Friday, January 30, 2015

Ποιοί ήταν τελικά οι Τρεις Ιεράρχες;

Του Ανδρέα Αργυρόπουλου

Χωρίς αμφιβολία η εποχή μας έχει πολλά κοινά, με αυτή των Τριών Ιεραρχών. Πόλεμοι, βίαιες συγκρούσεις, κοινωνικά αδιέξοδα, άλυτα οικονομικά προβλήματα, εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, κοινωνικές διακρίσεις, θρησκευτικές διαμάχες, εξεγέρσεις κλπ. Το μήνυμα των Τριών Πατέρων της Εκκλησίας μας πάντα επίκαιρο και επαναστατικό, έρχεται να μας θυμίσει τη χριστιανική αυθεντικότητα, να προτείνει λύσεις και να δώσει κατευθύνσεις, που γεμίζουν ελπίδα και απελευθερώνουν. Οι Τρεις Ιεράρχες υπήρξαν ολοκληρωμένες προσωπικότητες που δεν διακρίθηκαν μόνο σ’ έναν τομέα αλλά παντού. Όλοι τους χαρακτηρίζονταν για τη θεολογική αλλά και την ευρύτερη επιστημονική τους συγκρότηση, τη ριζοσπαστική κοινωνική τους παρουσία, την ανοικτότητα του πνεύματος και την κριτική στάση τους απέναντι σε κάθε μορφής εξουσία.

Οι Τρεις Ιεράρχες τάραξαν τα νερά της εποχής τους και άφησαν παρακαταθήκες με αιώνια αξία. Θλίβεται κανείς όταν βλέπει την αναγνώριση του επιστημονικού τους έργου σε παγκόσμια κλίμακα από τη μια μεριά και από την άλλη, την άγνοια ή ακόμα και την απαξίωση που υπάρχει γι’ αυτούς στην πατρίδα μας. Λίγα μόλις χρόνια μετά το θάνατό τους τα κείμενά τους μεταφράζονται στα Λατινικά και με την πάροδο του χρόνου σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες. Στη Δύση αλλά και παγκοσμίως δεν είναι λίγοι οι ερευνητές από το χώρο της Ιατρικής, της Κοινωνιολογίας, των Πολιτικών Επιστημών, της Παιδαγωγικής, της Φιλοσοφίας, της Θεολογίας και της Ψυχολογίας που μελέτησαν το έργο των Πατέρων της Εκκλησίας τονίζοντας την αξία του. Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η επίδραση του συγγραφικού του έργου στους Ευρωπαίους επιστήμονες κυρίως των ανθρωπιστικών σπουδών από την εποχή της Αναγεννήσεως μέχρι σήμερα.

Ενδεικτικά, αναφέρουμε ότι τα έργα του Μεγάλου Βασιλείου άρχισαν να διδάσκονται στο Πανεπιστήμιο των Παρισίων το 16ο αιώνα, το δε πόνημά του: «Προς του νέους…» απέκτησε τόσους θαυμαστές στη Δύση, που εντός 50 ετών (1449-1500) γνώρισε 20 εκδόσεις. Τα Άπαντά του, έχουν εκδοθεί στα Γερμανικά από το 1776. Είναι ευτύχημα ότι τα τελευταία χρόνια και στην πατρίδα μας έχει αρχίσει μια προσπάθεια ανακάλυψης του έργου των Τριών Ιεραρχών και στο θεολογικό χώρο, αλλά και πέρα απ’ αυτόν, πράγμα πολύ ελπιδοφόρο.

Είναι αξιοπρόσεκτο ότι την επιστημονική τους κατάρτιση οι Τρεις Ιεράρχες δεν τη χρησιμοποίησαν για ατομική προβολή, αλλά για να προσφέρουν στον αδερφό τους.

Ο Βασίλειος, γιατρός ο ίδιος, ιδρύει τη γνωστή σε όλους μας Βασιλειάδα μια «πόλη φιλανθρωπίας». Εκεί οργανώνει το πρώτο δημόσιο νοσοκομείο, στο οποίο υπάρχουν κατοικίες γιατρών, νοσηλευτικού προσωπικού και ειδικές πτέρυγες για λεπρούς και πάσχοντες από επιδημικές ασθένειες. Μας γίνεται γνωστό από τα κείμενα ότι ο ίδιος παρότι καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια «έδινε το χέρι στους λεπρούς, τους φιλούσε αδελφικά και τους φρόντιζε ο ίδιος προσωπικά». Συνιστούσε μάλιστα στους επισκόπους της δικαιοδοσίας του, την ίδρυση παρόμοιων με την Βασιλειάδα ιδρυμάτων. Σιγά-σιγά οργάνωσε ένα δίκτυο υπηρεσιών υγείας σε ολόκληρη τη Μικρά Ασία.

Ο Χρυσόστομος που σπούδασε κι αυτός γιατρός χτίζει πολλά νοσοκομεία στην Κωνσταντινούπολη, στα οποία όπως και ο Βασίλειος περιποιείται ο ίδιος τους ασθενείς.

Η επιστημονική έρευνα έχει καταδείξει ότι ο Βασίλειος και ο Χρυσόστομος είναι ουσιαστικά οι εμπνευστές ενός δημόσιου συστήματος υγείας που με την πάροδο του χρόνου απλώνεται σε ολόκληρη την Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Η αγάπη για τους Πατέρες, δεν είναι θεωρητικό κατασκεύασμα, έχει κόστος. Είναι πράξη που απαιτεί υπευθυνότητα και διάθεση για διαρκή προσφορά.

Οι Τρεις Ιεράρχες στηρίζουν με κάθε τρόπο τους φτωχούς, τους κυνηγημένους και τους απροστάτευτους της εποχής τους. Θεωρούν αυτονόητο να θυσιαστούν για τον κάθε έναν από αυτούς. Η περιθωριοποίηση των κοινωνικά αδύνατων δεν συνάδει με το ορθόδοξο ήθος. Κάθε άνθρωπος αποτελεί ανεπανάληπτη προσωπικότητα, είναι εικόνα του Θεού. «Με ποιο δικαίωμα» αναρωτιέται ο Χρυσόστομος «μπορεί κανείς να περιφρονεί εκείνους τους οποίους ο Θεός τόσο τιμά ώστε τους δίνει το Σώμα και το Αίμα του Υιού του». Η επιμονή του μάλιστα να κτίσει το λεπροκομείο, όχι σε κάποια υποβαθμισμένη περιοχή της Κωνσταντινούπολης, αλλά στην πλουσιότερη συνοικία έξω απ’ την πόλη, εκεί που ζούσαν μεγάλοι γαιοκτήμονες και οι οποίοι έβλεπαν την οικονομική αξία των πολυτελών οικημάτων να μειώνεται λόγω της γειτνίασης με το κτήριο αυτό, αποτέλεσε και την αφορμή για την οριστική δίωξή του, που θα τον οδηγούσε στην εξορία και στο βασανιστικό θάνατο.

Στο μεγάλο λιμό που έπληξε την περιοχή του ο Βασίλειος στηλιτεύει τη δράση των μαυραγοριτών, που θέλουν να πλουτίσουν σε βάρος των λιμοκτονούντων συμπατριωτών τους, οργανώνει συσσίτια για όλο το λαό προσφέροντας βοήθεια χωρίς καμιά διάκριση σε χριστιανούς, ειδωλολάτρες, Ιουδαίους και αιρετικούς σώζοντας χιλιάδες από βέβαιο θάνατο. Άλλοτε παρακαλώντας, και άλλοτε με δυναμικό τρόπο ζητάει από τους άρχοντες την απαλλαγή των φτωχών από τη φορολογία, ενώ δεν παραλείπει να παρέμβει για τα συμφέροντα των εργαζομένων στα ορυχεία του Ταύρου.

Ο Χρυσόστομος μόλις ανέρχεται στον Αρχιεπισκοπικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης, πουλάει τα πολυτελή σκεύη και έπιπλα της Αρχιεπισκοπής χάρη των παλαιών και νέων φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Διακόπτει άμεσα τη διοργάνωση επίσημων και πλούσιων δείπνων στο χώρο της Αρχιεπισκοπής και με τα χρήματα που εξοικονομεί οργανώνει συσσίτια για 7.000 φτωχούς καθημερινά, χωρίς υπολογίζονται σε αυτό το νούμερο οι ξένοι και αυτοί που για κάποιο διάστημα βρισκόντουσαν στην πόλη. Υποστηρίζει κάθε έναν που αδικείται από την πολιτική εξουσία φτάνοντας στο σημείο να συγκρουστεί με την αυτοκράτειρα, όταν εκείνη καταπατά το κτήμα μιας φτωχής χήρας. Ο ίδιος ζει λιτά και ασκητικά, όπως αρμόζει σ’ έναν ιεράρχη, προκαλώντας το θαυμασμό του απλού λαού, αλλά και την περιφρόνηση των πλούσιων και κοινωνικά ισχυρών αντιπάλων του. Ανυποχώρητος στα πιστεύω, του δεν αρέσκεται στον να συγκαλύπτει νοσηρές καταστάσεις μέσα στον εκκλησιαστικό χώρο. Δε διστάζει να καθαιρέσει μεγάλο αριθμό επισκόπων με την κατηγορία του χρηματισμού κατά την άσκηση της ιεροσύνης. Αντιμετωπίζει δραστικά το σκανδαλισμό που προκαλούσαν στου πιστούς με τον πολυτελή βίο τους, απερίσκεπτοι κληρικοί και α-μόναχοι μοναχοί. Η θέση των μοναχών κατά τον ιερό Πατέρα είναι στα μοναστήρια τους, όχι σε κοσμικές εκδηλώσεις και δεξιώσεις επισήμων, που οδηγούν σε σχέσεις διαπλοκής με την έκαστε εξουσία, γι’ αυτό το λόγο και επέβαλε την παραμονή τους στις μονές.

Οι Τρεις Ιεράρχες ζητάνε από τους χριστιανούς της εποχής τους, να ανακαλύψουν την αυθεντική θρησκευτικότητα, αυτή που απελευθερώνει τον άνθρωπο, μακριά από δεισιδαιμονίες, προλήψεις και φοβίες. Ενδιαφέρονται για την ερμηνεία των Γραφών, βοηθώντας έτσι τους χριστιανούς όχι μόνο της εποχής τους αλλά και διαχρονικά στην κατανόηση και εμπέδωση των ιερών κειμένων. Οφείλουμε να αναφέρουμε ότι ο Χρυσόστομος θέλοντας να είναι ακριβής στο έργο της ερμηνείας της Βίβλου κάνει 7.000 παραπομπές στην Παλαιά και 11.000 στην Καινή Διαθήκη. Οποιοσδήποτε από τους παρόντες έχει ασχοληθεί με στοιχειώδη επιστημονική έρευνα κατανοεί το μέγεθος του παραπάνω εγχειρήματος.

Άνθρωποι με ανοιχτούς πνευματικούς ορίζοντες, οι Πατέρες της Εκκλησίας τονίζουν κατ’ επανάληψιν στα κείμενά τους την αξία της αρχαίας ελληνικής παιδείας. Ο Γρηγόριος αντιδρώντας στις απόψεις κάποιων ακραίων και φοβικών χριστιανών, που αρνούνταν τη μελέτη της κλασικής παιδείας, υποστηρίζει πως είναι «αγροίκοι και αγράμματοι», όσοι δε δέχονται την αξία της. Αποκαλεί την πόλη των Αθηνών που ήταν κέντρο σπουδής του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, «Χρυσή Αθήνα των Γραμμάτων».

Οι Τρεις Ιεράρχες δεν ήθελαν τους χριστιανούς νέους ανθρώπους χωρίς κριτική σκέψη, χωρίς ευρύτητα γνώσεων, χωρίς γενικότερο προβληματισμό. Τους ήθελαν μέσα στην κοινωνία και τη ζωή, μετόχους των κοινωνικών ανησυχιών και φιλοσοφικών ρευμάτων. Ο Χρυσόστομος τους προτείνει να σπουδάσουν πρώτα στα δημόσια ειδωλολατρικά σχολεία κι όχι στα μοναστήρια, ενώ ο Μ. Βασίλειος στέλνει στον εθνικό Λιβάνιο φτωχούς χριστιανούς νέους για να σπουδάσουν κοντά του, ενώ δεν χάνει ευκαιρία να υμνήσει την αξία της φιλοσοφίας και της προσφοράς της στη διατύπωση των χριστιανικών δογμάτων.

Και οι τρείς αντιδρούν σε μια επιφανειακή πνευματικότητα, σε ένα ακίνδυνο χριστιανισμό, σε μια πίστη που τυφλώνει και σε μια εκκλησία που δεν είναι η οδός της αληθινής σωτηρίας και ζωής, αλλά ένα μέσο στα χέρια των ισχυρών για τη χειραγώγηση και εκμετάλλευση ανθρώπων και λαών. Οι Τρεις Ιεράρχες δεν μπορούν να συμβιβαστούν με την υποκρισία των βολεμένων χριστιανών: «ξέρω πολλούς», λέει ο Χρυσόστομος, «που νηστεύουν και προσεύχονται και στενάζουν, επιδεικνύοντας κάθε λογής αδάπανη ευλάβεια. Ενώ ούτε ένα οβολό δε δίνουν στους θλιβόμενους. Τι κέρδος έχουν από την υπόλοιπη αρετή τους; Γι’ αυτούς η βασιλεία των ουρανών είναι κλειστή». Και ο Γρηγόριος συμπληρώνει: «Μη τεντώνεις τα χέρια σου στον ουρανό αλλά στα χέρια των φτωχών. Αν εκτείνεις τα χέρια σου στα χέρια των φτωχών έπιασες την κορυφή του ουρανού».

ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ

Οι κοινωνικές θέσεις τους είναι τόσο σύγχρονες και ριζοσπαστικές που νομίζει κανείς πως έχουν γραφεί μόλις τον τελευταίο αιώνα και μάλιστα κατά τα διαστήματα των μεγάλων κοινωνικών επαναστάσεων και συγκρούσεων. Ο Νικόλας Μπερντιάεφ ο μεγαλύτερος ίσως Ρώσος διανοητής του 20ου αιώνα μεταξύ των άλλων αναφέρει «στον Μεγάλο Βασίλειο όπως και στον Ιωάννη τον Χρυσόστομο η κοινωνική αδικία, δημιούργημα της κακής διανομή του πλούτου κριτικάρεται με μια δριμύτητα που θα έκανε τον Προυντόν και τον Καρλ Μαρξ να χλωμιάσουν».

Ο γνωστός σε όλους ΄Εριχ Φρομ στο βιβλίο του «Να έχεις ή να είσαι» προβάλλει τις απόψεις των Πατέρων για την κοινοκτημοσύνη αξιολογώντας τες θετικά. Για τους Τρεις Ιεράρχες το πρόβλημα της ανισοκατανομής των αγαθών δεν αποδίδεται στο θέλημα του Θεού, ούτε σε φυσικές αιτίες και τυχαία γεγονότα αλλά σε συγκεκριμένες ενέργειες αυτών που κατέχουν την εξουσία και τον πλούτο. «Οι κοινωνικές ανισότητες δεν είναι θέλημα Θεού», λέει ο άγιος Γρηγόριος «ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο ελεύθερο… Με την πτώση θρυμματίστηκε η αρχική ενότητα και ισοτιμία μεταξύ των ανθρώπων, οι θρασύτεροι με τη βοήθεια του πολιτικού νόμου, τον οποίο κατέστησαν όργανο καταδυναστεύσεως, επιβλήθηκαν στους ασθενέστερους και έτσι οι άνθρωποι χωρίστηκαν σε πλούσιους και φτωχούς, ελεύθερους και δούλους και σε πολλές άλλες κατηγορίες. Εμείς όμως, σαν χριστιανοί οφείλουμε να αποβλέπουμε και να τείνουμε στην αρχική ενότητα και όχι στην κατοπινή διαίρεση, στο νόμο του Θεού και όχι στο νόμο του ισχυρού», (Περί φιλοπτωχίας PG 35, 892 Α-Β). Είναι πασιφανές ότι ο νόμος του Θεού, δηλαδή ο νόμος της αγάπης, της ισότητας, της ελευθερίας της ειρήνης, δεν έχει τίποτα κοινό με το νόμο των ισχυρών κάθε εποχής.

Ο Μέγας Βασίλειος γίνεται πολύ παραστατικός όταν θέλει να αναφερθεί στην αδικία και την αρπαγή του πλούτου από τους κοινωνικά δυνατούς, ανατρέποντας μάλιστα με τα λεγόμενά του τις κοινωνικά αποδεκτές αντιλήψεις περί κλοπής: «συνήθως» λέει «χαρακτηρίζονται κλέφτες αυτοί που κλέβουν πορτοφόλια από τα λουτρά. Δεν είναι όμως αυτοί οι πραγματικοί κλέφτες… αλλά κάποιοι…που αποτελούν τις πολιτικές αρχές πόλεων και εθνών, άλλα αφαιρούν κρυφά, άλλα παίρνουν φανερά με τη βία… Κοινωνοί της κλοπής όμως γίνονται κι αυτοί που θεωρούνται άρχοντες της Εκκλησίας, όταν παίρνουν απ’ αυτούς χρήματα…», για οποιουσδήποτε λόγους. «Αντί να τους ελέγχουν και να τους νουθετούν…εύκολα τους απλώνουν το χέρι και του μακαρίζουν…και τους αδύνατους τους μισούν για τις πράξεις αυτές ενώ τους άλλους που είναι μεγάλοι κλέφτες τους θαυμάζουν».

Ο Μέγας Βασίλειος και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος θεωρούν ότι η κοινοκτημοσύνη είναι η λύση του κοινωνικού προβλήματος και προτείνουν την πρωτοχριστιανική κοινότητα των Ιεροσολύμων όπου όλα ήταν κοινά, σαν πρότυπο για μια δίκαιη κοινωνική οργάνωση των χριστιανικών κοινωνιών, (PG 31, 325 Α-Β). O Μακ. Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας κ. Αναστάσιος αναφέρει για τους Τρεις Ιεράρχες: «η γλώσσα τους αποκτά μια μοναδική οξύτητα όταν κηρύσσουν την ισότητα και την αδελφοσύνη όλων των ανθρώπων. Αφύσικα βλέπει» φωνάζει ο Μέγας Βασίλειος όποιος κάνει διακρίσεις μεταξύ των ανθρώπων. Είναι «άθεοι» ή «παράλογοι» και οπωσδήποτε «λωποδύτες» αυτοί που θησαυρίζουν σε βάρος των άλλων και κρατούν τα πλούτη τους για αποκλειστική τους χρήση». Ο Χρυσόστομος ακολουθώντας τον Απόστολο Παύλο χαρακτηρίζει την πλεονεξία των πλουσίων ως ειδωλολατρία, (PG 2,123).

Οι Τρείς Πατέρες πιστεύουν ξεκάθαρα πως η μανία του πλούτου και τα συμφέροντα των ισχυρών ευθύνονται για την κατάντια των κοινωνιών, για την πείνα, την εγκατάλειψη, τους πολέμους. «Οι πόλεμοι» γράφει ο Χρυσόστομος «γίνονται από τον έρωτα για τα χρήματα», ενώ ο Βασίλειος διερωτάται «έως πότε θα κυβερνά ο πλούτος που είναι η αιτία του πολέμου; Οι εξοπλισμοί» συμπληρώνει «γίνονται για την απόκτηση του πλούτου» (Ε.Π.Ε. 6,312). Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, συμπληρώνοντας τον προβληματισμό του Μ. Βασιλείου λέει: «Μητέρα των πολέμων είναι η πλεονεξία, οι πόλεμοι με τη σειρά τους γεννούν την υψηλή φορολογία, που είναι η αυστηρότητα καταδίκη των πολιτών», (ΒΕΠ 59, 141).

Λόγια ξεκάθαρα και αληθινά. Λόγια που η αιώνια αξία τους αποδεικνύεται διαρκώς μέσα στην ιστορία. Θα αναφέρω ενδεικτικά δύο παραδείγματα από την εποχή μας για του λόγου το αληθές. Το πρώτο: η περυσινή έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας για το 2007 και την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στον κόσμο μας πληροφορεί ότι 22 δις δολάρια κατά μέσο όρο δαπανώνται κάθε χρόνο για όπλα από χώρες της Ασίας, της Μέσης Ανατολής, της Λατινικής Αμερικής και της Αφρικής. Με αυτά τα χρήματα οι συγκεκριμένες χώρες θα είχαν τη δυνατότητα να εξασφαλίσουν σε κάθε παιδί μια θέση στο σχολείο και να μειώσουν την παιδική θνησιμότητα κατά δύο τρίτα μέχρι το 2015. Το δεύτερο: το κόστος 216 Τόμαχοκ που εξαπολύθηκαν στον πόλεμο κατά του Ιράκ σε μια μόνο ημέρα (19/1/1990) αρκούσαν να θρέψουν με τρόφιμα το λαό της Αιθιοπίας για έξι μήνες.

Σε μια εποχή που η γυναίκα βρισκόταν στο κοινωνικό περιθώριο οι Πατέρες αναλαμβάνουν την υπεράσπισή της και αγωνίζονται σθεναρά να της δώσουν τη θέση που της αρμόζει στην κοινωνία Είναι γνωστή σε όλους μας η θέση του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου 17 αιώνες πριν την εποχή μας όταν στιγμάτιζε, τη μεροληπτική υπέρ των ανδρών νομοθεσία του κράτους. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος ερχόμενος σε ρήξη με τις ανδροκρατικές αντιλήψεις της εποχής του, επιλέγει ως πρώτη μεταξύ των συνεργατών του μια γυναίκα, τη μετέπειτα Αγία Ολυμπιάδα η οποία αναδεικνύεται σε ηγέτιδα του χριστιανικού κοινωνικού έργου.

ΠΑΙΔΕΙΑ ΖΩΗΣ ΄Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΙΣΟΠΕΔΩΣΗ;

Μελετώντας κανείς τις θέσεις των Τριών Ιεραρχών για θέματα αγωγής των νέων, συναντά στα κείμενα τους προβληματισμούς και προτάσεις, όμοιες με τις πλέον προωθημένες της εποχής μας στις επιστήμες της Παιδαγωγικής και της Ψυχολογίας. Δυστυχώς όμως, ακόμα παραμένουν άγνωστες, όχι απλά στο ευρύ κοινό αλλά και στον εκπαιδευτικό κόσμο.

Η παιδεία κατά τους Τρείς Ιεράρχες πρέπει να αποτελεί δρόμο απελευθέρωσης προσωπικής και κοινωνικής, όχι διαδικασία εξαναγκασμού και ανελευθερίας. Ο Ιωάννης Χρυσόστομος θεωρεί ότι πρωτεύοντα ρόλο στην εκπαιδευτική διαδικασία παίζει η προσωπικότητα του δασκάλου καθώς επίσης και η σχέση του με τους μαθητές. Η σχέση δάσκαλου-μαθητή πρέπει να είναι μια σχέση αγάπης και αλληλοσεβασμού. Το να αγαπά ο δάσκαλος το μαθητή και να αγαπιέται από αυτόν, «το φιλείν και φιλείσθαι» όπως ακριβώς λέει, είναι το στοιχείο εκείνο που βοηθάει ουσιαστικά να γίνει αποδοτική η διδασκαλία. Ο καλός δάσκαλος κατά τον Χρυσόστομο εμπνέει, προσελκύει και πείθει, (MG. 57327 ) Δεν είναι εγωιστής ούτε αλαζόνας, δε διακρίνεται για το εξουσιαστικό του ύφος, έχει πνεύμα μαθητείας, δεν περιαυτολογεί. Είναι ταπεινός έχοντας συναίσθηση των ατελειών και αδυναμιών του. Γνωρίζει καλά «ότι η επιείκεια είναι πιο δυνατή από τη βία», (MG. 57,61 ).

Ο παιδαγωγός πρέπει να επιδεικνύει δημοκρατικό πνεύμα και να σέβεται τη γνώμη των μαθητών του, ( MG. 60,35-36 ). Απέναντι τους να είναι απλός, ειλικρινής, απονήρευτος, άδολος. Να αποφεύγει την ειρωνεία και την υποκρισία. (MG. 61,404-406 ). Οι δάσκαλοι κατά τον Άγιο Πατέρα δεν πρέπει να είναι φορτικοί και πιεστικοί αλλά φιλόστοργοι. (MG. 62,402-403 ). Οφείλουν να υπερβάλλουν σε φιλοστοργία τους φυσικούς πατέρες. «Ο λόγος (του δασκάλου)», λέει ο Χρυσόστομος πρέπει να είναι «λόγος ανθρώπου που διδάσκει μάλλον παρά ελέγχει, που παιδαγωγεί παρά τιμωρεί, που βάζει τάξη παρά που διαπομπεύει, που διορθώνει παρά που επεμβαίνει στη ζωή του άλλου (του μαθητού)», (MG. 61 593-594).

Τα βασικά στοιχεία της αληθινής παιδείας για τους Τρεις Ιεράρχες είναι: η αγάπη, η ελευθερία και ο σεβασμός του ανθρώπινου προσώπου. Και οι τρεις τονίζουν πως η σχέση παιδαγωγού μαθητή είναι μια σχέση ελευθερίας και δημιουργίας. Ο διάλογος είναι το καλύτερο μέσο για να επιτευχθεί ο σκοπός της αγωγής. Η εξουσιαστικότητα και ο δογματισμός όχι μόνο δείχνουν έλλειψη αγάπης, (M.G. 62,404), αλλά και δε φέρνουν κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα. Ο εκπαιδευτικός οφείλει πρώτιστα να σέβεται το δώρο της ελευθερίας που χάρισε ο δημιουργός στα παιδιά και να μη φυλακίζει τις ανησυχίες τους, αλλά να ανοίγει δρόμους.

Με απλά λόγια οι Τρεις Ιεράρχες υποστηρίζουν πως η Παιδεία πρέπει να είναι στην υπηρεσία του ανθρώπου και όχι του συστήματος, όπως δυστυχώς έχει καταντήσει στις μέρες μας. Σήμερα σε ολόκληρο τον κόσμο η Παιδεία είναι κατευθυνόμενη, γι’ αυτό και αποτυχημένη. Οι νέοι-ες κατευθύνονται σύμφωνα με τις ανάγκες του συστήματος κάθε χώρας. Ενδεικτικό είναι το γεγονός σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία ότι μόνο ένας στους πέντε νέους κατάφερε να εισαχθεί στη σχολή των ονείρων του την προηγούμενη χρονιά. Το ζητούμενο, δυστυχώς στις μέρες μας δεν είναι να φτιάξουμε ελεύθερους ανθρώπους, με συγκροτημένη προσωπικότητα, υπεύθυνους, έτοιμους να σταθούν κριτικά σε ό,τι αλλοιώνει την ομορφιά της ζωής, αλλά εξαρτήματα για να λειτουργήσει καλά η μηχανή της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. (Είμαι εξάρτημα εγώ της μηχανής σας και ο γιος μου ανταλλακτικό). Οι περισσότεροι νέοι δεν προχωρούν στις σπουδές τους σε ότι αυτοί ονειρεύονταν και επέλεξαν, δε σπουδάζουν για να ξεδιψάσουν τις ψυχές τους, για να ζήσουν, αλλά για να ενταχθούν εκεί που το απαιτούν οι ανάγκες του συστήματος με απώτερο σκοπό να βοηθήσουν στην ανάκαμψη των «δεικτών της παραγωγικότητας». Η παιδεία όμως δεν πρέπει να αποβλέπει ούτε στην παραγωγικότητα, ούτε στις όποιες ανάγκες του κράτους, οφείλει να οδηγεί τους νέους στην ανακάλυψη του μυστηρίου της ζωής, στην κατάκτηση της ελευθερίας, στα μονοπάτια της αναζήτησης της αλήθειας, στη μύησή τους στην παράδοση του τόπου τους και στον πολιτισμό, στη μεταμόρφωσή τους. Άραγε πόσοι από τους μαθητές, για παράδειγμα, της Λέσβου, ακόμη κι απ’ αυτούς που έχουν πετύχει στις καλύτερες πανεπιστημιακές και πολυτεχνικές σχολές έχουν μυηθεί στην ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη;

Όπως ωραία λέει ο Χρήστος Γιανναράς, όσοι κάνουν τους σχεδιασμούς για την παιδεία δείχνουν πως δεν τους ενδιαφέρει « η κατά κεφαλήν καλλιέργεια αλλά το κατά κεφαλήν εισόδημα». Συνεχίζουμε να εγκληματούμε σε βάρος των νέων ανθρώπων. Ξεκόψαμε τη γνώση από τη ζωή, τον έρωτα, την ομορφιά. Υποτάξαμε την αγάπη στην αναγκαιότητα και γι’ αυτό αποτύχαμε. Για όποιον αμφιβάλει γι’ αυτή την αποτυχία, παραπέμπω στην πρόσφατη έρευνα του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων για τους νέους όπου τα συμπεράσματά της μας αποκαλύπτουν ότι το 20% των Ελλήνων μαθητών ηλικίας 15 ως 18 ετών υποφέρει από κατάθλιψη, στις κοπέλες μάλιστα το ποσοστό φτάνει στο 30%. Στις μέρες μας η παιδεία έχει δώσει τη θέση της σε μια μονοδιάστατη, γι’ αυτό και άρρωστη εκπαίδευση. Για να επιτευχθούν οι στόχοι της, όλοι (γονείς, μαθητές, εκπαιδευτικοί) μπαίνουν σε καλούπια από νωρίς. Μια άλλη έρευνα έδειξε ότι το 97% των γονέων που έχουν παιδιά στο δημοτικό σχολείο απαιτούν πρώτιστα από αυτά την άριστη βαθμολογία. Το δόγμα παιδείας ειδικά στα Λύκεια, δηλαδή την εποχή που η ψυχή του νέου πάει να ανθίσει, είναι «να βγει η ύλη». Όλα θυσιάζονται εκεί. Η πίεση αφόρητη στους εκπαιδευτικούς που ζουν την τραγικότητα της μετατροπής τους, από φορείς γνώσης και ζωής σε απλούς διεκπεραιωτές ύλης ενώ τα παιδιά μας στην ηλικία που διψάνε για ζωή και αλήθεια περιορίζονται στο να μετατραπούν σε ζωντανά λυσάρια φυσικής, χημείας, μαθηματικών, αρχαίων, κλπ.

Στη σημερινή εκπαίδευση της ισοπέδωσης, φτάσαμε ακόμη και η έκθεση ιδεών, το μάθημα που ο μαθητής υποτίθεται ελεύθερα καταθέτει τις ιδέες του, να ταυτίζεται με ένα φροντιστηριακό δίωρο. Ο μαθητής αφού πληρώσει αδρά ζει την τραγωδία του να μαθαίνει «τι πιστεύει» και πως «πρέπει να το εκθέσει» ούτως ώστε να «πετύχει». Ζητάμε δηλαδή από τον νέο άνθρωπο να αρνηθεί την προσωπικότητά του, να γίνει κάτι «άλλο» για να κατορθώσει να θεωρηθεί επιτυχημένος. Σε μια κοινωνία πνιγμένη στον ατομικισμό, στις αξίες του εύκολου κέρδους, σε μια κοινωνία που προοδεύει όποιος διακρίνεται όχι για τις γνώσεις του αλλά για την ευλυγισία της μέσης του, τις γνωριμίες του, τα «κονέ» του που λένε οι νέοι, σε μια κοινωνία, στην οποία οι αξίες που προτείνονται στη νέα γενιά είναι ο καριερισμός, η βαθμοθηρία και αργότερα το μικροαστικό βόλεμα τι μπορούμε να περιμένουμε; Εμείς οι μεγαλύτεροι πνιγμένοι στις ανασφάλειές μας θέλουμε γενιές βολικών και βολεμένων, ανθρώπους που δεν είναι έτοιμοι να ρισκάρουν, ούτε να θυσιαστούν για τίποτα. Ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ έλεγε: «αυτός που δεν είναι έτοιμος να πεθάνει για κάτι, δεν αξίζει να ζει». Προτείνουμε στους νέους την κοινωνία του «φαίνεσθαι», του «πρεστίζ». Το παν, είναι το προσωπείο. Η εικόνα μας προ τα έξω. Ξεχάσαμε ότι η αξία δεν βρίσκεται στο προσωπείο, αλλά στο πρόσωπο. Έτσι οι νέοι άρχισαν να μαζεύουν προσωπεία. Πώς να επιβιώσεις διαφορετικά. Στο βάθος ακούγεται η κραυγή αυτών που παλεύουν και διψάνε για ζωή. «Φανέρωσέ μας τη μάσκα που κρύβεις κάτω από τη μάσκα που φοράς», λέει το τραγούδι. Θέλει δρόμο για να φτάσεις στο πρόσωπο, στην επικοινωνία, στη συνάντηση. Θέλει ψυχή.

Η αγάπη, λέει ένας άγιος της Εκκλησίας μας, είναι πιο γλυκιά και από τη ζωή. Προσφέρουμε σήμερα παιδεία αγάπης; Όχι. Τότε πως θέλουμε παιδεία ζωής; Η παιδεία για να είναι πετυχημένη πρέπει να μιλά στις ψυχές, να τις κάνει να χαίρονται, να ονειρεύονται, να δημιουργούν. Να είναι όπως προτείνουν οι Τρεις Ιεράρχες «δρόμος απελευθέρωσης και όχι διαδικασία εξαναγκασμού και ανελευθερίας». Αν θέλουμε να τιμήσουμε τους Τρεις Ιεράρχες δε χρειάζεται να το κάνουμε μέσα από ακίνδυνες τυπικές γιορτές. Απαιτείται μελέτη του έργου τους, της προσφοράς τους, αλλά κυρίως η μίμηση της στάσης ζωής τους.

Tuesday, January 27, 2015

Για τον πολιτικό όρκο του νέου πρωθυπουργού

Του Θανάση Παπαθανασίου
Ο Αλέξης Τσίπρας έκανε το σωστό. Όχι απλώς το σωστό από τη σκοπιά κάποιου που δεν πιστεύει και που, συνεπώς, θα υποκρινόταν αν επικαλούνταν το Ευαγγέλιο. Έκανε το σωστό από κάθε πλευράς, δηλαδή κι απ' αυτήν που θα έπρεπε να είναι και στάση της ίδιας της Εκκλησίας.

Προ μηνών (26 Αυγ) σημείωνα εδώ ότι «η ίδια η διοικούσα εκκλησία πρέπει (έστω και τόσο καθυστερημένα) να ζητήσει τη κατάργηση του λεγόμενου θρησκευτικού όρκου (πρωτίστως για να είναι πιστή στον Κύριό της), αυτό δε που ονομάζουμε όρκο να είναι διαβεβαίωση – υπόσχεση».

Το θεολογικό σκεπτικό για την κατάργηση του θρησκευτικού όρκου έχει διατυπωθεί εδώ και πολλούς καιρούς. Αλλά, το αντιφατικό για την Εκκλησία (και οδυνηρό, για τα φιλότιμα μέλη της) είναι ότι διευθετήσεις στις οποίες η ίδια θα έπρεπε να προχωρήσει βάσει του «πιστεύω» της (και γι’ αυτό ακριβώς θα ήταν διευθετήσεις ριζοσπαστικές και σεβαστικές της ελευθερίας), γίνονται κάθε τόσο με κρατική πρωτοβουλία. Ο λόγος; Μια αμυντική διάθεση, ένας τρόμος ότι η διοικούσα εκκλησία θα χάσει κοινωνικο-πολιτικά προνόμιά της, τα οποία όμως στην πραγματικότητα αλλοιώνουν την ίδια! Παραθέτω από άρθρο μου, του 2009:

«Η Εκκλησία φέρει στα έγκατά της μια αντινομία: αποτελεί όραμα αλλιώτικης ζωής, όχι όμως μηχανισμό επιβολής του. Η ίδια η υπερβατικότητά της είναι αυτό που την καλεί να μαρτυρεί μέσα στην ιστορία ότι η αγάπη (όσο άβολη ή και ασύμφορη κι αν φαίνεται) είναι ο μόνος τρόπος υπάρξεως που έχει αληθώς μέλλον. Η αντιδιαστολή της από τον Καίσαρα βρίσκεται στην ίδια της την ταυτότητα. Ως εκ τούτου είναι αδιανόητη η άμεση ή έμμεση μετατροπή της σε κόμμα και η ερωτοτροπία με την άσκηση εξουσίας. Και γι' αυτό, φαινόμενα που χαρακτήρισαν τον νεοελληνικό βίο τον 20ό αιώνα, όπως η νομοθέτηση της ιερολογίας ως μοναδικού συστατικού τύπου του γάμου, η ποινικοποίηση της ετεροδοξίας, η απαίτηση να γνωμοδοτεί ο επίσκοπος για την λειτουργία ευκτηρίου οίκου ετεροδόξων, η πεποίθηση επισκόπων ότι εκπροσωπούν στο σύνολό του τον ελληνικό λαό κ.λπ. αποτελούν παραχαράξεις της εκκλησιαστικής ταυτότητας και κουτοπόνηρη νόσφιση κρατικής πολιτικής. Και δεν είναι διόλου τυχαίο ότι όσες νομοθετικές ρυθμίσεις εκ των ανωτέρω καταργήθηκαν (λ.χ. για τον γάμο και τους ευκτήριους οίκους), καταργήθηκαν με πρωτοβουλία της πολιτείας, ενώ οι εκκλησιαστικοί ηγέτες δυσανασχετούσαν για την απώλεια κεκτημένων (της κυριαρχίας της, δηλαδή, επί της κοινωνίας), αντί να ζητούν οι ίδιοι την κατάργηση, για λόγους πιστότητά τους στα εκκλησιαστικά κριτήρια (θα έπρεπε, λ.χ., η ίδιοι να είχαν εξ αρχής αξιώσει την νομοθέτηση του πολιτικού γάμου, για να μη σύρονται σε τέλεση μυστηρίου άνθρωποι άθεοι). Προσωπικά δεν γνωρίζω αν υπήρξε επίσημη διαφοροποίηση πάνω σ' αυτό. Θα ήταν ενδιαφέρον να διερευνηθεί ακριβώς ετούτο: αν η ίδια η διοικούσα εκκλησία έχει ποτέ ζητήσει κατάργηση προνομίων της τα οποία είναι ασύμβατα προς την ίδια της την ταυτότητα» [Θανάσης Ν. Παπαθανασίου, «Ποια θρησκεία και ποια πολιτική;», Σύναξη 110 (2009), σσ. 91-92].

Μια παρένθεση. Προσωπικά, το θολό σκηνικό του όρκου το έζησα στα τέλη του καλοκαιριού, όταν επρόκειτο να ορκιστούν οι νέες Δημοτικές αρχές. Η πλειονότητα των συντρόφων μου στην αριστερή δημοτική κίνηση «Στάση Βύρωνα», με την οποία είχα κατέβει, ορκίστηκε πολιτικά, εγώ θρησκευτικά. Μέσα στη συγκυρία της πόλης μας, η απόφασή μου αυτή ήταν μια δημόσια κατάθεση ότι δεν απεκδύομαι την ψυχή μου και ότι δεν αποδέχομαι την προσπάθεια συγκεκριμένων πολιτικών χώρων να εμφανίζονται ως μονοπωλητές της πίστης. Και ήταν απόφαση που οι συνοδοιπόροι της «Στάσης» δέχτηκαν με σεβασμό κι ελευθερία. Κλείνει η παρένθεση - προσώρας.

Διαφορετικό ζήτημα είναι οι θεσμικές σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας. Διαφωνώ εντελώς με δεξιούς που θεωρούν υποκριτικό το να παρίσταται άθεος πολιτικός σε εκκλησιαστική εκδήλωση, διαφωνώ εντελώς με αριστερούς που θεωρούν επιβεβλημένο να μην παρίσταται άθεος πολιτικός σε εκκλησιαστική εκδήλωση. Αμφότεροι αδυνατούν να κάνουν μια πολύ βασική διάκριση: Και η πίστη και η απιστία είναι (οφείλουν να είναι) προσωπική επιλογή και βίωμα. Αλλά το γεγονός της θρησκείας (είτε πιστεύεις είτε δεν πιστεύεις) βρίσκεται στον δημόσιο χώρο, στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Ο άθεος αιρετός που θα παραστεί σε εκκλησιαστική εκδήλωση, θα παραστεί (οφείλει να παραστεί) επειδή υπολήπτεται το κοινωνικό και τιμά τον λαό που την κάνει (και μιλώ αληθινά για τιμή – όχι για μάρκετιν και για υφαρπαγή ψηφαλακίων). Δεν θα κοινωνήσει, αλλά ούτε θα απουσιάσει.

Η ρήξη με τον γεροντοκορισμό των φανατικών και με τις ιδεοληψίες των αδιάβαστων, που ανθούν σε κάθε (μα, σε κάθε!) χώρο, είναι μια από τις ανατροπές που χρειαζόμαστε τρελά.

Σήμερα μπορώ να ονειρεύομαι

Του Αλκίνοου Ιωαννίδη

Σήμερα πήρα ανάσα! Είτε ξαναβουτήξω είτε όχι, έχω αέρα στα πνευμόνια και χαρά στην καρδιά.

Σήμερα νιώθω πως κερδίσαμε μια μεγάλη μάχη απέναντι στον φόβο, στην κακογουστιά, στην ασχήμια, στην ανηθικότητα, στην αδικία και στην ανοησία που μας μικραίνει.

Σήμερα ελπίζω πως θα γίνει σύντομα παρελθόν αυτό που κυρίως εκπροσώπησε τα όσα μ’ έδιωχναν απ’ τη χώρα μου, αυτό που, όποτε ξεπηδούσε μέσα απ’ την οθόνη, ή εμφανιζόταν απρόσκλητο σε κάθε πτυχή της ζωής μου, μ’ έκανε να θέλω να κλείσω τα αυτιά και τα μάτια των παιδιών μου.

Σήμερα χαίρομαι που όλα αυτά τα χρόνια απέφυγα κάθε κομματική ανάμιξη και θέση, ώστε να μπορώ να γράφω απ' την καρδιά μου, χωρίς βαρίδια, τα όσα γράφω.

Σήμερα εγώ, ο εμμονικά ακομμάτιστος, ο (λόγω καθοριστικών για τη διαμόρφωσή μου εμπειριών) καχύποπτος απέναντι σε κάθε ηγεσία, ο χωρίς συμφέρον να εκτίθεται (και ειδικά σε περιπτώσεις που νομοτελειακά μόνο εναντίον του θα γυρίσουν), εκθέτω τη συγκίνησή μου ευχαρίστως, κι ας μου βγει και σε κακό.

Σήμερα ελπίζω πως όσα έθρεψαν το ναζιστικό φίδι μπορούν να εξαλειφθούν. Μαζί τους, αναπόφευκτα, θα εξαλειφθεί κι αυτό.

Σήμερα χαίρομαι που ζω στην Ελλάδα. Χαίρομαι που, ενώ έφτασα τόσο κοντά, δεν την εγκατέλειψα και είμαι εδώ τώρα, μαζί με τους ανθρώπους του τόπου μου, μπροστά σε ένα αύριο άγνωστο, επικίνδυνο, δύσκολο αλλά δικό μας.

Σήμερα νιώθω υπερήφανος που ανήκω σε μια χώρα που ξεκινά επιτέλους τον αγώνα της για δικαιοσύνη και ανθρωπιά, όρθια, γυμνή και σίγουρη, ενάντια στην απάνθρωπη ψύχρα των λογιστών του θανάτου.

Σήμερα ο τόπος μου από κακό παράδειγμα γίνεται πρόταση.

Σήμερα οι ξένοι φίλοι μου, καλλιτέχνες και μη, προοδευτικοί και μη, μας κοιτάνε αλλιώς. Πάλι σαν ούφο βέβαια, αλλά αλλιώς...

Σήμερα μπορώ να ελπίζω πως δεν θα αντιμετωπίζομαι πια από τους προύχοντες, εγώ και ο κάθε πολίτης, σαν υποτακτικός, άσχετος, λίγος, αμελητέος, ανεπαρκής, ανίκανος, απατεώνας, ζητιάνος, ουτοπιστής, παράξενος, ρομαντικός, χέστης, ηλίθιος και μόνος.

Σήμερα νιώθω πως χαμογέλασαν, έστω και λειψά, τα νεκρά παιδιά του Βουνού, οι κατατρεγμένοι, οι βασανισμένοι, οι φυλακισμένοι, οι εκτελεσμένοι, οι αφημένοι να σαπίζουν ανώνυμοι στα χαντάκια της ιστορίας, οι ήρωες που εξαφάνισε η αφήγηση των κουστουμαρισμένων, φρεσκοξυρισμένων συνεργατών κάθε λογής κατακτητών. Κι ας μην είναι μόνον έτσι, κι ας μην είναι ακριβώς έτσι, κι ας είναι δύσκολα θέματα αυτά για να τα πιάνουμε εύκολα στο στόμα μας.

Σήμερα εύχομαι να ακούσει κάποιος τα παιδιά μας που αγκομαχούν λυπημένα κάτω από ένα σύστημα παιδείας απάνθρωπο, βλακώδες και αναποτελεσματικό.

Σήμερα εύχομαι ο ασθενής, ο ορφανός, ο μετανάστης, ο φυλακισμένος, ο άνεργος και ο φτωχός να γίνουν οι πρωταγωνιστές της σκέψης και της έμπρακτης έγνοιας μας.

Σήμερα εύχομαι ο Πολιτισμός να πάψει να θεωρείται πολυτέλεια για αργόσχολους και να γίνει το ψωμί και το νερό της κάθε μέρας και της ψυχής μας. Όλος ο Πολιτισμός και όχι μόνον αυτός των διασήμων. Να γίνει συγκάτοικος στο σπίτι μας και πρόσωπό μας εντός και εκτός συνόρων.

Σήμερα εύχομαι το ποδόσφαιρο να γίνει ξανά ένα άθλημα και όχι η γλώσσα μιας άναρθρης χώρας.

Σήμερα ξέρω πως χωρίς την ακούραστη συμμετοχή όλων μας, θα επιστρέψουμε σε κυβερνήσεις λοβοτομής. Πως δεν μας παίρνει πια να απέχουμε, να κριτικάρουμε από μακριά, να θέτουμε την διακυβέρνηση έξω από το όριο της φωνής, της γνώμης και της πράξης μας.

Σήμερα εύχομαι η Ευρώπη να γίνει Ευρωπαϊκή, κι εμείς κομμάτι της ουσίας της.

Σήμερα τα παιδιά μου, που πάλευα να φύγουν, να ζήσουν αλλού, μπορώ να τα ονειρεύομαι μεγάλα και δημιουργικά εδώ, στον τόπο τους.

Σήμερα επαναπατρίζω οριστικά τα όνειρα, τα σχέδια και τις προσδοκίες που τοποθέτησα αλλού, τότε που ετοιμαζόμουν να τα ακολουθήσω στα ξένα.

Σήμερα δέχομαι ευχαρίστως να πληρώσω όσα αναλογούν στην χρόνια ανοχή μου απέναντι σε διαφθορείς και διεφθαρμένους, καθώς και την όποια συμμετοχή μου, από άγνοια, αδυναμία, υποχρέωση ή συνήθεια, στο παιχνίδι τους. Φτάνει να πληρώσουν αναλογικά και αυτοί.

Σήμερα χαίρομαι που δεν ζήτησα και δεν πήρα τίποτα ιδιωτικά από τις προηγούμενες κυβερνήσεις, και χαίρομαι διπλά που δεν θα ζητήσω τίποτα ιδιωτικά από τις επόμενες.

Σήμερα μπορώ να ονειρεύομαι μια συλλογική διακυβέρνηση αντί για εξουσία. Θα πέσω έξω, το ξέρω, μου το φωνάζουν η πραγματικότητα και η ιστορία. Όμως, και μόνο που μπορώ να το ονειρεύομαι, είναι μεγάλο πράγμα.

Σήμερα μπορώ να ελπίζω πως σύντομα η σχέση Εκκλησίας-Κράτους θα τελειώσει. Γιατί δεν τιμά κανέναν από τους δύο και υποτιμά θρήσκους και άθρησκους πολίτες.

Σήμερα εύχομαι η Κύπρος να αντιμετωπιστεί επιτέλους με τη σοβαρότητα, τη γνώση, τη συνέπεια και την αγάπη που της αξίζει. Γιατί, αν χαθεί, θα χαθεί μαζί της και η Ελλάδα.

Σήμερα ελπίζω πως μπορεί να ανεβεί επιτέλους το επίπεδο του πολιτικού λόγου.

Σήμερα ελπίζω πως η πολιτική μπορεί κάποτε να πάψει να αποτελεί βρισιά.

Σήμερα μαζεύω τα κομμάτια μου, τινάζω τη σκόνη δεκαετιών από τα όνειρά μου και ετοιμάζομαι για τα δύσκολα που ακολουθούν.

Σήμερα, επιτέλους, ελπίζω.

Και εύχομαι το σήμερα να κρατήσει στο αύριο.


* Το κείμενο αυτό είναι το αποτύπωμα της παρούσας στιγμής. Γράφτηκε με την ανακοίνωση των πρώτων αποτελεσμάτων των σημερινών εκλογών, με την υπερβολή της συγκίνησης, που κι αυτή πρέπει να καταγράφεται.

Tuesday, January 20, 2015

Είμαστε εμείς…

Είμαστε και εμείς που από τα νιάτα μας υποστηρίζαμε ότι ο σοσιαλισμός ή θα είναι δημοκρατικός ή δεν θα υπάρξει. Που με πάθος λέγαμε ότι η αριστερά μπορεί να πάρει την εξουσία με εκλογές. Εμείς που θεωρούμε την Ευρώπη σπίτι μας. Που εμπνευστήκαμε από τον Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ, τον Ενρικο Μπερλιγκουερ, το Νίκο Πουλαντζά, από τους εργάτες της "Αλληλεγγύης" στα Ναυπηγεία του Γκντανσκ. Που κλάψαμε μετά τις εκλογές του ’77 και του ’81. Που «διασπαστήκαμε» το ’86. Είμαστε εμείς η «αριστερά των σαλονιών». Είμαστε οι «Μπανιάδες». Είμαστε η εξωκοινοβουλευτική ανανεωτική αριστερά. Είμαστε και εμείς που δεν φοβόμαστε (αντίθετα χαιρόμαστε) την διαγραφόμενη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ. Που ελπίζουμε σε μια καλύτερη Ελλάδα. Είμαστε όμως και εμείς που θέλουμε κι άλλες αριστερές φωνές μέσα στο κοινοβούλιο. Δημοκρατικές, πράσινες, οικολογικές, επαναστατικές, ανατρεπτικές, μεταρρυθμιστικές. Γιατί το μεγάλο όπλο της Ανανεωτικής Αριστεράς είναι ο πλούτος ιδεών & απόψεων. Είμαστε τα λόγια του Αγγελου Ελεφάντη: «Kι “εμείς”, επομένως, πρέπει να πάψουμε να είμαστε αυτό το ασαφές, όπως το 1981, “εμείς”. Kι εμείς, λοιπόν, όσοι πιστοί, στο εξής οργανωμένοι στο κόμμα που μας έλαχε, τον Συνασπισμό. Mέσα απ’ αυτόν και μ’ αυτόν, μ’ όλους τους άλλους συντρόφους και συντρόφισσες, θα δώσουμε τις μάχες που έρχονται». Είμαστε εμείς που τη Κυριακή το βράδυ θα κοιτάξουμε ψηλά στον ουρανό προσπαθώντας να δούμε τον μπάρμπα Γιάννη Πασαλίδη, να μιλά με τον Ηλία Ηλίου. Τον Μπάμπη Δρακόπουλο, μαζί με τον Γιάννη Μπανιά και το Λεωνίδα Κύρκο να χαμογελούν ακούγοντας τη φυσαρμόνικα του Παναγιώτη Πάσπα. Είμαστε όλοι εμείς που βλέπουμε τα όνειρα μας να παίρνουν εκδίκηση!

Εκλογές 2015 Μ.Δ.

Για την ψυχή ενός κοινοβουλίου

Του Μανώλη Τασόγλου*

Δεν ξέρω αν έχουν τα κοινοβούλια δική τους ψυχή. Ισως έτσι θα έπρεπε να είναι. Μόλο που τα συνθήματα που φωνάζαμε μπροστά τους όλα τα τελευταία χρόνια μαρτυρούν πόσο άψυχα είναι, πόσο ξένα, πόσο νεκρά...

Η ψυχή ενός κοινοβουλίου θα έπρεπε να χτυπάει εκεί που χτυπάει η καρδιά ενός λαού. Εκεί που καρδιοχτυπάει για την ακρίβεια όλα τα τελευταία χρόνια ένας λαός, ο οποίος καθαιμάσσεται από τα μνημόνια και τη λιτότητα. Εκεί που μερικές φορές αφήνει την τελευταία του πνοή, γιατί αρρωσταίνει και δεν έχει περίθαλψη, χάνει τη δουλειά του και είναι σε απελπισία, χρωστάει και ονειδίζεται, ενώ δεν μπορεί να αντεπεξέλθει. Εκεί που χάνει το σπίτι του σε πλειστηριασμό, εκεί που διώχνει τα παιδιά του στα ξένα.

Οσο με θυμάμαι ασχολούμαι με την πολιτική. Με την πολιτική ως τρόπο οργάνωσης του κοινού μας ζην. Ηδη από μαθητής, την περίοδο της χούντας, εντάχθηκα στη Χριστιανική Δημοκρατία του Νίκου Ψαρουδάκη, του γνωστού αγωνιστή, εξόριστου και φυλακισμένου στη χούντα, αλλά και στη δημοκρατία.

Ποτέ δεν φαντάστηκα την πολιτική ως βιτρίνα, ως καριέρα, ως όχημα κοινωνικής αναγνώρισης. Ηρθε όμως η ώρα, καθώς οι συνθήκες βάρυναν και τα πράγματα διαρκώς δυσκολεύουν και πήρα τη μεγάλη απόφαση. Να συμμετέχω στη μεγάλη προσπάθεια της Αριστεράς για ανάταξη της οικονομίας και της γενικής πορείας της χώρας, για να σηκωθεί όρθιος αυτός ο λαός, για να παλέψουμε για ισότητα, προκοπή, δικαιοσύνη.

Είμαι γεννημένος Σαλονικιός και γνωρίζω καλά τα σοκάκια και τους ανθρώπους αυτής της πόλης. Αυτούς και θέλω να υπηρετήσω, όπως έκανα μέχρι τώρα από το μετερίζι της τοπικής αυτοδιοίκησης. Εχουμε να αγωνιστούμε για το νερό, που είναι δώρο Θεού και δημόσιο αγαθό. Για μας η ιδιωτικοποίηση του νερού είναι αιτία πολέμου. Εχουμε να αγωνιστούμε για το περιβάλλον της ζωής, για τη διαχείριση και διαλογή των σκουπιδιών στην πηγή τους. Εχουμε να αγωνιστούμε ενάντια στην Ελληνικός Χρυσός Α.Ε., την καταστροφή του περιβάλλοντος, μια καταστροφή που θα πλήξει όλη τη βόρεια Ελλάδα.

Σπούδασα στην Ξάνθη, στο Πολυτεχνείο. Το 1978 άνοιξα το βιβλιοπωλείο «Σοκάκι» στην έρημη τότε παλιά πόλη. Γρήγορα έγινε στέκι ανθρώπων που ψάχνονταν, χριστιανών κυρίως και αντιεξουσιαστών. Το διεθνές αντικαπιταλιστικό και αντισυμβατικό κίνημα επηρέασε βαθιά τη σκέψη και τη δράση μου. Εκφράστηκε και κορυφώθηκε με την πρώτη κατάληψη, πανελλαδικά, το 1979, του Πολυτεχνείου Ξάνθης ενάντια στον νόμο 815. Αμέτρητες προσαγωγές σε δίκες για διάφορους λόγους. Σήμερα που η Παιδεία διαλύεται και καθίσταται υποχείριο οικονομίστικων επιλογών με ξεκάθαρα ταξικά χαρακτηριστικά, με ενδιαφέρει να αγωνιστούμε για μια παιδεία με νόημα, παιδεία ελευθερίας και ανθρωπιάς. Σήκωσα τα μανίκια και δούλεψα όλα τα χρόνια της ζωής μου στη μικρή δική μου επιχείρηση, το κρεοπωλείο. Γνωρίζω από τα μέσα πόσο καταστροφικές είναι οι πολιτικές λιτότητας για την επιχειρηματικότητα και πόσο φρούδες οι ελπίδες για ανάπτυξη, μια άνιση ανάπτυξη, δίχως κοινωνικό κέρδος.

Είμαι χριστιανός και δεν μπορώ παρά να είμαι με την πλευρά του αδικημένου. Δεν μπορώ να ξεχωρίζω ανθρώπους για κανέναν λόγο, σε βάση εθνική, φυλετική ή άλλη. Ιδιαίτερα ανθρώπους που ζουν χρόνια, που γεννήθηκαν εδώ και δεν έχουν άλλη πατρίδα, ή ανθρώπους που η πατρίδα τους φλέγεται από την ιμπεριαλιστική επέκταση της Δύσης και τοπικούς απάνθρωπους εξουσιαστές.

Είμαι και σήμερα μέλος της Κεντρικής Επιτροπής της Χριστιανικής Δημοκρατίας και με την υποψηφιότητά μου στην Α’ Θεσσαλονίκης ως συνεργαζόμενου στο ψηφοδέλτιο του ΣΥΡΙΖΑ θέλω να εκφράσω την ανάγκη πλατιάς συνεργασίας, που να διέπεται από ήθος και κανόνες και να ξεπερνάει κάθε λογής μικροψυχία, υπολογισμούς και μιζέριες. Ο αγώνας μας για την ανατροπή είναι μεγάλος αγώνας. Και θα πρέπει όλοι να υπερβούμε και να υπερβάλουμε εαυτόν.Ως χριστιανοσοσιαλιστής, πάντα πίστευα στην ιδιαίτερη εκείνη ηρωική δυναμική που μπορεί να φέρει σε συνάντηση ανθρώπους της πίστης και ανθρώπους της Αριστεράς. Πάντα στήριζα τον διάλογο χριστιανών και αριστερών, όχι τόσο με φόντο την εξουσία, όσο με φόντο κοινούς αγώνες και δημιουργία.

Παλεύουμε για τη νίκη. Τα δύσκολα θα έρθουν μετά. Κι εκεί θα χρειαστούν άνθρωποι με σθένος και σταθερότητα. Ανθρωποι πραγματικά εδραιωμένοι στα λαϊκά κινήματα.

Ως πιστός ακολουθώ τη ρήση του αγίου Σιλουανού: «Τον νου σου στον Αδη και μην απελπίζεσαι». Ως πολίτης σας καλώ να σπάσουμε τον φόβο και να αγωνιστούμε με σχέδιο, σύνεση, ανιδιοτέλεια και ψυχή.

Χρειάζομαι την ψήφο σας στην Α’ Θεσσαλονίκης. Ανήμερα του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, στις 25 του Γενάρη, θα γεννηθεί στη χώρα μας η ελπίδα.

* υποψήφιος με τον ΣΥΡΙΖΑ Α’ Θεσσαλονίκης

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Sunday, January 18, 2015

"Για την Αριστερά που ήξερα εγώ"

Του Βασίλη Βασιλικού

“…Ως Θεσσαλονικιός, είμαι πολύ χαρούμενος που βρίσκομαι στην πόλη μου και μάλιστα μια τόσο όμορφη μέρα.

Δεν περίμενα να φτάσω στην ηλικία που είμαι, για να πολιτευτώ για πρώτη φορά στη ζωή μου. Είχα πάρα πολλές προτάσεις μέχρι σήμερα για να πολιτευτώ, αλλά έμεινα συνειδητά εκτός πολιτικής, χωρίς όμως και να είμαι εκτός του κοινωνικού χώρου στον οποίο ανήκα πάντα: σε μια Αριστερά στην οποία ο τελευταίος εκπρόσωπος, για μένα, στη χώρα είναι ο Φώτης Κουβέλης. Για την Αριστερά που ήξερα εγώ.

Αλλά γιατί δέχτηκα την πολύ τιμητική πρόταση που μου έκανε ο πρόεδρος της Δημοκρατικής Αριστεράς;

Τη δέχθηκα γιατί μέσα στην επερχόμενη αλλαγή διακυβέρνησης, που φαίνεται, δεν μπορεί να λείπει το κόμμα των Πράσινων, όπως εκφράζεται από τον κ. Χρυσόγελο που τον ακούσατε τι πείρα έχει, και δεν μπορεί να λείπει και το κόμμα της Δημοκρατικής Αριστεράς. Είναι αδιανόητο για μένα. Οπότε με μεγάλη χαρά είμαι επικεφαλής στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας: «ΠΡΑΣΙΝΟΙΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ».

Να πάμε όμως λίγο πιο πίσω. Ποιος έσωσε την Ελλάδα από το Grexit; Το έχετε αναλογιστεί ποτέ; Η θυσία, που έκανε ο Φ. Κουβέλης να στηρίξει την κυβέρνηση τη δικομματική των εκλογών του 2012 που είχε 154 ή 155 ή 153 πλειοψηφία.

Μπαίνοντας στη συγκυβέρνηση αυτή ανακουφίστηκε η Ευρώπη. Η Ευρώπη είπε: «Έχουμε κι ένα κόμμα της Αριστεράς μέσα σε αυτήν την κυβέρνηση. Άρα μπορούμε να την εμπιστευτούμε.»

Κι έτσι δεν μας διώξανε.

Ο Φώτης Κουβέλης, που δεν είχε καμία σχέση με αυτά τα δύο κόμματα αλλά μπήκε στην κυβέρνηση «για την Ελλάδα ρε γαμώτο», κάποια στιγμή μετά από ένα χρόνο, καταλαβαίνει ότι με τους υπουργούς και τους υφυπουργούς που είχε δεν μπορούσε να περάσει αυτά που είχαν συμφωνηθεί πριν μπει στην κυβέρνηση. Απορρίπτονταν ασυζητητί από τους άλλους δυο. Κι όταν η τρόικα ζήτησε να απολυθούν 2.600 υπάλληλοι, κατεβάζουν το μαύρο στην ΕΡΤ –ήταν 2.600 μέσα εγκλωβισμένοι υπάλληλοι- και ο Φώτης Κουβέλης παραιτείται και φεύγει.

Αυτό δεν ήταν αποτέλεσμα του κλεισίματος της ΕΡΤ, ήταν αποτέλεσμα του ότι δεν μπορούσαν να περάσουν οι μεταρρυθμίσεις των υπουργών του, που σθεναρά τις υποστήριζαν. Κάποιοι είπαν πως: «δεν μπαίνεις στην αρχή για να βγεις στη μέση, σαν τον Καρατζαφέρη». Μα τώρα προς Θεού, πώς αυτές οι συγκρίσεις είναι δυνατόν να γίνονται; Τέτοια ανευθυνότητα, στις εκφράσεις και στον συνδυασμό γεγονότων είναι ανήκουστο.

Το άλλο ζήτημα που με πείραξε πάρα πολύ ήταν η εγκατάλειψη από τους εκλεγμένους βουλευτές του, τους ανύπαρκτους μέχρι να εκλεγούν με τον συνδυασμό της ΔΗΜ.ΑΡ, στο κρίσιμο σημείο όταν επρόκειτο να ανασυγκροτηθεί η Δημοκρατική Αριστερά.

Βρέθηκαν ως εξ ουρανού οι ΠΡΑΣΙΝΟΙ Αλληλεγγύη. Και ακούσατε σήμερα μια νέα φωνή, τον Νίκο Χρυσόγελο να σας μιλάει με πείρα. Και είπε κάτι στην ομιλία του ο Φώτης Κουβέλης που θέλω να το προσέξετε και πρώτη φορά το άκουσα, ότι: « αυτός ο χρόνος, ο σύντομος που ήμασταν στην κυβέρνηση, είναι μια πολύτιμη εμπειρία για το πώς λειτουργεί μια κυβέρνηση».

Αυτό δεν πρέπει να το αγνοήσει ο ελληνικός λαός, γιατί αν έρθουν οι άλλοι, όχι ως αυτοδύναμοι, θα είναι η πρώτη φορά που θα αντιμετωπίσουν το πώς λειτουργεί μια κυβέρνηση. Να επωφεληθεί επομένως ο Έλληνας ψηφοφόρος από την εμπειρία ενός αριστερού που ποτέ δεν πρόδωσε τα ιδανικά του και που γνωρίζει πώς λειτουργεί μια κυβέρνηση. Γι’ αυτό μετέχω και θέλω να το τονίσω ότι δε θα δεχτώ μία Βουλή χωρίς να υπάρχει μέσα σε αυτήν οι «ΠΡΑΣΙΝΟΙΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ…».

Tuesday, January 13, 2015

Τι είναι εφικτό και τι ανεδαφικό σχετικά με το χρέος

Tου Δημήτρη Γουμάγια*

Με μεγάλη χαρά και διάθεση μετά από μια μακρόχρονη πορεία μέσα σε Γερμανικά κόμματα, όπου μεταξύ των άλλων διατέλεσα και δημοτικός σύμβουλος για δώδεκα χρόνια (1999-2011), έγινα μέλος το 2012 στους Οικολόγους Πράσινους και προσπάθησα να δουλέψω με όλες μου τις δυνάμεις και εμπειρίες. Δυστυχώς η ομαδοποίηση μέσα στους ΟΠ με οδήγησε εκτός κόμματος. Μέχρι τελευταία στιγμή δημοσιεύοντας μια ανοιχτή επιστολή προσπάθησα να πείσω τα τρία κόμματα του πράσινου κινήματος που δημιουργήθηκαν να αφήσουν κατά μέρος τις διαφορές και να κατέβουν σε κοινή λίστα στις εκλογές τις 25 Ιανουαρίου. Δεν το κατόρθωσα και λυπάμαι για αυτό. Ο λαός μας όμως λέει "κάθε εμπόδιο για καλό". Δεν χάνω την αισιοδοξία μου και συνεχίζω τον αγώνα για αλλαγή πολιτικής και αρχή της ανοικοδόμησης της Ελλάδας σε ένα κοινωνικό-δημοκρατικό και πράσινο περιβάλλον.

Παρά την πόλωση που επικρατεί, θα δώσω τον αγώνα μαζί με όλους και όλες που βρίσκονται στις λίστες μας, έτσι ώστε οι προτάσεις μας να γίνουν κατανοητές στους πολίτες. Κάθε φορά στις εκλογές πολλά κόμματα της παλιάς κοπής επικαλούνται ότι σε αυτές τις εκλογές παίζονται πολλά. Αυτήν την φορά όμως η αλήθεια είναι ότι διακυβεύονται πολλά για την χώρα μας. Στις εκλογές τις 25 Γενάρη πρέπει να απαντηθεί το ερώτημα αν η χώρα μας συνεχίσει την ευρωπαϊκή της πορεία χωρίς να δει τα δεινά μιας πραγματικής πτώχευσης, ποιες δυνάμεις θα καθορίσουν πολιτικά αυτήν την πορεία ή αν συνεχίσουμε σε αυτήν την πορεία με τα πολλαπλά λάθη της που έφεραν την φτώχεια στην χώρα μας, που δεν είναι άλλοθι το ότι μας κράτησαν στο Ευρώ ή αν την καθορίσουν δυνάμεις ναι μεν αλλαγής, αλλά με τέτοιο τρόπο αλαζονικής διαπραγμάτευσης που θα μας φέρουν πάλι στα όρια της πτώχευσης ή και στην πραγματική πτώχευση και στην δραχμή. Δεν υπάρχει κανένα κόμμα που θα ψήφιζε κούρεμα, εδώ στην Γερμανία όπου είμαι γνώστης της πολιτικής, εκτός από την Αριστερά η οποία όμως ποτέ δεν ψήφισε στην βουλή της Γερμανίας βοήθεια για την Ελλάδα, αλλά οι Έλληνες δεν μπορούν να ζήσουν μόνο με τα καλά τους λόγια. Χρειάζονται και χρήματα. Δηλαδή χρειάζονται κόμματα στην Ελληνική Βουλή που ναι μεν θα κάνουν σκληρή διαπραγμάτευση με τις κυβερνήσεις της Ευρώπης, αλλά είναι όμως σε θέση να βρουν μια λύση και οι λύσεις στην πολιτική είναι πάντα συμβιβαστικές, όχι με την έννοια που την έδωσε η αριστερά με την έννοια της προδοσίας, αλλά με την έννοια ότι η πολιτική εξελίσσεται με βήματα και τα αποτελέσματά της μεταξύ διαπραγματευτών πρέπει να ανταποκρίνονται σε μια win-win κατάσταση.

Η λύση του χρέους πρέπει να είναι σύνθετη και αυτό σημαίνει διαγραφή σε ποσοστό που είναι δυνατόν, επιστροφή κερδών από την/τις κεντρικές τράπεζες που ήδη το έχουμε, επιμήκυνση της αποπληρωμής του χρέους που υπολείπεται (αυτό είναι ισοδύναμο με επιπρόσθετη διαγραφή αν υπολογίσουμε τον πληθωρισμό ) και αυτό είναι ήδη στις προτάσεις των Ευρωπαίων και Γερμανών από το 2012, αλλά και επιπλέον χρηματοδοτήσεις για την Ελλάδα από Ευρωπαϊκά προγράμματα αλλά και επαναδιατύπωση του προγράμματος βοήθειας, που ήταν σε συζήτηση το 2010, που εκείνη την εποχή η κυβέρνηση το απέτρεψε με την πολιτική της. Τότε μιλούσαμε για ένα πρόγραμμα 40 δις (Πρόγραμμα Μάρσαλ) για κοινωνικά-ανάπτυξη-περιβάλλον, όπου περιβάλλον σημαίνει ανάπτυξη και θέσεις εργασίας.

Όλα αυτά μπορούν να γίνουν πραγματικότητα όχι σε μια κυβέρνηση αυτοδυναμίας, αλλά σε μια κυβέρνηση συνεργασίας με συμφωνημένο και υπογεγραμμένο κυβερνητικό πρόγραμμα. Για όλα αυτά η Πράσινοι-Δημοκρατική Αριστερά είναι εγγύηση ότι θα τα επιβάλλει και θα προστατέψει την χώρα από ακραίες καταστάσεις και φτώχεια, με μια ανοδική πορεία ανάπτυξης και κοινωνικής δικαιοσύνης σε ένα κράτος δικαίου και δημοκρατίας.

Θα μου πείτε, και με το δίκιο σας: Μα η Δημοκρατική Αριστερά ήταν στην κυβέρνηση. Γιατί δεν μπόρεσε να αποτρέψει όλα αυτά που περνάμε στην πατρίδα μας, γιατί να δώσουμε πάλι την ψήφο μας;

Η ερώτηση θα ήταν εύστοχη και η Δημοκρατική Αριστερά προσπάθησε να το εξηγήσει χωρίς επιτυχία όμως μέχρι τώρα. Το πρόβλημα δεν ήταν ότι η Δημοκρατική Αριστερά δεν ήθελε να είναι το διορθωτικό κομμάτι της κυβερνητικής πολιτικής ανάμεσα στην ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, που έκαναν πάρα πολλά λάθη στην πολιτική τους. Το πρόβλημα ήταν ότι, όταν τα άλλα ή άλλο μέρος της κυβέρνησης έχει την πλειοψηφία στην Βουλή από μόνο του, όσες συμφωνίες και αν κάνεις σε περίπτωση ανάγκης δεν μπορούν να ανατραπούν νομοθετήματα και σχέδια στα οποία δεν είσαι σύμφωνος. Η Δημοκρατική Αριστερά προσπάθησε έντιμα, δεν ψήφισε όλα τα μέτρα που ήταν ενάντια αλλά 22 πράξεις νομοθετικού περιεχομένου και άλλα την ανάγκασε απογοητευμένη να φύγει από την κυβέρνηση.

Τέτοια στρατηγικά λάθη δεν πρόκειται να γίνουν, γιατί αν δεν έχεις την πολιτική δύναμη να επιβάλεις κάτι, οι καλές προθέσεις δυστυχώς δεν εκτιμούνται στην πολιτική. Είναι σίγουρο ότι όλοι μαθαίνουμε από τα λάθη μας και θέλω να ζητήσω συγνώμη από τον Ελληνικό λαό, αν και δεν ευθύνομαι άμεσα εγώ, για τα δεινά που δεν μπόρεσαν να αποτραπούν.

Στις 25 του Γενάρη λοιπόν με μεγάλη μου χαρά ζητώ την ψήφο των Σερραίων με το ψηφοδέλτιο «Πράσινοι – Δημοκρατική Αριστερά» για να μπορέσουμε μαζί να αγωνιστούμε για μια κοινωνική-δίκαιη-δημοκρατική και πράσινη Ελλάδα. Θα είμαι πάντα στο πλευρό των πολιτών, οργανώσεων, συλλόγων για δίκαιες και κοινωνικές λύσεις στα προβλήματά τους. 

*Μέλος των Πρασίνων της Γερμανίας, Πρώην Δημοτικός Σύμβουλος Βερολίνου

Friday, January 9, 2015

Σημαντικό εγχείρημα

Του Θόδωρου Μαργαρίτη

Είναι προφανές ότι η ΔΗΜΑΡ περνά δύσκολες ώρες. Βρίσκεται σε μια δοκιμασία που οφείλεται σε λάθη και ανεπάρκειες αλλά κυρίως σε μια πρωτοφανή εικόνα προσωποκεντρικών στρατηγικών έξω από κάθε όριο συλλογικότητας, έξω από κάθε συνθήκη κοινών πολιτικών στοχεύσεων. Τα υπέρ και τα κατά της κυβερνητικής εμπειρίας γρήγορα μετατράπηκαν σε φυγόκεντρες επιλογές με βάση το δίλημμα “με τη κυβέρνηση ή με τον ΣΥΡΙΖΑ” και όχι σε μια πολύτιμη γνώση που μπορεί να συνδυάζει τις εναλλακτικές προτάσεις με το κριτήριο του ρεαλισμού.

Αυτή όμως είναι δυστυχώς και η εικόνα όλης της κεντροαριστεράς. Προσωπικές στρατηγικές πολιτικής επιβίωσης, προσωπικές διαπραγματεύσεις για μεταγραφές, υποτίμηση των συλλογικών αξιών. Δεν εξαιρείται ούτε το ΠΟΤΑΜΙ που επιδιώκει τη συσπείρωση ενός ετερογενούς προσωπικού με όρους ενός νέου κομματικού παραγοντισμού.

Στη σκληρή αυτή πραγματικότητα οφείλουμε να συνυπολογίσουμε την αδυναμία να διατυπωθεί ένα εναλλακτικό σχέδιο προς τις ασκούμενες πολιτικές πράγμα που διευκόλυνε την ανασύσταση του δικομματισμού και κυρίως την ραγδαία άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ ο οποίος εκφράζει την αναγκαία αμφισβήτηση του σημερινού στάτους αλλά οδηγεί σε πεδία διακινδύνευσης την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας.

Αντί να καταβληθούν προσπάθειες για ένα ισχυρό σοσιαλδημοκρατικό πόλο με στόχο τη προοδευτική διακυβέρνηση είδαμε τη ρευστοποίηση του χώρου, μια απίστευτη κινητικότητα πολιτικών στελεχών χωρίς πυξίδα, χωρίς σύνορα. Εδώ φυσικά αναλογούν ευθύνες και στην ίδια τη ΔΗΜΑΡ.

Η πρόωρη προσφυγή στις κάλπες δεν έδωσε τη δυνατότητα – χρονική και πολιτική- να αναζητηθούν συγκλίσεις και προγραμματικές συμφωνίες.

Η προσπάθεια της συμφωνίας ΠΡΑΣΙΝΩΝ και ΔΗΜΑΡ μπορεί ωστόσο να δώσει ένα σινιάλο για τη κατεύθυνση ενός αυτόνομου πόλου ικανού να συμβάλλει στη προοδευτική διακυβέρνηση με όρους εναλλακτικότητας, ευρωπαϊσμού, οικολογικών οριζόντων.

Αυτό το εγχείρημα σηματοδοτεί την ανάγκη ενός προγραμματικού επαναπροσδιορισμού που ξεφεύγει από το “ούτε ΝΔ – ούτε ΣΥΡΙΖΑ” και διατυπώνει θετικές επιλογές που κινούνται όμως σταθερά απέναντι από τις ασκούμενες πολιτικές με τη νεοφιλελεύθερη σφραγίδα.

Πρόκειται για μια δύσκολη επιλογή. Έχει όμως μεγαλύτερο ενδιαφέρον από το που μπορεί κάποιος να εξασφαλίσει μια βουλευτική έδρα αλλά και από μια “λευκή επιταγή” για την αλλαγή!

Πηγή: Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ

Thursday, January 8, 2015

Οι συνεργασίες στην Αριστερά

Του Νίκου Κιάου

Επειδή ακούγονται, λέγονται και γράφονται διάφορα σχετικά με το θέμα των συνεργασιών του ΣΥΡΙΖΑ στις επικείμενες εκλογές της 25ης Ιανουαρίου, μια μικρή αναδρομή στην Ιστορία ίσως μπορεί να προστεθεί στον σχετικό προβληματισμό και ενδεχομένως να συμβάλει στην κατανόηση της πρακτικής αντιμετώπισης του θέματος.

Δεν χρειάζεται να ανατρέξουμε στο ΕΑΜ, πώς δημιουργήθηκε, από ποιες πολιτικές δυνάμεις και ποια ήταν η τεράστια και καθοριστική συμβολή του στον αγώνα του ελληνικού λαού κατά τη φασιστική και ναζιστική κατοχή.

Το 1951, μόλις δύο χρόνια μετά την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού στον εμφύλιο, ιδρύθηκε η ΕΔΑ, με πρωτοβουλία του εκτός νόμου, τότε, ΚΚΕ. Πρόεδρός της ήταν ο Γιάννης Πασαλίδης, Πόντιος βετεράνος μενσεβίκος στα χρόνια της Επανάστασης των Μπολσεβίκων.

Ο Γιάννης Πασαλίδης ήταν ιδρυτής του Σοσιαλιστικού Κόμματος Ελλάδος.

Μεταξύ των ιδρυτών της ΕΔΑ ήταν ο Μιχάλης Κύρκος, από το Δημοκρατικό Ριζοσπαστικό Κόμμα, οι Νεόκοσμος Γρηγοριάδης και Σταμ. Χατζήμπεης του Κόμματος Αριστερών Φιλελευθέρων, ο Δημοκρατικός Συναγερμός και, φυσικά, πολλά στελέχη του παράνομου ΚΚΕ, το οποίο και αποτέλεσε τη βασική ραχοκοκαλιά και τον κύριο καθοριστικό όγκο των μελών, οπαδών και ψηφοφόρων.

Στις εκλογές που ακολούθησαν όλα τα χρόνια ώς τη δικτατορία της 21ης Απριλίου (με το ΚΚΕ πάντοτε εκτός νόμου), η ΕΔΑ χάραξε από την αρχή την πολιτική των συνεργασιών με στελέχη, πολιτικούς από άλλους πολιτικούς χώρους, χωρίς να απουσιάζουν και πολιτικοί που βρέθηκαν καθαρά απέναντι στο ΚΚΕ τα προηγούμενα χρόνια. Εννοείται ότι η πολιτική αυτή είχε όχι μόνο την έγκριση του ΚΚΕ αλλά ήταν μάλλον δική του καθοδήγηση.

Δεν χρειάζεται να αναφερθούμε σε όλο το εύρος και το πλήθος των πολιτικών με τους οποίους συνεργάστηκε και οι οποίοι εξελέγησαν βουλευτές με τα ψηφοδέλτιά της. Ας πάρουμε ορισμένες ενδεικτικές περιπτώσεις του εύρους των συνεργασιών.

Ο Μιχάλης Κύρκος ήταν πατέρας του Λεωνίδα καθώς και του Τάκη και του Κώστα. Είχε εκλεγεί βουλευτής το 1923 του Κόμματος των Φιλελευθέρων, το 1926 της Ενωσης Φιλελευθέρων, το 1933 του Προοδευτικού Κόμματος του Γεωργίου Καρτάλη, το 1935 του Λαϊκού Κόμματος του Παναγή Τσαλδάρη και το 1951, το 1958, το 1963 της ΕΔΑ. Είχε αποχωρήσει από την ΕΔΑ λίγους μήνες μετά την εκλογή του το ‘51 και αργότερα επανήλθε. Το 1926 ήταν υπουργός Υγιεινής Προνοίας και Αντιλήψεως στην κυβέρνηση Ανδρέα Ζαΐμη (με υπουργούς επίσης, μεταξύ άλλων, τον Ιωάννη Μεταξά, τον Παναγή Τσαλδάρη, τον Θ. Τουρκοβασίλη) και το 1934 στην κυβέρνηση Παναγή Τσαλδάρη επίσης στο ίδιο υπουργείο (ήταν τότε που το παραχωρητήριο της έκτασης στη Νέα Φιλαδέλφεια στην ΑΕΚ για αθλητικές εγκαταστάσεις, για γήπεδο, έχει τη δική του υπογραφή).

Ο Σταμάτης Μερκούρης, πατέρας της Μελίνας Μερκούρη και γιος του Σπύρου Μερκούρη, συμμετείχε στην ίδρυση του Λαϊκού Κόμματος και το 1929 στο Εθνικό Ριζοσπαστικό Κόμμα του Γεωργίου Κονδύλη, ενώ από το 1936 ώς το 1939 εκτοπίστηκε από τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου του Ιωάννη Μεταξά.

Το 1950 εξελέγη βουλευτής της ΕΠΕΚ του Ν. Πλαστήρα, το 1952 προσχώρησε στον Ελληνικό Συναγερμό του Αλέξανδρου Παπάγου και εξελέγη βουλευτής, το 1956 ήταν υποψήφιος με την ΕΡΕ του Κων. Καραμανλή, όπως και το 1951 με το Κόμμα των Φιλελευθέρων, ενώ το 1958, το 1963 και το 1964 εξελέγη βουλευτής της ΕΔΑ.

Το 1935 ήταν υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ Γ. Κονδύλη, το 1945-47 υπουργός Δημοσίας Τάξεως στην κυβέρνηση Θ. Σοφούλη και το 1947 Δημοσίων Εργων.

Ο Ανδρέας Ζάκκας ήταν το 1945 υπουργός Εργασίας στην κυβέρνηση Πέτρου Βούλγαρη και μετά το ίδιο έτος υφυπουργός Εργασίας στην κυβέρνηση Θ. Σοφούλη.

Στα μέσα της δεκαετίας 1950 ήταν πρόεδρος της Ελληνικής Επιτροπής διά την Διεθνή Υφεσιν και την Ειρήνη (τη λεγόμενη Επιτροπή Ειρήνης με επιρροή σαφέστατα της ΕΔΑ) και το 1958 εξελέγη βουλευτής της ΕΔΑ.

Δεν χρειάζεται να αναφερθούν τόσοι και τόσοι βουλευτές της ΕΔΑ που δεν προέρχονταν από την Αριστερά.

Αξίζει μόνο για την Ιστορία να αναφερθεί το Σύμφωνο Σοφούλη - Σκλάβαινα, το 1936, από το Κόμμα των Φιλελευθέρων και το Παλλαϊκό Κόμμα (ΚΚΕ κ.λπ.) για να αποτραπεί η δικτατορία Μεταξά.

Επίσης, το 1985 το ΚΚΕ ψήφισε τον Χρ. Σαρτζετάκη Προέδρο της Δημοκρατίας, ο οποίος εξελέγη χάρη στην ψήφο του. Δεν είχε θέσει κανένα θέμα στο ΠΑΣΟΚ και έδωσε την ψήφο του (μάλλον) εν λευκώ.

Εξάλλου στον Ενιαίο Συνασπισμό το 1989 συμμετείχαν ο Απ. Λάζαρης, ο Μαν. Δρεττάκης, ο Στ. Γιώτας, πρώην υπουργοί του ΠΑΣΟΚ. Αυτά.

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Thursday, January 1, 2015

«Ο Μέγας Βασίλειος κι’ο Παραμορφωμένος Χριστιανισμός»


Του Φώτη Κόντογλου

Θέλω να μιλήσω για τον άγιο Bασίλειο, αλλά να μην πω τα συνηθισμένα που λένε όσοι γράφουνε γι’ αυτόν τον αληθινά Mέγαν άγιο. Προπάντων κάποιοι θεολόγοι φραγκοδιαβασμένοι, που δεν τους ενδιαφέρει σχεδόν καθόλου η αγιότητά του κ’ η κατά Θεόν σοφία του, αλλά η “θύραθεν” σοφία του, η γνώση που είχε στα ελληνικά γράμματα, στη ρητορική και στάλλα εφήμερα και εξωτερικά στολίδια αυτής της βαθειάς ψυχής, λησμονώντας τι γράφει ο απόστολος Παύλος για την κοσμική σοφία, που τη λέγει “μωρίαν παρά τω Θεώ”.

Για τους τέτοιους, η φιλοσοφία είναι σεβαστή, μάλιστα περισσότερο από τη θρησκεία κι’ ας θέλουνε να το κρύψουνε, η επιστήμη πιο πειστική από την πίστη, η αρχαιότης πιο σπουδαίο οικόσημο από τον Xριστιανισμό. Γι’ αυτό, όλα τα μετράνε μ’ αυτά τα μέτρα. H αξία των αγίων Πατέρων δεν έγκειται στην αγιότητά τους, αλλά στο κατά πόσον είναι δεινοί ρήτορες, δεινοί συζητηταί, δυνατοί στο μυαλό, μ’ ένα σύντομον λόγο, κατά πόσον έχουνε όσα εκτιμούσε και εκτιμά η αμαρτωλή ανθρωπότητα κι’ όσα είναι ή περιττά για το χριστιανό, ή βλαβερά, κατά το Eυαγγέλιο. Mα δεν πάει να λέγη το Eυαγγέλιο! Aυτοί οι διδάσκαλοι του λαού δεν ρωτάνε τίποτα, αυτοί τραβάνε το χαβά τους.

Tον Παύλο, που είχε πη χίλιες φορές και κατά χίλιους τρόπους πως η γλωσσική επιτηδειότητα δηλ. η ρητορεία, είναι ψεύτικη και δεν τη θέλει ο Xριστός, αυτοί, σώνει και καλά, με το ζόρι, τον ανακηρύξανε “μέγαν ρήτορα”, αυτόν που είπε λ.χ. “ου γαρ απέστειλέ με ο Xριστός βαπτίζειν, αλλ’ ευαγγελίζεσθαι, ουκ εν σοφία λόγου, ίνα μη κενωθή ο σταυρός του Xριστού”, και που γράφει στους Kολοσσαείς: “Bλέπετε (προσέξετε) μη τις υμάς έσται ο συλαγωγών δια της φιλοσοφίας και κενής απάτης, κατά την παράδοσιν των ανθρώπων, κατά τα στοιχεία του κόσμου, και ου κατά Xριστόν”. Aυτοί όμως που εξηγούνε στο λαό την Aγία Γραφή, είναι κουφοί και τυφλοί, ή κάνουνε πως δεν ακούνε και δεν βλέπουνε, κι’ αυτόν που είπε πως η φιλοσοφία είναι “κενή απάτη”, τον ανακηρύξανε μέγαν φιλόσοφον, στοχαστήν, τετραπέρατον εγκέφαλον “κατά την παράδοσιν των ανθρώπων, κατά τα στοιχεία του κόσμου, και ου κατά Xριστόν”. Θέλουνε να τον κάνουνε “εφάμιλλον των αρχαίων φιλοσόφων οίτινες εδόξασαν την ανθρωπότητα”, ώστε να έχη κι’ ο Xριστιανισμός κάποιους μεγάλους νόας κι’ όχι μοναχά τους πτωχούς τω πνεύματι, τα φτωχαδάκια, τους αγράμματους Aποστόλους, τους απλοϊκούς ασκητάδες, τους ευκολόπιστους μάρτυρες και αγίους.

Tους τέτοιους ψευτοχριστιανούς τούς τρώγει η περηφάνια, η κοσμική ματαιοδοξία, επειδή είναι αυτοί που λέγει ο ίδιος ο Παύλος “εική φυσιούμενοι υπό του νοός της σαρκός αυτών”, και “εν σαρκί όντες” και τα σαρκικά τιμώντες, θέλουν “Θεώ αρέσει”. Tον Παύλο που είπε τον φοβερό τούτον λόγο “παν ό ουκ εκ πίστεως, αμαρτία εστίν” δηλ. “ό,τι δεν προέρχεται από την πίστη, είναι αμαρτία”, με τη μικρόλογη διάνοιά τους, τον κατεβάσανε στα μέτρα τους, κάνοντάς τον λογοκόπο ρήτορα, φιλόσοφο, κοινωνιολόγο, πολιτικό, διοργανωτή, ψυχολόγο, παιδαγωγό, καιροσκόπο, επειδή αυτά καταλαβαίνουνε, κι’ αυτά είναι οι πιο μεγάλοι τίτλοι που μπορούνε να φαντασθούνε. Mε πιο γερά λόγια και πιο καθαρά, ζωηρά και τρανταχτά, δεν μπορούσε να τους πη αυτά τα πράγματα κανένα στόμα, παρεκτός από τον Παύλο, και όμως δεν πήρανε χαμπάρι οι καινούριοι γραμματείς. Aς είναι τα λόγια του σαν σφυριά που κοπανάνε τα ξερά καύκαλά τους, εκείνοι: το γουδί το γουδοχέρι. Άκουσε πώς μιλά ο Παύλος για την αρχαία σοφία: “Eπειδή (γαρ) εν τη σοφία του Θεού ουκ έγνω ο κόσμος δια της σοφίας (φιλοσοφίας) τον Θεόν, ευδόκησεν ο Θεός δια της μωρίας του κηρύγματος σώσαι τους πιστεύοντας. Eπειδή και Iουδαίοι σημείον αιτούσι, και Έλληνες σοφίαν ζητούσιν, ημείς δε κηρύσσομεν Xριστόν εσταυρωμένον, Iουδαίοις μεν σκάνδαλον, Έλλησι δε μωρίαν…”. Λοιπόν, ιδού τι λέγει ο Παύλος και τι διδάσκουνε οι εξηγητές του Eυαγγελίου και του ίδιου του Παύλου, δηλαδή τη μεμωραμένη σοφία, που θεωρεί τη διδασκαλία του Xριστού μωρία.

Δείχνω μεγάλη επιμονή σ’ αυτό το ζήτημα, γιατί αυτοί που θέλουνε να νοθέψουνε το κατακάθαρο νερό του Eυαγγελίου, “το ύδωρ το ζων το αλλόμενον εις ζωήν αιώνιον”, με τα βαλτόνερα της γνώσης και της αρχαίας φιλοσοφίας που πίνανε κείνον τον καιρό οι ταλαίπωροι άνθρωποι, “οι μη έχοντες ελπίδα”, χωρίς να ξεδιψάσουνε, αυτοί λοιπόν οι τυφλοί οδηγοί στραβώνουνε τον κόσμο, και γίνουνται αιτία με τις θεωρίες τους να πέφτουνε οι νέοι στην απιστία, γιατί ψυχές που θρέφονται με την “κενή απάτη”, πού θα καταντήσουνε παρά στην απιστία, ομολογημένη ή ανομολόγητη;

Όλα αυτά προέρχονται από τον παραμορφωμένο Xριστιανισμό που μαθαίνουν όσοι δασκαλεύονται στα πανεπιστήμια της Δύσης, που είναι η πατρίδα του ορθολογισμού και του ουμανισμού, κ’ ύστερα τον φέρνουνε αυτό τον ορθολογιστικό Xριστιανισμό σ’ εμάς. Γιατί έχουμε την κατάρα να μαθαίνουνε όλα τα δικά μας από τους ξένους, ακόμα και την αρχαία γλώσσα.

Γυρίζω πάλι στον Παύλο, για να πάρω απ’ αυτόν κι’ άλλα θεόπνευστα λόγια που βγάζουνε ψεύτες αυτούς τους φραγκοσπουδασμένους ουμανίστες ψευτοχριστιανούς. Kαι παίρνω όλο λόγια του Παύλου, γιατί σ’ αυτόν τον άγιο φανερώνουνε την περισσότερη εκτίμησή τους, επειδή, με τα μέτρα που τον κρίνουνε, βρίσκουνε σ’ αυτόν περισσότερη εγκόσμια γνώση, κοινωνική δραστηριότητα, ρητορική δεινότητα, μεθοδικότητα, ψυχολογική cξύτητα, κι’ ένα σωρό άλλα τέτοια που τα εκτιμούνε πολύ, χωρίς να μπορούνε να δούνε οι θεότυφλοι πως ο Παύλος είναι ο μεγαλύτερος και σφοδρότερος εχθρός και κατακριτής της στραβής αντίληψης που έχουνε για τη χριστιανική θρησκεία.

Γράφει λοιπόν ο θεόγλωσσος Παύλος και ρωτά: “Πού σοφός; Πού γραμματεύς; Πού συζητητής του αιώνος τούτου; (δηλ. της κοσμικής σοφίας). Oυχί εμώρανεν ο Θεός την σοφίαν του κόσμου τούτου;” Σαν να λέγη: “Ποιος από τους σοφούς του κόσμου τούτου, από τους φιλοσόφους και τους δεινούς συζητητάς, με τη διαλεκτική τους, θα μπορέση να συζητήση, ή καν να καταλάβη αυτά που λέμε εμείς οι μωροί, εμείς που δεν γνωρίζουμε τα μαστορικά γυρίσματα της διαλεκτικής, εμείς οι απαίδευτοι ανατολίτες, κι’ όχι κατά βάθος εμείς, αλλά αυτά που λέγει το Πνεύμα το Άγιον με το στόμα μας;”

Kαι παρακάτω γράφει: “Σοφίαν δε λαλούμεν εν τοις τελείοις, σοφίαν δε ου του αιώνος τούτου, ουδέ των αρχόντων του αιώνος τούτου, των καταργουμένων”. Ποιοι είναι οι άρχοντες του αιώνος τούτου, οι καταργούμενοι, παρά οι φιλόσοφοι κ’ οι ρήτορες κ’ οι άλλοι λογής-λογής μαστόροι της κοσμικής λογοτεχνίας, που τα σκοτεινά φώτα τους, λένε οι τυφλοί διδάσκαλοι του λαού πως χρειάζονται στο χριστιανό, σαν να μην τους φθάνη το φως του Eυαγγελίου, που λέγει “αν το φως που έχουνε μέσα τους (οι τέτοιοι) είναι σκοτάδι, το σκοτάδι τους πόσο πρέπει να είναι;”

Λοιπόν, κατά το πνεύμα “του αιώνος τούτου του καταργουμένου” εορτάζουνε και δοξάζουνε και τον άγιον Bασίλειον, όχι σαν άγιον και αγωνιστή της αληθινής θρησκείας, αλλά σαν συγγραφέα “καλλιεπών συγγραμμάτων”, “σοφόν ηθικολόγον και παιδαγωγόν, λάτρην της ελληνικής σοφίας”.

Aλλά πόσο σύμφωνος είναι ο άγιος με κείνους που τον δοξάζουνε για την ελληνομάθειά του και για την εκτίμηση που είχε στην αρχαία σοφία, το φανερώνουνε τα παρακάτω λόγια από μια επιστολή που έγραψε στον Eυστάθιο επίσκοπο Σεβαστείας:


“Eγώ, γράφει, αφού ξόδεψα πολύν καιρόν στα μάταια πράγματα, κι’ αφού όλη σχεδόν τη νεότητά μου τη χάλασα με το να κοπιάζω για πράγματα ανώφελα (αδιαφόρετα), καταγινόμενος να μελετώ τα μαθήματα της “παρά του Θεού μωρανθείσης σοφίας”, επειδή κάποτε ξύπνησα σαν να κοιμόμουνα σε βαθύν ύπνο, και άνοιξα τα μάτια μου στο θαυμαστό φως της αληθείας του Eυαγγελίου κ’ είδα καλά πως ήτανε άχρηστη “η σοφία των αρχόντων του αιώνος τούτου των καταργουμένων”, αφού έκλαψα πολύ για την ελεεινή ζωή μου, παρακαλούσα το Θεό να με χειροκρατήση για να φωτισθώ στα δόγματα της ευσέβειας. Kαι πριν απ’ όλα προσπάθησα να αποκτήσω κάποια ηθική διόρθωση, επειδή είχε πάθει μεγάλη διαστροφή η ψυχή μου από τη συναναστροφή μου με τους κακούς ανθρώπους. Διάβασα λοιπόν το Eυαγγέλιο, και σαν είδα πως εκεί μέσα είναι γραμμένο πως συντείνει πολύ στη σωτηρία του ανθρώπου το να πουλήση τα υπάρχοντά του και να τα μοιράση στους φτωχούς αδελφούς του και να ζη χωρίς να φροντίζη καθόλου για τούτη τη ζωή, και να μην προσηλώνεται η ψυχή στα επίγεια από καμμιά συμπάθεια, παρακαλούσα να εύρω κάποιον από τους αδελφούς που να διάλεξε αυτόν το δρόμο στη ζωή του, ώστε, μαζί μ’ αυτόν, να ταξιδέψω και να περάσω τούτη την περαστική φουρτούνα της ζωής”.

Aλλά ποιος δίνει σημασία σ’ αυτά που λέγει ο Mέγας Bασίλειος; Hμείς κάναμε ένα δικό μας Xριστιανισμό, ένα βολικό, έναν ανθρωπινό και λογικό Xριστιανισμό, όπως λέγει ο μεγάλος Iεροεξεταστής του Nτοστογιέφσκη, γιατί ο Xριστιανισμός που δίδαξε ο Xριστός είναι ανεφάρμοστος, απάνθρωπος. Eμείς, αντί ν’ ανέβουμε προς τον Xριστό, που λέγει “εγώ σαν υψωθώ, θα σας τραβήξω όλους προς εμένα”, τον κατεβάσαμε εκεί που βρισκόμαστε εμείς, και κάναμε ένα Xριστιανισμό σύμφωνο με τις αδυναμίες μας, με τα πάθη μας, με τις κοσμικές φιλοδοξίες μας, και δώσαμε και στους αγίους τα προσόντα που εκτιμούμε και που θαυμάζει η υλοφροσύνη μας, τους κάναμε φιλοσόφους, ρήτορας, πολιτικούς, ψυχολόγους, κοινωνιολόγους, παιδαγωγούς, επιστήμονες κ.λπ. O μεγάλος Iεροεξεταστής, σαν πήγανε μπροστά του τον Xριστό (που πρόσταξε να τον πιάσουνε, επειδή ξανακατέβηκε στη γη και τον ακολουθούσε ο κόσμος), του είπε: “Tον καιρό που ήρθες στον κόσμο έφερες στους ανθρώπους μια θρησκεία σκληρή, ανεφάρμοστη, απάνθρωπη. Eμείς την κάναμε βολική, ανθρωπινή. Tι ξαναήρθες να κάνης πάλι στον κόσμο; Nα μας τη χαλάσης, μόλις τη βάλαμε στο δρόμο; Γι’ αυτό, θα διατάξω να σε κάψουνε εν ονόματί σου, σαν αιρετικόν”.

O βολικός, ο ανθρωπινός Xριστιανισμός, αυτό το ανθρώπινο κατασκεύασμα, είναι η συχαμερή παραμόρφωση που έπαθε το Eυαγγέλιο από την πονηρή υλοφροσύνη της σαρκός.

Του Φώτη Κόντογλου (Γίγαντες Ταπεινοί, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2000)

Επίσης διαβάστε: "Το επαναστατικό μήνυμα των Τριών Ιεραρχών και η εποχή μας" Του Ανδρέα Αργυρόπουλου

Wednesday, December 17, 2014

Ο πάσχων Θεός, ο σύντροφος Θεός

Του Θανάση Ν. Παπαθανασίου* 

Ο Ελιέζερ Βίζελ επέζησε. Επέζησε της φρίκης στο Άουσβιτς και στο Μπούχενβαλτ, όπου βρέθηκε κρατούμενος σε ηλικία δεκαπέντε με δεκάξι ετών. Χρόνια αργότερα, μετά από πολύπλοκες διαδρομές, μίλησε συγκλονιστικά μέσα από το βιβλίο του υπό τον χαρακτηριστικό τίτλο «Νύχτα». Στέκομαι σε ένα σημείο του: Μια μέρα τα Ες-Ες απαγχόνισαν τρεις εβραίους, δυο άντρες κι ένα αγόρι, μπροστά σ’ όλους τους φυλακισμένους. Ιδίως η μοίρα του αγοριού πάγωσε τους παραταγμένους θεατές.

«Πού είναι ο φιλεύσπλαχνος Θεός; Πού είναι;», ρώτησε κάποιος πίσω μου […]. Μετά από λίγο ήρθε η ώρα να παρελάσουμε μπροστά από τα θύματα. Οι δυο άντρες είχαν πεθάνει. Οι γλώσσες τους κρέμονταν έξω, πρησμένες και μαβιές. Όμως η τρίτη κρεμάλα ακόμη κουνιόταν: το παιδί […] ακόμα ανέπνεε. Κι αυτό συνεχίστηκε για πάνω από μισή ώρα, με το παιδί σε ρόγχο μεταξύ ζωής και θανάτου, να σπαρταράει μπροστά στα μάτια μας […]. Ακόμη ζούσε όταν πέρασα από μπρος του. Η γλώσσα του ήταν ακόμη κόκκινη και τα μάτια του δεν είχαν σβήσει ακόμη. Από πίσω μου άκουσα τον ίδιο άντρα να ρωτά: «Για τ’ όνομα του Θεού, πού είναι ο Θεός;»[1].

Τι μας μεταφέρει εδώ ο Βίζελ; Την αμηχανία, το αδιέξοδο μπροστά στο απόλυτο κακό. Την σπαραχτική αμηχανία που οδηγείται στο ερώτημα: Τι κάνει ο Θεός μπροστά στον ανυπόφορο πόνο και στο αδιανόητο άδικο; Απλά παρατηρεί;

Προδήλως υπάρχουν άνθρωποι που θεωρούν βλάσφημο ένα τέτοιο ερώτημα. Και όμως, αν πρόκειται για πραγματική κραυγή κι όχι για ρητορικό σχήμα, τότε είναι ερώτημα που μόνο πιστός μπορεί να ξεστομίσει· άνθρωπος που πιστεύει στον Θεό και του λείπει ο Θεός. Είναι ερώτημα βγαλμένο από τα έγκατα της θρησκευτικής εμπειρίας, βιωμένο από αμέτρητους τυραννισμένους σε αμέτρητες εποχές και τόπους, το οποίο όμως τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης το κατέστησαν εμβληματικό. Είναι η κραυγή του Ιερεμία και η κραυγή του Δαβίδ, που θέτουν το αρχαίο ερώτημα για την αρχαία αγωνία:

Κύριε, εσύ είσαι δίκαιος. Πώς μπορώ να διαμαρτυρηθώ εναντίον σου; Όμως θέλω να σε ρωτήσω κάτι σχετικά με τη δικαιοσύνη: Γιατί ευτυχούν οι ασεβείς; [2]

Ως πότε, Κύριε, οι ασεβείς, ως πότε οι ασεβείς θα θριαμβεύουν; [...] Τσακίζουν, Κύριε, το λαό σου, καταπιέζουνε εκείνους που σου ανήκουν. Χήρες και ξένους εξοντώνουν, και τα ορφανά δολοφονούν. Λένε: «Δε βλέπει ο Κύριος· τίποτα δεν καταλαβαίνει ο Θεός του Ιακώβ»[3].

Είναι το περίφημο ερώτημα της θεοδικίας: Πώς συμβιβάζεται η κυριαρχία του κακού στον κόσμο, με την ύπαρξη ενός Θεού που είναι πανάγαθος και παντοδύναμος; Απαντήσεις έχουν δοκιμαστεί πάμπολλες. Όσο, όμως, συμπαγείς κι αν είναι, παραμένει, πέρα από κάθε θεολογική εκλογίκευση, κάτι εντελώς δυσβάστακτο: Το να καλπάζει ανεμπόδιστη η ανείπωτη οδύνη, και ο Θεός να φαίνεται ότι παρακολουθεί βουβός την αγωνία των θυμάτων.

Το ερώτημα το συναντάμε κάπως και στη Μεγάλη βδομάδα. Ο Χριστός οδεύει προς τη σταύρωσή του. Περνά μπροστά από τη μητέρα του, η οποία σπαράζει: «Δος μοι λόγον, Λόγε. Μη σιγών παρέλθεις με»[4]. Μπορεί να είναι η κραυγή όλων των μανάδων που είδαν τα παιδιά τους να πεθαίνουν πριν από αυτές. Αλλά ο Χριστός την προσπερνά σιωπηρός. Λίγο αργότερα, επί του σταυρού, ο ίδιος κραυγάζει: «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;». Το αξιοπαρατήρητο είναι ότι αυτά τα λόγια του Χριστού είναι απόσπασμα από τον 22ο Ψαλμό, ο οποίος αποτελείται από δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος ο δίκαιος παραπονείται στο Θεό για εγκατάλειψη. Στο δεύτερο μέρος, αφήνεται στο Θεό με εμπιστοσύνη. Ο Χριστός, όμως, επί του σταυρού χρησιμοποίησε μόνο το πρώτο μέρος του Ψαλμού· εξέφρασε μόνο την εγκατάλειψη[5]. Και ενώ στη βάπτιση είχε ακουστεί η φωνή του Πατρός, και ενώ πριν από τον Μυστικό Δείπνο ο Πατέρας επίσης διαβεβαίωσε ότι το πάθος του Υιού θα ήταν ο δοξασμός του, κατά την αγωνία επί του σταυρού δεν έρχεται φωνή εξ ουρανού. Βρισκόμαστε στα έγκατα ενός μυστηρίου.

Ξαναγυρίζω στην αφήγηση του Βίζελ και συνεχίζω από το σημείο όπου σταμάτησα, από το ψιθυριστό ερώτημα, δηλαδή, «Πού είναι τώρα ο Θεός;»: Και τότε άκουσα μέσα μου μια φωνή να απαντά: «Πού είναι; Εδώ ακριβώς είναι. Κρέμεται σ’ αυτές τις αγχόνες»[6].

Την απάντηση αυτή μπορεί κάποιος να την εννοήσει ως θανάτωση – εκμηδένιση του Θεού, δηλαδή ως πραγματική απόσυρση και απουσία του στο εξής από την ανθρώπινη ζωή. Ο ίδιος ο Βίζελ βίωσε έναν τέτοιο μηδενισμό, ζώντας, συν τοις άλλοις, την κατάρρευση και εν τέλει τον θάνατο του συγκρατούμενου πατέρα του, τον οποίο μάταια ο έφηβος Ελιέζερ πάσχισε να βοηθήσει[7]. Αλλά και μετά από πολλά χρόνια, ήταν χαρακτηριστικός ο διάλογος που καταγράφει ο Βίζελ στα απομνημονεύματά του. Ρώτησε ο ίδιος τον ραβίνο: «Πώς μπορείς να πιστεύεις στον Θεό μετά το Άουσβιτς;». Και ο ραβίνος του απάντησε, «Πώς μπορείς να μην πιστεύεις στον Θεό μετά το Άουσβιτς;», εξηγώντας ότι μόνο στον Θεό μπορεί να πιστεύει κανείς από τη ώρα που στο Άουσβιτς αχρειώθηκε και ηττήθηκε η ανθρωπότητα. Ο Βίζελ δέχτηκε τα λόγια του ως άλλο ένα ερώτημα, τα απέρριψε όμως ως απάντηση[8].

Ωστόσο, η θανάτωση του Θεού μπορεί πράγματι να διαβαστεί διαφορετικά, και να ανοίξουν άλλοι ορίζοντες – χωρίς πάντως αυτό να σημαίνει ότι πρόκειται για εύκολο εγχείρημα.

Η ματιά μας χρειάζεται να στραφεί ακριβώς σ’ αυτόν που κρέμεται στην αγχόνη ή, αλλιώς, σ’ αυτόν που κρεμάται επί ξύλου. Είναι το παράδοξο του Σταυρού. Γιατί άραγε ο Χριστός δεν έμεινε απέθαντος; Ή, γιατί δεν πέθανε σε βαθειά γηρατειά έναν θάνατο ήρεμο και τιμημένο, περίπου σαν αυτόν που ονειρεύεται ο Βάρναλης στη «Μάνα του Χριστού», περιτριγυρισμένος από αγαπημένα πρόσωπα;[9] Το κλειδί ίσως βρίσκεται ακριβώς εδώ: Ο Χριστός ήρθε για πόλεμο. Ήρθε για να καταστρέψει τα έργα του διαβόλου[10]. Και ενώ είχε την εξουσία να μην πεθάνει καν, πεθαίνει θάνατο με τα πιο ακραία χαρακτηριστικά: θάνατο οδυνηρό, ατιμωτικό και σε εγκατάλειψη. Γιατί; Διότι αυτή είναι η ανθρώπινη κατάσταση. Αν ο Χριστός πέθαινε άλλον θάνατο, τότε η ενανθρώπισή του δεν θα ήταν πλήρης. Δεν θα είχε προσλάβει την πληρότητα του ανθρώπου, τις εσχατιές της ανθρώπινης ζωής, την άβυσσο του παράλογου που τυραννά τον άνθρωπο. Ο Χριστός φορτώθηκε εκούσια στον εαυτό του το τραγικό, για να διανοίξει στο τραγικό μιαν ενδοχώρα, την οποία αυτό από μόνο του δεν έχει. Αν το τραγικό δεν το συναντήσει ο ίδιος ο Θεός, αν ενδοχώρα δεν γίνει η ίδια η ζωή του Θεού, τότε το τραγικό θα είναι το τέρμα των πάντων.

Ποιος, λοιπόν, κρεμάστηκε στον σταυρό; Που σημαίνει, ποιος αναμετρήθηκε με το τραγικό αυτοπροσώπως; Ποιος έπαθε;

Η απάντηση που συχνά δίνεται, είναι ότι επί του σταυρού ο Χριστός έπαθε ως άνθρωπος, αλλά ως Θεός έμεινε απαθής, αφού δεν μπορεί να υπάρξει πάθος, οδύνη και άρα μεταβολή στον Θεό. Η σκέψη αυτή έχει πολύ παλιές ρίζες. Ήδη το αντάμωμα της Εκκλησίας με τον ελληνορωμαϊκό κόσμο είχε δημιουργήσει μια ένταση, ένα ερώτημα, μια διελκυστίνδα.

Από τη μια, ο Θεός της Βίβλου παρουσιάζεται ως ένας Θεός σε κίνηση, σε δράση, ένας Θεός εργαζόμενος και ζηλωτής. Ένας Θεός που σε άλλα σημεία της Παλαιάς Διαθήκης εμφανίζεται να έχει αμετάβλητες αποφάσεις, και άλλοτε εμφανίζεται να αλλάζει γνώμη – κι αυτή η αλλαγή (η σπλαχνική, μάλιστα, αλλαγή) είναι ακριβώς αυτό που θλίβει τον Ιωνά, όταν διαπιστώνει ότι ο Κύριος τελικά δεν θα καταστρέψει τους Νινευίτες, όπως είχε προαναγγείλει[11]. Σε κάθε περίπτωση, μέσα από ένα μπαράζ ποιητικών και ανθρωποπαθών εκφράσεων η Βίβλος δίνει τη διαβεβαίωση ότι ο Θεός δεν είναι μια ουσία αδρανής και άσχετη προς την ιστορία.

Ο Θεός των φιλοσόφων, από την άλλη, εδραζόταν στην ιδέα ότι για να είναι Θεός ο Θεός δεν μπορεί να γνωρίζει οιαδήποτε κίνηση, αλλαγή, πάθος. Αυτή η φιλοσοφική αντίληψη φαινόταν να ενισχύει τις όποιες εβραϊκές τάσεις υπέρ ενός απαθούς Θεού. Δεν είναι τυχαίο ότι ο πρώτος που έγραψε πραγματεία περί του αμεταβλήτου του Θεού ήταν ο Φίλων ο Ιουδαίος (20 πΧ – 50 μΧ), ο οποίος, ως γνωστόν προσπάθησε να συγκεράσει την ελληνιστική φιλοσοφία με τον Ιουδαϊσμό[12].

Έτσι, στο διάβα των αιώνων, συχνά τονίστηκε εξαιρετικά το απαθές του Θεού, σε αντιδιαστολή προς το παθητό της ανθρώπινης φύσης του σαρκωμένου Υιού[13]. Σα να λέμε ότι ο άνθρωπος Ιησούς πάσχει, ο Υιός όμως απλώς παρακολουθεί. Η στατικότητα αναδεικνυόταν σε κύριο χαρακτηριστικό του Θεού, για να εξασφαλιστεί η πληρότητά του: το ανενδεές και το αμετάβλητό του. Αυτή όμως η στατικότητα έφερε τον Θεό σε αγεφύρωτη απόσταση από τον άνθρωπο, και ιδίως σε στιγμές όπου η ανθρώπινη τραγικότητα κορυφωνόταν μέσα στο αίμα, τον πόνο και το παράλογο.

Μετά, λοιπόν, την εμπειρία του Άουσβιτς, και αντιδρώντας στην ιδέα ενός αμέτοχου Θεού, σημαντικοί θεολόγοι όπως οι ρωμαιοκαθολικοί Χέριμπερτ Μύλεν (1927 – 2006) και Χανς Κυνγκ (1928- ), οι προτεστάντες Γιούργκεν Μόλτμαν (1926- ) και Τσόαν-Σεν Σονγκ (1929- ), και άλλοι, μίλησαν, με διαφορετικές εμφάσεις ο καθένας, για πάθος του Θεού ή για πάθος της θεότητας, ακόμα και για μεταβολή του ίδιου του Θεού[14]. Σε διάλογο με ορισμένους από αυτούς από Ορθόδοξης πλευράς ήρθε ο π. Δημήτριος Στανιλοάε (1903-1993), σε άλλα σημεία συμφωνώντας και σε άλλα διαφωνώντας, όπως θα δούμε παρακάτω. Αλλά ας ξεκινήσουμε με μια ψηλάφηση της Ορθόδοξης αυτοσυνειδησίας (η οποία συχνά θολώνει σε αλαζονεία).

Το περισπούδαστο βιβλίο του Μόλτμαν επιγράφεται Ο σταυρωμένος Θεός[15]. «Βλασφημία!», μου είπε κάποιος ευσεβής φίλος προ καιρού, όταν του το ανέφερα. «Εσταυρωμένος άνθρωπος ναι, εσταυρωμένος Θεός ποτέ»! Δεν του ζήτησα να διαβάσει το βιβλίο. Του ζήτησα μόνο να σκύψει στη Ορθόδοξη παράδοση. Και να προσέξει ότι τη Μεγάλη Πέμπτη οι πιστοί απευθύνονται στον Χριστό περίπου με τον τίτλο του βιβλίου του Μόλτμαν, λέγοντας: «Σε τον σταυρωθέντα Θεόν ημών υμνούμεν»[16]. Ακόμα παραπέρα: τη Μεγάλη Πέμπτη θα ακούσουμε τον συγκλονιστικό ύμνο: «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου ο εν ύδασι την γην κρεμάσας». Ποιος, λέει ο ύμνος, ότι κρεμάται επί ξύλου; Ο άνθρωπος Ιησούς; Όχι. Ο εν ύδασι την γην κρεμάσας κάποτε, δηλαδή ο δημιουργός· ο Θεός. Και πώς ονομάζει, τη Μεγάλη Παρασκευή η υμνολογία μας την ταφή του Χριστού; Ταφή ενός άδειου κουφαριού; Όχι! Την ονομάζει «θεόσωμον ταφήν». Η υμνολογία, δηλαδή, μιλά για συμμετοχή του ίδιου του Θεού (του Υιού, δηλαδή) στο πάθος!

Μήπως, όμως, αυτές οι εκφράσεις της υμνολογίας δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη κυριολεκτικά; Μήπως λένε και δυο λόγια παραπάνω, λόγω ποιητικής αδείας; Νομίζω πως συμβαίνει το αντίθετο! Οι ύμνοι αυτοί (και είναι δεκάδες στις μεγαλοβδομαδιάτικες ακολουθίες) αποτυπώνουν ολοζώντανα την καρδιά του μυστηρίου, όπως αυτή έχει εκφραστεί σε μια από τις αρχαιότερες ομολογίες της πρώτης Εκκλησίας, η οποία παραδόθηκε στον Παύλο, ο οποίος και μας την παρέδωσε κατόπιν: «Ο Χριστός πέθανε, σύμφωνα με τις Γραφές, για τις αμαρτίες μας»[17].

Σε σχέση με αυτές τις δύο αντίθετες τάσεις (αφ’ ενός τη φιλοσοφική εννόηση του Θεού ως ακίνητης ουσίας, και αφ’ ετέρου σύγχρονες θεολογίες του οικουμενικού χώρου που μιλούν για έναν θεό προσωπικό μεν, αλλά ανολοκλήρωτο, ο οποίος μεταβάλλεται και είναι εν τω γίγνεσθαι), η Ορθόδοξη θεολογία καλείται να διαλεχθεί, να μαρτυρήσει και να γονιμοποιήσει δυναμικά στοιχεία της παράδοσής της. Θα προσπαθήσω να επισημάνω κάποια.

Η δογματική μάς λέει ότι στην περίπτωση του Χριστού η ένωση των δύο φύσεων (της θεϊκής και της ανθρώπινης) είναι υποστατική. Πράγμα που σημαίνει ότι ο Χριστός είναι μίαυπόσταση, ένα πρόσωπο, με δύο φύσεις. Επί του σταυρού, λοιπόν, έπαθε ο Θεάνθρωπος – όχι απλώς ένας άνθρωπος ονόματι Ιησούς. Έτσι, κατά έναν μυστήριο τρόπο, ο ίδιος ο Θεός συμμετείχε στην οδύνη και το πάθος, χωρίς ταυτόχρονα να υφίσταται αλλοίωση η θεία φύση του. Είναι ένα μυστήριο ασύλληπτο, το οποίο όμως διασφαλίζει την πληρότητα του Θεού αλλά και την αληθινή συμμετοχή του στη ιστορία.

Δε το χωράει ο νους του ανθρώπου, αλλά αυτή είναι η μαρτυρία της εκκλησιαστικής εμπειρίας από τον Βιβλικό Θεό. «Έκστηθι φρίττων, ουρανέ», ψάλλεται το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής, «και σαλευθήτωσαν τα θεμέλια της γης. Ιδού γαρ, εν νεκροίς λογίζεται ο εν υψίστοις οικών και τάφω σμικρώ ξενοδοχείται» [μτφρ: «Άλλαξε όψη, ουρανέ, από τη φρίκη σου, και τα θεμέλια της γης ας τρανταχτούν. Γιατί αυτός που σ’ απέραντα ύψη κατοικεί, μ’ όλους τους πεθαμένους λογαριάζεται και σε μικρό και ξένο τάφο καταλύει»][18].

Τη μυστήρια συμμετοχή του Θεού στο πάθος τη φωτίζει κάπως ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο της δογματικής παράδοσης: η αντίδοση ιδιωμάτων των δύο φύσεων του Χριστού[19].

Αντίδοση ιδιωμάτων σημαίνει ότι οι ιδιότητες καθεμιάς από τις δύο φύσεις του Θεανθρώπου δεν μένουν περίκλειστες στην αντίστοιχη φύση, αλλά τελούν σε όσμωση, σε αλληλοπεριχώρηση μεταξύ τους. Έτσι, «κάθε τι που έκανε [ο Χριστός] ως άνθρωπος, ήταν εξ ίσου θεία πράξη, αλλά αυτός που ενεργούσε δεν ήταν η θεία φύση. Ενεργούσε το συγκεκριμένο πρόσωπο· ήταν όλα πράξεις του Υιού» [20].

Αυτού του είδους ο θεοπασχητισμός (ο Ορθόδοξος θεοπασχητισμός), λοιπόν, αφορά το πρόσωπο του Χριστού. Ο Θεός Υιός έζησε το πάθος, διότι είναι αυτός που ενανθρώπησε. Αυτό επιβεβαιώνεται και από άλλες εκβολές της δογματικής παράδοσης. Οι Πατέρες, λ.χ., επέμειναν ότι αυτός τον οποίο γέννησε η Θεοτόκος δεν ήταν μια ανθρώπινη υπόσταση, αλλά ο ίδιος ο Θεός Λόγος (το δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδας), η ανθρώπινη φύση του οποίου ήταν από το πρώτο δευτερόλεπτο αδιαίρετα ενωμένη με τη θεότητά του. Ακριβώς υπ’ αυτό το πρίσμα η Παναγία αποκαλείται «Θεοτόκος», και αυτοί που σταύρωσαν τον Χριστό αποκαλούνται «θεοκτόνοι».

Χαρακτηριστικός είναι ένας από τους αναθεματισμούς της 5ης οικουμενικής συνόδου (553): Αναθεματίζεται όποιος δεν ομολογεί ότι ο Λόγος του Θεού (δηλαδή το δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδας· όχι ο άνθρωπος τάχα Ιησούς) έπαθε κατά το ανθρώπινο και σταυρώθηκε κατά το ανθρώπινο και γεύτηκε θάνατο κατά το ανθρώπινο[21]. Ότι στο πρόσωπο του Χριστού ο Θεός γεύτηκε την ανθρώπινη οδύνη και εγκατάλειψη, το ψάλλουμε αδιάκοπα σε ό,τι πιο προσιτό και καθημερινό για τον πιστό· στη θεία Λειτουργία:

Ο μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού αθάνατος υπάρχων και καταδεξάμενος δια την ημετέραν σωτηρίαν σαρκωθήναι εκ της αγίας Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας, ατρέπτως ενανθρωπήσας, σταυρωθείς τε, Χριστέ ο Θεός, θανάτω θάνατον πατήσας, είς ών της Αγίας Τριάδος, συνδοξαζόμενος τώ Πατρί και τώ Αγίω Πνεύματι, σώσον ημάς[22].

Στην οπτική αυτή, λοιπόν, πάσχει (το επαναλαμβάνω) ο Χριστός, δεν πάσχει όμως η θεία φύση. Αυτή τη θέση τη βρίσκουμε διαχρονικά, μέχρι και σε σύγχρονους Ορθόδοξους θεολόγους[23]. Η θεία φύση εξ ορισμού βρίσκεται πέρα από κάθε λογής περιορισμούς, στους οποίους, αντίθετα, υπόκεινται τα κτιστά όντα. Ο τρόπος, λοιπόν, με τον οποίον ο Θεός βιώνει περιορισμούς (εδώ: ο τρόπος με τον οποίον συμμετέχει στην οδύνη), είναι η ελεύθερη και ηθελημένη απόφασή του, μια πράξη δηλαδή ακραίας αγάπης· αυτή που τολμηρά ο Παύλος ονόμασε εκούσια κένωση (Φιλιπ. 2: 7).

Αυτό, ωστόσο, μπορεί, άραγε, να σημαίνει ότι η προαιώνια ενδοτριαδική ζωή (η θεία ζωή καθαυτήν, ανεξάρτητα από την ύπαρξη του κόσμου) είναι άσχετη προς την έννοια του πάσχειν ή, καλύτερα, προς κάθε έννοια του πάσχειν; Εδώ χρειάζεται μεγάλη διάκριση. Γνωρίζουμε την οδύνη τη σύμφυτη με την κτιστότητα, δηλαδή την οδύνη των υπάρξεων που ανά πάσα στιγμή ροκανίζονται από τη φθορά. Το αντίθετό της, όμως, δεν είναι η αδράνεια και η αναισθησία. Δεν είναι, μήπως, αιωνίως αγάπη ο Θεός (1 Ιω. 4: 8); Το ότι είναι αγάπη, σημαίνει ότι καθαυτόν ο τρόπος ύπαρξής του είναι η ηθελημένη αγαπητική κίνηση, το αγαπητικό άνοιγμα, η αγαπητική δεξίωση καθενός Προσώπου της Τριάδας προς τα άλλα. Επειδή προαιωνίως είναι αγάπη, γι’ αυτό και μας αγαπά – γι’ αυτό και μας δημιούργησε. Η προς εμάς αγάπη του, δηλαδή, δεν αποτελεί προσθήκη πάνω σε μια αδρανή και αναίσθητη θεία ύπαρξη, αλλά συνιστά έμπρακτο και εκούσιο ξεχείλισμα της ζωής του[24]. Υπ’ αυτή την έννοια, η συμμετοχή του Θεού στην ανθρώπινη οδύνη (που ψηλαφήσαμε παραπάνω) έχει τα ριζώματά της στην ενδοτριαδική ζωή. Ο Πατήρ και το Πνεύμα δεν σαρκώθηκαν μεν και δεν γεύτηκαν θάνατο, συμμετέχουν όμως σε όλο το εγχείρημα του Χριστού μέσω και λόγω της αγάπης τους, η οποία κάνει, χαρακτηριστικά, το Πνεύμα να μεσιτεύει στον Πατέρα για μας «με στεναγμούς που δεν μπορούν να εκφραστούν με λέξεις» (Ρωμ. 8: 26). Να το πούμε αυτό «οδύνη»; Να το πούμε «πάθος»; Να το πούμε, καλύτερα, «απαθές πάθος»; Μπορούμε να το πούμε με όποιον τρόπο δυνηθεί η αδύναμη γλώσσα μας, αρκεί καλοπροαίρετα και διαυγώς να συνομολογήσουμε τι παλεύουμε να ψηλαφίσουμε[25]. Και να μη γινόμαστε, βέβαια, αστείοι, φανταζόμενοι ότι θα δυνηθούμε να περιγράψουμε επαρκώς ένα μυστήριο… Ο Στανιλοάε φωτίζει κάπως την έννοια του «απαθούς πάθους», αφ’ ενός υπογραμμίζοντας την κινητικότητα της ενδοτριαδικής ζωής, και αφ’ ετέρου αποσυνδέοντάς την από την αγωνία η οποία στοιχειώνει την ανθρώπινη κινητικότητα, ως αναμονή ανταπόκρισης του άλλου στην αγάπη που του εκπέμψαμε. Στον Θεό, τόσο η κίνηση προς το άλλο Πρόσωπο όσο και η ανταπόκριση του άλλου Προσώπου είναι ταυτόχρονες και ακαριαίες[26]. Δεν πρόκειται για πάθος σαν του ανθρώπου, ούτε όμως και για απάθεια σαν του αδρανούς θεού των φιλοσόφων.

Τις ανθρωπομορφικές διατυπώσεις μας, που αφορούν τον Θεό, στο πλαίσιο ενός λόγου αφηγηματικού, ποιητικού και παραβολικού, τις παρακολουθεί βεβαίως ο κίνδυνος στρεβλώσεων και απολυτοποίησης των διαφόρων εικόνων. Αλλά ποια ανθρώπινη διατύπωση είναι ελεύθερη από αυτόν τον κίνδυνο; Η δογματική παράδοση, που ψηλαφίσαμε παραπάνω, εκφράζεται κατά βάσιν με όρους οντολογίας. Ποιος κίνδυνος καραδοκεί εδώ; Ο κίνδυνος, η επικέντρωσή μας στο «είναι» του Θεού δίκην «χημικής» προσέγγισής του, να ενισχύει την εννόησή του ως αδρανούς υπάρξεως, να εμφανίζει τη συνάντησή μας μαζί του ως ένα είδος «χημικής ένωσης», και να αδυνατίζει τη δυναμική ενός Θεού που πράττει απελευθερωτικά μέσα στην ιστορία. Η δυναμική αυτή συνέχει δίκην ραχοκοκαλιάς ολόκληρη την αποκάλυψη ανέκαθεν, δηλαδή ακόμα και πριν να διατυπώσει η Εκκλησία τους λεπτούς Τριαδολογικούς και Χριστολογικούς όρους της. Η Εκκλησία υπήρξε κάποτε και χωρίς τις διατυπώσεις αυτές, δεν υπήρξε ποτέ όμως χωρίς την εν λόγω δυναμική. Πολύ ζωντανά τη δυναμική αυτή την αποδίδουν οι ανθρωπομορφικές βιβλικές εκφράσεις, οι οποίες, όταν (όπως είπαμε) δεν απολυτοποιούνται, αφήνουν χώρο στο μυστήριο και ως προς τούτο συναντιώνονται με την αποφατική παράμετρο της θεολογίας. Οι οντολογικές κατηγορίες, εν τέλει, ούτε αχρηστεύουν ούτε υποκαθιστούν την αφηγηματικότητα και την παραβολικότητα. Όλων των ειδών τα λεξιλόγια είναι πολύτιμα, αλλά ουδέν αύταρκες.

Μετά από αυτή τη δογματική παρέκβαση, τα ερώτημα, για ακόμη μια φορά, είναι τι συνεπάγεται η πίστη για την καθημερινότητα, την οδύνη, την αδικία και το παράλογο που λυσσομανά μέσα στη ιστορία. Η σταύρωση του Χριστού, τελικά, είναι απλώς κάτι που έλαβε χώρα και τελείωσε για να τη διαδεχτεί η Ανάσταση; Ή μήπως η σταύρωση συνεχίζει και αποτελεί μια πραγματικότητα της ιστορίας, όσο η ιστορία συνεχίζει να είναι το πεδίο αναμέτρησης των φιλόθεων και αντίθεων δυνάμεων;

Η Ανάσταση είναι το μέλλον μας. Είναι το έσχατο που εισβάλλει στην ιστορία. Αλλά την Ανάσταση την στοιχειώνει, τη συνοδεύει για πάντα η σταύρωση, υπό την έννοια ότι η σταύρωση δείχνει τι λογής γεγονός είναι η Ανάσταση: ότι δηλαδή δεν είναι οιοδήποτε ξαναζωντάνεμα, αλλά είναι η νίκη της θυσιαστικής Αγάπης επί του θανάτου. Υπ’ αυτή την έννοια, η σταύρωση δεν είναι η ήττα, την οποία διαδέχεται η νίκη, αλλά είναι η νίκη, την οποία διαδέχεται η νίκη. «Η Ανάστασις», έχει επισημάνει ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, «αποκαλύπτει […] και συνεχίζει τη νίκη επί του Σταυρού […]. Η δύναμις της Αναστάσεως είναι ακριβώς “η δύναμις του Σταυρού”»[27].

Ναι. Η ιστορία είναι ένας πόλεμος μέχρις Εσχάτων. Και μέσα σ’ αυτό τον πόλεμο, συχνά ο Χριστός «ηττάται» και κάνει ζωή του την οδύνη, το παράλογο, την εγκατάλειψη. Μέχρι την τελική νίκη των εσχάτων, όσο ακόμη μανιάζει το δαιμονικό και η απανθρωπιά, ο Χριστός όχι μόνο είναι με τα θύματα της ιστορίας, αλλά γίνεται ένα θύμα της ιστορίας. Το δόγμα του πάσχοντος Θεού (του πάσχοντος αυτοπροσώπως μέσα στην ιστορία) δίνει τη βάση για μια πολιτική θεολογία (πολιτική με την ευρεία έννοια, της έγνοιας και της ευθύνης απέναντι στον κοινό βίο), η οποία οφείλει να πει ευθαρσώς: Ο κόσμος αυτός δεν είναι θέλημα Θεού. Ο κόσμος αυτός οφείλει να αλλάξει[28].

Οι Χριστιανοί, είχε πει ο Φλωρόφσκυ, «πρέπει να κατανοούν πως η κοινωνική αθλιότητα είναι η συνεχιζόμενη αγωνία του Xριστού, που υποφέρει ακόμη στο πρόσωπο των μελών του»[29]. Και ο Στανιλοάε προχώρησε ακόμη παραπέρα, και μίλησε για τη συμμετοχή του Χριστού στην οδύνη όχι μόνο των μελών του, αλλά κάθε αδικημένου: Ο Χριστός «εξισώνει την αξία των ανθρώπων που πάσχουν, με την δική του αξία [...]. Δείχνει ότι αυτός ο ίδιος πάσχει με τους πάσχοντες»[30]. Αυτό το είχε εκφράσει περίφημα ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής στο έργο του «Μυσταγωγία», στο οποίο ερμηνεύει τη θεία Λειτουργία. Αντίθετα προς μονιστικές, εσωστρεφείς θεωρήσεις της λειτουργικής ζωής, ο Μάξιμος κλείνει την ερμηνεία του με έναν ύμνο για το άνοιγμα στο πρόσωπο του αδικημένου, έναν ύμνο προς την αλληλεγγύη: Ως το τέλος της ζωής αυτής ο Χριστός υποφέρει μυστικά τις οδύνες των αδυνάτων και καλεί τους πιστούς να τον μιμηθούν, να διακονήσουν το πάθος των ανθρώπων πάσχοντας οι ίδιοι. Ο Μάξιμος συνδέει την θέωση του ανθρώπου όχι μόνο με τη μυστηριακή ζωή ή έναν εσωτερισμό (όπως συνήθως κάνουν πολλοί), αλλά με την φιλάνθρωπη πράξη (την οποία, αντίστοιχα, απαξιώνουν πολλοί). Και ταυτόχρονα μιλά ρητά για μυστική οδύνη του Θεού μέχρι το τέλος της ιστορίας.

Τίποτα δεν είναι τόσο επιτήδειο για τη θέωση και για την προσέγγιση του Θεού, όσο το έλεος που προσφέρεται από το βάθος της ψυχής με ικανοποίηση και χαρά σε όσους τα έχουν ανάγκη. Ο Λόγος έδειξε ότι είναι Θεός αυτός που έχει ανάγκη να ευεργετηθεί […]. Κι αν είναι Θεός ο φτωχός από συγκατάβαση του Θεού, που έγινε φτωχός για μας και δέχεται με αγάπη επάνω στον εαυτό του τα πάθη του καθενός κι ως το τέλος της ζωής αυτής ανάλογα προς το πάθος καθενός πάντα θα υποφέρη μυστικά από αγάπη, είναι φανερό κατά φυσικό λόγο ότι περισσότερο θεός θα είναι αυτός, που μιμητής του θεού, θεραπεύει όπως ο Θεός των άλλων τα πάθη από φιλανθρωπία με δικό του πάθος και δείχνει πως έχει μέσα του κατ’ αναλογία την ίδια με το Θεό δύναμη σωστικής πρόνοιας. [31]

Σύγχρονα θεολογικά κείμενα συνήθως νοούν τη συσταύρωση του πιστού με τον Χριστό μονάχα ως καταπολέμηση των παθών του πιστού. Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Είναι και η συμμετοχή σε ένα απελευθερωτικό έργο μέσα στην ιστορία. Στην πραγματικότητα αμφότερα (η καταπολέμηση των παθών και η στροφή προς τον άλλον) είναι παράμετροι του ενός και του αυτού απελευθερωτικού έργου. Η απελπισία που αποτυπώνει ο Βίζελ ρέπει προς τον θάνατο. Αφήνει τον άνθρωπο να τερματίσει στην οδύνη. «Σ’ αυτό το μέρος», είχε πει ωμά και ρεαλιστικά ένας συγκρατούμενος στον μικρό Βίζελ, συμβουλεύοντάς τον να μη μοιράζεται τη μερίδα του με τον ετοιμοθάνατο πατέρα του, «δεν υπάρχει πατέρας, αδερφός, φίλος. Καθένας μας ζει και πεθαίνει μοναχός του».[32] Αντίθετα, η πίστη παλεύει να μεταμορφώσει την οδύνη σε κάτι άλλο, το οποίο και οδηγεί τον άνθρωπο στα ουσιώδη. Να τη μεταμορφώσει σε αλληλεγγύη. Πράγματα δύσκολα, πολύ δύσκολα…

Όλη η προοπτική που προσπαθήσαμε να ψηλαφίσουμε, δεν δίνει μια εύκολη απάντηση, δεν σταματά εδώ και τώρα τον ανυπόφορο πόνο, δεν αίρει τον πειρασμό του παράλογου. Είναι ο δύσκολος δρόμος της διάνοιξης ενδοχώρας εκεί που όλα δείχνουν να τερματίζουν. Τη Μεγάλη Τρίτη η Κασσιανή θα μας θυμίσει ότι κάποτε οι άνθρωποι άκουσαν στον παράδεισο τα βήματα του Θεού και κρύφτηκαν. Μετά την θυσία του Χριστού, ο Θεός βαδίζει μαζί με τους ανθρώπους, γίνεται συνοδοιπόρος τους έως εσχάτου της γης, γίνεται όχι μόνο ομοτράπεζος, αλλά και συγκακουχούμενος, γίνεται σύντροφος του ανθρώπου και συναγωνιστής του σε έναν αγώνα κατά του δαιμονικού μέσα στην ιστορία. Την Ανάσταση την διακονεί αυτός που συσταυρώνεται με τον Θεό, ο οποίος –ναι! – βρίσκεται εδώ, και κρέμεται στις αγχόνες.

[1] Ellie Wiesel, Night (μτφρ. από τα γαλλικά: Marion Wiesel), Hill & Wang, New York 2006, σσ. 64-65 [απόδοση δική μου· στα ελληνικά έχει κυκλοφορήσει ως Ελί Βιζέλ, Η Νύχτα (μτφρ. Γιώργος Ξενάριος), εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα 2007, αλλά δεν έχω κατορθώσει να βρω]. Το βιβλίο πρωτοεκδόθηκε σε εκτεταμένη μορφή στη γερμανοεβραϊκή γλώσσα γίντις το 1954, και πολύ συντομευμένο στα γαλλικά το 1958. Αυτή, η δεύτερη μορφή του, είναι εκείνη που στη συνέχεια καθιερώθηκε (και χρησιμοποιώ). Έχει προκαλέσει διεθνώς μεγάλες συζητήσεις, αναλύσεις, επαίνους, αλλά και αμφισβητήσεις, ακόμη και περιστατικών που μνημονεύει. Αυτό πάντως που μας ενδιαφέρει εδώ δεν είναι η ιστορική ακριβολογία, αλλά η οπτική την οποία καταθέτει ο Βίζελ και η οποία μπορεί να τροφοδοτήσει περαιτέρω προβληματισμούς, όπως, λ.χ. συνέβη με τον χριστιανό θεολόγο Jürgen Moltmann, The Crucified God (μτφρ. R. A. Wilson & John Bowden), SCM Press,22001, σ. 283. Για τη συζήτηση που πυροδότησε, βλ. ενδεικτικά Thomas G. Weinandy,Does God suffer?, University of Notre Dame Press, Notre Dame, Indiana 2000, σσ. 3-4, καθώς και: http://en.wikipedia.org/wiki/Night_%28book%29#Writing_and_publishing (22-2-2014).
[2] Ιερ. 12:1. Τη μετάφραση των βιβλικών κειμένων την παίρνω από τις εκδόσεις Η Παλαιά Διαθήκη. Μετάφραση από τα πρωτότυπα κείμενα, και Η Καινή Διαθήκη. Το πρωτότυπο κείμενο με μετάφραση στη δημοτική, έκδ. Ελληνικής Βιβλικής Εταιρίας, Αθήνα 1997 και 1989 αντίστοιχα.
[3] Ψαλμ. 94 (93): 3-7.
[4] Μ. Πέμπτη εσπέρας, ο οίκος.
[5] Σάββας Αγουρίδης, «Τα πάθη του Χριστού κατά Ματθαίον», στου ιδίου, Θεολογία και κοινωνία σε διάλογο, εκδ. Άρτος Ζωής, Αθήνα 1999, σ. 279. Για την ακρίβεια, στα ευαγγέλια του Ματθαίου (27: 46-50) και του Μάρκου (15: 34-37), αμέσως μετά από αυτό το παράπονο ο Χριστός έβγαλε μια δυνατή κραυγή και ξεψύχησε, μένοντας χωρίς απάντηση. Στο Λουκά (23: 46) ο Ιησούς ομοίως απευθύνεται στον Πατέρα με τη φράση «Στα χέρια σου παραδίνω το πνεύμα μου» και ξεψυχά επίσης χωρίς να λάβει απάντηση, στον δε Ιωάννη (19: 30) λέει απλώς «τετέλεσται». Η απουσία απάντησης υπογραμμίζει το τραγικό, δεν σημαίνει όμως απουσία του Πατρός ή προοπτικής (πρβλ. Πράξ. 2: 32, 1 Κορ. 15: 15). Το «τετέλεσται» στον Ιωάννη σημαίνει ότι όλες οι προφητείες εκπληρώθηκαν και ότι η αποστολή εκτελέστηκε Υπ’ αυτό το πρίσμα, η εν λόγω εκούσια πρόσληψη της τραγικότητας συνιστά νίκη. Βλ. Σάββας Αγουρίδης, Το κατά Ιωάννην ευαγγέλιο. Β΄κεφ. 13-21, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2005, σσ. 251-252
[6] Wiesel, Night, ό.π., σ. 65.
[7] Βλ. Elie Wiesel’s Night. Bloom’s Modern Critical Interpretation (Harold Bloom, ed.), Infobase Publishing, New York 2010. Από αυτό, βλ. ιδίως Frederick Downing, ‘’Elie Wiesel and Post-Holocaust Theological Reflection’’, σσ. 147-168.
[8] Elie Wiesel, All Rivers Run to the Sea: Memoirs, Schocken Books, New York 1995, σ. 403.
[9] Κώστας Βάρναλης, «Η μάνα του Χριστού», στου ίδιου, Το φως που καίει, εκδ. Κέδρος, Αθήνα χ.χ., σ. 71.
[10] 1 Ιω. 3: 8.
[11] Ιων. 3: 10, 4: 1-3.
[12] Weinandy, ό.π., σ. 19. Πρβλ. Hans Küng, Incarnation de Dieu, σσ. 565-566, όπως παρατίθεται στο π. Δημήτριος Στανιλοάε, Ο Θεός είναι αγάπη (μτφρ. Νίκος Ματσούκας) εκδ. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη 1983, σ. 100: «Στην ελληνική μεταφυσική η γνώση και η αγάπη του κόσμου αποδείκνυαν ήδη μια έλλειψη της θεότητας. Γι’ αυτό υπέθεσαν ότι γνώση και αγάπη ενός άλλου ή του εαυτού της έπρεπε ν’ αποκλειστούν από τη θεότητα […]. Το γίγνεσθαι γενικά σήμαινε έλλειψη. Γι’ αυτό με κανέναν τρόπο δεν μπορούσε να νοηθεί γίγνεσθαι στη θεότητα».
[13] Βλ. Στανιλοάε, Αγάπη, ό.π., σ. 33, Moltmann, ό.π., σσ. 235-265.
[14] Βλ. Weinandy, ό.π., Στανιλοάε, Αγάπη, ό.π., καθώς και Choan-Seng Song, The Compassionate God; An Exercise in the Theology of Transposition, SCM Press, Orbis Books, Maryknoll, New York 1982.
[15] Ο Μόλτμαν είδε την αφήγηση του Βίζελ ως έκφανση της ραβινικής θεολογίας περί αυτοταπείνωσης του Θεού και, ως χριστιανός ο ίδιος, τόνισε ότι «κάθε άλλη απάντηση [σσ. πλην του ότι ο Θεός κρέμεται στις αγχόνες] θα ήταν βλασφημία. Δεν μπορεί να δοθεί άλλη χριστιανική απάντηση στο ερώτημα αυτού του βασανισμού. Το να κάνουμε λόγο για έναν Θεό που δεν θα μπορούσε να υποφέρει, θα έκανε τον Θεό δαίμονα» (Moltmann, ό.π., σ. 283).
[16] Μ. Πέμπτη απόγευμα, αντίφωνο ιε’.
[17] 1 Κορ. 15: 3. Βλ. Σωτήριος Δεσπότης, «Ο εκκεντημένος Μεσσίας», εισήγηση στην ημερίδα που αναφέραμε στην αρχή (πρόκειται να δημοσιευτεί στην Επετηρίδα της Θεολογικής Σχολής Αθηνών).
[18] Μ. Παρασκευή απόγευμα, Ωδή η΄, ο ειρμός. Η μετάφραση είναι από το Η Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα (απόδοση Γιάννης Σούκης), εκδ. Αρμός 22007, σ. 407.
[19] Επίσης, την απουσία διάκρισης ουσίας και ενέργειας στον Θεό ο Στανιλοάε τη θεωρεί αιτία της δυσκολίας της δυτικής θεολογίας «να εκφράσει με ικανοποιητικό τρόπο τη σχέση ανάμεσα στη θεία στάση και στη θεία κίνηση». Στανιλοάε, Αγάπη, ό.π., σσ. 19-20, 35.
[20] John Zizioulas, Lectures in Christian Dogmatics, T & T Clark, London 2008, σ. 116 (μτφρ. δική μου).
[21] 12ο ανάθεμα: «Ει τις ουχ ομολογεί τον του Θεού Λόγον παθόντα σαρκί και εσταυρωμένον σαρκί και θανάτου γευσάμενον σαρκί γεγονότα τε πρωτότοκον εκ ων νεκρών, καθό ζωή τε εστι και ζωοποιός ως Θεός, ανάθεμα έστω». Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου, Η Πέμπτη οικουμενική σύνοδος (εισαγωγή, πρακτικά, σχόλια), Αθήναι 1985, σσ. 471-472. Για τη διαμόρφωση της ορθόδοξης στάσης βλ. Aloys Grillmeier & Theresia Hainthalter, Christ in Christian Tradition, 2.2: The Church of Constantinople in the 6th c., Mowbray, London & Westminster John Knox Press, Louisville 1995, σσ. 317-343. Ευχαριστίες εκφράζω στον φίλο π. Δημήτριο Μπαθρέλλο για τις πολύτιμες επισημάνσεις του πάνω στο δακτυλόγραφό μου.
[22] 2ο αντίφωνο θ. λειτουργίας Ι. Χρυσοστόμου.
[23] Βλ. χαρακτηριστικά Ιωάννης Δαμασκηνός, Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου πίστεως(κείμ. – μτφρ. Νίκου Ματσούκα), εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1976, σσ. 220-225, 320. Νικόδημος Αγιορείτης, Ο αόρατος πόλεμος, εκδ. ΧΕΕΝ, Αθήναι 1977, σ. 190. Στανιλοάε,Αγάπη, ό.π, σσ. 61-62. Zizioulas, ό.π., σσ. 109-110. π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, «Επί του ξύλου του σταυρού» (μτφρ, Σταμ. Χατζησταματίου), στου ίδιου, Θέματα Ορθοδόξου Θεολογίας, εκδ. Άρτος Ζωής, Αθήναι 1973, σσ. 65, 68-70. Νίκος Ματσούκας, Δογματική και συμβολική θεολογία, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1985, σσ. 277-279. Μέγας Λ. Φαράντος, Η περί Θεού Ορθόδοξος διδασκαλία, Αθήναι 1985, σσ. 258, 565, 571-572.
[24] Μεταφέροντας αυτό στο πεδίο της σχέσης ουσίας – ενεργειών, ο Στανιλοάε σημειώνει ότι, παρ’ όλο που οι ενέργειες του Θεού δεν ταυτίζονται με την ουσία του, «ο Θεός, ως πρόσωπο, εκφράζει κάτι από τη θεία ουσία του στις ίδιες τις ενέργειες. […] Η θεία ουσία δεν παραμένει αυστηρά έξω από τούτη την κίνηση που είναι οι πράξεις του Θεού και […] οι πράξεις αυτές δεν είναι ούτε εξωτερικές ούτε αντίθετες προς τη θεία ουσία αλλά ριζώνουν σ’ αυτή· είναι σαν ελεύθερες ακτινοβολίες». Βλ. Αγάπη, ό.π., σ. 23.
[25] Ο Moltmann, ό.π., σ. 237, συνδέει την ταυτότητα του Θεού ως αγάπης με την έννοια ενός ιδιαίτερου είδους πάσχειν, και σημειώνει: «Αν ο Θεός θα ήταν υπό οιαδήποτε έννοια, δηλαδή απολύτως, αδύνατον να οδυνάται, τότε θα ήταν αδύνατο και να αγαπά».
[26] «H αγάπη είναι προσφορά ενός “εγώ” σ’ ένα άλλο, και η αναμονή της ανταπόκρισης: η ολοκληρωτική προσφορά του άλλου. Γι’ αυτό, μόνο στην άμεση και πλήρη ανταπόκριση ο αγαπημένος ενώνεται με αυτόν που τον αγαπά και η αγάπη γίνεται ολοκληρωμένη. Ο χρόνος είναι η διάρκεια της αναμονής τούτης […]. Εκφράζει την πνευματική απόσταση μεταξύ των προσώπων. [… Όμως] στο Θεό η αναμονή για ανταπόκριση στην αγάπη είναι μηδενική, γιατί η αγάπη μεταξύ των προσώπων της Τριάδας είναι τέλεια». Στανιλοάε,Αγάπη ό.π., σ. 48. Τα εισαγωγικά στο «εγώ» τα πρόσθεσα ο ίδιος, για να διευκολυνθεί η κατανόηση του κειμένου.
[27] Φλωρόσφσκυ, ό.π., σ. 71. Πρβλ. Στανιλοάε, Στο φως του σταυρού και της αναστάσεως (μτφρ. Σωτήρης Γουνελάς), σ. 53: “Ο Σταυρός εξακολουθεί να μεταδίδει τη δύναμή του μέσα από τον Αναστημένο Χριστό στον κόσμο», .
[28] «Σίγουρα υπάρχει ένας παράδεισος, στον οποίο εισέρχονται οι ψυχές των πιστών μετά θάνατο. Αλλά μπορεί να υπάρχει ένας εν εξελίξει παράδεισος και εδώ στη γη, αποκατάσταση του αρχικού παραδείσου. Μπορεί να εξελιχθεί δια του σταυρού, που υψώνεται στο μέσο της γης και που οι άνθρωποι τον αποδέχονται ως κανόνα της ζωής τους [...]. Τελικά ο εν εξελίξει επίγειος παράδεισος, θα γίνει μετά την ανάσταση των σωμάτων, ο τέλειος και αιώνιος παράδεισος. Αλλά χωρίς την προσπάθεια να κάνουμε τη γη, σ’ ένα κάποιο βαθμό, παράδεισο, δεν προχωρούμε προς το παράδεισο του επέκεινα. Γι’ αυτό το σκοπό ο Χριστός μένει μαζί μας ως το τέλος του κόσμου”. π. Δημήτριος Στανιλοάε, Στο φως του σταυρού, ό.π., σ. 29.
[29] π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, «Το κοινωνικό πρόβλημα στην Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία», στου ίδιου, Χριστιανισμός και Πολιτισμός (μτφρ. Ν. Πουρναρά), εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1982, σ. 169.
[30] π. Δημήτριος Στανιλοάε, «Η χριστιανική αντίληψη για το αίσθημα ευθύνης» (μτφρ. Ελένη Ταμαρέση – Παπαθανασίου), Σύναξη 118 (2011), σ. 8.
[31] Μυσταγωγία του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού (μτφρ. Ιγνάτιος Σακαλής), εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθήναι 1973, σσ. 247, 249 (Μαξίμου Ομολογητού, Μυσταγωγία, PG 91, 713A-B). Βλ. το ημέτερο, «Χαμένοι στην ηθική. Στάσεις της σύγχρονης Ορθόδοξης θεολογίας», Η επιστροφή της ηθικής. Παλαιά και νέα ερωτήματα (επιμ. Σταύρος Ζουμπουλάκης), εκδ. Άρτος Ζωής, Αθήνα 2013, σσ. 308-309.
[32] Wiesel, ό.π., σ. 111.

* Δρ. Θεολογίας, εκπαιδευτικός Αρχισυντάκτης του περιοδικού Σύναξη

Πηγή: Περιοδικό Σύναξη