Wednesday, March 25, 2015

Η Ελληνική Επανάσταση ήταν Εθνική, παράγωγο της Γαλλικής του 1789

Του Σπ. Ι. Ασδραχα
Οι συγχρονικές καταγραφές των πεπραγμένων του 1821 δεν απόκρυψαν τη φρίκη του πολέμου. Η Ελευθερία, αντικρύζοντας το τείχος της Τριπολιτσάς, επιθυμεί να του ρίξει «φόβου, τρόμου αστροπελέκι»· η άλωση της πρωτεύουσας του Μωριά δεν έφερε άλλον ύπνο, πάρει θάνατο πικρό. Παλιότερα, προφητεύοντας, όπως λέγεται, το «ποθούμενο» ο Κοσμάς Αιτωλός, έλεγε ή υποτίθεται ότι έλεγε, ότι τούτο θα γίνει όταν το μοσχάρι θα κολυμπούσε στο αίμα. Το ίδιο πίστευε και ο Χατζή-Σεχρέτης: η εξέγερση των Βλαχαβαίων δεν εγγραφόταν στην τελεολογία του «ποθούμενου», δηλαδή την ανατροπή των όρων κυριαρχίας, γιατί δεν έγιναν αυτό που είχαν πει οι «γνωστικοί», δηλαδή οι «επαΐοντες», ότι το θεόδοτο σήμα θα ήταν η «πλεγή», το κολύμπι του μοσχαριού στο αίμα. Ωστόσο η επανάσταση του 1821 δεν περίμενε τα σήματα της προφητείας για να ξεσπάσει.

Ηταν μια επανάσταση εθνική, παράγωγο του γαλλικού 1789, όπως το κρυστάλλωσαν οι Ναπολεόντειοι πόλεμοι με το σύνδρομό τους, την αρχή των εθνικοτήτων: «όλα τα έθνη πολεμούν και στους τυράννους των ορμούν», όπως σάλπισε ο «Πατριωτικός Υμνος» του Ρήγα Βελεστινλή, πριν επέλθει η απογοήτευση που ακολούθησε το Καμποφόρμιο: επανάσταση με δημοκρατική ιδεολογία, δηλαδή αστική, με αστική τάξη τους βιοτέχνες, τους καραβοκυραίους και τους εμπόρους. Δεν αντιστοιχούσαν σε μια «τρίτη τάξη» -κυριολεκτικότερα κατάσταση- που αναζητούσε τη συμμετοχή της στην εξουσία, μάλιστα ανατρέποντας τις βαθμίδες της κοινωνικής ιεραρχίας και μετατρέποντας την οριζόντια σε κάθετη κινητικότητα. Η διχοτομία κατακτητική (ισλαμική) και κατακτημένη (χριστιανική) κοινωνία μετέτρεπε την κοινωνική σύγκρουση σε σύγκρουση κυριάρχων και κυριαρχούμενων· πολιτική και όχι οικονομική.

Αστοί
Αστική λοιπόν ως προς την ιδεολογία επανάσταση, αλλά όχι επανάσταση μιας οικονομικά ισχυρής, εκτός όμως του εξουσιαστικού συστήματος, τάξης. Με δυο λόγια, οι «αστοί» δεν ήθελαν ελεύθερο χώρο, για να αναπτύξουν την οικονομία τους: δεν ήθελαν να ανατρέψουν τους όρους παραγωγής, τις παραγωγικές σχέσεις, γιατί υπήρχαν χάρη σ' αυτές. Ηθελαν και κατόρθωσαν να εθνικοποιήσουν το παρελθόν, αυτοί και οι άλλοι συντελεστές της εθνικής επανάστασης. Φυσικά την οποιαδήποτε θεωρία της επανάστασης την έδωσαν όσοι μετείχαν στην κίνηση των ιδεών, οι «λόγιοι», οι διανοούμενοι: δεν ήταν όλοι τους της ίδιας κοπής και ο διαφωτισμός στον οποίο τους εντάσσουμε δεν ήταν μονοσήμαντος· ο διαφωτισμός, κυρίως μεταρρυθμιστικός, γινόταν επαναστατικός, όταν η σύγκρουση γινόταν ανάμεσα σε κατακτητές και κατακτημένους, κυριολεκτικότερα -καθώς λέγαμε- ανάμεσα σε μια κοινωνία κατακτητική και σε μια κοινωνία κατακτημένη, με επίκοινους οικονομικούς ρόλους, αλλά μόνο μερικώς ρόλους εξουσιαστικούς.

Αυτή η διχοτομία (παρά τις μακαριότητες μιας συνεχώς αναδυόμενης σκοπιμοθηρικής ιστοριογραφίας) είχε τα επαναστατικά της προηγούμενα, καθοριζόμενα από την πολιτική συγκυρία και τους πολιτικούς σχεδιασμούς όσων έβλεπαν στην οθωμανική εγκαθίδρυση μιαν απειλή. Οι σχεδιασμοί αυτοί προέβλεπαν και μια εδαφικότητα της αποδεσμευμένης από την κατάκτηση κοινωνίας. Η επανάσταση του 1821 συνδέθηκε μ' αυτά τα προηγούμενα και η ιστοριογραφία της την ενέτασσε σε αυτά ή τη διαχώριζε απ' αυτά προσδένοντάς την στην αρχή των εθνικοτήτων: και στις δύο περιπτώσεις η οντολογική ιστορία υποτασσόταν στη θεωρία της ιστορίας. Το ζητούμενο είναι να ιδούμε πώς οι κατακτημένοι βίωναν τους όρους της κατάκτησης.

Με τρόπους διαφορετικούς; Με την αποδοχή τους, με έκδηλο παράδειγμα τους εξισλαμισμούς· με την αποδοχή τους, υπό την προϋπόθεση της διατήρησης της ιδιοπροσωπίας τους, κυρίως θρησκευτικής· με την ανταρσία, δηλαδή με τη μη αποδοχή των όρων της κατάκτησης. Με προτίμηση άλλου ηγεμόνα μερικώς ή συνολικώς ομόδοξου· τελικώς, το 1821, με την εθνική χειραφέτηση, με την εθνική κυριαρχία, έστω κι αν έφεραν ηγεμόνες από άλλους τόπους, γιατί οι ίδιοι οι χειραφετημένοι δεν είχαν ηγήτορες γενικής αποδοχής· όταν βρήκαν έναν, αυτός ήταν προσωρινός, προσδεδεμένος σε μιαν από τις προστάτιδες δυνάμεις: τον άτυχο Ιωάννη Καποδίστρια που δεν κατάφερε να ενσωματωθεί σε μιαν άλλη μακροχρόνια παράδοση, εκείνη των χρησμών και των ερμηνειών της Αποκάλυψης.

Ληστές
Αυτή η αδρομερής και όχι βέβαια συστηματική αναδρομή στη συνθετότητα των μεταλλασσόμενων συντελεστών της εθνικής, τελικώς, επανάστασης (και συνάμα στους θρύλους της), μας ξαναφέρνει στους πρωτόγονους συντελεστές της, στους ληστές, που εκφράζανε ταυτόχρονα την ανταρσία και την προσαρμογή: στους ανθρώπους της λείας. Η τελευταία ήταν μια από τις κινητήριες δυνάμεις της εθνικής επανάστασης: δεν μάζευαν τα λάφυρα μόνο στο πεδίο των μαχών· λεηλατούσαν κατακτητές και κατακτημένους, μη αρκούμενοι στη μισθοδοσία. Από νωρίς τους κατήγγειλαν, ανάμεσα στα πολλά παραδείγματα ο Γεώργιος Αναγνώστης Ιατρίδης, όταν καταγράφει τα τεκταινόμενα στην πατρίδα του, το Καρπενήσι, με σκληρούς λόγους για τους δειλούς πλιατσικολόγους επαναστάτες. Οπως ο Σολωμός, έτσι κι αυτός δεν αποκρύψανε τη σκληρότητα, ο ένας, την ιδιοτέλεια ο άλλος, της εθνικής επανάστασης. Κοντά σ' αυτούς πολλοί άλλοι, περιγραφικώς ή και καταγγελτικώς. Κοντολογίς, δεν είμαστε άμοιροι μιας άμεσης και βιωμένης μαρτυρίας που αποσιωπήθηκε αργότερα από τη μαχόμενη ιστοριογραφία. Να «ανακαλύπτουμε» και να «αποκαλύπτουμε» σήμερα τα καταγραμμένα, είναι σαν να σκοτώνουμε ψόφια λιοντάρια. Ωστόσο, αυτοί οι ληστές και άκαρδοι δεν αποτελούν ηθικές αλλά ιστορικές κατηγορίες και η ιστορία δεν είναι ηθικοκεντρική αλλά ερμηνευτική, αν θέλει να είναι επιστήμη - ή απλώς διανοητική στάση. Ο Μακρυγιάννης έγραψε μια τριπλή ιστορία: τον βίο του, τις φαντασιώσεις του και την αλληλουχία των στρατιωτικών, κυρίως, γεγονότων. Η τελευταία ιστορία αποτυπώνεται στην εικονογραφία του: η Πόλη δεν παραδόθηκε, αλλά αλώθηκε· ο κατακτητής έβαλε στο ζυγό τους κατακτημένους και τους έκαμε σκλάβους· οι ανυπόταχτοι πήραν τα βουνά και το «άμαθο παιδί», ο Ρήγας, έσπειρε το σπόρο της ελευθερίας. Πρόκειται για το ερμηνευτικό σχήμα που υιοθέτησε η «δημόσια» ιστορία. Πρόκειται επίσης για κάτι άλλο, για την κατάκτηση με τις διαμεσολαβήσεις της: με το σπαθί, με τον σταυρό και με την πείνα, θα πει ο Πάμπλο Νερούδα. Η αναλογία είναι αυτόδηλη: με τη βία, με τη θρησκευτική ετερότητα, με την ιδιοποίηση της παραγωγής.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 20-3-2011

Thursday, March 19, 2015

Ισραηλινές εκλογές: τα πρώτα συμπεράσματα

Του Βίκτωρα Ισαακ Ελιέζερ *

Οι Ισραηλινοί πολίτες είπαν τελικά όχι στην ανατροπή Νετανιάχου, και ο πολυπράγμων και χαρισματικός ρήτορας Μπίμπι θα εξακολουθήσει να είναι ο πρωθυπουργός του Ισραήλ. Θα είναι όμως το ίδιο ισχυρός; Ποια είναι τα μηνύματα που έστειλαν οι Ισραηλινοί ψηφοφόροι; Οι αριθμοί μάς οδηγούν σε συγκεκριμένα συμπεράσματα.

Τα δεδομένα:

• Ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου κατέκτησε μια μεγάλη νίκη αυξάνοντας τις έδρες του κόμματός του από 21 σε 30, καθιστώντας το Λικούντ για μια ακόμη φορά τον αδιαμφισβήτητο πυρήνα της ισραηλινής δεξιάς, έναντι των 24 εδρών της κεντροαριστεράς «Σιωνιστικής Ενωσης» του Ιτσχάκ Χέρτσογκ και της Τζίπι Λίβνι και των 4 εδρών που κέρδισε το αριστερό κόμμα Μέρετς.

• Τα κόμματα της άκρας δεξιάς -του Ναφταλί Μπένετ και του Αβιγκτορ Λίμπερμαν- υπέστησαν οδυνηρή ήττα, κερδίζοντας μόνο από 8 και 6 έδρες αντιστοίχως. Συνολικά δηλαδή, η άκρα δεξιά διαθέτει 14 έδρες, έναντι των 26 που διέθετε στην προηγούμενη Κνεσέτ.

• Το κεντρώο κόμμα του δημοσιογράφου Γιαΐρ Λαπίντ κέρδισε μόλις 11 έδρες έναντι των 19 που διέθετε, ενώ στην πρώτη του εμφάνιση με το δικό του κόμμα «Κουλάνου», ο πρώην υπουργός Μοσέ Καχλόν κέρδισε 10 έδρες.

• Τα θρησκευτικά κόμματα Yaadut Tora και Shas κέρδισαν 13 έδρες έναντι των 18 που διέθεταν στην προηγούμενη Βουλή.

• Ο συνασπισμός των 4 αραβικών κομμάτων αναδείχθηκε στην τρίτη θέση του πολιτικού χάρτη του Ισραήλ με τις 14 έδρες που κέρδισε, 3 παραπάνω από αυτές που κατείχαν στην προηγούμενη Κνεσέτ.

Συμπεράσματα:

• Ο μεγάλος συνασπισμός των κομμάτων της δεξιάς -Λικούντ, Μπένετ, Λίμπερμαν και θρησκευτικά κόμματα- διαθέτουν 58 έδρες και δεν διαθέτουν την απόλυτη πλειοψηφία για τη δημιουργία κυβέρνησης χωρίς την υποστήριξη ενός εκ των κεντρώων κομμάτων. Οι Ισραηλινοί προτίμησαν τη σταθερότητα της σύγκρουσης έναντι της ελπίδας για ειρηνική διευθέτηση του παλαιστινιακού θέματος.

• Υπήρξε μια μετακίνηση ψηφοφόρων από τις ακραίες θέσεις των δύο κομμάτων της άκρας δεξιάς προς τις μετριοπαθέστερες θέσεις που εκφράζονται από το Λικούντ. Αυτό βέβαια μπορεί να είναι η συνέπεια της κινδυνολογίας που ανέπτυξε ο Νετανιάχου τις τελευταίες ημέρες για την επερχόμενη άνοδο της αριστεράς, συσπειρώνοντας γύρω του όλες τις δυνάμεις που αντιτίθενται στη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους. Μπορεί όμως να ερμηνευθεί και ως μετακίνηση του Λικούντ σε πιο ακραίες θέσεις για να παραμείνει στην εξουσία. Από την πολιτική πρακτική της νέας κυβέρνησης Νετανιάχου θα κριθεί ποια ερμηνεία είναι η σωστή.

• Η μετακίνηση θρησκευομένων ψηφοφόρων προς τα κοσμικά κόμματα, εξέλιξη που ανατρέπει τη συνεχιζόμενη αύξηση της εκλογικής τους δύναμης από την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ, θεωρείται θετική για την πρόοδο της ισραηλινής κοινωνίας που δείχνει μια τάση απεξάρτησης από τον θρησκευτικό φανατισμό που πρεσβεύουν τα δύο μεγάλα θρησκευτικά κόμματα.

• Η επιτυχής εμφάνιση του συνασπισμού των 4 κομμάτων απέδειξε το βάθος της ισραηλινής δημοκρατίας που έχει ενσωματώσει πλήρως τον αραβικό πληθυσμό στις δομές της. Σημειωτέον ότι στον συνδυασμό αυτό μετέχουν πρόσωπα που εκφράζουν θέσεις οι οποίες κινούνται από την υποστήριξη του διαλόγου και της ειρηνικής συμβίωσης με τον εβραϊκό πληθυσμό της χώρας μέχρι εκείνες που υιοθετούνται από το ακραίο Ισλάμ και τη Χαμάς.

Επόμενη μέρα με τους Παλαιστινίους:

Ο Νετανιάχου έπεισε πολλούς Ισραηλινούς ότι για να διασφαλιστεί η ποιότητα ζωής πρέπει πρώτα να διασφαλιστεί η ίδια η ζωή. Και αυτό είναι αποφασισμένος να κάνει, αντιμετωπίζοντας τις απειλές που εκτοξεύουν οι Χαμάς και Χεσμπολά εναντίον του Ισραήλ. Και παρά το γεγονός ότι είναι πολύ νωρίς να εκτιμηθεί ποια πολιτική τελικά θα εφαρμόσει η νέα κυβέρνηση Νετανιάχου, θα ήταν ωφέλιμη μια σύντομη ιστορική αναδρομή που ίσως δίνει κάποια ελπίδα για την επόμενη μέρα.

Εκλογές 1977. Ο ηγέτης του Λικούντ Μεναχέμ Μπέγκιν, στην προεκλογική του κίνηση διακήρυξε την πολιτική «Ούτε σπιθαμή εδάφους δεν θα επιστραφεί στους Αραβες».
Το 1978 ο Ανουάρ Σαντάτ επισκέπτεται επίσημα το Ισραήλ και βγάζει ιστορικό λόγο στην Κνεσέτ και το 1980 ο Μεναχέμ Μπέγκιν επιστρέφει στην Αίγυπτο ολόκληρη τη Χερσόνησο του Σινά και αποσύρει 25.000 εποίκους, έναντι ειρήνης.

Εκλογές 2015. Ο ηγέτης του Λικούντ Μπέντζαμιν Νετανιάχου, στην προεκλογική του κίνηση διακήρυξε ότι δεν θα συμφωνήσει στη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους.

Το 2016, ίσως ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου να είναι ο Ισραηλινός πρωθυπουργός που θα υποδεχθεί τον πρόεδρο ενός ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους, δίπλα στο κράτος Ισραήλ με ασφαλή για τους πολίτες του σύνορα, στο πλαίσιο μια συμφωνίας ειρήνης που θα θέτει τέρμα στην αιματοχυσία.

* Ο κ. Ελιέζερ είναι δημοσιογράφος, ανταποκριτής της εφημερίδας Yediot Achronot του Ισραήλ.

Friday, March 13, 2015

Το «βουλευτιλίκι» ως ιδιότητα

Της Μαρίας Κατσουνάκη

Αναρωτιέται κανείς αν αρκεί ως ερμηνεία η ηδύτητα της εξουσίας για να εξηγήσει την εμμονή των βουλευτών με τα υπηρεσιακά αυτοκίνητα. Γιατί με τόση άνωθεν πίεση -επανειλημμένως ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας έχει εκφράσει τη «σφοδρή δυσαρέσκειά» του για τη στάση τους-, εκείνοι αντιστέκονται. Ελάχιστοι από τον ΣΥΡΙΖΑ αλλά και από τα άλλα κόμματα απαρνήθηκαν αυτό το προνόμιο.

Και μολονότι ο κ. Τσίπρας ανακοίνωσε ήδη στις προγραμματικές δηλώσεις του το νέο ύφος και ήθος που θα κομίσουν στην εξουσία, χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα τα βουλευτικά αυτοκίνητα, προσέκρουσε σε μεγάλη απροθυμία. Και προφανώς δεν είναι (μόνο) η εξοικονόμηση των 3 εκατ. ευρώ ετησίως, που θα προσφέρει η βουλευτική «θυσία», αλλά και το συμβολικό βάρος αυτής της κίνησης. Ομως, σχεδόν ενάμιση μήνα αργότερα, η εξαγγελία προκαλεί έως και δυσφορία. Τα αυτοκίνητα είναι «εργαλεία δουλειάς», αντιτείνουν οι εκλεγμένοι εκπρόσωποι, ενώ υπάρχουν κι εκείνοι που δεν έχουν δικό τους Ι.Χ. και θα αναγκαστούν να μετακινούνται με λεωφορείο...

Και στο σημείο αυτό, έρχεται ως αρωγός η απλή αριθμητική:
κάθε βουλευτής στοιχίζει πάνω από 15.000 ευρώ τον μήνα στα δημόσια ταμεία. Οι μηνιαίες ακαθάριστες απολαβές ανέρχονται από 7.670 ευρώ μέχρι 8.198,79 ευρώ. Σε αυτό το ποσό προστίθενται: επίδομα οργάνωσης γραφείου (από 738,88 έως 935,88 ευρώ)· ατέλεια τηλεφωνικής επικοινωνίας· δωρεάν διαμονή σε κεντρικό ξενοδοχείο για τους βουλευτές της επαρχίας ή ρευστό, περίπου 1.000 ευρώ, σε όσους επιθυμούν να μείνουν σε διαμέρισμα· ταχυδρομική ατέλεια, ένα προνόμιο που υπολογίζεται σε 909,31 ευρώ· ατέλεια στις μετακινήσεις με λεωφορεία, σιδηρόδρομο και πλοία· οι βουλευτές της επαρχίας έχουν στη διάθεσή τους 104 αεροπορικά εισιτήρια τον χρόνο για να πηγαίνουν στις εκλογικές τους περιφέρειες· συμμετοχή σε κοινοβουλευτικές επιτροπές και θερινά τμήματα (μπορεί να φτάσει και τα 1.000 ευρώ μηνιαίως, 75 ανά συνεδρίαση μετά τις περικοπές) κ.ο.κ. Ασυλία, απαλλαγές, άτοκα δάνεια, δυνατότητα αγορών σε μειωμένες τιμές κ.ά. Για να το θέσουμε κομψά: η περιγραφή της γενικής συνθήκης, με τις γενναιόδωρες παροχές, δεν συνάδει με την κατάσταση της χώρας.

Θα έπρεπε; Εάν σκεφτεί κανείς ότι οι 300 εκλεγμένοι κρατούν, εν μέρει, την τύχη της χώρας στα χέρια τους και ότι οι αποφάσεις τους επηρεάζουν τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων, δεν θα έπρεπε ούτε να υποφέρουν ούτε να πένονται. Δεν χρειάζεται ούτε να «τιμωρηθούν» ούτε να απαξιωθούν.

Εκείνο που περιμένει όμως κανείς από τους βουλευτές είναι να λειτουργήσουν ως «παράδειγμα». Να δηλώσουν με τις επιλογές τους ότι παράγουν ενέργεια. Ψυχική και ηθική. Οτι αντιλαμβάνονται τις «θυσίες του ελληνικού λαού» όχι μόνο ως αγορευτές από το βήμα της Βουλής αλλά και ως συν-πολίτες.

Οτι σε αυτήν την κρίσιμη συγκυρία δεν νομιμοποιούν με τη στάση τους την αδιατάρακτη πορεία των προνομίων αλλά απαρνούνται ορισμένα από αυτά, για να ανακουφίσουν, έστω, την τραυματισμένη συλλογική συνείδηση.

Το «νέο ύφος και ήθος» είναι πολύ πρακτική υπόθεση. Καθόλου θεωρητική και περιγραφική. Και μέχρι στιγμής, τα δείγματα διακυβέρνησης δεν συγκλίνουν με την πρωθυπουργική προγραμματική επιθυμία.

Τα υπηρεσιακά αυτοκίνητα μπορεί να μην είναι το μείζον θέμα της εποχής. Η μεγάλη αντίσταση - άρνηση που συναντάει όμως η διακοπή της παροχής έχει πολλά συνδηλούμενα. Κυρίως, δηλώνει απροκάλυπτα ότι το «βουλευτιλίκι» εξακολουθεί να μετράει περισσότερο από την ιδιότητα του βουλευτή. Να μην απολαμβάνει μόνο γενική ασυλία αλλά και ανοσία.

Πηγή: Εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Tuesday, March 3, 2015

Ο σταυραετός του Μαχαιρά

Ήταν μισή ώρα μετά τις τέσσερις τα ξημερώματα, όταν οι αγγλικές αρβύλες πατούσαν στο στόμα του κρησφυγέτου. «Μας πρόδωσαν» ψιθύρισε ένα απ’ τα παλληκάρια του Αυξεντίου, αφού άλλος τρόπος να ανακαλύψουν την κρυψώνα τους, δεν υπήρχε. Όπως δεν υπήρχε και τρόπος να διαφύγουν. Όχι βέβαια πως το ήθελαν…

«Βγείτε έξω, αλλιώς πυροβολούμε» απειλούσαν οι Βρεττανοί στρατιώτες. Με ριπές απαντούσαν οι αγωνιστές στο κρησφύγετο. Όταν έπεσαν οι πρώτοι νεκροί, οι αποικιοκράτες άρχισαν να καλούν ενισχύσεις. Ο Υπαρχηγός της Οργάνωσης, ζήτησε από τους συναγωνιστές του, Ανδρέα Στυλιανού, Αυγουστή Ευσταθίου, Αντώνη Παπαδόπουλο και Φειδία Συμεωνίδη, να παραδοθούν. Απρόθυμοι και οι τέσσερις, μα ο Αίας δεν ήταν απ’ αυτούς που μπορούσες να αψηφήσεις τις διαταγές του.

«Σας έδειξα πως να πολεμάτε» τους είπε. «Τώρα, ήρθε η ώρα να σας δείξω και πως να πεθαίνετε». Οι Άγγλοι λύσσαξαν. Απειλούσαν, φοβέριζαν, πυροβολούσαν ακατάπαυστα, έριχναν χειροβομβίδες… τίποτα! Ο Σταυραετός του μαχαιρά απαντούσε με το κροτάλισμα του όπλου του. «Γρηγόρη, παραδώσου» φώναζε σε σπαστά ελληνικά ο Εγγλέζος στρατιώτης. «ΜΟΛΩΝ ΛΑΒΕ» ακουγόταν η φωνή του Λεωνίδα απ’ τα βάθη της Ιστορίας!

Μια χειροβομβίδα έσκασε στο στόμιο του κρησφυγέτου και τ’ όπλο του Γρηγόρη σίγησε. Κανένας όμως δεν τολμούσε να πλησιάσει και να δει. Οι Βρετανοί, έστειλαν τον Αυγουστή Ευσταθίου να τραβήξει τον Ζήδρο έξω. Αυτός ωστόσο μπήκε στη σπηλιά. Μισοκαμένος ο Αυξεντίου, με το αίμα να κυλά στο ταλαιπωρημένο κορμί του, ήταν έτοιμος για τον δεύτερο γύρο της μάχης. Απλά ξαπόσταινε για λίγο…

Μεσημέριασε. 47 στρατιώτες είχαν πέσει νεκροί στη μάχη με τον Ανταίο της ΕΟΚΑ. Η ξεφτίλα των Άγγλων ήταν ασήκωτη. Το ρεζίλεμα που κατέγραφαν οι παρόντες δημοσιογράφοι, οι οποίοι κλήθηκαν να αποθανατίσουν τη… «σύλληψη» του μάστρου, πρωτοφανές. Η μάχη έπρεπε να τελειώσει άμεσα. Έστω και με κλεψιά. Οι στρατιωτικοί και μηχανικοί, απεφάνθησαν ότι μόνο με ανατίναξη του κρησφυγέτου, θα απαλλάσσονταν από το πείσμα του Ρήγα.

Το ελικόπτερο σηκώθηκε γεμάτο με μπιτόνια βενζίνης. Τα άδειασε στην κορυφή του λοφίσκου και τα πυρπόλησαν. Λαμπάδιασε ο Γλιόρης. Άναψε το Άγιο, το ανέσπερο φως του Ελληνισμού. Πετάχτηκε η ψυχή απ’ το σώμα. Ορθώθηκε λεύτερη, περήφανη, σπινθηροβόλα. Φωτίστηκε απ’ τις φλόγες του Γρηγόρη και φωταγώγησε ολόκληρη την Κύπρο, ολάκερο τον Ελληνισμό. Έγινε σύμβολο ανδρείας, αυταπάρνησης και ηρωισμού για ένα ολόκληρο γένος. Ηταν 3 Μάρτη 1957.

Από τα φυλακισμένα μνήματα όπου είναι θαμμένες οι χοντρές κοκκάλες του Γρηγόρη και λιπαίνουν τα κυπριακά χώματα, από τον Μαχαιρά όπου λεβέντικα στέκει ο ανδριάντας του και αγναντεύει την Κύπρο, από το πάνθεο των ηρώων που φτερουγίζει η ψυχή του, ο Γρηγόρης Αυξεντίου μας δείχνει την στράτα την ίσια. Την στράτα της αρετής και την εντιμότητας. Την στράτα προς την αγαπημένη του Λύση που μας καρτερά. Την στράτα προς την Κερύνεια, τη Μόρφου, την Αμμόχωστο…»

Πενηνταοκτώ χρόνια συμπληρώνονται σήμερα, από την ημέρα που ο Γρηγόρης Αυξεντίου πέρασε στην αθανασία. Όταν ο Σταυραετός του Μαχαιρά, δίδαξε στον κόσμο πως πολεμούν οι ήρωες και ενέπνευσε τους συναγωνιστές του να πεθαίνουν ως Έλληνες. 

Saturday, February 21, 2015

Συμβιβασμός και μεταρρυθμίσεις

Του Αντώνη Λιάκου

Την Παρασκευή επιτεύχθηκε στο Eurogroup ένας συμβιβασμός. Η ελληνική κυβέρνηση πήρε και έδωσε. Ο συμβιβασμός ήταν μια ουσιαστική επιτυχία. Ας μη χάνουμε καμιά στιγμή από τα μάτια μας ότι η ελληνική κυβέρνηση είναι μια αριστερή κυβέρνηση την οποία και οι δύο μεγάλες οικογένειες της Ευρώπης, η κεντροδεξιά και η κεντροαριστερή, θα πολεμήσουν έως εσχάτων και με διάρκεια. Το γεγονός ότι στάθηκε, ότι ακύρωσε τις προεκλογικές δεσμεύσεις τής τότε συγκυβέρνησης (το ιμέιλ Χαρδούβελη), ότι πήρε μια τετράμηνη παράταση, είναι τα ουσιώδη, παρά το γεγονός ότι κάθε στιγμή και σε κάθε βήμα η σύγκρουση θα είναι εκεί. Η κυβέρνηση δεν πρέπει να χάσει τον προσανατολισμό της.

Βέβαια κάθε γεγονός περιγράφεται με πολλές εκδοχές. Ήδη το βράδυ της Παρασκευής, το γεγονός το περιέγραφαν διαφορετικά ο Ντάισελμπλουμ ο Σώυμπλε και ο Βαρουφάκης, και βέβαια ακολούθησαν διαφορετικές περιγραφές στον διεθνή τύπο και από τα ελληνικά κόμματα. Υπάρχει μια εκδοχή σωστή ή everything goes, «έτσι είναι αν έτσι νομίζετε»; Ούτε το ένα ούτε το άλλο. Τα λόγια με τα γεγονότα δεν σχετίζονται όπως η ζάχαρη άχνη με τον κουραμπιέ. Οι λόγοι που περιγράφουν ένα γεγονός έχουν στόχο να ιδιοποιηθούν το γεγονός, να του αλλάξουν σημασία, και αλλάζοντάς τη να αλλάξουν το ίδιο το γεγονός, εκμηδενίζοντάς το ή διογκώνοντάς το ή εντάσσοντάς το ο καθένας στη φαρέτρα του ως όπλο. Για τον λόγο αυτό άλλωστε και η έρις για την ορολογία στην Ευρωομάδα.

Στις περιπτώσεις αυτές, εκείνο που χρειαζόμαστε είναι η σαφήνεια που έχει να κάνει με το να προσπαθήσουμε να διακρίνουμε το περίγραμμα των γεγονότων πέραν και διαμέσου των σκιών και των εκλάμψεων, να το δούμε δηλαδή στην ιστορική του διάσταση. Δύσκολο βέβαια όταν έχεις να κάνεις με γεγονότα που δεν τα παρακολουθείς από απόσταση αλλά τρέχεις μαζί τους. Ενδεχομένως δεν θα καταλήξεις σε ένα και μοναδικό συμπέρασμα. Ωστόσο ας προσπαθήσουμε:

Ο άξονας της σημερινής πολιτικής είναι η αναδιαπραγμάτευση των σχέσεων ανάμεσα στην Ελλάδα και την Ε.Ε. Αυτές οι σχέσεις περνούν μέσα από μια δανειακή σύμβαση, η οποία συνοδεύεται από ένα μνημόνιο. Η ελληνική κυβέρνηση θέλει να διαχωρίσει τα δύο, η Γερμανία και οι εταίροι αντιδρούν. Το μνημόνιο ως πολιτική μεταρρυθμίσεων, για τους μεν, λιτότητας για τους δε, έχει περιγραφεί συχνά ως «αλλαγή υποδείγματος για την Ελλάδα» (λ.χ. από τον Γιάννη Στουρνάρα επανειλημμένα). Ο όρος (paradigm shift) προέρχεται από την επιστημολογία (T.S. Kuhn) και περιγράφει τις επαναστατικές μεταβολές στην ιστορία των επιστημών οι οποίες δεν είναι σωρευτικές και βαθμιαίες αλλά απότομες οδηγώντας από τη μία φάση σε μία άλλη εντελώς διαφορετική. Η εργαλειοθήκη των μεταρρυθμίσεων επομένως οδηγεί σε μια αλλαγή κοινωνικοοικονομικού υποδείγματος, άρα είναι αποτέλεσμα πυκνής επεξεργασίας μιας ολόκληρης ιστορικής περιόδου. Σύμφωνα με την υπόθεση αυτή, η Ελλάδα μπήκε στην κρίση επειδή δεν προσαρμόστηκε σε αυτή την αλλαγή υποδείγματος. Η θεωρία ότι η Ελλάδα είναι το τελευταίο «σοβιετικό καθεστώς» στην Ευρώπη ήθελε να τονίσει αυτή τη τη διαφορά. Η κρίση επομένως ήταν ένα παράθυρο ευκαιρίας για μεταρρυθμίσεις που θα μεταμόρφωναν την Ελλάδα, όπου η χώρα θα άλλαζε κοινωνικό υπόδειγμα.

Οι μεταρρυθμίσεις αυτές, οι περισσότερες από τις οποίες προβάλλονταν και πριν από την κρίση, δημιουργήθηκαν για να αντιμετωπίσουν την οικονομική ύφεση που εμφανίστηκε στη δεκαετία του ’70. Τότε η μέση ανάπτυξη στην Ευρώπη, από 4,8% ετησίως στη δεκαετία του ’60, επιβραδύνθηκε στο 3,4%, και στα 1974-76 σχεδόν εκμηδενίστηκε. Το πρόβλημα περιγράφηκε ως συνδυασμός πληθωρισμού, που δεν μπορούσε να παίξει πλέον αναπτυξιακό ρόλο, και στασιμότητας, η οποία δημιουργούσε ανεργία (στασιμοπληθωρισμός), και οδήγησε στην αναθεώρηση των παλιών οικονομικών εργαλείων κεϊνσιανής έμπνευσης. Η αναθεώρηση αυτή σήμαινε μεγάλες μετατοπίσεις ιδεολογικές και πολιτικές γιατί αφορούσε την ανάγκη συνολικής αναδόμησης της οικονομίας και κατ’ επέκταση της ίδιας της κοινωνίας και του ρόλου του κράτους. Στην αρχή οι ιδέες αυτές εμφανίστηκαν ως ρηξικέλευθες (νεοφιλελευθερισμός, νεοκλασικό παράδειγμα), και με τη σταδιακή υιοθέτησή τους από την Κεντροδεξιά και την Κεντροαριστερά, έγιναν ορθοδοξία με αξιώσεις αυτονόητου τρόπου σκέψης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο δημιουργήθηκαν οι «δομικές μεταρρυθμίσεις», άλλαξε η ορολογία της πολιτικής και της οικονομικής επιστήμης, δημιουργήθηκε ένα νέο εννοιολογικό σύμπαν. Π.χ. αντί «ανάπτυξη» (development) επικράτησε ο όρος «αύξηση» (growth), αντί «παραγωγικότητας», η «ανταγωνιστικότητα», τα «δημόσια αγαθά» όπως παιδεία και υγεία έγιναν «υπηρεσίες», οι σχέσεις κράτους-πολιτών, σχέσεις προσφοράς-ζήτησης κ.ο.κ. Το μνημόνιο που συνόδευσε τη δανειακή σύμβαση με την Ελλάδα, αυτές τις «δομικές μεταρρυθμίσεις» και αυτή τη φιλοσοφία ήλθε να επιβάλει. Τα αποτελέσματα, γνωστά. Αρνητική ανάπτυξη επί σειρά ετών, το χρέος τώρα μεγαλύτερο από το αρχικό, η χώρα έχασε το ένα τέταρτο του εθνικού της εισοδήματος και το ένα τρίτο της απασχόλησης. Σαν να εξέρχεται από έναν καταστροφικό πόλεμο. Το αμείλικτο ερώτημα είναι γιατί αυτά τα εργαλεία δεν λειτούργησαν; Φταίει η ξεροκεφαλιά των Ελλήνων και ο εθνολαϊκισμός τους;

Αν παρατηρήσουμε την ευρωπαϊκή οικονομική συγκυρία βλέπουμε ότι επί μία δεκαετία, ο μέσος ευρωπαϊκός όρος ανάπτυξης κυμάνθηκε πάνω από τη μονάδα έως το 2008, βουτιά υπό το μηδέν το 2008-09, και γύρω από τη μονάδα τα επόμενα χρόνια έως σήμερα. Δηλαδή ρυθμοί πολύ χαμηλότεροι από αυτούς της δεκαετίας του ’70. Η διαφορά είναι ότι τότε υπήρχε συνδυασμός πληθωρισμού και στασιμότητας, τώρα αποπληθωρισμού και στασιμότητας, με αποτέλεσμα μια ενδημική αλλά διογκωμένη μετά το 2008 ανεργία. Βρισκόμαστε δηλαδή σε μια διαμετρικώς αντίθετη κατάσταση κρίσης από εκείνη της δεκαετίας του ’70. Τότε στασιμοπληθωρισμός, τώρα στασιμοαποπληθωρισμός. Το ερώτημα είναι γιατί τα εργαλεία που χρησιμοποιήθηκαν τότε εναντίον του στασιμοπληθωρισμού, συνεχίζουν να χρησιμοποιούνται στην εποχή του στασιμοαποπληθωρισμού;

Το πρόβλημα αυτό είναι το παράθυρο ευκαιρίας της νέας κυβέρνησης: οι μεταρρυθμίσεις σε σχέση με τη φάση της ευρωπαϊκής οικονομίας σήμερα. Το ερώτημα επομένως, πέρα από την άμεση αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, είναι τι είδους μεταρρυθμίσεις χρειάζονται σήμερα. Ποιες μεταρρυθμίσεις που δεν ενισχύουν την ύφεση, αλλά προωθούν την ανάπτυξη; Ο σχεδιασμός των μεταρρυθμίσεων δεν είναι κάτι απλό ή τεχνοκρατικό. Όπως συνέβη και στην προηγούμενη ιστορική φάση, η επινόηση των μεταρρυθμίσεων σημαίνει την επινόηση της κοινωνίας, δηλαδή το τι είδους οικονομία, τι είδους κοινωνία, τι είδους κράτος, ποιες δημόσιες πολιτικές επιδιώκουν τα υποκείμενα των μεταρρυθμίσεων. Οι σημερινές δυτικές κοινωνίες, άλλες περισσότερο, άλλες λιγότερο, διαμορφώθηκαν μέσα από αυτές τις πολιτικές. Η διαδικασία της παγκοσμιοποίησης των αγορών, η ψηφιακή επανάσταση, η αλλαγή των παραγωγικών προτύπων, οι δομικές αλλαγές της λειτουργίας των πολιτικών συστημάτων, τροφοδοτήθηκαν και τροφοδότησαν αυτές τις μεταρρυθμίσεις. Οι κοινωνίες δεν εξελίχτηκαν αυθόρμητα, και οι μεταρρυθμίσεις ήρθαν απλώς να εκφράσουν τις αλλαγές. Αντιθέτως, έδωσαν σχήμα στις αλλαγές.

Επομένως, το καθαρό και σαφές ερώτημα είναι τι είδους μεταρρυθμίσεις χρειαζόμαστε για την αντιμετώπιση της κρίσης. Ο σκοπός των καινούριων μεταρρυθμίσεων δεν πρέπει να περιορίζεται στην αναίρεση των συνεπειών των προηγούμενων μεταρρυθμίσεων, αλλά να αφορά τον πυρήνα των διευθετήσεων, ούτε λίγο ούτε πολύ, την αλλαγή του οικονομικού και κοινωνικού υποδείγματος που επικράτησε στην προηγούμενη κρίση. Χρειάζονται μεταρρυθμίσεις που αφορούν την παραγωγική θέση της Ευρώπης στον κόσμο, την ψηφιακή επανάσταση και τις δυνατότητες αναδιάταξης που περικλείει σε πλήθος πεδίων, τη μεταβαλλόμενη σύνθεση των πληθυσμών και της ηλικιακής πυραμίδας σε σχέση με τις κοινωνικές ασφαλίσεις, τα μεταναστευτικά ρεύματα και τα περιβαλλοντικά προβλήματα, τον χαρακτήρα της εκπαίδευσης ως μιας διαρκούς και διά βίου διαδικασίας. Σε όλα αυτά τα πεδία η επικρατούσα ορθοδοξία αποδείχτηκε εντελώς ανεπαρκής και κρισιογόνα, επιμένοντας σε μεταρρυθμίσεις που ανταποκρίνονται στο υπόδειγμα μιας προηγούμενης εποχής.

Βέβαια η αλλαγή υποδείγματος σημαίνει αναπόφευκτα μια σφοδρή πολιτική σύγκρουση. Όχι των Ελλήνων εναντίον των Γερμανών ούτε των Αριστερών εναντίον των Δεξιών. Άλλωστε οι πολιτικές ταυτότητες είναι ιστορικές ταυτότητες, και νέες ιστορικές φάσεις υπερβαίνουν και αναχωνεύουν τις ιστορικές ταυτότητες μιας προηγούμενης φάσης. Αυτό άλλωστε συντελείται κάτω από τα μάτια μας στην Ελλάδα, πριν και μετά τις εκλογές, συντελείται και στην Ισπανία με τους Ποδέμος. Σύγκρουση ως προς τις προοπτικές της κοινωνίας, μέσα στην Ελλάδα αλλά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, δια-εθνική.

Προς τις μεταρρυθμίσεις αυτές πρέπει να στραφεί η νέα κυβέρνηση. Άλλαξε η εποχή, οι παλιές ιδέες δεν δουλεύουν. Ακόμη κι αν δεν το έχουν καταλάβει όλοι οι σύμμαχοι και υποστηρικτές της κυβέρνησης οι οποίοι προσέρχονται βέβαια ο καθένας με τα προβλήματά και τις ιδέες του. Προφανώς τώρα, και προς την Ευρώπη, θα πρέπει να προβληθούν οι μεταρρυθμίσεις του middle ground, του ενδιάμεσου πεδίου ανάμεσα σε εκείνες που θέλουν οι δανειστές και σε εκείνες εναντίον της θέλησης των δανειστών, του ενδιάμεσου πεδίου ανάμεσα στο εν ενεργεία υπόδειγμα και το αναδυόμενο. Και δεν είναι λίγες. Αλλά η κυβέρνηση δεν πρέπει να χάσει τον στόχο της, εκείνο που πρέπει να αποφύγει είναι να υποκύψει στις καθημερινές δυσκολίες της διοίκησης, υπαρκτές μετά τη λαίλαπα των πολιτικών διάλυσης του κράτους, και να υποχωρήσει στις πιέσεις. Το νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα απέκτησε σάρκα και οστά τη δεκαετία του ’70 χάρη στη λυσσαλέα επιμονή της Θάτσερ και στην ικανότητά της να συνδέει τις μικρές αλλαγές με το όραμά της. Από την άλλη, το αρνητικό παράδειγμα είναι ο Ολλάντ. Εγκατέλειψε το πρόγραμμα για το οποίο εκλέχτηκε, και με συνεχείς υπαναχωρήσεις και ενδοτικότητα η Γαλλία ετοιμάζεται να υποδεχτεί τη Λεπέν στο Ελιζέ. Αν αποτύχει αυτή η κυβέρνηση, η Χρυσή Αυγή θα προβάρει υπουργικά κουστούμια.

Πηγή: Online περιοδικό ΧΡΟΝΟΣ

Friday, February 20, 2015

"Ας επανιδρύσουµε την Ευρώπη"


Κείμενο των γερμανικών συνδικάτων DGB που υπογράφουν μεταξύ άλλων και ο επικεφαλής της γερμανικής αντιπροσωπίας στην ευρωομάδα των Σοσιαλιστών -Δημοκρατών S&D Udo Bullmann

O πολιτικός σεισµός που συνέβη στην Ελλάδα, δεν είναι µόνο µια ευκαιρία για την ίδια τη χώρα που βρίσκεται ακόµα σε κρίση, αλλά και µία ευκαιρία για να επανεξεταστούν και να διορθωθούν οι οικονοµικές και κοινωνικές πολιτικές της ΕΕ.

Προσυπογράφουµε για µία ακόµα φορά, την κριτική που πολλάκις εκφράστηκε όλα τα προηγούµενα χρόνια από πλευράς των συνδικάτων: Στους κατηγορηµατικούς όρους, υπό των οποίων δόθηκε η οικονοµική βοήθεια στην Ελλάδα, δεν άξιζε από την αρχή το προσωνύµιο “µεταρρυθµίσεις”. Τα δισεκατοµµύρια που διοχετεύτηκαν στην Ελλάδα, χρησιµοποιήθηκαν κατά πλειοψηφία για την διάσωση του χρηµατοπιστωτικού τοµέα. Ταυτόχρονα η χώρα οδηγήθηκε µέσω βάρβαρων πολιτικών λιτότητας στην µεγαλύτερη ύφεση και στο µεγαλύτερο δηµοσιονοµικό έλλειµµα στην ΕΕ. Το αποτέλεσµα ήταν µία κοινωνική και ανθρωπιστική κρίση χωρίς προηγούµενο για την Ευρώπη: Ένα τρίτο του πληθυσµού ζει σε συνθήκες φτώχειας, το δίχτυ κοινωνικής ασφάλειας και προστασίας αποδυναµώθηκε, ο βασικός µισθός µειώθηκε κατά 22%, οι συλλογικές συµβάσεις και το προστατευτικό νοµικό πλαίσιο για όσους έχουν ακόµα εργασία, αποσαθρώθηκαν και ιδιαίτερα τα κοινωνικά στρώµατα µε τις χαµηλότερες αποδοχές υπερφορολογήθηκαν.

Η ανεργία ανέρχεται τώρα στο 27% και στους νέους φτάνει το 58%. Πολλοί άνθρωποι στερούνται ακόµα και τα απαραίτητα, όπως τροφή, ρεύµα, θέρµανση και στέγη. Ένα µεγάλο κοµµάτι του πληθυσµού δεν έχει ασφάλιση υγείας και έχει πρόσβαση στην περίθαλψη µόνο σε περίπτωση επείγοντος. Το εκλογικό αποτέλεσµα είναι η έκφραση της πλήρης άρνησης του λαού, προς τις λανθασµένες πολιτικές.

Όλα όσα έγιναν στην Ελλάδα, δεν είχαν καµία σχέση µε µεταρρυθµίσεις που θα στόχευαν στα πραγµατικά προβλήµατά της. Κανένα από τα δοµικά προβλήµατα της χώρας δεν λύθηκε. Αντιθέτως προστέθηκαν και άλλα. Ήταν µια πολιτική της αποδόµησης και όχι της ανοικοδόµησης. Οι πραγµατικές δοµικές µεταρρυθµίσεις που θα άξιζαν τον χαρακτηρισµό αυτό, ανοίγουν δρόµο για τις αναπτυξιακές δυνατότητες της χώρας, αντί να διώχνουν την νέα και άριστα καταρτισµένη γενιά στο εξωτερικό. Οι πραγµατικές δοµικές µεταρρυθµίσεις καταπολεµούν τη φοροδιαφυγή. Οι πραγµατικές δοµικές µεταρρυθµίσεις, καταπολεµούν την πελατειακή πολιτική και τη διαφθορά στις δηµόσιες συµβάσεις.

Η νέα ελληνική κυβέρνηση καλείται να παρουσιάσει τα δικά της αναπτυξιακά πλάνα και σχέδια αναδόµησης, τα οποία πρέπει να αποτελέσουν κοµµάτι ενός “ευρωπαϊκού σχεδίου επενδύσεων”, καθώς και να δηµιουργήσει το πλαίσιο ώστε τέτοιες προσπάθειες να ευοδωθούν. Τα συνδικάτα ζητούν το ίδιο εδώ και καιρό. Προκειµένου η χώρα να χαράξει νέους εναλλακτικούς δρόµους στον αντίποδα της λιτότητας και να αποκτήσει νέες κοινωνικές και οικονοµικές προοπτικές, πρέπει να γίνει µία ειλικρινής διαπραγµάτευση µε την ελληνική κυβέρνηση χωρίς εκβιασµούς. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τους καταστροφικούς όρους µε τους όποιους εξασφάλιζε η απερχόµενη κυβέρνηση τη διεθνής δανειακή χρηµατοδότηση. Η Ευρώπη δεν πρέπει να επιµείνει στην συνέχιση µίας πολιτικής εις βάρος του πληθυσµού, την οποία οι ψηφοφόροι απέρριψαν αδιαµφισβήτητα. Στο “Συνεχίστε έτσι!” πρέπει να δοθεί ένα τέλος!

Η αποδοκιµασία των υπεύθυνων για την µέχρι πρότινος εφαρµοζόµενη πολιτική στην Ελλάδα είναι µία δηµοκρατική απόφαση που χρίζει σεβασµού σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η νέα κυβέρνηση χρειάζεται µία δίκαιη ευκαιρία. Όποιος επιµένει στην συνέχιση της επονοµαζόµενης “µεταρρυθµιστικής πορείας”, επί της ουσίας, στερεί στον ελληνικό λαό το δικαίωµα του για έναν δηµοκρατικά νοµιµοποιηµένο, καινούργιο πολιτικό προσανατολισµό. Όποιος δε προσθέτει ότι ένας τέτοιος, νέος προσανατολισµός είναι δυνατός µόνο αν συνοδευτεί µε µια έξοδο της Ελλάδας από την ευρωζώνη, επί της ουσίας λέει ότι οι ευρωπαϊκοί θεσµοί δεν είναι συµβατοί µε τις δηµοκρατικές αποφάσεις των κρατών µελών. Έτσι ενισχύει κανείς τα ήδη ενδυναµωµένα εθνικιστικά ρεύµατα στην Ευρώπη.

Τα ήδη πολλάκις καταγγελθέντα και ακόµα αξεπέραστα ελλείµµατα δηµοκρατικής νοµιµοποίησης σε ευρωπαϊκό επίπεδο, δεν πρέπει να εδραιωθούν λόγω του περιορισµού της δηµοκρατίας στα κράτη µέλη. Όπως πολλοί από εµάς ήδη υποστήριζαν από το 2012, µε το σύνθηµα “Ας επανιδρύσουµε την Ευρώπη”, προκειµένου να ανακτήσει την αξιοπιστία της η Ένωση, θα πρέπει να ενισχυθεί η δηµοκρατία σε αυτήν. Το ευρωπαϊκό εγχείρηµα δε θα ενισχυθεί µε δόγµατα λιτότητας, αλλά µέσω δηµοκρατικών πρωτοβουλιών από τη βάση για οικονοµική ανασυγκρότηση και κοινωνική δικαιοσύνη.

Για το καλό των ανθρώπων στην Ελλάδα, αυτή η πρωτοβουλία πρέπει να στηριχθεί. Ταυτόχρονα στοχεύει στο να δώσει νέα προτάγµατα για αλλαγή πολιτικής στην Ευρώπη. Η ριζική πολιτική αλλαγή στην Ελλάδα, πρέπει να αναχθεί σε ευκαιρία για µια δηµοκρατική και κοινωνικά δίκαιη Ευρώπη! 

Υπογράφουν:
eugr

Sunday, February 15, 2015

Η γλώσσα των «σημείων»

Του Χρήστου Γιανναρά

Πριν από τρεις εβδομάδες, η ελλαδική κοινωνία έδωσε την εντολή διακυβέρνησης της χώρας σε έναν πολιτικό σχηματισμό που, εύλογα, κινούσε τη δυσπιστία των ορθολογικά σκεπτόμενων πολιτών:

Δεν είχε εμφανίσει συγκροτημένο κοινωνικό πρόγραμμα, κοινωνικές σκοποθεσίες, ο πολιτικός αυτός σχηματισμός. Μιλούσε μόνο για διαχειριστικές προτάσεις, μυωπικά οικονομίστικες, ωσάν η χώρα να περνούσε μιαν εφήμερη κρίση και όχι βυθισμό σε παραλυτική παρακμή, διολίσθηση σε πρωτογονισμό μανιασμένης ιδιοτέλειας. Δεν παρουσίασε ποτέ ο πολιτικός αυτός σχηματισμός θέσεις του για την παιδεία (και όχι απλώς για τα τεχνικά προβλήματα της εκπαίδευσης), για εξωτερική πολιτική γόνιμης και ρεαλιστικής ελληνικής ιδιοπροσωπίας, για την εντόπια γαγγραινώδη παραποίηση του συνδικαλισμού, τη λειτουργική αχρήστευση της Δικαιοσύνης.

Είχε έναν νέο σε ηλικία αρχηγό ο συγκεκριμένος πολιτικός σχηματισμός, με ηγετικά χαρίσματα καταφανώς υπέρτερα των φθαρμένων θλιβερών μετριοτήτων που επιβίωναν σε όλα τα άλλα παρακμιακά απομεινάρια του κομματικού συστήματος. Αλλά είχε και παρελθόν πολύ βεβαρημένο ο ίδιος σχηματισμός: Σαράντα ολόκληρα χρόνια στα σχολειά και στα πανεπιστήμια, στη δημοσιογραφία και στα ηλεκτρονικά μέσα, συνολικά στο πεδίο της «διανόησης», λειτουργούσε σαν Ζντανοφικός φασιστικός εφιάλτης, με μεθόδους και νοοτροπία τρομοκρατών. Επιπλέον, στο όνομα του ιστορικο-υλιστικού διεθνισμού, πρακτόρευε απροκάλυπτα τη φανατισμένη τυφλότητα του σκοπιανού εθνικισμού, τις ραδιουργίες του τουρκικού προξενείου της Κομοτηνής, τη μεθοδική αγλωσσία και τη στρέβλωση της ιστορικής συνείδησης των Ελλήνων.

Με αυτές τις προδιαγραφές ανέλαβε ο ΣΥΡΙΖΑ την εντολή να κυβερνήσει τη χώρα. Και με την ανάληψη της εντολής αρχίζει το αναπάντεχο, η έκπληξη: Για πρώτη φορά στα ελλαδικά πολιτικά χρονικά, κόμμα που θριάμβευσε στις εκλογές σχηματίζει κυβέρνηση με δεκατέσσερα από τα μέλη της (ναι, 14) να είναι εξωκοινοβουλευτικές προσωπικότητες – ποτέ κόμμα δεν είχε τολμήσει τέτοια κοινωνική επιστράτευση. (Το καθεστώς ώς τώρα ήταν: ο πρωθυπουργός να μοιράζει τα υπουργεία για να εξοφλήσει ιδιοτελέστατα προσωπικά χρωστούμενα ή για να κολακέψει εκλογικές περιφέρειες).

Δεύτερη έκπληξη: οι ικανότητες και το ύφος - ήθος των υπουργών, τουλάχιστον όσων ενεργοποιήθηκαν αμέσως και με φρενήρεις ρυθμούς για τα επείγοντα προβλήματα της χώρας. Ολόκληρη η Ευρώπη ξαφνιάζεται, μαζί κι ένα ευρύτερο διεθνές περιβάλλον – το μαρτυρεί η πρωτοφανής, απίστευτη έκταση και ένταση ενδιαφέροντος Τύπου και ηλεκτρονικών μέσων για την Ελλάδα και τα προβλήματά της. Αντί για την εικόνα άτολμων, συμπλεγματικών μετριοτήτων διορισμένων (ως εικός) από τους δανειστές για να εκπροσωπούν τα συμφέροντα της Ελλάδας έναντι των δανειστών, περάσαμε στην εικόνα προσωπικοτήτων με εκπληκτικές ικανότητες, σπάνια κατάρτιση, αστραφτερή ευτολμία, φανερή, εργώδη προετοιμασία και πίστη μαχητική στο δίκιο της χώρας τους.

Πότε και πώς προγραμματίστηκαν και οργανώθηκαν αστραπιαία οι περιοδείες του πρωθυπουργού και του υπουργού Οικονομικών στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, στην έδρα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Πότε και πώς εξασφαλίστηκαν οι συναντήσεις τους με τους κορυφαίους των ισχυρών της Ευρώπης και της Ευρωπαϊκής Ενωσης, το πλήθος των συνεντεύξεων στον διεθνή Τύπο και στις τηλεοράσεις. Κυρίως, από πού και πώς ξεπήδησε αυτό το απαρόμοιαστο ανθρώπινο υλικό, να εκπροσωπεί μιαν Ελλάδα που είχε ταυτιστεί διεθνώς στις συνειδήσεις με τη φαυλότητα, τη λαμογιά, την ανικανότητα και βουλιμική χωριατιά – πολιτικοί δίχως το κάτσιασμα της μειονεξίας και χαμόγελα λακέδων μπροστά στα αφεντικά τους, αλλά με ραχοκοκαλιά και αξιοπρέπεια, ηρεμία και αποφασιστικότητα.

Η έκπληξη δεν εξουδετερώνει την κριτική σκέψη και στάση, δεν ξεχνάμε την καταγωγή του ΣΥΡΙΖΑ και το παρελθόν του. Αλλά είναι ψυχοπαθολογική εμπάθεια και μικρόνοια να κλείνουμε τα μάτια μπροστά σε αυτό που βλέπουμε, επειδή δεν δικαιολογείται από το παρελθόν του. Επιτέλους, η πειστικότερη γλώσσα για τον ψυχικά υγιή πολίτη είναι η σημειωτική (γλώσσα των σημείων): Ο υπουργός Οικονομικών να ταξιδεύει σε «οικονομική» θέση και να κοιμάται κατάκοπος δίπλα σε τυχαίους συνεπιβάτες, πετώντας από πρωτεύουσα σε πρωτεύουσα για να συναντηθεί με τους «τα πρώτα φέροντας» στην Ευρώπη. Και την ίδια στιγμή να καταργούνται στην Ελλάδα οι προκλητικοί στόλοι υπουργικών και βουλευτικών αυτοκινήτων, να βγαίνουν σε πλειστηριασμό πρωθυπουργικά αεροσκάφη.

Η γλώσσα των «σημείων», η σημειωτική γλώσσα, καθρεφτίζει το ήθος και το φρόνημα του ανθρώπου, τα κίνητρα και τις προθέσεις του, ασυγκρίτως εναργέστερα από τη γλωσσική εκφραστική. Τις προγραμματικές δηλώσεις του πρωθυπουργού τις κατέστησε επίσης μιαν έκπληξη η γλώσσα του σώματός του, το γνήσιο πάθος εκφοράς του λόγου – «έβαλε την ψυχή του» σε αυτά που έλεγε. Οταν στο τέλος εγκατέλειψε το χειρόγραφο για να εκφραστεί αυθόρμητα, η συγκίνηση έσπασε τη φωνή του, ήταν ολοφάνερο. Εκείνη η στιγμή, η ανεπιτήδευτη εκρηκτική συγκίνηση, ήταν αυτό που περίμεναν δεκαετίες ολόκληρες οι Ελληνες: Να δουν επιτέλους έναν πολιτικό να μιλάει με πόνο ψυχής για την κοινωνία και την πατρίδα του, όχι σαν δασκαλεμένος διαφημιστής απορρυπαντικών ή αλλαντικών.

Αυτή η κυβέρνηση δεν αποκλείεται να αποτύχει στις επιδιώξεις της. Να εξαναγκαστεί, από το οιηματικό πείσμα του αμοραλισμού των «αγορών» να εγκαταλείψει τον αγώνα. Δεν αποκλείεται και να τα θαλασσώσει η ίδια μέσα στη σύγχυση θρησκοληψίας των «συνιστωσών» του ΣΥΡΙΖΑ. Ομως, ακόμα κι αν αποτύχει, αν συντριβεί από έξωθεν εκβιασμούς ή έσωθεν αγκυλώσεις, τα όσα κατόρθωσε στις πρώτες μέρες του βίου της έχουν γυρίσει σελίδα για τον τόπο: Τώρα οι Ελληνες ξέρουν, τουλάχιστον, τι θα πει «διαπραγμάτευση» και τι θα πει «συλλογική αξιοπρέπεια». Ο,τι ζήσαμε στο τελευταίο εικοσαήμερο θα λειτουργεί από εδώ και πέρα σαν μέτρο και δείχτης της ποιότητας στην πολιτική.

Η Ιστορία δεν γυρίζει πίσω. Επιστροφή στην αθλιότητα και στην ντροπή του πράσινου, του γαλάζιου ή του κόκκινου (συνασπισματικού) ΠΑΣΟΚ δεν αντέχεται πια. Η δουλεία στην καταναλωτική αποχαύνωση μοιάζει να τελειώνει.

Πηγή: Εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Φιλοξενούμενη στη Γη



Της Ευγενίας Κριτσέφσκαγια

Η Ρωσία του Ντοστογιέφσκι. Το φεγγάρι
μισοκρυμμένο στο καμπαναριό. 
Γεμίζουν οι ταβέρνες, πετούν οι άμαξες,
πενταώροφα θηρία ξεφυτρώνουν
στην Γκαρόχοβαγια, κοντά στη Ζνάμενιγια, στο Σμόλνι. 
Παντού σχολές χορού, οι επιγραφές των αργυραμοιβών
και δίπλα: Ενριέτ, Μπαζίλ, Αντρέ
κι εξαίσια φέρετρα: Σουμίλοβ ο πρεσβύτερος.
Εξάλλου η πόλη λίγο έχει αλλάξει.
Όχι μονάχα εγώ, μα και άλλοι 
το πρόσεξαν πως γίνεται κάποιες φορές
να μοιάζει παλιά λιθογραφία,
όχι πρώτης τάξεως, μα ολότελα ευπρεπή,
θα 'λεγα, της δεκαετίας του εβδομήντα.
Τον χειμώνα ιδιαίτερα, πριν την αυγή
ή με το σούρουπο - τότε πίσω από τις πύλες
μαυρίζει, αυστηρή κι ολόισια, η Λιτέινι,
ακόμη ακηλίδωτη από τον μοντερνισμό.
Κι απέναντί μου ζούνε ο Νεκράσοφ
κι ο Σαλτικόφ... Στου καθενός τη μνήμη
από μια πλάκα. Τι παράξενο θα 'ταν αλήθεια 
να βλέπανε τούτες τις πλάκες!
[...]

(Από την έκδοση)

Το εγχείρημα της μετάφρασης και της έκδοσης του κύκλου της Άννας Αχμάτοβα Ελεγείες του Βορρά δεν ήταν καθόλου εύκολο.

Φαινομενικά απλοί στίχοι της ποιήτριας, η γλώσσα της οποίας ξεχωρίζει για την διαύγεια και την προσιτότητά της, αποτελούν μια ολόκληρη κωδικοποιημένη αφήγηση για τη ζωή και το περιβάλλον της ποιήτριας, για την εποχή τη δική της, κι εκείνων που έφτιαξαν αυτό το θαυματουργό μελάνι, στο οποίο η ίδια μούσκευε την πέννα της. Οι Ελεγείες του Βορρά είναι μια ολόκληρη εγκυκλοπαίδεια, και κάθε λέξη της αποτελεί ένα λήμμα με πολυσέλιδη επεξήγηση, αποτελεί νότα μιας ολόκληρης συμφωνίας, που μπορεί να ακουστεί μόνο χάρη σε έναν άριστο μαέστρο.

Το κομψό βιβλίο της Ασπασίας Λαμπρινίδου είναι μια πολύτιμη συνεισφορά στη γνωριμία και τη μελέτη του έργου της Άννας Αχμάτοβα στην ελληνική γλώσσα, όχι μόνο χάρη στην πολύ καλή και ακριβή μετάφραση, τόσο εννοιολογικά όσο και μουσικά, αλλά και χάρη στο επίμετρο -συγκροτημένο και εμπεριστατωμένο-, το μικρό χρονολόγιο και κυρίως, στις πολύτιμες σημειώσεις, που παραθέτει η μεταφράστρια στο τέλος του βιβλίου. Και όλα αυτά μέσα σε μόλις 45 σελίδες ενός «μικρού μήκους» βιβλίου.

Το αποτέλεσμα θα ήταν ακόμα πιο εντυπωσιακό, αν η μεταφράστρια μπορούσε να κρατήσει τον ιαμβικό πεντασύλλαβο χωρίς ομοιοκαταληξία του πρωτότυπου (φόρος τιμής στους μεγάλους προκατόχους της, Φιόντιρ Τιούτσεφ κα Αλεξάντρ Πούσκιν, τους στίχους των οποίων η Αχμάτοβα επέλεξε ως επίγραφα).

Η αλήθεια είναι, ότι οι σημειώσεις - σχόλια δεν θα μπορούσαν να χωρέσουν ούτε σε 450 σελίδες, αλλά τότε δεν επρόκειτο για λογοτεχνικό βιβλίο αλλά για μελέτη, και πίσω από το πυκνό δάσος από ημερομηνίες, ονόματα και ιστορικές αναφορές δεν θα βλέπαμε εκείνο το μοναδικό «δέντρο» - τα ίδια τα ποιήματα. Οι συντελεστές του βιβλίου κράτησαν απόλυτη ισορροπία ανάμεσα στην ποιότητα και την ποσότητα.

Οι Ελεγείες του Βορρά, κύκλος από τα πιο μυστικιστικά, πιο δύσκολα ποιήματα της Αχμάτοβα, γραφόταν μια ζωή. Από το ξεκίνημα της δεκαετίας του '20, τις απαρχές της προσωπικής τραγωδίας της ποιήτριας και της τραγωδίας της πατρίδας της (όποιο στρατόπεδο κι αν επιλέξουμε), έως σχεδόν το θάνατό της, το 1966. Προφανώς, αν η Αχμάτοβα είχε περισσότερα χρόνια ζωής, αυτή η βιωματική εγκυκλοπαίδεια θα συμπληρωνόταν και με άλλες αποκαλύψεις. Η μνήμη της ήταν ένα άρτια συντηρημένο απύθμενο πηγάδι, απ' όπου η ποιήτρια διαρκώς ανέσυρε γεγονότα, ονόματα, πράξεις.

Οι Ελεγείες του Βορρά, όσο κανένα άλλο έργο της, μας φέρνουν κοντά στην ποιήτρια, είναι η διαθήκη και η ομολογία της, είναι ο καθρέφτης μπροστά στον οποίον στέκεται γυμνή. «Η Αχμάτοβα δε θα υπήρχε, αν δεν υπήρχε το ρωσικό μυθιστόρημα του 19ου αιώνα, αν δεν υπήρχε Τολστόι με την Άννα Καρένινα», ισχυρίζεται ένας από τους μελετητές του έργου της. Και πράγματι, η ποίηση της Αχμάτοβα είναι πολύ πιο κοντά στη ρώσικη πρόζα του 19ου αιώνα, παρά στην ποίηση, ακόμα και στην πρόζα του Πούσκιν, ίσως γι' αυτό οι στίχοι της, ακόμα και γεμάτοι συνειρμούς, έφταναν και φτάνουν ως τους πιο απαίδευτους αναγνώστες, όπως φτάνει η Αγία Γραφή.

Η Αχμάτοβα πολύ νωρίς συνειδητοποίησε τη διαφορετικότητά της. Το 1913, 24 χρονών, θα ξεκινήσει Τα επικά μοτίβα με την εξής φράση: Εκείνη την εποχή ήμουν φιλοξενούμενη στη Γη...Μόνο που λόγω του νεαρού της ηλικίας, δεν μπορούσε να εξηγήσει το μυστήριο της γέννησής της, γι' αυτό και μια ολόκληρη ζωή προσπαθούσε να βρει την απάντηση. Η πορεία αυτής της προσπάθειας αντικατοπτρίζεται στις Ελεγείες του Βορρά.

Υπήρχε πάντα η απόσταση ανάμεσα στην Αχμάτοβα και τον υπόλοιπο κόσμο. Απόσταση φυσική, όχι τεχνητή, επιβεβλημένη. Ο Ανατόλι Νάιμαν, που πέρασε πολύ χρόνο δίπλα στην Αχμάτοβα, συνεργαζόμενος μαζί της στο μεταφραστικό έργο, τα τελευταία χρόνια της ζωής της, ένοιωσε αυτή την απόκοσμη ψυχράδα από την πρώτη του επίσκεψη στην Αχμάτοβα. «Ήταν μεγαλοπρεπής, απροσπέλαστη, στεκόταν μακριά από ό, τι συνέβαινε δίπλα της, από τους ανθρώπους, από τον κόσμο, σιωπηλή και ακίνητη». Και αυτό παρόλο που η Αχμάτοβα ήταν φιλόξενη, ζεστή, συμπαντικά υπεύθυνη για κάθε κακό που συνέβαινε στην οικογένειά της, στους φίλους της, στην χώρα της.

Στις Ελεγείες του Βορρά υπάρχει μια φράση, που κόβει τον κόσμο της Αχμάτοβα και την ίδια τη Ρωσία στα δύο. Η φράση αυτή δεν λέει απολύτως τίποτα σε έναν ξένο αναγνώστη, αλλά λέει και τα πάντα σε ένα Ρώσο. Υπάρχει μια προσπάθεια εξήγησής της στα σχόλια στο τέλος του βιβλίου, αλλά ως είναι φυσικό περιορίζεται στα στοιχειώδη. Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς όμως, για τους λόγους, που ήδη αναφέραμε.

Στην πρώτη Ελεγεία, στην «Προϊστορία», η Αχμάτοβα πετάει μεταξύ άλλον, σε παρενθέσεις: «...και ούτε στην Όπτινα πηγαίνω πια». Το σωστότερο θα ήταν «Και στην Όπτινα δεν θα ξαναπάω», γιατί κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατο... Πρόκειται για τη Σκήτη Όπτινα, Σταυροπηγιακή Μονή, στα 250 χιλιόμετρα από τη Μόσχα, που ιδρύθηκε σύμφωνα με το θρύλο τον 15ο αιώνα από έναν μετανοημένο ληστή, τον Όπτα, και λειτούργησε επί σχεδόν πέντε αιώνες, ώσπου έκλεισε οριστικά το 1923 με ένα από τα επαναστατικά διατάγματα.

Η Όπτινα υπήρχε τόπος προσκυνήματος σχεδόν όλης της διανόησης της Αγίας Πετρούπολης και της Μόσχας. Ο Ντοστογιέφσκι την επισκέφτηκε μια φορά το 1878, ο Τολστόι πέντε ολόκληρες φορές, ακόμα και αμετανόητος, ακόμα και αφορισμένος, ακόμα και στην τελευταία του φυγή από την Γιάσναγια Πολιάνα το 1910, λίγες μέρες πριν πεθάνει.

Οι γέροντες της Όπτινα ήταν πνευματικοί πολλών Ρώσων καλλιτεχνών, ζωγράφων, συγγραφέων, ποιητών, ήταν συνομιλητές και καθοδηγητές τους: η περίφημη βιβλιοθήκη και οι εκδόσεις της Σκήτης δεν αφήνουν περιθώρια να αμφισβητήσουμε το εύρος των γνώσεων των πεφωτισμένων γερόντων της.

Στην Όπτινα την Αχμάτοβα προσκάλεσε ο γέροντας Νεκτάριος, ο τελευταίος εκλεγμένος γέροντας της Σκήτης. Την προσκάλεσε, αφού διάβασε τα ποιήματά της: «Είναι άξια και ευσεβής...ας έρθει στην Όπτινα... Εδώ υπάρχουν γι' αυτήν δυο ελεύθερα δωμάτια».

Ο γέροντας Νεκτάριος της προφήτεψε το μαρτυρικό αγκάθινο στεφάνι: καμιά τέτοια προφητεία δεν έλαβε ούτε ο Ντοστογιέφσκι, ούτε ο Τολστόι, που επισκέφτηκε την Όπτινα ένα χρόνο μετά τον Ντοστογιέφσκι. Και οι δύο τιτάνες της ρωσικής λογοτεχνίας έγιναν δεκτοί από τον γέροντα Αμβρόσιο: για τον Ντοστογιέφσκι ο γέροντας είπε «Είναι μετανοημένος», για τον Τολστόι «Αλαζόνας»...

Η Αχμάτοβα επισκέφτηκε την Όπτινα τις παραμονές της καταστροφής της Σκήτης, μετά το θάνατο του Νικολάι Γκουμιλιόφ, και ο γέροντας Νεκτάριος είδε στο πρόσωπό της κάτι που δεν διέκρινε ο προκάτοχός του ούτε στον Ντοστογιέφσκι, ούτε στον Τολστόι. Αγία Άννα την αποκαλούσε η Μαρίνα Τσβετάγιεβα, «Άββα Άννα» ο κριτικός λογοτεχνίας Β. Νεντόμπροβο. Ίσως γι' αυτό στην Άννα Αχμάτοβα αποκαλύφθηκαν οι αλήθειες όχι μετά το θάνατο, «εκεί, που τα ξέρουν όλα» (Τρίτη ελεγεία, σελ 16), αλλά εν ζωή.

Η Αχμάτοβα συνειδητά επέλεξε την φτώχεια, την αφάνεια, τον πόνο, την απώλεια, διά Χριστόν μωρία, ειλικρινά και αμετάκλητα. Την μοίρα του Μάντελσταμ την θεωρούσε «ιδανική», την εξορία του Μπρόντσκι στη Σιβηρία τεράστια τύχη, «σαν να πλήρωσε κάποιον για να του ‘φτιάξει' το βιογραφικό του», όπως είπε χαρακτηριστικά. Εντελώς χριστιανικά (αλλά και σωκρατικά) η Αχμάτοβα έλεγε: «Δεν μπορούμε να δεχόμαστε μόνο τα καλά από τον Θεό και να μην δεχόμαστε τα κακά». Ήταν έτοιμη να θυσιάσει και να θυσιαστεί.

Μετά το κλείσιμο της Σκήτης Όπτινα το 1918 και την οριστική της καταστροφή το 1923, διεκόπη η κοινή πορεία της Αχμάτοβα με τον Ντοστογιέφσκι, τον Τολστόι, με όλο τον 19ο αιώνα, η κοινή τους προϊστορία.

Ξεκίνησε η μοναχική της πορεία, όπου είχε την προσωπική πλέον ευθύνη για ό,τι συμβαίνει και ό,τι συμβεί.

* Η Ευγενία Κριτσέφσκαγια είναι κλασική φιλόλογος

ΠΗΓΗ: Αναγνώσεις (Αυγή της Κυριακής)

Friday, February 6, 2015

Το τρελλό νερό: Η αλήθεια, η ψευτιά, η ζωή και ο θάνατος











Του Φώτη Κόντογλου

Η ψευτιά και ο πνευματικός εκφυλισμός απλώνει μέρα με την ημέρα απάνω στους Έλληνες και τους παραμορφώνει. Έναν λαό που ξεχωρίζει ανάμε­σα σ' όλα τα έθνη και που είναι γεμάτος πνευματική υγεία, πάμε να τον κάνουμε εμείς, οι λογής-λογής κα­λαμαράδες, κ'   οι άλλοι γραμματιζούμενοι, σαχλόν, χωρίς χαρακτήρα, χωρίς πνευματικό νεύρο, χωρίς πνευματική ανδροπρέπεια, χωρίς χαρακτήρα. Οι διά­φοροι φωστήρες βαστάνε από μια πατέντα στα χέρια, και μέρα-νύχτα δουλεύουνε για να «συγχρονίσουν» την Ελλάδα, ενώ στ' αληθινά σκάβουνε τον λάκκο της. Αμυαλα νευρόσπαστα! Ποιόν θα συγχρονίσετε; Αυτό που λέτε εσείς «συγχρονισμό» και «εξέλιξη» είναι μια άθλια παραμόρφωση, σύμφωνα μ' ένα βλακώδες μοντέλλο, οπού κάνανε οι σαρακοστιανοί και κάλπικοι άνθρωποι, που τους λέγει η Γραφή «χλιαρούς», δηλαδή σαχλούς, και για τους οποίους λέγει ο Θεός ότι «μέλ­λει εμέσαι εκ του στόματος αυτού, ει χλιαροί εισι, και ούτε ζεστοί ούτε ψυχροί» (Αποκαλ. γ' 16).

Μέσα σ' αυτό το καλούπι θέλετε να βάλετε τον λαό, κ' έτσι να χαθεί από πάνω του κάθε πρωτοτυπία, κάθε σημάδι αληθινής ζωής, κάθε χαρακτήρας. Θέλετε, μ' άλλα λόγια, να επιβάλετε στον κόσμο ένα πνευματικό «εσπεράντο», που να καταργήσει κάθε ζωντανή ουσία κ' έκφραση μέσα στους ανθρώπους, δηλαδή έναν πνευ­ματικό θάνατο, ή μια πνευματική παραλυσία. Αυτό το λέτε «συγχρονισμό» και «εξέλιξη»! Ανόητοι κι αναί­σθητοι! «Συγχρονισμένο» και «εξελιγμένο» είναι ό,τι είναι ζωντανό, και μοναχά ό,τι είναι πνευματικά πεθα­μένο, όπως είσαστε εσείς, αυτό δε μπορεί νά 'ναι ούτε συγχρονισμένο ούτε εξελιγμένο, αφού δεν είναι ζωντα­νό. Ο συγχρονισμός ο αληθινός είναι κάποια ενέργεια, που γίνεται μόνη της μέσα σε κάθε ζωντανό πλάσμα. Λοιπόν, ποιά Ελλάδα και ποιόν λαό θα «συγχρονίσε­τε», αφού η Ελλάδα είναι ολοζώντανη κι ο λαός της είναι αείζωος; Θα ζωντανέψετε εσείς τη ζωή, εσείς οι πεθαμένοι και θαμμένοι; Θαρρείτε, πως με τις υστερι­κές φωνές και με τις θεατρικές σκηνοθεσίες φανερώνε­ται η ζωή; Μα, ίσια-ίσια, εκεί που παίρνει τη θέση τής ζωής η νεκρή και ψεύτικη απομίμησή της, δηλαδή το είδωλό της, με άλλα λόγια κάποια φτιαχτή σκηνοθεσία τής ζωής, εκεί βέβαια δεν υπάρχει αληθινά η Ζωή. Να, αυτή η άψυχη σκηνοθεσία, αυτή είναι η «εξέλιξη» κι ο «συγχρονισμός» σας. Αυτός είναι ο θάνατος της ψυχής, γιατί η ψευτιά είναι θάνατος κ' η ζωή αλήθεια. Γι' αυτό κ' εσείς, με όλες τις φωνές που βάζετε, και μ' όλες τις δραστηριότητες, και με όλα τα υστερικά ξετινάγματα, έχετε απάνω σας τη μπόχα του θανάτου. Κι αντί να πάτε κοντά στον λαό, που είναι πηγή ζωής, για να πάρετε λίγη ζωή κι αλήθεια, εσείς θέλετε να τον κάνετε ζωντανόν, εκείνον΄ εσείς οι πεθαμένοι να ζωντανέψετε τη ζωή, οι ψεύτες να φανερώσετε την αλή­θεια, οι βρουκολάκοι να δώσετε δύναμη και νεύρα στον αντρειωμένον!
Όποιος δεν ζει σύμφωνα με το φυσικό του φτιάξιμο και με τα φυσικά κτίσματα που υπάρχουνε γύρω του, αυτός δεν έχει αληθινή ζωή μέσα του, ούτε φυσική ούτε πνευματική.  Όπως ζούνε οι Έλληνες σήμερα, δεν είναι η αληθινή ζωή τους. Το νοιώθουνε κ' οι ίδιοι, κι ας μην το λένε. Λαχταράνε να βρούνε τον εαυτό τους που τον έχουν χαμένον (εκτός από κάποιους, που θαρ­ρούνε πως ζωή είναι μοναχά το φαγοπότι και το «κομ­φόρ», δίχως κανέναν βαθύν πόθο, χωρίς κανέναν καϋμό). Και κείνος, ακόμα, που δεν έχει συναίσθηση τι είναι αληθινό, έρχεται στιγμή που καταλαβαίνει, πως η ζωή του είναι ψεύτικη, πως δεν έχει κανέναν αληθινό δεσμό ούτε με τον τόπο του, ούτε με τους προγόνους του, ούτε με τις ντόπιες συνήθειες που βγήκανε από την αγάπη κι από τον πόνο, και πως είναι ορφανός και ξένος μέσα στον ίδιο τον τόπο του, σαν τον άσωτο γυιο, και πως, με όλο που θαρρεί πως τρώγει καλά και νόστιμα φαγητά, στ' αληθινά μασά ξυλοκέρατα, φερ­μένα από ξένους τόπους, οπού είναι αλλοιώτικοι από τον δικό μας.

Πολλοί λένε πως είμαι ένας φανατικός, ένας ζηλω­τής που βρίσκεται «εκτός της πραγματικότητος», ένας μονομανής, που θέλει κάποια πράγματα που δεν γίνουνται και που τα παρακάνει και τα παραλέγει. Έχουνε δίκηο να λένε, πως είμαι φανατικός και ζηλωτής. Μα όποιος είναι ζηλωτής από αγάπη για την αλήθεια, εί­ναι συγχωρημένος. Φωνάζω και στεναχωριέμαι, γιατί η φυλή μας χάνει τα αληθινά πράγματα και παίρνει τα ψεύτικα, κ' έτσι δεν χαίρεται τα τόσα πνευματικά πλούτη που κληρονόμησε, και δεν θρέφεται από το αντρειωμένο και ζωογόνο ελληνικό γάλα, που έθρεψε κι αγρίμια ακόμα και τά 'κανε ανθρώπους. Αυτό το γάλα δεν είναι της δικής μου μάνας, μα της μάνας ολονών μας, που τ' αρνηθήκανε όσοι σας δίνουνε να πιήτε αντί για γάλα το φαρμάκι της ψευτιάς που τη λένε «πρόοδο», «εξέλιξη», «κοσμοπολιτισμό», «μο­ντερνισμό» κτλ. Εγώ στενοχωριέμαι για σας, όχι για μένα, γιατί εγώ έχω αυτό που δεν έχετε, μα αυτό δεν είναι δικό μου μοναχά, αλλά δικό μας. Και γιατί, τάχα, θα υπόφερνα, αν δεν αγαπούσα τ' αδέλφια μου, και δεν φοβόμουνα μην χάσουνε τον θησαυρό; Οι γενεές που έρχουνται από πίσω μας, σαν θάλασσες από το πέλα­γο, γιατί να ζήσουνε με την ψευτιά και να μην ζήσουνε αληθινά, γιατί να είναι πεθαμένοι-ζωντανοί, αφού η ζωή με την ψευτιά δεν συνταιριάζουνται;
Λένε πως τα παραλέγω. Μακάρι να τα παράλεγα κι ας έβγαινα γελασμένος. Μα βλέπω καθαρά, πως μέρα με τη μέρα το πνευματικό αίμα φεύγει από την όψη της φυλής μας, το βλέπω και πικραίνουμαι, όπως βλέ­πει η μάνα το παιδί της που μαραζώνει. Τί παρακάνω και τί παραλέγω; Δεν βλέπετε πως παραπατάμε, σαν ζαλισμένοι, και δεν ξέρουμε που πάμε; Η ξενομανία μάς έδερνε πάντα, αφού κι ο Παυσανίας γράφει: «Έλ­ληνες αεί εν θαύματι τιθέασι τ' αλλότρια ή τα οικεία». Μα τώρα σαν να χάσαμε ολότελα τα φρένα μας, λες κ' ήπιαμε το Τρελλό Νερό, που λέγει ένας μύθος ανατολίτικος, και λέμε το ψεύτικο αληθινό, το νόστιμο άνο­στο, το μαύρο άσπρο. Και με όλο που πάθαμε αυτή την ξενομανιακή τρέλλα, ωστόσο, επειδή αγαπάμε τον τόπο μας, το αίμα μας και τα δικά μας, θέλουμε να συμβιβάσουμε αυτή την αγάπη μας με την τρέλλα μας (δηλαδή με τη ματαιοδοξία μας), και πάμε σαν το καράβι που δεν έχει τιμόνι, μα που θέλει σώνει και καλά να ισάρει όλα τα πανιά του, για να τσακισθεί πιο γλήγορα απάνω στις ξέρες! Είμαστε σαν τους παλιούς Εβραίους, που αρνηθήκανε τον Θεό τους και προσκυ­νούσαν τον Βάαλ, μα που φοβόντανε κιόλας μην τους παιδέψει ο Ιεχωβά, κι ο προφήτης Ηλίας τους μάλω­νε και τους έλεγε: «Έως πότε υμείς χωλανείτε επ' αμφοτέραις ταις ιγνύαις;» — «ως πότε θα κουτσαίνετε πότε από τό 'να το ποδάρι και πότε από τ' άλλο; Αν είναι θεός ο Βάαλ, πηγαίνετε ξοπίσω του, αν είναι ο θεός ο Ιεχωβά πηγαίνετε ξοπίσω απ' αυτόν». Έτσι κ' εμείς θέλουμε να τα συμβιβάσουμε τα αταίριαστα και το χάλι μας είναι ελεεινό. Αγαπάμε την Ελλάδα, πονάμε τον τόπο μας, δίνουμε γι' αυτόν τη ζωή μας, κι από την άλλη μεριά σιχαινόμαστε τα δικά μας πράγματα, τα πράγματα της Ελλάδας, είτε φυσικά είναι είτε τεχνητά, είτε συνήθειες, είτε τραγούδια, εί­τε ψαλμωδίες, είτε εικονίσματα, και θέλουμε τα ξενοφερμένα. Είμαστε, λοιπόν, στα συγκαλά μας; Ρωτώ να μάθω.

Έχουμε τέτοιο φως, τέτοιον γαλανόν ουρανό, που τον καυχιόμαστε, και μολαταύτα βάζουμε μαύρα γυα­λιά σαν νά 'χουμε πονόματο, και καταδικάζουμε τον εαυτό μας να βλέπουμε ολοένα συννεφιασμένον, σταχτύν ουρανό, τα δέντρα αντί πράσινα να τα βλέπουμε καφετιά, τη γαλανή θάλασσα να τη βλέπουμε θολή και λερωμένη, μόνο και μόνο γιατί τα μαύρα τα γυαλιά είναι μοντέρνα. Οι γυναίκες μας κάνουνε χίλια-δυο για να γίνουνε πιο έμορφα τα μάτια τους, κ' ύστερα βά­ζουνε μπροστά τους ολόκληρες τζαμαρίες, που φρά­ζουνε όχι μονάχα τα μάτια τους μα και τα μάγουλά τους, σαν νά 'ναι βουτηχτάδες, κι αντίς έμορφα πρό­σωπα με αγνά και καθαρά μάτια, βλέπεις νεκροκεφα­λές με μαύρες ματότρυπες, μόνο και μόνο γιατί οι νεκροκεφαλές είναι πιο μοντέρνες από τα ζωντανά πρόσωπα με τα έμορφα μάτια. Στο ζαχαροπλαστείο τραβά η όρεξή τους ένα κανταΐφι ή έναν μπακλαβά ή κανένα ριζόγαλο, και μολαταύτα παραγγέλνουνε κά­ποιο γλυκό με ξενικό όνομα, κι όσο πιο ασυνήθιστο είναι τ' όνομα, τόσο πιο καλά, κι ας μην κατεβαίνει, φτάνει που κοιτάζουνε οι διπλανοί, «οπισθοδρομημένοι» με απορία για το παράξενο γλυκό που τρώνε! Στη μουσική, όχι μοναχά είναι της μόδας τα ξένα τραγού­δια, αλλά και τα τελειοποιούμε. Εδώ τα ιταλιάνικα γίνονται πιο ιταλιάνικα, τα γαλλικά πιο γαλλικά, τα μεξικάνικα, οι χαβάγιες, τα τυρολέζικα ουά-ουά, τα σπανιόλικα. Κι αυτοί που τα τελειοποιούνε είναι κά­ποιοι παπαγάλοι, που «μιμούνται θαυμάσια» το κάθε τι, και ονομάζονται «καλλιτέχναι και καλλιτέχνιδες του άσματος». Μάλιστα, έχουμε και κάποιους βαρυσή­μαντους, που κάνουνε και εισαγωγή σ' αυτά τα βαθιά και μεγάλα έργα «ενδελεχώς και εμπεριστατωμένως». Κακόμοιρη Ελλάδα! Λέμε κάπου-κάπου και κανένα ελληνικό, ως επί το πλείστον όμως «ενορχηστρωμένον», δηλ. «λεβαντινισμένο» από κάποιον αισθηματίαν ανόητον, που δεν έχει ιδέα ούτε από Ελλάδα, ούτε από λαό, ούτε από χωριό, ούτε από τίποτα! Αυτός ο υστερισμός έχει πιάσει τον κόσμο, κι αν δεν είσαι τέ­τοιος «μοντέρνος», σε βλέπουνε με λύπη και με κατα­φρόνηση. Η δεσποινίδα που λέγει «κάθομαι εις την οδός τάδε» και πως στο σπίτι της έχει «κομφλόρ» και «τελέφωνο» κλπ., χορεύει «σάμπα», μαδά τα φρύ­δια της για να μοιάσει με τη σπανή «σταρ», που βλέ­πει στο «σινεμά», μίλα σαν να μην ξέρει να μιλήσει ελληνικά, κι ο νεαρός Έλλην τρελλαίνεται γι' αυτά τα μοντέρνα χαρίσματα και περιφρονά την αδερφή του πού 'ναι το πρόσωπό της σαν της Παναγιάς, και που είναι νοικοκυρούλα, σεμνή, φρόνιμη  Ελληνοπούλα.
Πάντα οι Έλληνες προτιμούσανε τα ξένα από τα δικά τους, τώρα όμως τα μισούνε κιόλας τα δικά τους, μισούνε κι όποιον τα αγαπά και τα κρατά. Τυχαίνει να βρεθεί στο τραμ μια μοντέρνα, και κοντά της να κάθε­ται καμμιά χωριατοπούλα με το τσεμπέρι, κ' η κακο­μοίρα κάθεται φοβισμένη, σταυροχεριασμένη, αυτή που γέννησε τον Θανάση Διάκο και τον Νικηταρά, και κοιτάζει την άλλη που χλιμιντρά και ξετινάζει τα κί­τρινα μαλλιά της, κ' είναι ένα κανάτι μπογιατισμένο, χωρίς ψυχή, χωρίς πόνο, χωρίς αγνή χαρά, χωρίς τίπο­τα. Ναι, μπροστά σ' αυτά τα ξόανα κάθεται η Ελλά­δα, η αληθινή κ' η βασανισμένη, σταυροχεριασμένη, βουβή, σαν νά 'ναι φταίχτρα!
Αλλά πάμε και παραπέρα: Στις εκκλησιές, και κει μοντερνισμός, και μάλιστα πιο σιχαμερός. Παπάδες, ψάλτες, νεωκόροι, καντηλανάφτες, όλοι κοιτάζουνε ποιος θα ξεπεράσει τον άλλον στον μοντερνισμό. Θέλουνε ξανθιούς Χριστούς, μαντόνες κοκκινομάγουλες και σπανές, αγίους χαμογελαστούς, με κείνο το φαρισαϊκό μειδίαμα που έχουνε οι μοντέρνοι θεατρίνοι, α­διάφοροι για την Ορθοδοξία, νεωτεριστές που δεν θέ­λουνε το ράσο που φορούσε ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, μήτε το καμηλαύχι, μήτε το τυπικό της εκκλη­σίας, μήτε την κατανυκτική ψαλμωδία της, γιατί τους κάνει να νοιώσουνε το χάλι που βρίσκεται η ψυχή τους. Άξεστοι κι αμόρφωτοι από αληθινή θρησκευτική γνώση, μιλάνε ολοένα για νεωτερισμούς, για μεγάφωνα, για «αιθούσας διαλέξεων», για «ορατόρια», για «αλτάρια»  κλπ. Κοντά τους στέκονται και κάποιοι μουσικοσυνθέτες που «ενορχηστρώνουν» τους εκκλη­σιαστικούς ύμνους μας, χωρίς να έχουνε ιδέα τι είναι εκκλησία, τι είναι ο πνευματικός της χαρακτήρας, τι είναι η ελληνική ψυχή, και με επιπολαιότητα λεβαντίνικη φτιάνουνε κάποιες μουσικές χωρίς σύσταση, πολύφωνες χορωδίες με υστερικά ξεφωνητά από κάποια γυναικάρια και με χοντροφωνάρες, ξένες για τ' αυτιά μας, ξένες για την καρδιά μας, ξένες για την ψυχή μας, και οι ίδιες ανούσιες και βλακώδεις για κάθε άνθρωπο που δεν τον έχει παραλύσει η ψευτιά.

Όλοι αυτοί έχουνε την ιδέα πως είναι οι κλειδοκράτορες «της προόδου και της ζωής του έθνους», ενώ εμείς είμαστε «καθυστερημένοι», στρείδια κολλημένα στο βράχο της παράδοσης, «εχθροί της προόδου», «στοιχεία άχρηστα και πεθαμένα για την μεγάλην αποστολήν του έθνους μας».
Αυτό με κάνει να θυμηθώ τον ανατολίτικο μύθο που είπα στην αρχή: «Μια φορά, λέγει ο μύθος, ήτανε ένας σουλτάνος, καλός και δίκιος, κ' είχε έναν βεζύρη, που ήτανε κι αυτός καλός και δίκιος, κ' ήτανε κι αστρολό­γος. Μια μέρα ο βεζύρης λέγει του σουλτάνου, πως είδε κάποια σημάδια στον ουρανό πως θα βρέξει στον κόσμο ένα νερό τρελλό, και πως όποιος το πιει αυτό το νερό, θα τρελλαίνεται. Και πως όλοι οι άνθρωποι που ζούνε στην επικράτειά τους θα το πιούνε και θα χάσουνε τα λογικά τους, και δεν θα νοιώθουνε πια τίποτα, μήτε τι είναι σωστό και τι είναι ψεύτικο, μήτε τι είναι καλό και τι είναι κακό, μήτε τι είναι νόστιμο και τι είναι άνοστο, μήτε τι είναι δίκιο και τι είναι άδικο. Σαν τ' άκουσε αυτά τα λόγια ο Σουλτάνος, γυρίζει και λέγει στον βεζύρη: "Αφού θα τρελλαθεί όλος ο κό­σμος, πρέπει να κοιτάξουμε να μην τρελλαθούμε κ' εμείς, γιατί αλλοιώς πώς θα τους κρίνουμε με δικαιο­σύνη;". Του λέγει ο βεζύρης πως ο λόγος του είναι σωστός και πως θά 'πρεπε να προστάξει να μαζέψουνε από το καλό νερό που πίνανε, και να το φυλάξουνε μέσα στις στέρνες, για να μην πίνουνε από το χαλα­σμένο και κρίνουνε παλαβά κι άδικα, μα δίκια, όπως έχουνε χρέος. Έτσι κ' έγινε. Σε λίγον καιρό έβρεξε στ' αλήθεια, και το νερό ήτανε νερό τρελλό, και τρελλαθήκανε όλοι οι άνθρωποι, και δεν γνωρίζανε οι καϋμένοι τι τους γίνεται, κ' είχανε το ψεύτικο για αληθι­νό, το κακό για καλό, το άδικο για δίκιο. Μα ο σουλτά­νος κι ο βεζύρης πίνανε από το καλό νερό που είχανε φυλαγμένο, και δεν τρελλαθήκανε, αλλά κρίνανε τον κόσμο με δικαιοσύνη. Μα ο κόσμος τά ‘βλέπε ανάπο­δα, και δεν ήτανε ευχαριστημένος από την κρίση του σουλτάνου και του βεζύρη, και φωνάζανε πως τους αδικούνε, και κοντεύανε να σηκώσουνε επανάσταση. Μετά καιρό, σαν είδανε κι αποείδανε, ο σουλτάνος κι ο βεζύρης, χάσανε το κουράγιο τους, και λέγει ο σουλτά­νος στο βεζύρη: "Τούτοι οι φουκαράδες αληθινά χάσα­νε τα φρένα τους, και τα βλέπουνε όλα ανάποδα κι όπως πάμε, μπορεί και να μας σκοτώσουνε επειδή θέ­λουμε να τους κρίνουμε με δικαιοσύνη για να ευτυχήσουνε. Το λοιπόν, βεζύρ εφέντη, άιντε να χύσουμε το καλό νερό από τις στέρνες, και να πιάσουμε να πίνουμε κ' εμείς από το τρελλό νερό, να γίνουμε σαν κι αυτούς, και τότε θα μας καταλαβαίνουνε και θα μας αγαπάνε". Έτσι κ' έγινε. Ήπιανε κι αυτοί από το παλαβό νερό και τρελλαθήκανε, και κρίνανε τρελλά κι άδικα, κι ο κόσμος απόμενε ευχαριστημένος και πολυχρονίζανε τον σουλτάνο».

Θαρρώ πως κάτι παρόμοιο γίνεται και σήμερα στον τόπο μας. Εμείς, όμως, δε θα χύσουμε το λίγο νερό που είναι ακόμα φυλαγμένο μέσα στη στέρνα της πα­ράδοσης. Μα θα πίνουμε απ' αυτό το καλό νερό, και θα καλούμε να πιούνε κ' οι άλλοι Έλληνες, που τους ξεραίνει ο λίβας της ξενομανίας. Να πιούνε και να δροσισθούνε από το νερό που βγαίνει από την πέτρα, από το καλό και τ' αθάνατο νερό μας, από «το ύδωρ το ζων».

Από το βιβλίο: «Ευλογημένο καταφύγιο», Εκδ. ΑΚΡΙΤΑΣ

Tuesday, February 3, 2015

«Να σε σσιέπει τζιαι να σε γλέπει, γιε μου»

Του Αλέκου Μιχαηλίδη

Ίσως να μην πρέπει, αυτές τις μέρες, να γράφουμε σε αυτό το συναισθηματικό τέμπο, ελέω και της εγρήγορσης, στην οποία τα γεγονότα μας αναγκάζουν να είμαστε, όμως η επίσκεψη του Αλέξη Τσίπρα στην Κύπρο μας έβγαλε, λίγο ή πολύ, από το πρόγραμμα.

Ο πρωθυπουργός, ξεπερνώντας, εν πολλοίς, τα συμπλέγματα που κυριαρχούν στον ΣΥΡΙΖΑ επισκέφθηκε την Κύπρο ως ελληνικό έδαφος. Χωρίς πανηγύρια και αυταπάτες οφείλουμε να αναφέρουμε ότι η επίσκεψη του Έλληνα πρωθυπουργού στα Φυλακισμένα Μνήματα, η τιμή στους αγωνιστές της ΕΟΚΑ δεν ήταν μόνο συμβολική. Ο ίδιος μάλιστα δήλωσε δις ότι η κίνηση αυτή, συμπλήρωσε την κατάθεση στεφάνου στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, πράγμα που έκανε μόλις ορκίστηκε πρωθυπουργός. Μηνύματα προς πάσα κατεύθυνση.

Ασφαλώς, δεν περιμέναμε κάτι άλλο πέρα από τη στήριξη στηνΔιζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία. Ούτως ή άλλως, «η Κύπρος αποφασίζει και η Ελλάδα συμπαρίσταται». Θα ήταν όμως ευεργετικό, ο Τσίπρας να ξεπεράσει τους φόβους και τα ενοχικά σύνδρομα των προκατόχων του, να παρασύρει και την κυπριακή κυβέρνηση προς μιαν άλλη κατεύθυνση. Προς το παρόν, δεν φαίνεται ότι θα γίνει κάτι τέτοιο. Κρατάμε τη συμφωνία ότι οι ελληνοτουρκικές σχέσεις περνούν μέσα από το Κυπριακό και τη δήλωση ενώπιον του προέδρου της βουλής ότι «Η Κύπρος αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του ελληνισμού».

Αυτό που ίσως κάνει ξεχωριστή την επίσκεψη Τσίπρα στην Κύπρο, ενός αριστερού ηγέτη, δεν είναι βέβαια τα σάλια των στελεχών του ΑΚΕΛ και των άλλων κομμάτων που ύψωσαν ξαφνικά αντιμνημονιακές σημαίες, ούτε και η αναφορά Αναστασιάδη σε υδατάνθρακες. Είναι περισσότερο το ίδιο το πρόγραμμα του πρωθυπουργού. Η ίδια η σύνδεση του Σκοπευτηρίου της Καισαριανής, όπου δολοφονήθηκαν 200 Έλληνες από τους Γερμανούς κατακτητές, με τα Φυλακισμένα Μνήματα, όπου κρατήθηκαν και εκτελέστηκαν αγωνιστές της ΕΟΚΑ, σηματοδοτεί κάτι εντελώς διαφορετικό από τις προηγούμενες ελλαδικές κυβερνήσεις. Ίσως ο ίδιος ο πρωθυπουργός να μην το εκλαμβάνει ως τέτοιο, αλλά στην Κύπρο είναι εντελώς διαφορετικό.

Το πρωί της Τρίτης ήταν, θεωρούμε, το αποκορύφωμα της επίσκεψης Τσίπρα. Η συνάντηση με συγγενείς αγνοουμένων στον άγιο Τύμβο της Μακεδονίτισσας είναι κάτι που θα λύγιζε ακόμα και τον πιο σκληρό πρωθυπουργό. Η γιαγιά, που ξεσπά σε λυγμούς ενώπιον του πρωθυπουργού, και βάζει τον σταυρό της λέγοντας: «Ο Θεός τζι η ευτζιή μου να σε βοηθούν, να σου διούν δύναμην, να σε σσιέπει τζιαι να σε γλέπει, γιε μου», αποτελεί την πεμπτουσία του κυπριακού δράματος.

Η πίστη στην ελλαδική ηγεσία, που συνήθως στάθηκε κατώτερη των περιστάσεων, δεν έλειψε σχεδόν ποτέ από τον κυπριακό λαό. Αυτό ας πάρει μαζί του ο Αλέξης Τσίπρας, μαζί με την ανάμνηση της αγχόνης και των φωτογραφιών των αγωνιστών της ΕΟΚΑ, με τις φωτογραφίες των αγνοουμένων, κι όχι τόσο τα μηνύματα και τις διζωνικές υστερικές φωνές των μελών των ΜΚΟ, Ε/Κ και Τ/Κ, του Προέδρου Αναστασιάδη και του Δημήτρη Χριστόφια.

Monday, February 2, 2015

"Il Manifesto", το τίμημα της πολιτικής στράτευσης

Εξώφυλλο αφιερωμένο στον Lucio Magri
Του Dominique Vidal*

Περιοδικό στην αρχή, καθημερινή εφημερίδα - σύμβολο της ιταλικής Αριστεράς στη συνέχεια, η "Il Manifesto" πέρασε πολλές κρίσεις στη διάρκεια των τελευταίων σαράντα πέντε χρόνων, αλλά ποτέ δεν έχασε την ανεξαρτησία της απέναντι στα πολιτικά κόμματα και στους ισχυρούς του χρήματος. Η εφημερίδα διέρχεται και πάλι μια ταραχώδη περίοδο: υπό την απειλή της δικαστικής εκκαθάρισης, πρέπει να συγκεντρώσει ένα εκατομμύριο ευρώ, αν θέλει να αποφύγει τη χρεοκοπία.

Στα 45 της χρόνια, η "Il Manifesto" δεν ξεχνάει την προέλευσή της: τον Μάη του '68 και την εισβολή στην Τσεχοσλοβακία. Γεννήθηκε ως περιοδικό, στις 23 Ιουνίου 1969, με πρώτο πρωτοσέλιδο "Η Πράγα είναι μόνη της". Οι δημιουργοί του, η Ροσάννα Ροσάντα, ο Λούτσιο Μάγκρι, ο Λουίτζι Πιντόρ και ο Άλντο Νατόλι, θεωρούνται εκείνη την εποχή "ινγκραϊκοί", λόγω της φιλίας τους με τον Πιέτρο Ινγκράο, στέλεχος με εξαιρετική επιρροή στην κομμουνιστική Αριστερά. Και οι τέσσερις εξεγείρονται κατά του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος (PCI), στην ηγεσία του οποίου συμμετέχουν.

Το παρελθόν επιβάλλει τον νόμο του, καθόσον διαγράφονται στο 22ο συνέδριο, στην Μπολόνια: ο Ενρίκο Μπερλιγκουέρ, που δεν είναι ακόμα "ευρωκομμουνιστής" (μολονότι το κόμμα του καταδίκασε την εισβολή των σοβιετικών δυνάμεων στην Τσεχοσλοβακία), τους θεωρεί υπερβολικά φίλα προσκείμενους στη φοιτητική αμφισβήτηση και, κυρίως, υπερβολικά επικριτικούς έναντι της Σοβιετικής Ένωσης και του "υπαρκτού σοσιαλισμού". Οι διαγραμμένοι επιβαρύνουν τη θέση τους, μετατρέποντας το περιοδικό σε εφημερίδα, η οποία δηλώνει κομμουνιστική και της οποίας το πρώτο φύλλο εκδίδεται στις 28 Απριλίου 1971.

Η ιδρυτική διακήρυξη επισημαίνει: "Επειδή ήρθε η ώρα για μια γενική και ενωτική πρωτοβουλία, ικανή για την επανεκκίνηση του έργου της προώθησης ενός πολιτικού κινήματος, ικανή να ξαναδώσει μια ενότητα και μια συνέχεια προσανατολισμού στην καθοδήγηση και στα μέλη που μας ακολουθούν και, κυρίως, ικανή να έρθει σε επαφή με το ευρύ και αποδιοργανωμένο φάσμα των κοινωνικών δυνάμεων που αμφισβητούν το καθεστώς, υπάρχει η ανάγκη ενός ημερήσιου φύλλου. Αυτή την αποτελεσματική πρακτική, αυτή την πολιτική ανάσα, μόνο ένα ημερήσιο φύλλο μπορεί να την προσφέρει". Η άκρα Αριστερά, από την Potere Οperaio (Εργατική Εξουσία), την οργάνωση του Τόνι Νέγκρι, μέχρι τη Lotta Continua (Διαρκής Αγώνας), αγνοεί την έκκληση.

Τρία χρόνια αργότερα, η ομάδα Il Manifesto ενώνεται με το Κόμμα Προλεταριακής Ενότητας για να δημιουργήσουν το Κόμμα Προλεταριακής Ενότητας για τον Κομμουνισμό (PdUP). Το εγχείρημα απογοητεύει τους οραματιστές του: η συμμαχία που συγκρότησε ο νέος πολιτικός σχηματισμός με ένα πλήθος ομάδων της άκρας Αριστεράς συγκεντρώνει μονάχα 1,5% στις βουλευτικές εκλογές του 1976 και 1,4% στις βουλευτικές εκλογές του 1979. Το PdUP θα καταλήξει να ενταχθεί το 1984 στο PCI μαζί με όλα του τα υπάρχοντα -κάτι χωρίς προηγούμενο στο κομμουνιστικό κίνημα!

Στο μεταξύ, με πενήντα χιλιάδες φύλλα ημερήσια κυκλοφορία, η "Il Manifesto" έχει κατακτήσει μια αυτόνομη θέση στο τοπίο της ιταλικής Αριστεράς και του Τύπου. Ενσαρκώνει ταυτόχρονα τον ριζοσπαστισμό, το άνοιγμα στα κοινωνικά κινήματα, την επιθυμία για νέους προβληματισμούς, το ενδιαφέρον για τη διεθνή πραγματικότητα -δημιουργεί μια από τις πρώτες διεθνείς εκδόσεις της "Monde diplomatique", την οποία μεταφράζει κάθε μήνα από το 1994.

Πέρα από το ενημερωτικό της έργο, η εφημερίδα παίζει έτσι τον ρόλο ενός εργαστηρίου ιδεών και ιδεολογικής πυξίδας, ιδίως για το Κομμουνιστικό Κόμμα, που είναι σε διαδικασία αναζήτησης ταυτότητας. Σε καταστροφικό βαθμό... Την επαύριο της κατάρρευσης του τείχους του Βερολίνου, επί μήνες, τα μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος διερωτώνται για τη φύση του νέου κόμματος που τους ενθαρρύνει ο γενικός γραμματέας, Ακίλε Οκέτο, να ιδρύσουν και, προσωρινά αποκαλούν "la cosa" (το πράγμα). Μια ταινία με το ίδιο όνομα του σκηνοθέτη Νάνι Μορέττι αφηγείται με πολύ χιούμορ αυτή την περιπέτεια όπως τη βλέπουν οι από κάτω -"ένα μάθημα δημοσιογραφίας", το χαρακτήρισε η Ροσάντα...

Δεν υπάρχει μεγάλη απόσταση από το Καπιτώλιο μέχρι τον Ταρπιανό βράχο, λέει μια λατινική παροιμία: στο πρώτο παρήλαυναν οι νικητές στρατηγοί, από τον δεύτερο γκρέμιζαν τους θανατοποινίτες στο κενό. Αφού κατόρθωσε να συσπειρώσει περισσότερο από το ένα τρίτο του εκλογικού σώματος, το PCI υποχωρεί έως ότου εξαφανίζεται, το 1991. Ο κύριος κληρονόμος του, το Δημοκρατικό Κόμμα (PD), είναι ο κυρίαρχος κεντρώος σχηματισμός. Ο άλλος κλάδος, το Κόμμα της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης (PRC), εξαφανίστηκε το 2008 από το Κοινοβούλιο, στο οποίο πρόεδρος τότε ήταν ο Φάουστο Μπερτινότι.1

Εν μέσω νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας, αυτή η διπλή εξέλιξη μεταφράζεται σε δύο θανάτους: αυτόν της "Liberazione", της ημερήσιας εφημερίδας του PRC, της οποίας ο διαδικτυακός τόπος έκλεισε το 2014, και αυτόν της ημερήσιας εφημερίδας του PCI, της "L' Unità", το τελευταίο κακέκτυπο της οποίας διέκοψε την έκδοσή του τον ίδιο χρόνο. Σε αυτό το πλαίσιο, η επιβίωση της "Il Manifesto" θα ήταν ένα θαύμα, αν δεν βρισκόταν κι αυτή στην κόψη του ξυραφιού.

Πράγματι, δεν είναι η πρώτη φορά που η εφημερίδα κάνει έκκληση στη γενναιοδωρία των φίλων της για να ξεπεράσει μια δύσκολη κατάσταση. Το 1997, η "Il Manifesto" είχε μάλιστα εκδώσει ένα φύλλο που είχε πουληθεί προς 50.000 λιρέτες (26 ευρώ)! Στα τέλη της δεκαετίας του 2000, όλες οι ενδείξεις είναι ακόμα στο κόκκινο: οι πωλήσεις μειώνονται, οι επιδοτήσεις στον Τύπο ελαττώνονται, η διαφήμιση σπανίζει και οι 120 εργαζόμενοι της εφημερίδας κοστίζουν ακριβά, παρά τους σπαρτιάτικους μισθούς τους. Πράγμα που οδηγεί στη δημιουργία ελλειμμάτων, τα οποία απαγορεύονται στις συνεταιριστικές επιχειρήσεις. Αποτέλεσμα: τον Φεβρουάριο του 2012, η εφημερίδα κηρύσσεται σε πτώχευση και τρεις μήνες αργότερα ο σύνδικος ανακοινώνει στη σύνταξη τη διακοπή όλων των δραστηριοτήτων.

Ευτυχώς η Δικαιοσύνη δεν εφάρμοσε την απειλή. Και η "Il Manifesto" κατόρθωσε να βελτιώσει τη θέση της: παρά τη δραστική μείωση του αριθμού των δημοσιογράφων, οι συνδρομές και οι πωλήσεις αυξάνονται. Παραμένει όμως μια δαμόκλειος σπάθη: οι εκκαθαριστές θα βγάλουν σε πλειστηριασμό τον τίτλο της εφημερίδας, με κίνδυνο να μην πέσει σε καλά χέρια. Η ομάδα κινητοποιείται για να τον εξαγοράσει χωρίς καθυστερήσεις.

Η "'Il Manifesto' είναι πρώτα απ' όλα εσύ. Εξαγόρασέ την": αυτό είναι το θέμα της εκστρατείας συμμετοχών που ξεκίνησε τον Νοέμβριο.2 Στόχος, η συλλογή ενός εκατομμυρίου ευρώ ώστε ο συνεταιρισμός να εξαγοράσει τον τίτλο και να διασφαλίσει την ανεξαρτησία της εφημερίδας. Για τις ανάγκες του εγχειρήματος εκδόθηκε στις 13 Νοεμβρίου ένα φύλλο στην τιμή των 20 ευρώ. Όπως γράφει η Νόρμα Ραντζέρι, συνδιευθύντρια της εφημερίδας μαζί με τον Τομάζο ντι Φραντσέσκο, "η φυσιογνωμία της εφημερίδας μας, ο καθαρά εκδοτικός της χαρακτήρας, χωρίς αφεντικό, ο συνεταιρισμός των δημοσιογράφων και των εργατών, ήταν πάντα μια ευτυχής ανωμαλία, μια αίρεση, μια απόδειξη με σάρκα και οστά ότι η αγορά δεν είναι απόλυτος μονάρχης και οι νόμοι της δεν είναι και δικοί μας".

* Ο Dominique Vidal είναι ιστορικός και δημοσιογράφος. Διευθύνει μαζί με τον Bernard Badie την ετήσια έκδοση "L' Etat du Monde", La Découverte, Παρίσι.

Friday, January 30, 2015

Ποιοί ήταν τελικά οι Τρεις Ιεράρχες;

Του Ανδρέα Αργυρόπουλου

Χωρίς αμφιβολία η εποχή μας έχει πολλά κοινά, με αυτή των Τριών Ιεραρχών. Πόλεμοι, βίαιες συγκρούσεις, κοινωνικά αδιέξοδα, άλυτα οικονομικά προβλήματα, εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, κοινωνικές διακρίσεις, θρησκευτικές διαμάχες, εξεγέρσεις κλπ. Το μήνυμα των Τριών Πατέρων της Εκκλησίας μας πάντα επίκαιρο και επαναστατικό, έρχεται να μας θυμίσει τη χριστιανική αυθεντικότητα, να προτείνει λύσεις και να δώσει κατευθύνσεις, που γεμίζουν ελπίδα και απελευθερώνουν. Οι Τρεις Ιεράρχες υπήρξαν ολοκληρωμένες προσωπικότητες που δεν διακρίθηκαν μόνο σ’ έναν τομέα αλλά παντού. Όλοι τους χαρακτηρίζονταν για τη θεολογική αλλά και την ευρύτερη επιστημονική τους συγκρότηση, τη ριζοσπαστική κοινωνική τους παρουσία, την ανοικτότητα του πνεύματος και την κριτική στάση τους απέναντι σε κάθε μορφής εξουσία.

Οι Τρεις Ιεράρχες τάραξαν τα νερά της εποχής τους και άφησαν παρακαταθήκες με αιώνια αξία. Θλίβεται κανείς όταν βλέπει την αναγνώριση του επιστημονικού τους έργου σε παγκόσμια κλίμακα από τη μια μεριά και από την άλλη, την άγνοια ή ακόμα και την απαξίωση που υπάρχει γι’ αυτούς στην πατρίδα μας. Λίγα μόλις χρόνια μετά το θάνατό τους τα κείμενά τους μεταφράζονται στα Λατινικά και με την πάροδο του χρόνου σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες. Στη Δύση αλλά και παγκοσμίως δεν είναι λίγοι οι ερευνητές από το χώρο της Ιατρικής, της Κοινωνιολογίας, των Πολιτικών Επιστημών, της Παιδαγωγικής, της Φιλοσοφίας, της Θεολογίας και της Ψυχολογίας που μελέτησαν το έργο των Πατέρων της Εκκλησίας τονίζοντας την αξία του. Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η επίδραση του συγγραφικού του έργου στους Ευρωπαίους επιστήμονες κυρίως των ανθρωπιστικών σπουδών από την εποχή της Αναγεννήσεως μέχρι σήμερα.

Ενδεικτικά, αναφέρουμε ότι τα έργα του Μεγάλου Βασιλείου άρχισαν να διδάσκονται στο Πανεπιστήμιο των Παρισίων το 16ο αιώνα, το δε πόνημά του: «Προς του νέους…» απέκτησε τόσους θαυμαστές στη Δύση, που εντός 50 ετών (1449-1500) γνώρισε 20 εκδόσεις. Τα Άπαντά του, έχουν εκδοθεί στα Γερμανικά από το 1776. Είναι ευτύχημα ότι τα τελευταία χρόνια και στην πατρίδα μας έχει αρχίσει μια προσπάθεια ανακάλυψης του έργου των Τριών Ιεραρχών και στο θεολογικό χώρο, αλλά και πέρα απ’ αυτόν, πράγμα πολύ ελπιδοφόρο.

Είναι αξιοπρόσεκτο ότι την επιστημονική τους κατάρτιση οι Τρεις Ιεράρχες δεν τη χρησιμοποίησαν για ατομική προβολή, αλλά για να προσφέρουν στον αδερφό τους.

Ο Βασίλειος, γιατρός ο ίδιος, ιδρύει τη γνωστή σε όλους μας Βασιλειάδα μια «πόλη φιλανθρωπίας». Εκεί οργανώνει το πρώτο δημόσιο νοσοκομείο, στο οποίο υπάρχουν κατοικίες γιατρών, νοσηλευτικού προσωπικού και ειδικές πτέρυγες για λεπρούς και πάσχοντες από επιδημικές ασθένειες. Μας γίνεται γνωστό από τα κείμενα ότι ο ίδιος παρότι καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια «έδινε το χέρι στους λεπρούς, τους φιλούσε αδελφικά και τους φρόντιζε ο ίδιος προσωπικά». Συνιστούσε μάλιστα στους επισκόπους της δικαιοδοσίας του, την ίδρυση παρόμοιων με την Βασιλειάδα ιδρυμάτων. Σιγά-σιγά οργάνωσε ένα δίκτυο υπηρεσιών υγείας σε ολόκληρη τη Μικρά Ασία.

Ο Χρυσόστομος που σπούδασε κι αυτός γιατρός χτίζει πολλά νοσοκομεία στην Κωνσταντινούπολη, στα οποία όπως και ο Βασίλειος περιποιείται ο ίδιος τους ασθενείς.

Η επιστημονική έρευνα έχει καταδείξει ότι ο Βασίλειος και ο Χρυσόστομος είναι ουσιαστικά οι εμπνευστές ενός δημόσιου συστήματος υγείας που με την πάροδο του χρόνου απλώνεται σε ολόκληρη την Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Η αγάπη για τους Πατέρες, δεν είναι θεωρητικό κατασκεύασμα, έχει κόστος. Είναι πράξη που απαιτεί υπευθυνότητα και διάθεση για διαρκή προσφορά.

Οι Τρεις Ιεράρχες στηρίζουν με κάθε τρόπο τους φτωχούς, τους κυνηγημένους και τους απροστάτευτους της εποχής τους. Θεωρούν αυτονόητο να θυσιαστούν για τον κάθε έναν από αυτούς. Η περιθωριοποίηση των κοινωνικά αδύνατων δεν συνάδει με το ορθόδοξο ήθος. Κάθε άνθρωπος αποτελεί ανεπανάληπτη προσωπικότητα, είναι εικόνα του Θεού. «Με ποιο δικαίωμα» αναρωτιέται ο Χρυσόστομος «μπορεί κανείς να περιφρονεί εκείνους τους οποίους ο Θεός τόσο τιμά ώστε τους δίνει το Σώμα και το Αίμα του Υιού του». Η επιμονή του μάλιστα να κτίσει το λεπροκομείο, όχι σε κάποια υποβαθμισμένη περιοχή της Κωνσταντινούπολης, αλλά στην πλουσιότερη συνοικία έξω απ’ την πόλη, εκεί που ζούσαν μεγάλοι γαιοκτήμονες και οι οποίοι έβλεπαν την οικονομική αξία των πολυτελών οικημάτων να μειώνεται λόγω της γειτνίασης με το κτήριο αυτό, αποτέλεσε και την αφορμή για την οριστική δίωξή του, που θα τον οδηγούσε στην εξορία και στο βασανιστικό θάνατο.

Στο μεγάλο λιμό που έπληξε την περιοχή του ο Βασίλειος στηλιτεύει τη δράση των μαυραγοριτών, που θέλουν να πλουτίσουν σε βάρος των λιμοκτονούντων συμπατριωτών τους, οργανώνει συσσίτια για όλο το λαό προσφέροντας βοήθεια χωρίς καμιά διάκριση σε χριστιανούς, ειδωλολάτρες, Ιουδαίους και αιρετικούς σώζοντας χιλιάδες από βέβαιο θάνατο. Άλλοτε παρακαλώντας, και άλλοτε με δυναμικό τρόπο ζητάει από τους άρχοντες την απαλλαγή των φτωχών από τη φορολογία, ενώ δεν παραλείπει να παρέμβει για τα συμφέροντα των εργαζομένων στα ορυχεία του Ταύρου.

Ο Χρυσόστομος μόλις ανέρχεται στον Αρχιεπισκοπικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης, πουλάει τα πολυτελή σκεύη και έπιπλα της Αρχιεπισκοπής χάρη των παλαιών και νέων φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Διακόπτει άμεσα τη διοργάνωση επίσημων και πλούσιων δείπνων στο χώρο της Αρχιεπισκοπής και με τα χρήματα που εξοικονομεί οργανώνει συσσίτια για 7.000 φτωχούς καθημερινά, χωρίς υπολογίζονται σε αυτό το νούμερο οι ξένοι και αυτοί που για κάποιο διάστημα βρισκόντουσαν στην πόλη. Υποστηρίζει κάθε έναν που αδικείται από την πολιτική εξουσία φτάνοντας στο σημείο να συγκρουστεί με την αυτοκράτειρα, όταν εκείνη καταπατά το κτήμα μιας φτωχής χήρας. Ο ίδιος ζει λιτά και ασκητικά, όπως αρμόζει σ’ έναν ιεράρχη, προκαλώντας το θαυμασμό του απλού λαού, αλλά και την περιφρόνηση των πλούσιων και κοινωνικά ισχυρών αντιπάλων του. Ανυποχώρητος στα πιστεύω, του δεν αρέσκεται στον να συγκαλύπτει νοσηρές καταστάσεις μέσα στον εκκλησιαστικό χώρο. Δε διστάζει να καθαιρέσει μεγάλο αριθμό επισκόπων με την κατηγορία του χρηματισμού κατά την άσκηση της ιεροσύνης. Αντιμετωπίζει δραστικά το σκανδαλισμό που προκαλούσαν στου πιστούς με τον πολυτελή βίο τους, απερίσκεπτοι κληρικοί και α-μόναχοι μοναχοί. Η θέση των μοναχών κατά τον ιερό Πατέρα είναι στα μοναστήρια τους, όχι σε κοσμικές εκδηλώσεις και δεξιώσεις επισήμων, που οδηγούν σε σχέσεις διαπλοκής με την έκαστε εξουσία, γι’ αυτό το λόγο και επέβαλε την παραμονή τους στις μονές.

Οι Τρεις Ιεράρχες ζητάνε από τους χριστιανούς της εποχής τους, να ανακαλύψουν την αυθεντική θρησκευτικότητα, αυτή που απελευθερώνει τον άνθρωπο, μακριά από δεισιδαιμονίες, προλήψεις και φοβίες. Ενδιαφέρονται για την ερμηνεία των Γραφών, βοηθώντας έτσι τους χριστιανούς όχι μόνο της εποχής τους αλλά και διαχρονικά στην κατανόηση και εμπέδωση των ιερών κειμένων. Οφείλουμε να αναφέρουμε ότι ο Χρυσόστομος θέλοντας να είναι ακριβής στο έργο της ερμηνείας της Βίβλου κάνει 7.000 παραπομπές στην Παλαιά και 11.000 στην Καινή Διαθήκη. Οποιοσδήποτε από τους παρόντες έχει ασχοληθεί με στοιχειώδη επιστημονική έρευνα κατανοεί το μέγεθος του παραπάνω εγχειρήματος.

Άνθρωποι με ανοιχτούς πνευματικούς ορίζοντες, οι Πατέρες της Εκκλησίας τονίζουν κατ’ επανάληψιν στα κείμενά τους την αξία της αρχαίας ελληνικής παιδείας. Ο Γρηγόριος αντιδρώντας στις απόψεις κάποιων ακραίων και φοβικών χριστιανών, που αρνούνταν τη μελέτη της κλασικής παιδείας, υποστηρίζει πως είναι «αγροίκοι και αγράμματοι», όσοι δε δέχονται την αξία της. Αποκαλεί την πόλη των Αθηνών που ήταν κέντρο σπουδής του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, «Χρυσή Αθήνα των Γραμμάτων».

Οι Τρεις Ιεράρχες δεν ήθελαν τους χριστιανούς νέους ανθρώπους χωρίς κριτική σκέψη, χωρίς ευρύτητα γνώσεων, χωρίς γενικότερο προβληματισμό. Τους ήθελαν μέσα στην κοινωνία και τη ζωή, μετόχους των κοινωνικών ανησυχιών και φιλοσοφικών ρευμάτων. Ο Χρυσόστομος τους προτείνει να σπουδάσουν πρώτα στα δημόσια ειδωλολατρικά σχολεία κι όχι στα μοναστήρια, ενώ ο Μ. Βασίλειος στέλνει στον εθνικό Λιβάνιο φτωχούς χριστιανούς νέους για να σπουδάσουν κοντά του, ενώ δεν χάνει ευκαιρία να υμνήσει την αξία της φιλοσοφίας και της προσφοράς της στη διατύπωση των χριστιανικών δογμάτων.

Και οι τρείς αντιδρούν σε μια επιφανειακή πνευματικότητα, σε ένα ακίνδυνο χριστιανισμό, σε μια πίστη που τυφλώνει και σε μια εκκλησία που δεν είναι η οδός της αληθινής σωτηρίας και ζωής, αλλά ένα μέσο στα χέρια των ισχυρών για τη χειραγώγηση και εκμετάλλευση ανθρώπων και λαών. Οι Τρεις Ιεράρχες δεν μπορούν να συμβιβαστούν με την υποκρισία των βολεμένων χριστιανών: «ξέρω πολλούς», λέει ο Χρυσόστομος, «που νηστεύουν και προσεύχονται και στενάζουν, επιδεικνύοντας κάθε λογής αδάπανη ευλάβεια. Ενώ ούτε ένα οβολό δε δίνουν στους θλιβόμενους. Τι κέρδος έχουν από την υπόλοιπη αρετή τους; Γι’ αυτούς η βασιλεία των ουρανών είναι κλειστή». Και ο Γρηγόριος συμπληρώνει: «Μη τεντώνεις τα χέρια σου στον ουρανό αλλά στα χέρια των φτωχών. Αν εκτείνεις τα χέρια σου στα χέρια των φτωχών έπιασες την κορυφή του ουρανού».

ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ

Οι κοινωνικές θέσεις τους είναι τόσο σύγχρονες και ριζοσπαστικές που νομίζει κανείς πως έχουν γραφεί μόλις τον τελευταίο αιώνα και μάλιστα κατά τα διαστήματα των μεγάλων κοινωνικών επαναστάσεων και συγκρούσεων. Ο Νικόλας Μπερντιάεφ ο μεγαλύτερος ίσως Ρώσος διανοητής του 20ου αιώνα μεταξύ των άλλων αναφέρει «στον Μεγάλο Βασίλειο όπως και στον Ιωάννη τον Χρυσόστομο η κοινωνική αδικία, δημιούργημα της κακής διανομή του πλούτου κριτικάρεται με μια δριμύτητα που θα έκανε τον Προυντόν και τον Καρλ Μαρξ να χλωμιάσουν».

Ο γνωστός σε όλους ΄Εριχ Φρομ στο βιβλίο του «Να έχεις ή να είσαι» προβάλλει τις απόψεις των Πατέρων για την κοινοκτημοσύνη αξιολογώντας τες θετικά. Για τους Τρεις Ιεράρχες το πρόβλημα της ανισοκατανομής των αγαθών δεν αποδίδεται στο θέλημα του Θεού, ούτε σε φυσικές αιτίες και τυχαία γεγονότα αλλά σε συγκεκριμένες ενέργειες αυτών που κατέχουν την εξουσία και τον πλούτο. «Οι κοινωνικές ανισότητες δεν είναι θέλημα Θεού», λέει ο άγιος Γρηγόριος «ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο ελεύθερο… Με την πτώση θρυμματίστηκε η αρχική ενότητα και ισοτιμία μεταξύ των ανθρώπων, οι θρασύτεροι με τη βοήθεια του πολιτικού νόμου, τον οποίο κατέστησαν όργανο καταδυναστεύσεως, επιβλήθηκαν στους ασθενέστερους και έτσι οι άνθρωποι χωρίστηκαν σε πλούσιους και φτωχούς, ελεύθερους και δούλους και σε πολλές άλλες κατηγορίες. Εμείς όμως, σαν χριστιανοί οφείλουμε να αποβλέπουμε και να τείνουμε στην αρχική ενότητα και όχι στην κατοπινή διαίρεση, στο νόμο του Θεού και όχι στο νόμο του ισχυρού», (Περί φιλοπτωχίας PG 35, 892 Α-Β). Είναι πασιφανές ότι ο νόμος του Θεού, δηλαδή ο νόμος της αγάπης, της ισότητας, της ελευθερίας της ειρήνης, δεν έχει τίποτα κοινό με το νόμο των ισχυρών κάθε εποχής.

Ο Μέγας Βασίλειος γίνεται πολύ παραστατικός όταν θέλει να αναφερθεί στην αδικία και την αρπαγή του πλούτου από τους κοινωνικά δυνατούς, ανατρέποντας μάλιστα με τα λεγόμενά του τις κοινωνικά αποδεκτές αντιλήψεις περί κλοπής: «συνήθως» λέει «χαρακτηρίζονται κλέφτες αυτοί που κλέβουν πορτοφόλια από τα λουτρά. Δεν είναι όμως αυτοί οι πραγματικοί κλέφτες… αλλά κάποιοι…που αποτελούν τις πολιτικές αρχές πόλεων και εθνών, άλλα αφαιρούν κρυφά, άλλα παίρνουν φανερά με τη βία… Κοινωνοί της κλοπής όμως γίνονται κι αυτοί που θεωρούνται άρχοντες της Εκκλησίας, όταν παίρνουν απ’ αυτούς χρήματα…», για οποιουσδήποτε λόγους. «Αντί να τους ελέγχουν και να τους νουθετούν…εύκολα τους απλώνουν το χέρι και του μακαρίζουν…και τους αδύνατους τους μισούν για τις πράξεις αυτές ενώ τους άλλους που είναι μεγάλοι κλέφτες τους θαυμάζουν».

Ο Μέγας Βασίλειος και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος θεωρούν ότι η κοινοκτημοσύνη είναι η λύση του κοινωνικού προβλήματος και προτείνουν την πρωτοχριστιανική κοινότητα των Ιεροσολύμων όπου όλα ήταν κοινά, σαν πρότυπο για μια δίκαιη κοινωνική οργάνωση των χριστιανικών κοινωνιών, (PG 31, 325 Α-Β). O Μακ. Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας κ. Αναστάσιος αναφέρει για τους Τρεις Ιεράρχες: «η γλώσσα τους αποκτά μια μοναδική οξύτητα όταν κηρύσσουν την ισότητα και την αδελφοσύνη όλων των ανθρώπων. Αφύσικα βλέπει» φωνάζει ο Μέγας Βασίλειος όποιος κάνει διακρίσεις μεταξύ των ανθρώπων. Είναι «άθεοι» ή «παράλογοι» και οπωσδήποτε «λωποδύτες» αυτοί που θησαυρίζουν σε βάρος των άλλων και κρατούν τα πλούτη τους για αποκλειστική τους χρήση». Ο Χρυσόστομος ακολουθώντας τον Απόστολο Παύλο χαρακτηρίζει την πλεονεξία των πλουσίων ως ειδωλολατρία, (PG 2,123).

Οι Τρείς Πατέρες πιστεύουν ξεκάθαρα πως η μανία του πλούτου και τα συμφέροντα των ισχυρών ευθύνονται για την κατάντια των κοινωνιών, για την πείνα, την εγκατάλειψη, τους πολέμους. «Οι πόλεμοι» γράφει ο Χρυσόστομος «γίνονται από τον έρωτα για τα χρήματα», ενώ ο Βασίλειος διερωτάται «έως πότε θα κυβερνά ο πλούτος που είναι η αιτία του πολέμου; Οι εξοπλισμοί» συμπληρώνει «γίνονται για την απόκτηση του πλούτου» (Ε.Π.Ε. 6,312). Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, συμπληρώνοντας τον προβληματισμό του Μ. Βασιλείου λέει: «Μητέρα των πολέμων είναι η πλεονεξία, οι πόλεμοι με τη σειρά τους γεννούν την υψηλή φορολογία, που είναι η αυστηρότητα καταδίκη των πολιτών», (ΒΕΠ 59, 141).

Λόγια ξεκάθαρα και αληθινά. Λόγια που η αιώνια αξία τους αποδεικνύεται διαρκώς μέσα στην ιστορία. Θα αναφέρω ενδεικτικά δύο παραδείγματα από την εποχή μας για του λόγου το αληθές. Το πρώτο: η περυσινή έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας για το 2007 και την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στον κόσμο μας πληροφορεί ότι 22 δις δολάρια κατά μέσο όρο δαπανώνται κάθε χρόνο για όπλα από χώρες της Ασίας, της Μέσης Ανατολής, της Λατινικής Αμερικής και της Αφρικής. Με αυτά τα χρήματα οι συγκεκριμένες χώρες θα είχαν τη δυνατότητα να εξασφαλίσουν σε κάθε παιδί μια θέση στο σχολείο και να μειώσουν την παιδική θνησιμότητα κατά δύο τρίτα μέχρι το 2015. Το δεύτερο: το κόστος 216 Τόμαχοκ που εξαπολύθηκαν στον πόλεμο κατά του Ιράκ σε μια μόνο ημέρα (19/1/1990) αρκούσαν να θρέψουν με τρόφιμα το λαό της Αιθιοπίας για έξι μήνες.

Σε μια εποχή που η γυναίκα βρισκόταν στο κοινωνικό περιθώριο οι Πατέρες αναλαμβάνουν την υπεράσπισή της και αγωνίζονται σθεναρά να της δώσουν τη θέση που της αρμόζει στην κοινωνία Είναι γνωστή σε όλους μας η θέση του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου 17 αιώνες πριν την εποχή μας όταν στιγμάτιζε, τη μεροληπτική υπέρ των ανδρών νομοθεσία του κράτους. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος ερχόμενος σε ρήξη με τις ανδροκρατικές αντιλήψεις της εποχής του, επιλέγει ως πρώτη μεταξύ των συνεργατών του μια γυναίκα, τη μετέπειτα Αγία Ολυμπιάδα η οποία αναδεικνύεται σε ηγέτιδα του χριστιανικού κοινωνικού έργου.

ΠΑΙΔΕΙΑ ΖΩΗΣ ΄Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΙΣΟΠΕΔΩΣΗ;

Μελετώντας κανείς τις θέσεις των Τριών Ιεραρχών για θέματα αγωγής των νέων, συναντά στα κείμενα τους προβληματισμούς και προτάσεις, όμοιες με τις πλέον προωθημένες της εποχής μας στις επιστήμες της Παιδαγωγικής και της Ψυχολογίας. Δυστυχώς όμως, ακόμα παραμένουν άγνωστες, όχι απλά στο ευρύ κοινό αλλά και στον εκπαιδευτικό κόσμο.

Η παιδεία κατά τους Τρείς Ιεράρχες πρέπει να αποτελεί δρόμο απελευθέρωσης προσωπικής και κοινωνικής, όχι διαδικασία εξαναγκασμού και ανελευθερίας. Ο Ιωάννης Χρυσόστομος θεωρεί ότι πρωτεύοντα ρόλο στην εκπαιδευτική διαδικασία παίζει η προσωπικότητα του δασκάλου καθώς επίσης και η σχέση του με τους μαθητές. Η σχέση δάσκαλου-μαθητή πρέπει να είναι μια σχέση αγάπης και αλληλοσεβασμού. Το να αγαπά ο δάσκαλος το μαθητή και να αγαπιέται από αυτόν, «το φιλείν και φιλείσθαι» όπως ακριβώς λέει, είναι το στοιχείο εκείνο που βοηθάει ουσιαστικά να γίνει αποδοτική η διδασκαλία. Ο καλός δάσκαλος κατά τον Χρυσόστομο εμπνέει, προσελκύει και πείθει, (MG. 57327 ) Δεν είναι εγωιστής ούτε αλαζόνας, δε διακρίνεται για το εξουσιαστικό του ύφος, έχει πνεύμα μαθητείας, δεν περιαυτολογεί. Είναι ταπεινός έχοντας συναίσθηση των ατελειών και αδυναμιών του. Γνωρίζει καλά «ότι η επιείκεια είναι πιο δυνατή από τη βία», (MG. 57,61 ).

Ο παιδαγωγός πρέπει να επιδεικνύει δημοκρατικό πνεύμα και να σέβεται τη γνώμη των μαθητών του, ( MG. 60,35-36 ). Απέναντι τους να είναι απλός, ειλικρινής, απονήρευτος, άδολος. Να αποφεύγει την ειρωνεία και την υποκρισία. (MG. 61,404-406 ). Οι δάσκαλοι κατά τον Άγιο Πατέρα δεν πρέπει να είναι φορτικοί και πιεστικοί αλλά φιλόστοργοι. (MG. 62,402-403 ). Οφείλουν να υπερβάλλουν σε φιλοστοργία τους φυσικούς πατέρες. «Ο λόγος (του δασκάλου)», λέει ο Χρυσόστομος πρέπει να είναι «λόγος ανθρώπου που διδάσκει μάλλον παρά ελέγχει, που παιδαγωγεί παρά τιμωρεί, που βάζει τάξη παρά που διαπομπεύει, που διορθώνει παρά που επεμβαίνει στη ζωή του άλλου (του μαθητού)», (MG. 61 593-594).

Τα βασικά στοιχεία της αληθινής παιδείας για τους Τρεις Ιεράρχες είναι: η αγάπη, η ελευθερία και ο σεβασμός του ανθρώπινου προσώπου. Και οι τρεις τονίζουν πως η σχέση παιδαγωγού μαθητή είναι μια σχέση ελευθερίας και δημιουργίας. Ο διάλογος είναι το καλύτερο μέσο για να επιτευχθεί ο σκοπός της αγωγής. Η εξουσιαστικότητα και ο δογματισμός όχι μόνο δείχνουν έλλειψη αγάπης, (M.G. 62,404), αλλά και δε φέρνουν κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα. Ο εκπαιδευτικός οφείλει πρώτιστα να σέβεται το δώρο της ελευθερίας που χάρισε ο δημιουργός στα παιδιά και να μη φυλακίζει τις ανησυχίες τους, αλλά να ανοίγει δρόμους.

Με απλά λόγια οι Τρεις Ιεράρχες υποστηρίζουν πως η Παιδεία πρέπει να είναι στην υπηρεσία του ανθρώπου και όχι του συστήματος, όπως δυστυχώς έχει καταντήσει στις μέρες μας. Σήμερα σε ολόκληρο τον κόσμο η Παιδεία είναι κατευθυνόμενη, γι’ αυτό και αποτυχημένη. Οι νέοι-ες κατευθύνονται σύμφωνα με τις ανάγκες του συστήματος κάθε χώρας. Ενδεικτικό είναι το γεγονός σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία ότι μόνο ένας στους πέντε νέους κατάφερε να εισαχθεί στη σχολή των ονείρων του την προηγούμενη χρονιά. Το ζητούμενο, δυστυχώς στις μέρες μας δεν είναι να φτιάξουμε ελεύθερους ανθρώπους, με συγκροτημένη προσωπικότητα, υπεύθυνους, έτοιμους να σταθούν κριτικά σε ό,τι αλλοιώνει την ομορφιά της ζωής, αλλά εξαρτήματα για να λειτουργήσει καλά η μηχανή της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. (Είμαι εξάρτημα εγώ της μηχανής σας και ο γιος μου ανταλλακτικό). Οι περισσότεροι νέοι δεν προχωρούν στις σπουδές τους σε ότι αυτοί ονειρεύονταν και επέλεξαν, δε σπουδάζουν για να ξεδιψάσουν τις ψυχές τους, για να ζήσουν, αλλά για να ενταχθούν εκεί που το απαιτούν οι ανάγκες του συστήματος με απώτερο σκοπό να βοηθήσουν στην ανάκαμψη των «δεικτών της παραγωγικότητας». Η παιδεία όμως δεν πρέπει να αποβλέπει ούτε στην παραγωγικότητα, ούτε στις όποιες ανάγκες του κράτους, οφείλει να οδηγεί τους νέους στην ανακάλυψη του μυστηρίου της ζωής, στην κατάκτηση της ελευθερίας, στα μονοπάτια της αναζήτησης της αλήθειας, στη μύησή τους στην παράδοση του τόπου τους και στον πολιτισμό, στη μεταμόρφωσή τους. Άραγε πόσοι από τους μαθητές, για παράδειγμα, της Λέσβου, ακόμη κι απ’ αυτούς που έχουν πετύχει στις καλύτερες πανεπιστημιακές και πολυτεχνικές σχολές έχουν μυηθεί στην ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη;

Όπως ωραία λέει ο Χρήστος Γιανναράς, όσοι κάνουν τους σχεδιασμούς για την παιδεία δείχνουν πως δεν τους ενδιαφέρει « η κατά κεφαλήν καλλιέργεια αλλά το κατά κεφαλήν εισόδημα». Συνεχίζουμε να εγκληματούμε σε βάρος των νέων ανθρώπων. Ξεκόψαμε τη γνώση από τη ζωή, τον έρωτα, την ομορφιά. Υποτάξαμε την αγάπη στην αναγκαιότητα και γι’ αυτό αποτύχαμε. Για όποιον αμφιβάλει γι’ αυτή την αποτυχία, παραπέμπω στην πρόσφατη έρευνα του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων για τους νέους όπου τα συμπεράσματά της μας αποκαλύπτουν ότι το 20% των Ελλήνων μαθητών ηλικίας 15 ως 18 ετών υποφέρει από κατάθλιψη, στις κοπέλες μάλιστα το ποσοστό φτάνει στο 30%. Στις μέρες μας η παιδεία έχει δώσει τη θέση της σε μια μονοδιάστατη, γι’ αυτό και άρρωστη εκπαίδευση. Για να επιτευχθούν οι στόχοι της, όλοι (γονείς, μαθητές, εκπαιδευτικοί) μπαίνουν σε καλούπια από νωρίς. Μια άλλη έρευνα έδειξε ότι το 97% των γονέων που έχουν παιδιά στο δημοτικό σχολείο απαιτούν πρώτιστα από αυτά την άριστη βαθμολογία. Το δόγμα παιδείας ειδικά στα Λύκεια, δηλαδή την εποχή που η ψυχή του νέου πάει να ανθίσει, είναι «να βγει η ύλη». Όλα θυσιάζονται εκεί. Η πίεση αφόρητη στους εκπαιδευτικούς που ζουν την τραγικότητα της μετατροπής τους, από φορείς γνώσης και ζωής σε απλούς διεκπεραιωτές ύλης ενώ τα παιδιά μας στην ηλικία που διψάνε για ζωή και αλήθεια περιορίζονται στο να μετατραπούν σε ζωντανά λυσάρια φυσικής, χημείας, μαθηματικών, αρχαίων, κλπ.

Στη σημερινή εκπαίδευση της ισοπέδωσης, φτάσαμε ακόμη και η έκθεση ιδεών, το μάθημα που ο μαθητής υποτίθεται ελεύθερα καταθέτει τις ιδέες του, να ταυτίζεται με ένα φροντιστηριακό δίωρο. Ο μαθητής αφού πληρώσει αδρά ζει την τραγωδία του να μαθαίνει «τι πιστεύει» και πως «πρέπει να το εκθέσει» ούτως ώστε να «πετύχει». Ζητάμε δηλαδή από τον νέο άνθρωπο να αρνηθεί την προσωπικότητά του, να γίνει κάτι «άλλο» για να κατορθώσει να θεωρηθεί επιτυχημένος. Σε μια κοινωνία πνιγμένη στον ατομικισμό, στις αξίες του εύκολου κέρδους, σε μια κοινωνία που προοδεύει όποιος διακρίνεται όχι για τις γνώσεις του αλλά για την ευλυγισία της μέσης του, τις γνωριμίες του, τα «κονέ» του που λένε οι νέοι, σε μια κοινωνία, στην οποία οι αξίες που προτείνονται στη νέα γενιά είναι ο καριερισμός, η βαθμοθηρία και αργότερα το μικροαστικό βόλεμα τι μπορούμε να περιμένουμε; Εμείς οι μεγαλύτεροι πνιγμένοι στις ανασφάλειές μας θέλουμε γενιές βολικών και βολεμένων, ανθρώπους που δεν είναι έτοιμοι να ρισκάρουν, ούτε να θυσιαστούν για τίποτα. Ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ έλεγε: «αυτός που δεν είναι έτοιμος να πεθάνει για κάτι, δεν αξίζει να ζει». Προτείνουμε στους νέους την κοινωνία του «φαίνεσθαι», του «πρεστίζ». Το παν, είναι το προσωπείο. Η εικόνα μας προ τα έξω. Ξεχάσαμε ότι η αξία δεν βρίσκεται στο προσωπείο, αλλά στο πρόσωπο. Έτσι οι νέοι άρχισαν να μαζεύουν προσωπεία. Πώς να επιβιώσεις διαφορετικά. Στο βάθος ακούγεται η κραυγή αυτών που παλεύουν και διψάνε για ζωή. «Φανέρωσέ μας τη μάσκα που κρύβεις κάτω από τη μάσκα που φοράς», λέει το τραγούδι. Θέλει δρόμο για να φτάσεις στο πρόσωπο, στην επικοινωνία, στη συνάντηση. Θέλει ψυχή.

Η αγάπη, λέει ένας άγιος της Εκκλησίας μας, είναι πιο γλυκιά και από τη ζωή. Προσφέρουμε σήμερα παιδεία αγάπης; Όχι. Τότε πως θέλουμε παιδεία ζωής; Η παιδεία για να είναι πετυχημένη πρέπει να μιλά στις ψυχές, να τις κάνει να χαίρονται, να ονειρεύονται, να δημιουργούν. Να είναι όπως προτείνουν οι Τρεις Ιεράρχες «δρόμος απελευθέρωσης και όχι διαδικασία εξαναγκασμού και ανελευθερίας». Αν θέλουμε να τιμήσουμε τους Τρεις Ιεράρχες δε χρειάζεται να το κάνουμε μέσα από ακίνδυνες τυπικές γιορτές. Απαιτείται μελέτη του έργου τους, της προσφοράς τους, αλλά κυρίως η μίμηση της στάσης ζωής τους.