχμή, για να μην κάνουμε τους ανήξερους)! Τάχα, η Επιτροπή αυτή (ο Θεός να την κάνει Επιτροπή) θα έβγαζε το πόρισμα ώστε να ενισχυθεί η διαπραγματευτική ισχύς της κυβέρνησης. Αν βρεθεί έστω ένας άνθρωπος που θα μου πει ότι το πόρισμα αυτό, το οποίο έχει βγει μάλιστα από Επιτροπή της Βουλής(;), μπορεί να αποτελέσει διαπραγματευτικό χαρτί σε οποιαδήποτε διαπραγμάτευση με άνθρωπο άνω των έξι ετών και ο άνθρωπος αυτός να πάρει σοβαρά τον συνομιλητή του, εγώ σηκώνω τα χέρια ψηλά. Ως εκ τούτου, πέραν του αυτόνομου προσωπικού, επικίνδυνου παιχνιδιού της εξουσιοφρενούς που παριστάνει την Πρόεδρο της Βουλής, αυτό το κουρελούργημα καίει την ίδια τη διεκδίκηση διαγραφής μέρους του χρέους με όρους επιστημονικής σοβαρότητας και ορθολογικού σχεδιασμού.

Ένα-ένα τα γεγονότα των ημερών δείχνουν σε ουσιαστικό(κατάρρευση οικονομικών στοιχείων, έξοδος καταθέσεων) και συμβολικό επίπεδο (πολιτικός λόγος, πορίσματα) ότι πιθανόν η όλη συζήτηση είναι μάλλον μάταιη και η καταστροφή της χώρας μετατρέπεται σε αυτοεκπληρούμενη προφητεία…

ΥΓ. Ας δούμε τι έλεγε το μακρινό 2011 ο πολύς Βαρουφάκης για την Επιτροπή Ελέγχου (αλλά και για την συνακόλουθη έξοδο από την Ευρωζώνη καθώς θεωρούσε την μονομερή παύση πληρωμών ως ενέργεια άμεσα συνοδευόμενη από έξοδο από την Ευρωζώνη…):http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.article&id=6245

Πηγή: ιστολόγιο του Εξαποδώ 

Wednesday, June 10, 2015

Από τη Σμύρνη, την Τραπεζούντα και την Αδριανούπολη, στο Δίστομο

Του Θεοφάνη Μαλκίδη

Με αφορμή τη σημερινή ημέρα μνήμης του ολοκαυτώματος στο Δίστομο είναι πλέον ξεκάθαρο πως όταν οι θύτες δεν τιμωρούνται τα εγκλήματα επαναλαμβάνονται και μάλιστα πολύ πιο σκληρά.

Η εξάρτηση του Χίτλερ από τον Μουσολίνι, του ναζισμού από τον φασισμό, ως προτύπου οργάνωσης, κατάκτησης και άσκησης της εξουσίας έχει διερευνηθεί και προβληθεί στις δεκαετίες που ακολούθησαν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ωστόσο ο Ναζισμός άντλησε ολοκληρωτικές μεθόδους εξαφάνισης των λαών από καθεστώτα και πρόσωπα, όπως ο Μουσταφά Κεμάλ, όπως πολύ χαρακτηριστικά γράφει ο Στέφαν Ίριγκ στο σχετικό του έργο (Atatürk in the Nazi Imagination, Harvard University Press).

Ο θαυμαστής, μαθητής και μιμητής του Κεμάλ ήταν ο Χίτλερ, και έξι μήνες μετά την ανάρρησή του στην εξουσία, τον Ιούλιο του 1933, σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Milliyet έχριζε γενναιόδωρα τον Κεμάλ «επιφανέστερο άνδρα του αιώνα» και κατέληγε λέγοντας πως «το τουρκικό κίνημα υπήρξε για εκείνον ένα λαμπρό άστρο». Το 1938 θα πρόσθετε ότι «ο Ατατούρκ ήταν δάσκαλος. Ο Μουσολίνι ήταν ο πρώτος του μαθητής και εγώ ο δεύτερος».

Η Τουρκία του Κεμάλ προσφερόταν ως υπόδειγμα κράτους που είχε αποκαθάρει τον πληθυσμό του από τα επικίνδυνα στοιχεία. Σε αυτό το αφήγημα Έλληνες και Αρμένιοι παραλληλίζονταν με τους Εβραίους. Όπως είναι γνωστό, όταν ο Χίτλερ προγραμμάτιζε και υλοποιούσε τη δολοφονία χιλιάδων λαών της Ευρώπης, έλεγε «ποιος θυμάται τους Αρμένιους».

Η εξαφάνιση των Ελλήνων: Από τον Κεμάλ στον Χίτλερ

Είναι γεγονός ότι τα πρώτα μαθήματα ολοκληρωτικής εξαφάνισης της ύπαρξης ενός λαού οι Ναζί τα πήραν από τους Νεότουρκους και τους κεμαλικούς, με τους οποίους άλλωστε Γερμανοί αξιωματικοί είχαν συνεργαστεί στις αρχές του 20ού αιώνα. Η Γενοκτονία των Ελλήνων στον Πόντο, στην Ιωνία και τη Θράκη, μαζί με τη Γενοκτονία των Αρμενίων και των Ασσυρίων αποτέλεσε ένα οργανωμένο και ολοκληρωμένο σχέδιο που εφαρμόστηκε με τον ίδιο τρόπο εναντίον των λαών της Ευρώπης στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αφού οι θύτες των πρώτων γενοκτονιών δεν τιμωρήθηκαν, οι μαθητές των Νεότουρκων και των κεμαλικών οργάνωσαν και σχεδίασαν νέες γενοκτονίες.

Ειδικά οι Έλληνες δοκιμάστηκαν από έναν μηχανισμό εξολόθρευσης από την Τραπεζούντα μέχρι τη Σμύρνη και την Αδριανούπολη, ο οποίος λίγο αργότερα αναπαράχθηκε στον ελλαδικό χώρο – στο Δίστομο, στα Καλάβρυτα, στον Χορτιάτη, στα Κερδύλια, στην Ξυλαγανή της Ροδόπης, στο Δοξάτο της Δράμας.

Όπως στον Πόντο, στην Ιωνία και τη Θράκη δολοφονήθηκαν χιλιάδες Έλληνες και μαζί τους δολοφονήθηκε κάθε ύπαρξη ελληνικού πολιτισμού, έτσι και στο Δίστομο, στις 10 Ιουνίου του 1944 έγινε μια από τις μεγαλύτερες σφαγές αμάχων από τις γερμανικές δυνάμεις.

Όπως και στους χώρους όπου ζούσαν για πολλά χρόνια Έλληνες με ιδιαίτερη συμβολή στην προαγωγή της ανθρώπινης πολιτιστικής προσφοράς, έτσι και στο Δίστομο στρατιωτικές δυνάμεις κινήθηκαν για να δολοφονήσουν Έλληνες. Μάλιστα οι πράξεις των στρατιωτικών εναντίον των άμαχων Ελλήνων που ζούσαν στο οθωμανικό κράτος ομοιάζουν στο ακέραιο με τις πράξεις των Ναζί εναντίον των Ελλήνων στο Δίστομο.

Τα θύματα στον Πόντο, στην Ιωνία και τη Θράκη, γυναικόπαιδα, ηλικιωμένοι, αθώοι άνθρωποι. Η δράση των Ναζί στο Δίστομο ακριβώς η ίδια, μάλιστα η μανία τους ήταν τόσο μεγάλη που δεν ξεχώριζαν ούτε τα γυναικόπαιδα και τους ηλικιωμένους. Τον ιερέα του χωριού τον αποκεφάλισαν, βρέφη εκτελέστηκαν και γυναίκες βιάστηκαν πριν θανατωθούν. Η σφαγή σταμάτησε μόνο όταν νύχτωσε, αφού πρώτα κάηκαν τα σπίτια του χωριού. Οι εκτελέσεις συνεχίστηκαν και κατά την επιστροφή των Γερμανών στη βάση τους, καθώς σκότωναν όποιον άμαχο έβρισκαν στο δρόμο τους. Οι νεκροί του Διστόμου έφτασαν τους 228, από τους οποίους οι 117 ήταν γυναίκες και οι 111 άντρες, ανάμεσα τους 53 παιδιά κάτω των 16 χρόνων. Η μαρτυρία όμως του απεσταλμένου του Ερυθρού Σταυρού που έφτασε στο Δίστομο μετά από λίγες μέρες αναφέρει 600 νεκρούς στην ευρύτερη περιοχή.

Η πρώτη Γενοκτονία εναντίον των Ελλήνων δεν τιμωρήθηκε, έτσι επαναλήφθηκε –εναντίον Ελλήνων πάλι– λίγο αργότερα. Το χρέος για την ανάδειξη της πρώτης Γενοκτονίας του 20ού αιώνα στο διεθνές στερέωμα, είναι προφανές. Αντίσταση στον εκφυλισμό και στις προσπάθειες υπονόμευσης. Οι ίδιες που έγιναν και στην υπόθεση της ανάδειξης των ολοκαυτωμάτων στην Ελλάδα, κατά τη διάρκεια της ναζιστικής Κατοχής. Η προσπάθεια συνεχίζεται και έχει ουσιαστικά αποτελέσματα σε όλον τον πλανήτη. Η αλήθεια θα νικήσει.

Μέρος ομιλίας του Θ. Μαλκίδη στις εκδηλώσεις που οργάνωσε για τη Γενοκτονία ο Σύλλογος Ποντίων Θάσου «Διογένης Σινωπεύς».

Monday, June 8, 2015

Η Φελεκνάς των Γεζιντί

Η Φελεκνάς Ουτζά εξελέγη βουλευτής του HDP από το Ντιγιαρμπακίρ. Πρόκειται για την πρώτη εκπρόσωπο της μεινότητας των Γεζιντί που εισέρχεται στην τουρκική Εθνοσυνέλευση. Η κοινότητά της έπεσε θύμα των πιο βάρβαρων διώξεων του Ισλαμικού Κράτους και οι γυναίκες Γεζιντί πουλήθηκαν ως εμπόρευμα στα σκλαβοπάζαρα. Η Φελεκνάς Ουτζά είναι 39 ετών, γεννήθηκε στην Κάτω Σαξονία της Γερμανίας από οικογένεια Γεζιντί μεταναστών κουρδικής καταγωγής. Σπούδασε βοηθός ιατρού και σε ηλικία μόλις 22 ετών εξελέγη το 1999 ευρωβουλευτής με το το αριστερό γερμανικό κόμμα Die Linke, θέση στην οποία παρέμεινε επί μία δεκαετία. Με το HDP εξελέγη επίσης από την Κωνσταντινούπολη και ένας Αρμένιος, ο εκπαιδευτικός Γκάρο Παϊλάν. Ισως αλλάζει κάτι στη Τουρκία. Ισως...