Wednesday, October 15, 2014

Ανταπόδοση


Του Γιάννη Μακριδάκη

Από τα τέλη του 1941 μέχρι το καλοκαίρι του 1942 χιλιάδες Έλληνες κάτοικοι των νησιών του Αιγαίου αλλά και της ηπειρωτικής χώρας πέρασαν ως πρόσφυγες πολέμου στις τουρκικές ακτές. Ταξίδεψαν με κίνδυνο της ζωής τους, “παράνομα”, “λαθραία”, διαφεύγοντας των γερμανικών ακταιωρών, κωπηλατώντας όλη νύχτα μέσα σε μικρές βάρκες και καϊκια.

Πολλοί άφησαν την τελευταία τους πνοή στο θαλάσσιο στενό ανάμεσα στα νησιά και την Τουρκία. Άλλοι πάλι στο πέλαγος καθώς προωθούνταν από την Σμύρνη και τον Τσεσμέ στην Κύπρο, στοιβαγμένοι κατά διακοσαριές στα αμπάρια μεγαλύτερων τουρκικών καϊκιών.

Οι πολλοί βεβαίως έφτασαν στους προορισμούς τους. Κύπρος, Συρία, Λίβανος, Πηγές Μωυσέως, Αίγυπτος, μέχρι το Βελγικό Κονγκό έφτασαν οι Έλληνες μεσανατολίτες πρόσφυγες του 2ου παγκοσμίου πολέμου. Τα γυναικόπαιδα οδηγήθηκαν σε προσφυγικούς καταυλισμούς όπου διέμειναν μέχρι τη λήξη του πολέμου, οι δε άντρες οδηγήθηκαν στην Αίγυπτο, όπου και κατετάγησαν στον ελληνικό στρατό μέσης ανατολής. Επάνδρωσαν το πεζικό, το ναυτικό, την αεροπορία, τον Ιερό Λόχο, πήραν μέρος στις μάχες του Ελ Αλαμέιν και άλλες, στα κονβόγια των πολεμικών και στις αποβάσεις, στους βομβαρδισμούς της Μάλτας, στο Ρίμινι, στις καταδρομικές επιδρομές στα ελληνικά νησιά ενάντια στους γερμανοΙταλούς κατακτητές.

Μετά απ’ όλα αυτά, μετα και από τα γεγονότα που ακολούθησαν στους κόλπους του ελληνικού στρατού, τους έκλεισαν και στα Σύρματα οι Άγγλοι ως κομμουνιστές και στασιαστές. Ασμάρα, Ντεκαμερέ. Ορεινή Αβυσινία. Δύο χρόνια εξόριστοι και έγκλειστοι οι Έλληνες πρόσφυγες στρατιώτες σε τόπους ξένους αφιλόξενους

Τα γυναικόπαιδα όλο αυτό το διάστημα διαβιούσαν στους προσφυγικούς καταυλισμούς

Το 1946 όσοι επέζησαν επέστρεψαν στην πατρίδα. Τους έβαλαν οι Άγγλοι στα λίμπερτυ και τους έστειλαν πίσω.

Το 1996, πενήντα χρόνια μετά πήρα τις συνεντεύξεις των Ελλήνων προσφύγων και έγραψα το βιβλίο Συρματένιοι Ξεσυρματένοι, ολοι.

Σήμερα οι βάρκες των προσφύγων ακολουθούν αντίθετη πορεία και έρχονται εδώ. 11.500 πρόσφυγες πολέμου ήρθαν στα ελληνικά νησιά το 2013 και 3.200 μέχρι στιγμής το 2014 μοναχά στη Χίο.

Προφανώς όσοι επιμένουν να μιλούν ακόμη για λαθρομετανάστες και υιοθετούν ακροδεξιές ρητορείες και πολιτικές είναι ανιστόρητοι, απαίδευτοι, αποκτηνωμένοι.

Στους σύγχρονους πρόσφυγες πολέμου που έρχονται στον τόπο μας οφείλουμε μοναχά να ανταποδώσουμε τα όσα οι πρόγονοί τους πρόσφεραν τότε στους δικούς μας προγόνους.

Επειδή δε η ζωή και η ιστορία κάνουν κύκλους και μάλιστα ολοένα και πιο σύντομους όσο πιο γρήγορα τρέχουν οι εποχές, οφείλουμε να τους φερθούμε ανθρώπινα και για έναν άλλον λόγο. Για να ανταποδώσουν και πάλι ύστερα οι ίδιοι ή οι απόγονοί τους την φιλοξενία αυτή στους δικούς μας απογόνους ή και σε εμάς.

Διότι το μέλλον έρχεται γοργά κατά πάνω μας. Και είναι ερεβώδες.

Πηγή: To Portal

Tuesday, October 14, 2014

Οταν η Εβραία Χάνα Αρεντ εξόργισε τους Εβραίους

Του Ηλια Μαγκλινη

Στις 29 Μαΐου του 1962, ο τότε πρόεδρος του Ισραήλ Γιτζάκ Μπεν Ζβι παρέλαβε την αίτηση απονομής χάριτος του αρχιναζί εγκληματία Αδόλφου Αϊχμαν. Ο τελευταίος δικαζόταν επί σειρά μηνών στην Ιερουσαλήμ και είχε βρεθεί ένοχος.

Οπως γράφει η Χάνα Αρεντ στο βιβλίο της «Ο Αϊχμαν στην Ιερουσαλήμ. Εκθεση για την κοινοτοπία του κακού» (εκδ. Νησίδες, μτφρ. Βασ. Τομανάς): «Ο πρόεδρος έλαβε και εκατοντάδες επιστολές και τηλεγραφήματα απ’ όλο τον κόσμο, που ζητούσαν επιείκεια· απ’ αυτά ξεχώριζαν οι εκκλήσεις της Κεντρικής Συνόδου Αμερικανών Ραββίνων, των εκπροσώπων του ανασυγκροτούμενου εβραϊσμού της χώρας, και μιας ομάδας καθηγητών του Εβραϊκού Πανεπιστημίου της Ιερουσαλήμ με επικεφαλής τον Μάρτιν Μπούμπερ, τον φιλόσοφο που είχε εξ αρχής εναντιωθεί στη δίκη και προσπαθούσε τώρα να πείσει τον πρωθυπουργό του Ισραήλ, Μπεν Γκουριόν, να μεσολαβήσει για επιείκεια.

»Ο κ. Μπεν Ζβι απέρριψε όλες τις αιτήσεις απονομής χάριτος στις 31 Μαΐου, δύο μέρες μετά την έκδοση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου και έπειτα από λίγες ώρες, την ίδια μέρα -Πέμπτη- λίγο πριν τα μεσάνυχτα, ο Αϊχμαν απαγχονίστηκε, η σορός του αποτεφρώθηκε και η στάχτη του σκορπίστηκε στη Μεσόγειο, έξω από τα χωρικά ύδατα του Ισραήλ. [...] Η εκτέλεση έγινε σε λιγότερο από δύο ώρες από τη στιγμή που ο Αϊχμαν ενημερώθηκε για την απόρριψη της αίτησης απονομής χάριτος· δεν υπήρξε χρόνος ούτε καν για το τελευταίο γεύμα. [...]

»Ο Αντολφ Αϊχμαν ανέβηκε στην αγχόνη αξιοπρεπέστατα. Είχε ζητήσει προηγουμένως ένα μπουκάλι κρασί και είχε πιει το μισό. [...] Βάδισε τα τριάντα πέντε περίπου μέτρα από το κελί του ώς την αίθουσα των εκτελέσεων ήρεμος και στητός, με τα χέρια δεμένα πίσω του. [...] Οταν του έδωσαν να φορέσει τη μαύρη κουκούλα, είπε: “Δεν τη χρειάζομαι”. Είχε πλήρη έλεγχο του εαυτού του και μάλιστα ήταν απόλυτα ο εαυτός του».

Θυελλώδεις αντιδράσεις
Το αποστασιοποιημένο, ψυχρό ύφος της Αρεντ, το 1963, εξόργισε τη διεθνή κοινή γνώμη. Δεκαοκτώ μόλις χρόνια μετά τη λήξη του Ολοκαυτώματος, οι επιζώντες προσπαθούσαν ακόμα να επουλώσουν τις πληγές τους – στην ουσία, η μεγάλη συζήτηση γύρω από το Ολοκαύτωμα μόλις άρχιζε. Με την ανταπόκριση της Αρεντ, η συζήτηση αυτή φαίνεται πως ξεκινούσε με ένα βρόντο και με ένα λυγμό: τόσο σε πρώτη φάση, όταν οι ανταποκρίσεις της δημοσιεύθηκαν σε συνέχειες στο περιοδικό The New Yorker, αλλά και στη συνέχεια, όταν το υλικό αυτό κυκλοφόρησε σε βιβλίο, οι αντιδράσεις ήσαν θυελλώδεις και η αγέρωχη Αρεντ έφτασε στα πρόθυρα του νευρικού κλονισμού.

Στην κομβική αυτή στιγμή της ζωής της Αρεντ επικεντρώνεται η πλοκή της ταινίας «Χάνα Αρεντ», γερμανική παραγωγή, σε σκηνοθεσία της Μαργκαρέτε φον Τρότα, με πρωταγωνίστρια τη Γερμανίδα ηθοποιό Μπάρμπαρα Σούκοβα.

Η ταινία παρακολουθεί κατά πόδας την Αρεντ, διωγμένη Εβραία που κατέφυγε στις ΗΠΑ, καθηγήτρια Φιλοσοφίας στο New School της Νέας Υόρκης, σταρ της φιλοσοφικής σκέψης του εικοστού αιώνα, από τη στιγμή που πληροφορείται τη σύλληψη του Αϊχμαν στην Αργεντινή, τη μετάβασή της στην Ιερουσαλήμ ως ανταποκρίτρια του New Yorker, τους προβληματισμούς που γεννιούνται μέσα της καθώς παρακολουθεί τη δίκη, έως τη δημοσίευση των ανταποκρίσεών της και τις θυελλώδεις αντιδράσεις που αυτές προκάλεσαν: φίλοι στενοί και αγαπημένοι τής γυρνούν την πλάτη για πάντα, η θέση της στο πανεπιστήμιο τίθεται σε αμφισβήτηση, άγνωστοι αποστέλλουν επιστολές μίσους. Μονάχα οι φοιτητές της φαίνονται να είναι έτοιμοι να υποδεχθούν τις απόψεις της. Μάταια η Αρεντ τονίζει ότι «το να προσπαθείς να κατανοήσεις δεν σημαίνει ότι συγχωρείς». Κάποια στιγμή, όταν νιώθει ότι σχεδόν όλοι την έχουν εγκαταλείψει, ξεσπάει σε λυγμούς.

Ξένισαν οι απόψεις της
Δεν ήταν όμως μόνο το ύφος της που ξένισε (όλοι περίμεναν μια πολεμική) αλλά κυρίως το ίδιο το περιεχόμενο των απόψεών της: ο τρόπος με τον οποίο επιρρίπτει ευθύνες σε εβραϊκά συμβούλια για τους χειρισμούς τους κατά τη διάρκεια των διώξεων και, πάνω απ’ όλα το ίδιο το πορτρέτο του Αϊχμαν που σκιαγραφεί. Η Αρεντ περίμενε να δει την ομολογία ενός θηρίου. Αντ’ αυτού είδε και άκουσε ένα ανθρωπάκι «σοκαριστικής μετριότητας», το οποίο αδυνατούσε να σκεφτεί αυτόνομα. «Τα ειδεχθέστερα εγκλήματα διαπράττονται από τιποτένιους ανθρώπους που αρνούνται την ίδια τους την ατομικότητα», ακούμε την Αρεντ να λέει στην ταινία, στο πλαίσιο του πασίγνωστου σήμερα σκεπτικού της γύρω από την «κοινοτοπία του κακού».

Μπορεί σήμερα όλα αυτά να μας φαίνονται δεδομένα, ακόμα και κοινότοπα (!), ωστόσο, η θεωρία της ακόμα προκαλεί αντιδράσεις. Οταν συναντήσαμε τον Απρίλιο του 2009 στην Ιερουσαλήμ τον Ισραηλινό συγγραφέα Ααρον Απελφελντ, επιζήσαντα του Ολοκαυτώματος, μας ξεκαθάρισε ότι διαφωνούσε με την Αρεντ και ότι το είχε πει και στην ίδια όταν γινόταν η δίκη. «Ζούμε σε έναν κόσμο όπου ισχύει η κοινοτοπία του καλού, όχι του κακού», μας είχε πει τότε ο Απελφελντ («Κ», 26.4.09). «Το κακό είναι που κάθε φορά εμφανίζεται με διαφορετικό πρόσωπο. Το καλό απλώς επαναλαμβάνεται σαν ένα κλισέ. Γι’ αυτό γοητευόμαστε απ’ το κακό και το μυστήριό του».

Παρά τη φροντισμένη παραγωγή και τις καλές ερμηνείες, η ταινία εξαντλείται σε έναν στείρο ακαδημαϊσμό, με τους σχοινοτενείς διαλόγους να αδυνατούν να μεταδώσουν στον θεατή την εξαιρετικά φορτισμένη ατμόσφαιρα της εποχής αλλά και το εσωτερικό δράμα της ίδιας της Αρεντ. Περισσότερο περνάει στον θεατή η πληροφορία, το γεγονός, παρά τα όσα κρύβονται πίσω και πέρα από αυτό. Απομένει έτσι το περιεχόμενο καθεαυτό για να κεντρίσει το ενδιαφέρον του θεατή, και φυσικά η ίδια η προσωπικότητα της Αρεντ.

Το κακό είναι μονάχα ακραίο
Προς το τέλος της ταινίας, ακούμε την Αρεντ να λέει: «Το μοναδικό μου σφάλμα είναι πως δεν τόνισα ότι το κακό δεν μπορεί να είναι ριζοσπαστικό. Το κακό ποτέ δεν είναι ριζοσπαστικό – μονάχα ακραίο. Ριζοσπαστικό και βαθύ μπορεί να είναι μόνο το καλό». Στις μέρες μας, με όλα όσα λέγονται περί άκρων, σκέφτεται κανείς ότι η συγκεκριμένη ταινία είναι μια χαμένη ευκαιρία, διότι κατά τα άλλα είναι αλλόκοτα επίκαιρη, θίγοντας αυτήν την ασημαντότητα του κακού: μπορεί ο Αϊχμαν να «ανέβηκε στην αγχόνη αξιοπρεπέστατα», ωστόσο, φωνάζοντας «Ζήτω η Γερμανία! Ζήτω η Αργεντινή! Ζήτω η Αυστρία! Δεν θα τις ξεχάσω!», «μπροστά στον θάνατο, βρήκε τη στερεότυπη έκφραση που χρησιμοποιείται στους επικήδειους. [...] Θαρρείς και συνόψιζε, αυτά τα τελευταία λεπτά, το μάθημα που μας είχε διδάξει η μακρόχρονη μαθητεία στην ανθρώπινη μοχθηρία – το μάθημα της φοβερής κοινοτοπίας του κακού, που ξεπερνά τη γλώσσα και τη σκέψη».

Monday, October 13, 2014

Η επιστροφή της αριστεράς

Του Λουτσιανο Κανφορα
Η ιστορία του χριστιανισμού και του νεότερου κομουνισμού είχαν πολλές αναλογίες. Ο χριστιανισμός αναδύθηκε στη Γαλιλαία ως ένα ριζοσπαστικό κίνημα, σε πλήρη αντιπαράθεση με τις αξίες του κοινωνικού περίγυρου και του κυρίαρχου κόσμου. Όταν πέρασε τα σύνορα της Γαλιλαίας και, χάρη στον Παύλο της Ταρσού, επέλεξε τον δρόμο της «ανάμειξης» με την εξωτερική πραγματικότητα, μέσα σε διάστημα τριών αιώνων, ανεξάρτητα από τις προθέσεις του επανιδρυτή του (ο οποίος ήταν ο Παύλος), είχε ήδη μετατραπεί σε κάτι διαφορετικό: έμοιαζε ήδη αρκετά στον πάλαι ποτέ ανταγωνιστή του. Είχε γίνει σχεδόν μια αυτοκρατορία μέσα στην αυτοκρατορία. Στο τέλος, ήταν αυτός που παρέμεινε όρθιος, τη στιγμή που η αυτοκρατορία θρυμματιζόταν σαν παλιός σοβάς.

Όμως, η αφομοίωση από τον ανταγωνιστή δεν ήταν μόνο πολιτική, υπήρξε πολύ πιο βαθιά, στο ίδιο το επίπεδο της θρησκείας. Οι δύο μορφές της αφομοίωσης αλληλοτροφοδοτούνταν. Πράγματι, ο χριστιανισμός, από μια άποψη ελληνοποιήθηκε και διαποτίστηκε (τουλάχιστον στις υψηλότερες τάξεις των οπαδών του), από την στωική φιλοσοφία, ενώ η λαϊκή βάση του έγινε παγανιστική: πήρε από τον παγανισμό, κι από το τελετουργικό που τον πλαισίωνε ως «λαϊκή θρησκεία» σχεδόν όλα όσα μπορούσε να πάρει: ο πολυθεϊσμός αναγεννήθηκε μέσω της λατρείας των αγίων, επανεμφανίστηκε η τριαδική θεότητα, ξανάρχισαν οι χρησμοί, μεσουράνησαν οι μάγοι-θεραπευτές, θριάμβευσε εκ νέου η αισχρή μεγαλοπρέπεια των τελετών. Μιμούμενος συνεχώς, ολοένα και περισσότερο, το μακραίωνο παρελθόν της προϋπάρχουσας θρησκευτικότητας, ο χριστιανισμός εξασφάλισε ένα μακραίωνο μέλλον. Που διαρκεί ακόμα. Ως αντάλλαγμα, από τον αυθεντικό και αρχικό χριστιανισμό δεν έμεινε σχεδόν τίποτα. (Κι αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η εκκλησία δεν ευνοεί καθόλου την ανάγνωση των βιβλίων που γράφτηκαν κατά την εποχή των απαρχών, δηλαδή των Ευαγγελίων και της Αποκάλυψης).

Ανάλογη υπήρξε η πορεία του κομουνισμού, από την τραγική του πρώτη εμφάνιση, με την Κομούνα του 1871, έως τη μεταμόρφωση των έσχατων ελίτ του καταρρέοντος «υπαρκτού σοσιαλισμού» σε νέες ολιγαρχίες του παλινορθωμένου καπιταλισμού. Μπορούμε να παρατηρήσουμε τη διαδικασία της βαθμιαίας αφομοίωσης του πάλαι ποτέ ανταγωνιστή -εν είδη ενός μικρού κεφαλαίου σε ένα μεγάλο εγχειρίδιο- στη συγκεκριμένη περίπτωση του ιταλικού κομουνισμού και των διαδοχικών του μεταμορφώσεων, μέχρι την τελευταία και (ίσως) οριστική του, σε «Δημοκρατικό Κόμμα». Είναι μάταιο να επικαλούμαστε υποθετικές στιγμές ρήξης. Είναι η συνέχεια των προσώπων που μας επιβεβαιώνει ότι δεν πρόκειται για ρήξη αλλά για μια κλιμακωτή διαδικασία.

Στην περίπτωση του κομουνισμού του εικοστού αιώνα η διαδικασία ήταν πολύ πιο γρήγορη από τη μετάβαση από τον Παύλο της Ταρσού στον Μέγα Θεοδόσιο. Όλα συνέβησαν, εξαιτίας της ταχύτητας, που χαρακτηρίζει τις σύγχρονες ιστορικές διαδικασίες, μέσα σε λιγότερο από έναν αιώνα. Κι αυτό έκανε ακόμα πιο προφανή και ξεκάθαρη την πορεία των πραγμάτων.

Σε παρόμοια συμπεράσματα θα μπορούσαμε να φτάσουμε αν εξετάζαμε την πορεία της πρώην «Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας» προς τον καπιταλισμό και την αγορά, με την διαφορά ότι, σε αυτή την περίπτωση, το βάρος της παράδοσης δεν την ώθησε στην κατεύθυνση των κοινοβουλευτικών μορφών διαχείρισης της εξουσίας (όπως συνηθίζουν οι δυτικές ελίτ), αλλά στην κατεύθυνση των συγκεκριμένων αυταρχικών μορφών που υπήρξαν ίδιον της ιστορίας της Κίνας.

Στην πραγματικότητα, η περίπτωση της Ιταλίας είναι ενδιαφέρουσα γιατί στη χώρα μας, κατά τη διάρκεια του εικοστού αιώνα, έγινε επίσης (και ίσως, κυρίως) η επονομαζόμενη «φασιστική επανάσταση». Κι αυτή, μετά την ήττα της, παρήγαγε ένα φαινόμενο παραπλήσιο με αυτό που περιγράψαμε παραπάνω. Η αφομοίωση και η προσχώρηση στο μοντέλο της κοινοβουλευτικής διαχείρισης και του καπιταλισμού χωρίς φτιασιδώματα (χωρίς πια κορπορατιβισμό, δίχως «τρίτο δρόμο»), συνέβη με δύο τρόπους και σε δύο φάσεις. Η πρώτη φάση ήταν στον μεταπόλεμο, η δεύτερη μετά το 1989. Μετά την ήττα, το μεγαλύτερο μέρος των ιταλών που είχαν στηρίξει τον φασισμό (απέραντες μάζες), πέρασαν, και αναγνώρισαν πράγματι τον εαυτό τους, υπό την αιγίδα της εκκλησίας, στο καθολικό κόμμα [Χριστιανική Δημοκρατία]. Η προσχώρηση ήταν πλήρης, αστραπιαία και ειλικρινής, τόσο πολύ που προκάλεσε σε πολλούς παρατηρητές το ερώτημα: μα, τελικά, οι φασίστες ποιοι ήταν;

Μετά από δεκαετίες, αφού τελείωσε ο υπαρκτός σοσιαλισμός και η Χριστιανική Δημοκρατία, ένα μεγάλο μέρος των Ιταλών μετριοπαθών, οι οποίοι αναγνωρίζονταν στη Χριστιανική Δημοκρατία, ξαναβρέθηκε στο πρώην νεοφασιστικό κόμμα. Το οποίο -και στη συγκεκριμένη περίπτωση, επίσης, με την ηγεσία του να είναι η φυσική συνέχεια της προηγούμενης- ανακηρύχθηκε, με γοργά βήματα, «πιστό στις αξίες της Δύσης» και «δημοκρατικό» (υπό την επικρατούσα πλέον, αν και διεστραμμένη, έννοια της κοινοβουλευτικής διαχείρισης της εξουσίας από τις κυρίαρχες ελίτ). Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο Μπερλουσκόνι (και με το δίκιο του) να μπορεί να ισχυριστεί ότι είχε λάχει σ' αυτόν να παίξει τον ρόλο και της αριστεράς, πέρα από αυτόν του κέντρου και της δεξιάς. Η reductio ad unum είναι ένα από τα αποτελέσματα των διαδικασιών που έχουμε περιγράψει παραπάνω: οι ηγέτες του Δημοκρατικού Κόμματος, άλλωστε, δεν επαναλαμβάνουν διαρκώς ότι «στα βασικά συμφωνούμε όλοι και πρέπει να συμφωνούμε όλοι»; Από την άλλη μεριά, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι, με το τέχνασμα του «τρίτου δρόμου», ήδη ο φασισμός διεκδικούσε να είναι ταυτόχρονα και αριστερά και δεξιά.

Σε αυτό το σημείο γεννάται το ερώτημα που προκαλεί απέραντο πόνο στους, λίγους, πραγματικά ηθικούς ανθρώπους που έζησαν την πολιτική του τελευταίου μισού του εικοστού αιώνα -για παράδειγμα, στην Ροσάνα Ροσάντα (στο πρόσφατο δοκίμιό της, Μεταξύ δύο '89)-: άρα, ήταν όλα μάταια; Από την «Επί του όρους ομιλία» έως την πτώση της Βαστίλης, από τον Κόκκινο Οκτώβρη έως την Μεγάλη Πορεία, από τις «Θέσεις» του Λούθηρου έως την απελευθέρωση της Σαϊγκόν ή της Κούβας (του πρώην «μπουρδέλου της αμερικάνικης αυτοκρατορίας», κατά τα ένδοξα χρόνια του αδιαμφισβήτητου «ελεύθερου κόσμου»), κι ούτω καθεξής; Όλα λοιπόν επιστρέφουν κάθε φορά στο σημείο εκκίνησης, και είναι μια άχρηστη παρηγοριά να επαναλαμβάνουμε το «και όμως κινείται»; Πιστεύω πως όχι.

Η ιστορία προχωράει σπειροειδώς. Δίνει την εντύπωση ότι επιστρέφει πίσω ακόμα κι όταν, βασανιστικά, προχωρά. Αλλά αυτό δεν το κάνει για να χαροποιεί τους φιλοσόφους, ούτε επειδή διαθέτει μια εσωτερική (και, ποιος ξέρει γιατί, προοδευτική) λογική, όπως πίστευαν -από διαφορετικές οδούς- ο Σπινόζα κι ο Μαρξ. Προχωρά έτσι διότι κινείται αέναα από την διατρητική ανισότητα: η οποία καταλήγει σωματικά ανυπόφορη - γι' αυτούς που βρίσκονται στην «λάθος» πλευρά, εννοείται. Ακριβώς από αυτή την διατρητική δυσανεξία γεννιέται η αέναη κίνηση της ιστορίας: μια κίνηση χαοτική, άτακτη, που καταστρέφει είδωλα και νομενκλατούρες, αλλά που είναι, πάντοτε, κίνηση. Κάτι που δεν σημαίνει, πάντα, πρόοδος.

Πάντα θα υπάρχει κάποιος που θα φαντάζεται ότι γνωρίζει την κατεύθυνση και την διεύθυνση αυτής της κίνησης, που, μάλιστα, θα φαντάζεται ότι μπορεί να την «κυβερνήσει» και να την «κατευθύνει». Εμείς δεν μπορούμε να προβλέψουμε ποιοι νέοι μύθοι και ποιες νέες λέξεις, στους καιρούς που θα 'ρθουν, θα προταθούν, για άλλη μια φορά, ως ερμηνευτές ή ακόμα κι ως πιλότοιαυτής της κίνησης. Μπορούμε μόνο να φανταστούμε ότι κι αυτοί δεν θα αντέξουν για πολύ: απέναντι, προπάντων, σε μια ταχύτατη και ασταμάτητη τεχνολογική μετάλλαξη, η οποία κλονίζει γρήγορα κάθε βεβαιότητα.

Η ελευθερία είναι ένα διαλείπον ιδεώδες -παρατήρησε ο Τοκβίλ, αναλογιζόμενος ξανά τον τραγικό «κύκλο» 1789/93-, η ισότητα, αντίθετα, είναι μια ανάγκη η οποία ξαναπαρουσιάζεται διαρκώς, όπως η πείνα. Με αυτό τον τρόπο, ο Τοκβίλ φτάνει πολύ κοντά στην ανακάλυψη της πρωτογενούς ώθησης, του primus movens της ιστορικής κίνησης. Η ανικανότητα των ερμηνευτών (κοινωνικοί επιστήμονες, προφήτες κτλ) απέναντί της μπορεί να εκφραστεί καλά από τον Διάλογο, του Λεοπάρντι, μεταξύ της Φύσης και του Ισλανδού:i ιδίως εκεί που η φύση ρωτά τον κακόμοιρο ισλανδό, από πού κι ως πού του δημιουργήθηκε η πεποίθηση ότι ο κόσμος «φτιάχτηκε για χάρη σας».

Πηγή: Ενθέματα Αυγής (Μετάφραση: Μάσσιμο Κατσούλο, Πέτρος-Ιωσήφ Στανγκανέλλης)

Sunday, October 12, 2014

Περί εθνικής συνεννόησης ο λόγος....

Όπως ήταν αναμενόμενο η κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου πήρε ψήφο εμπιστοσύνης και μαζί κέρδισε χρόνο, αφενός για να παζαρέψει με τη τρόικα κάποιες ελαφρύνσεις (ενόψει και του προϋπολογισμού) και αφετέρου να συνεχίσει το… σαφάρι για τον μαγικό αριθμό των 180 βουλευτών για την εκλογή νέου Προέδρου Δημοκρατίας.
Είναι φανερό ότι η διαδικασία της ψήφου εμπιστοσύνης έγινε για να «σφίξουν τα λουριά» στις κοινοβουλευτικές ομάδες ΝΔ-ΠαΣοΚ και φυσικά για να δοθεί σήμα σ’ όσους επιθυμούν να ψηφίσουν τον Φεβρουάριο πρόεδρο δημοκρατίας να ανοίξουν τα χαρτιά τους. Και το είδαμε αυτό. Βουλευτές που καταψήφισαν τη κυβέρνηση «έλεγαν» ότι θα ψηφίσουν θετικά προκειμένου να εκλεγεί πρόεδρος της δημοκρατίας, δλδ να παραμείνει μέχρι το 2016 η κυβέρνηση που καταψήφισαν τη Παρασκευή το βράδυ.
Ο ΣΥΡΙΖΑ και σ’ αυτή τη διαδικασία επέλεξε την συνολική αντιπαράθεση επιμένοντας στην άποψη «εκλογές εδώ και τώρα». Το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης από τη ΔΕΘ και μετά καταθέτει συνεχώς τις προτάσεις του για την «κυβέρνηση με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ», και αντί τα κόμματα της κυβέρνησης να απαντούν σ’ αυτές τις προτάσεις ερωτούν μονότονα: «Που θα βρει ο ΣΥΡΙΖΑ τα χρήματα για την υλοποίηση του κυβερνητικού προγράμματος…».

Όμως από την τριήμερη συζήτηση στη βουλή αναδείχθηκε και κάτι άλλο. ΝΔ+ΠαΣοΚ μιλούν για εθνική ανάγκη συναίνεσης στην εκλογή του νέου προέδρου δημοκρατίας και ψέγουν τον ΣΥΡΙΖΑ που θέλει να χρησιμοποιήσει την εκλογή του προέδρου για να προκαλέσει εθνικές εκλογές. Άραγε θέλουν πραγματικά εθνική συνεννόηση Σαμαράς –Βενιζέλος; Θα μου επιτρέψετε να έχω πολλές αμφιβολίες καθώς οι δημόσιες τοποθετήσεις τους (γιατί από αυτές κρίνονται οι πολιτικοί….) φανερώνουν ακριβώς το αντίθετο.

Για διαβάστε. «Όποιος απόψε άκουσε τον κ. Τσίπρα, γνωρίζει πια τη ματαιότητα κάθε συνεννόησης μαζί του… Και με μια προσωπική έπαρση μικρού Ναπολέοντα, δημοκρατικά αποκρουστική στον καθένα, θεώρησε εξωνημένους, θεώρησε αργυρώνητους τους βουλευτές που θα ήθελαν να ψηφίσουν τον επόμενο Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Πρόκειται περί πολιτικής αθλιότητας και είναι ντροπή να ακούγονται τέτοιες λέξεις...» (Αντώνης Σαμαράς 10-10-14).

«Κοιτάξτε κ. Τσίπρα, παρεΐτσα οι συνιστώσες σας με την τρομοκρατία μπορεί να κάνουν, αλλά την Ελληνική Βουλή και τους βουλευτές δεν τους τρομοκρατείτε, κ. Τσίπρα». (πάλι Α. Σαμαράς 10-10-14). Εθνική ομοψυχία με τους «φίλους» των τρομοκρατών γίνεται κύριε Πρωθυπουργέ; Γίνεται από την μια να καλείται τον ΣΥΡΙΖΑ να συναινέσει στην εκλογή προέδρου της δημοκρατίας και από την άλλη να τον κατηγορείται: «Η λαχτάρα σας να αποτύχει ό,τι προσπάθησε μέχρι τώρα η χώρα, είναι πασιφανής! Η αντιπολίτευση αγωνιά μήπως… πετύχει η Ελλάδα»; Λυπάμαι κύριε Σαμαρά αλλά δεν γίνεται…

Όσο για τον κύριο Βενιζέλο (που η ελεύθερη, δημοσκοπική, πτώση του ΠαΣοΚ του προκαλεί πλέον φανερό πανικό…) δεν κράτησε ούτε τα προσχήματα: «…Ο κ. Τσίπρας προηγουμένως, από το Βήμα της Βουλής, ούτε λίγο ούτε πολύ, με τρόπο δημοκρατικά και θεσμικά προκλητικό, πρωτοφανή και αδιανόητο, υπονόμευσε ανοικτά και απροκάλυπτα το εθνικό συμφέρον, υπονόμευσε τη διαπραγματευτική θέση της χώρας, στην τελική φάση της πορείας εξόδου από το μνημόνιο, την τρόικα και την κρίση. Θέλησε να παρεμποδίσει την Κυβέρνηση να συνάψει την οριστική συμφωνία εξόδου, σε σχέση με το χρέος και με την επιστροφή της χώρας στην ομαλότητα, γιατί προφανώς ενοχλείται βαθιά από την ιδέα ότι χάνει το παιχνίδι του, το μνημόνιο και την τρόικα. Έβλαψε συνειδητά το εθνικό συμφέρον, ενώπιον και των θεσμικών πιστωτών και των αγορών. Έβλαψε τον Έλληνα, τις προοπτικές του, τον άνεργο και κάθε επιχείρηση. Έβλαψε τα πάντα. Την εθνική οικονομία και την εθνική υπόθεση» (10-10-14). Φυσικά ο πρόεδρος του ΠαΣοΚ δεν έχει κανένα πρόβλημα τη Παρασκευή να υποστηρίζει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι το «απόλυτο κακό» για τη χώρα (καθώς σύμφωνα με τον Β.Β. «Έβλαψε συνειδητά το εθνικό συμφέρον») και την… Δευτέρα (προκειμένου να μείνει στην κυβερνητική εξουσία…) να ψηφίσει μαζί του για να εκλεγεί πρόεδρος.

Κατά την άποψη μου Σαμαράς + Βενιζέλος δεν ενδιαφέρονται για εθνική συνεννόηση, είναι υποκριτικό το κάλεσμα τους, ενδιαφέρονται για την παραμονή στην κυβερνητική εξουσία. Όποιος θέλει να βρει κοινό τόπο με τους «αντιπάλους» προχωρά σε κινήσεις καλής θέλησης, δεν βάζει τον Μάκη Βορίδη να εκφωνήσει λόγο χωρίζοντας τους Έλληνες σε «καλούς» που ψηφίζουν ΝΔ-ΠαΣοΚ (θα τρίζουν τα κόκκαλα του Αβερωφ μεταξύ μας…) και σε «κακούς» που ψηφίζουν ΣΥΡΙΖΑ… Δεν επιτρέπει στον Βενιζέλο παραληρώντας να λέει: «Εκβιάζετε συνειδήσεις ταπεινώνετε θεσμούς, πλήττετε το συμφέρον της χώρας. Φοβάστε την έξοδο από την κρίση. Δεν έχετε στρατηγική, δεν έχετε συμμάχους, δεν έχετε προοπτική». Εδώ, βέβαια, ισχύει το «…κοίτα ποιος μιλάει…»!

Εν κατακλείδι
Δυστυχώς το κυβερνητικό δίδυμο ΝΔ-ΠαΣοΚ έχει επιλέξει την ακραία πόλωση, παρουσιάζοντας τον ΣΥΡΙΖΑ ως τον… Βελζεβούλ, με στόχο τα συντηρητικά στρώματα της ελληνικής κοινωνίας. Αν μάλιστα δεν είχαν ψηφίσει τον ΕΝΦΙΑ μπορεί και να χρησιμοποιούσαν το… επιχείρημα ότι οι κομμουνιστές (του ΣΥΡΙΖΑ….) θα μας πάρουν τα σπίτια. Αν τα κόμματα της κυβέρνησης έδειχναν με πράξεις ότι θέλουν την εθνική συνεννόηση θα δημιουργούσαν πραγματικό πρόβλημα στον ΣΥΡΙΖΑ και πιθανότατα θα έβαζαν το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης στη διαδικασία να συζητήσει το ενδεχόμενο ανεύρεσης προσώπου κοινής αποδοχής για τη θέση του προέδρου. Όμως η ακραία πολωτική στάση Σαμαρά-Βενιζέλου αποκαλύπτει ότι η εκλογή του ΠτΔ δεν γίνεται στο όνομα της «πολιτικής σταθερότητας», αλλά για να διασωθεί η κυβέρνηση τους και ουσιαστικά να δοθεί πολιτική άφεση αμαρτιών στη ΝΔ και στο ΠαΣοΚ, που είναι οι αποκλειστικοί υπεύθυνοι για την οικονομική, κοινωνική και πολιτισμική κρίση των τελευταίων χρόνων. Πιθανότατα αυτό «βολεύει» και τον ΣΥΡΙΖΑ στην αντιπολιτευτική του πρακτική, όμως η ακραία πόλωση κλείνει το δρόμο σε άλλες μετριοπαθείς πολιτικές απόψεις, πέρα από τον χώρο του ΣΥΡΙΖΑ, που ενδεχομένως θα εξέταζαν εντός συναινετικού πολιτικού πλαισίου με τη συμμετοχή όλων των κομμάτων του δημοκρατικού τόξου, την επεξεργασία ενός εθνικού σχεδίου διαχείρισης της μεταμνημονιακής εποχής. Αντί γι αυτό ΝΔ-ΠαΣοΚ υιοθετούν το (πολιτικό…) δόγμα Μπους (Τζούνιορ) «…. όποιος δεν είναι μαζί μου είναι εχθρός μου». Και γι αυτή την επιλογή τους θα κριθούν από τους πολίτες…

Townes Van Zandt: Ενας μυστικός μουσικός ήρωας

Του Γιάννη Πετρίδη

Είναι συνηθισμένο φαινόμενο να ανακαλύπτουν οι μουσικόφιλοι, με καθυστέρηση, καλλιτέχνες που έμειναν στο περιθώριο για χρόνια και πέρασαν απαρατήρητοι, για να δικαιωθούν όμως μετά τον θάνατό τους και να εκτιμηθεί το έργο τους στη σωστή του διάσταση.

Ενας από αυτούς είναι ο τραγουδιστής και ποιητής Townes Van Zandt, που πέθανε την Πρωτοχρονιά του 1997, σε ηλικία 52 ετών - πρωτοχρονιά είχε πεθάνει και ο Hank Williams, τραγουδιστής που ο Van Zandt τον είχε πρότυπο.

Συχνά έκανε αστεία σχόλια για τον θάνατο και αρκετά χρόνια πριν πεθάνει, το 1972, είχε κυκλοφορήσει το άλμπουμ The Late Great Townes Van Zandt, ενώ περισσότερα από τα τραγούδια του αναφέρονται στον θάνατο απ' ό,τι στη ζωή. Το πρώτο σοβαρό τραγούδι του, μάλιστα, είχε τον τίτλο Waiting Around Το Die (Περιμένοντας να πεθάνω).

Δύσκολος χαρακτήρας, όπως και τα τραγούδια του, ο Van Zandt όσο ζούσε ήταν περισσότερο γνωστός ως μεγάλος πότης και χρήστης ναρκωτικών, σε βαθμό που τις περισσότερες φορές που εμφανιζόταν κάπου, δεν θυμόταν τα λόγια των τραγουδιών του.

Ο Townes Van Zandt γεννήθηκε στο Τέξας στις 7 Μαρτίου του 1944 (θα γινόταν φέτος 70 ετών) και από μικρός θαύμαζε τον Hank Williams και άρχισε να γράφει τραγούδια ακριβώς επειδή έγραφε και ο Hank.

Τα τραγούδια αυτά τα παρουσίαζε σε στενό κύκλο φίλων της μουσικής φολκ σε όλη την Αμερική και με τη βοήθεια του θαυμαστή του Kevin Eggers κυκλοφόρησε το πρώτο του άλμπουμ σε μικρή ανεξάρτητη εταιρεία που δημιούργησε ο Eggers ειδικά γι' αυτόν.

Οσο ζούσε, ο Townes Van Zandt είχε χαρακτηριστεί ποιοτικός καλλιτέχνης, που ποτέ όμως δεν γνώρισε την επιτυχία με ένα τραγούδι του ή κάποιο από τα πολλά άλμπουμ που κυκλοφόρησε, σπάνια μάλιστα τα περισσότερα από αυτά έμεναν σε κυκλοφορία για μεγάλο χρονικό διάστημα. Το 1983 ο Willie Nelson και ο Merle Haggard, που είναι δύο από τα μεγαλύτερα ονόματα της μουσικής κάντρι, ηχογράφησαν το τραγούδι του Pancho and Lefty, που έγινε μεγάλη επιτυχία, αλλά αυτό δεν άλλαξε καθόλου τις συνήθειες και τη συμπεριφορά του, η οποία παρέμεινε χαμηλών τόνων.

Η παρακολούθηση του σόου τού Ed Sullivan με τον Elvis Presley, τον Οκτώβριο του 1956, ήταν η αιτία που έκανε τον Van Zandt, όπως άλλωστε και πολλούς άλλους νεαρούς της εποχής, να ασχοληθούν με τη μουσική. Το σόου το παρακολούθησε με την αδελφή του και δύο φίλες της, που έκαναν σαν τρελές για τον Elvis και έβαλαν τον 12χρονο μετέπειτα τραγουδιστή να σκεφθεί πώς θα μπορούσαν να είναι οι σχέσεις του με τα κορίτσια αν γινόταν τραγουδιστής.

Το ενδιαφέρον του για τη μουσική οδήγησε τον πατέρα του να του κάνει τα Χριστούγεννα της ίδιας χρονιάς δώρο την πρώτη του κιθάρα, με την υπόσχεση ότι το πρώτο τραγούδι που θα μάθαινε θα ήταν η επιτυχία της εποχής από τον Bobby Helms, Fraulein.

Μεγαλώνοντας, παράλληλα με τις σπουδές του, ασχολούνταν με τη μουσική παίζοντας σε μικρά κλαμπ από το 1965, μαζί με ονόματα όπως οι Lightning Hopkins, Doc Watson και Jerry Jeff Walker και το 1967 ακολούθησε το κύμα των συνθέτων τραγουδιστών που άρχισε να κυριαρχεί και έγινε επαγγελματίας μουσικός.

Εκτός από τραγουδιστές, όπως οι Bob Dylan, Phil Ochs και Lightning Hopkins, σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της καριέρας του έπαιξαν ποιητές, όπως ο Shakespeare και ο Αμερικανός Robert Frost, τον οποίο ανέφερε ως τη βασικότερη επιρροή του. Από την άλλη πλευρά, αναγνώριζε βέβαια ότι καλλιτέχνες, όπως οι μεγάλοι του μπλουζ ή το ίνδαλμά του Hank Williams, ποτέ δεν θα είχαν επαφή με την ποίηση.

Στην περίοδο 1968-1973 κατάφερε να κυκλοφορήσει πέντε άλμπουμ, στα οποία υπάρχουν τραγούδια, όπως τα Το Live Is Το Fly, Pancho and Lefty, For The Sake Of The Song και Tecumseh Valley, που τον βοήθησαν να αποκτήσει αρκετούς φίλους, κυρίως όμως στους μουσικούς κύκλους.

Τα άλμπουμ του έπαιρναν πολύ καλές κριτικές, αλλά σπάνια το κοινό, που παρακολουθούσε τις λιγοστές σχετικά εμφανίσεις του, όταν αποφάσισε να αφήσει την απομόνωσή του στην εξοχή του Νάσβιλ, όπου ζούσε, ξεπερνούσε τα 50 άτομα στους χώρους όπου εμφανιζόταν.

Ο Van Zandt, που σε νεαρή ηλικία είχε διαγνωστεί με κατάθλιψη, σπάνια μιλούσε και περνούσε τον περισσότερο χρόνο του παρέα μόνο με την κιθάρα του, παραμένοντας ένας αινιγματικός χαρακτήρας για τους φίλους του.

Ομως, χάρη στα τραγούδια του ήταν ιδιαίτερα αγαπητός σε άλλους καλλιτέχνες, όπως ο Bob Dylan, που είχε εκφράσει την επιθυμία να συνεργαστεί μαζί του στη δεκαετία του '80, για να του δείξει την εκτίμησή του, αλλά τελικά ο δύσκολος ως χαρακτήρας Van Zandt δεν δέχτηκε, γιατί δεν ήθελε να συνεργαστεί με κάποιον τόσο διάσημο όπως ήταν ο Dylan. Αντιθέτως, συνεργάστηκε με το συγκρότημα των Cowboy Junkies, με τους οποίους έκανε περιοδεία σε ΗΠΑ και Καναδά στις αρχές του 1990 και στη συνέχεια έγραψε γι' αυτή την εμπειρία του το Cowboy Junkies Lament, στο οποίο αναφέρεται σε όλα τα τότε μέλη του συγκροτήματος.

Ο γνωστός τραγουδιστής της κάντρι Steve Earle συχνά έλεγε ότι ο Van Zandt ήταν ανώτερος του Dylan και ονόμασε προς τιμήν του μάλιστα τον μεγαλύτερο γιο του Justin Townes Earl. Αλλοι καλλιτέχνες που ανέφεραν ότι η μουσική του τους επηρέασε, είναι οι Neil Young, Emmylou Harris, John Prine, Lyle Lovett, Scott Avert, από τους Avert Brothers, Devendra Banhart, Norah Jones, Garth Brooks κ.ά.

Ο Steve Shelley των Sonic Youth το 1996 τον προσέγγισε και του ζήτησε να ηχογραφήσει ένα άλμπουμ σε μια εταιρεία που είχε δημιουργήσει με φίλους του, αλλά το άλμπουμ δεν ολοκληρώθηκε. Τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς ο Van Zandt σκόνταψε και έπεσε σε σκάλες κοντά στο σπίτι του, με επακόλουθο τον σοβαρό τραυματισμό του σε διάφορα σημεία του σώματός του.

Η λανθασμένη θεραπευτική φαρμακευτική αγωγή σε συνδυασμό με τη χρήση ναρκωτικών του δημιούργησαν μάλλον την καρδιακή αρρυθμία που τον οδήγησε τελικά στον θάνατο.

Ενας μυστικός ήρωας για πολλούς φίλους της μουσικής εδώ και πολλά χρόνια, ο Townes Van Zandt έγραφε τραγούδια που ίσως παραήταν καλά για να προκαλέσουν το ενδιαφέρον των ραδιοφωνικών σταθμών και να του χαρίσουν τη φήμη όσο ήταν ζωντανός.

Ο ίδιος δεν απέρριπτε την επιτυχία, έλεγε μάλιστα ότι για να πάει ένα τραγούδι μέσα στα 10 πρώτα είναι σχεδόν σίγουρο ότι είναι αξιόλογο, απλώς δεν ένιωθε την ανάγκη να προσπαθήσει να πετύχει κάτι ανάλογο και θα επιθυμούσε, αν αυτό κάποτε συνέβαινε, να γινόταν με τους δικούς του όρους, δηλαδή να αποδεχόταν το κοινό τα τραγούδια του στη μορφή που τους είχε δώσει όταν τα έγραφε.

Τραγούδια όπως τα Snow Don't Fall, For The Shake Of The Song, Lungs, Το Live Is Το Fly, που και ο ίδιος ξεχώριζε από τις συνθέσεις του, σίγουρα κερδίζουν περισσότερους φίλους στο πέρασμα του χρόνου κάνοντας πιο γνωστό το ταλέντο του.

Μετά τον θάνατό του, οι αδελφοί Coen χρησιμοποίησαν τη διασκευή του στο Dead Flowers των Rolling Stones στην ταινία τους The Big Lebowski (1998), την ίδια χρονιά η Julie Rodgers τραγούδησε το If Ι Need You στην ταινία Stepmom, το ίδιο τραγούδι ακούστηκε με τον ίδιο στο Crazy Heart (2009). Ενώ συχνά χρησιμοποιήθηκαν τραγούδια του σε τηλεοπτικές σειρές, όπως Six Feet Under, Lost.

Το 2006 προβλήθηκε το ντοκιμαντέρ Be Here Το Love Me, που αναφέρεται στη ζωή του, και αργότερα κυκλοφόρησαν και δύο βιογραφίες του.

Πηγή: Από τις 4 στις 5

Friday, October 10, 2014

Λουτσιάνα Καστελίνα: "Σας αφηγούμαι τον δικό μου Μπερλινγκουέρ"

Συνέντευξη στον Εμιλιάνο Σμπαράλια (Μετάφραση Τόνια Τσίτσοβιτς)

Η πρώην βουλευτίνα και γνωστή δημοσιογράφος θυμάται, τριάντα χρόνια μετά το θάνατό του, τον γραμματέα του ΙΚΚ. Δημοσιεύουμε ένα απόσπασμα μιας συνέντευξης που περιέχεται στο βιβλίο “Ideario di Berlinguer, passioni e parole di un leader scomodo” (ΣτΜ Ιδέες του Μπερλινγκουέρ, πάθη και λόγια ενός άβολου ηγέτη), εκδόσεις Nova Delphi).

Τι άνθρωπος ήταν, κατά τη γνώμη σου;
Ο Μπερλινγκουέρ ήταν πολύ αυστηρός στο χαρακτήρα, ήταν πολύ κλειστός, και πολύ σαρδηνός από αυτή την άποψη... Και μετά, στον καημενούλη, έπειτα από την απόπειρα ενάντια στον Τολιάτι το 1948, του είχαν δώσει σωματοφύλακες, όπως είχαν όλα τα μέλη της ηγεσίας του κόμματος. Μόνο που το να έχεις σωματοφύλακα στα πενήντα είναι ένα ζήτημα, να τον έχεις στα εικοσιπέντε φυσικά είναι διαφορετικό, σου σημαδεύει τη ζωή, χάνεις την ελευθερία σου, την ελευθερία κινήσεων, το να κάνεις παρέα με τους άλλους της ηλικίας σου, μου φαίνεται ξεκάθαρο: υπάρχει πάντα κάποιος πίσω σου που σε ελέγχει... Αυτό επιδείνωσε τον κλειστό του χαρακτήρα... Κι έπειτα αυτοί ήταν ιδιαίτεροι καιροί: για παράδειγμα, εκείνος εφεύρε ότι ένα από τα ιδανικά της Κομμουνιστικής Νεολαίας έπρεπε να είναι η Αγία Μαρία Γκορέτι, μόνο αυτό σου λέω. Εσύ ξέρεις ποια ήταν η Αγία Μαρία Γκορέτι, ή την ξέραμε μόνο εμείς, τα μέλη της Κομμουνιστικής Νεολαίας εκείνης της εποχής; (γελάει)

Την ιστορία της γνωρίζω.
Μαρία Γκορέτι: αγία και μάρτυρας για να μην αφήσει να την βιάσουν... Εν ολίγοις, υπήρχε αυτή η ηθικολογία, ένας πολύ ισχυρός πουριτανισμός, που ήταν όμως της εποχής εκείνης, όλου του κόμματος. Εξάλλου, πιστεύω ότι εκείνα τα πρώτα χρόνια ο Μπερλινγκουέρ επικεντρώθηκε πολύ στην οικοδόμηση του άλλου κόσμου. Ξέρεις, το 1948 η Ιταλία χωρίστηκε στα δύο με έναν πολύ σκληρό τρόπο, και μάλιστα πολύ βίαιο: ο κομμουνιστικός κόσμος από τη μια και οι χριστιανοδημοκράτες από την άλλη. (…) Άρα εκείνος τόνισε πολύ αυτό το στοιχείο: αρκεί να σκεφτούμε τα γήπεδα, το ποδοσφαιράκι... Την αποκαλούσαν η Κομμουνιστική Νεολαία με τα ποδοσφαιράκια, αυτή ήταν η ονομασία που της είχαν κολλήσει. Λάβε υπόψη σου ότι η κομμουνιστική νεολαία, ακόμη και για όλο τον καιρό που ο Μπερλινγκουέρ υπήρξε γραμματέας, αποτελούνταν από 2% φοιτητών, από 45-50% αγροτών, κολλήγων, και τέλος από λίγους εργάτες, επειδή τα εργοστάσια δεν προσλάμβαναν ακόμη κομμουνιστές εργάτες, κι έπειτα δεν υπήρχε ακόμη η οικονομική έκρηξη.(…) Η Χριστιανική Δημοκρατία είχε τηρήσει στη δεύτερη μεταπολεμική περίοδο μια κάποια αμφισημία, υπό την έννοια δηλαδή ενός καθολικού αντικαπιταλιστικού κόμματος, επειδή εκείνο τον καιρό υπήρχε μια καθολική αντικαπιταλιστική κουλτούρα. Λοιπόν, θέλω να πω ότι ο Μπερλινγκουέρ δεν αντιλήφθηκε και δεν κατανόησε αυτή την ευαίσθητη και αποφασιστική φάση, από την ανησυχία του να κρατήσει σταθερές κάποιες θέσεις, χωρίς να προσφέρει ένα διαφορετικό χώρο.

Μετά μπήκε αμέσως στην ηγεσία του κόμματος...
Και μετά υπήρξε δύσκολη περίπτωση. Το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα στα τέλη της δεκαετίας του πενήντα και σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του εξήντα ήταν διχασμένος μεταξύ της πτέρυγας του Αμέντολα και της πτέρυγας του Ινγκράο, αυτή ήταν η διαλεκτική των δύο πτερύγων του κόμματος: αυτοί που ακολουθούσαν τον Αμέντολα πρότειναν μια ανάλυση της ιταλικής κοινωνίας ως μιας ακόμη καθυστερημένης κοινωνίας, όπου συνεπώς χρειαζόταν ακόμη να γίνει η δημοκρατική και αστική επανάσταση, άρα μια θέση ακόμη πολύ προσεκτική. Η πτέρυγα του Ινγκράο αντίθετα πίστευε ότι ήμασταν σε μια κοινωνία ανεπτυγμένου καπιταλισμού, όπου υπήρχαν ήδη όλες οι αντιθέσεις του ώριμου καπιταλισμού που συνυφαίνονταν με εκείνες της καθυστερημένης Ιταλίας. Μα για τον Ινγκράο ήμασταν πλέον στον κόσμο του καταναλωτισμού, και με μια εργατική τάξη που είχε αλλάξει, επειδή εκείνα ήταν τα χρόνια της μεγάλης, πώς να την πούμε, της μεγάλης «εργατικής συνάθροισης». Αυτή ήταν η διαλεκτική εκείνου του καιρού του Κομμουνιστικού Κόμματος.

Μια απόμακρη μορφή

Και ο Μπερλινγκουέρ πώς συμπεριφέρθηκε πολιτικά σ’ αυτή τη φάση;Ο Μπερλινγκουέρ ήταν στη μέση, και ήταν μια μορφή πολύ απόμακρη. Όμως, αυτός ήταν ένας από τους λόγους που έγινε αναπληρωτής γραμματέας, όταν ο Λουίτζι Λόνγκο αρρώστησε, και τέλος γραμματέας: ακριβώς επειδή ήταν μια μορφή κατά κάποιον τρόπο μη ακραία, όπως ο Αμέντολα από τη μια πλευρά και ο Ινγκράο από την άλλη.

Αν δεν κάνω λάθος, μετά από λίγο καιρό ήρθε και η διαγραφή σας από το κόμμα.Ναι, ήταν εκείνη την εποχή. Ο Μπερλινγκουέρ, όμως, ήταν μαζί μας, πώς να το πω, σε διάλογο. Μας παρακαλούσε μέχρι την τελευταία στιγμή να μην επιμένουμε στην ιδέα να δημιουργήσουμε το περιοδικό «il Manifesto», επειδή ανησυχούσε ότι θα μπορούσε να εμφανιστεί μια ανάλογη κατάσταση που θα δημιουργούσαν οι φιλοσοβιετικοί, που ήταν ακόμη δυνατοί μέσα στο κόμμα, πράγμα που εκείνος ασφαλώς δεν ήθελε. (…)

Εσείς δεν συμφωνούσατε...Πήραμε αμέσως μια κριτική θέση. Μπορούμε να πούμε ότι ο Μπερλινγκουέρ αποφάσισε να παίξει ένα χαρτί, κατά τη γνώμη μου χαμένο, επειδή ένα ζήτημα ήταν η σχέση με τον καθολικό κόσμο, άλλο η σχέση με τη Χριστιανική Δημοκρατία: δύο πραγματικότητες πολύ διαφορετικές μεταξύ τους. Όμως το εξαιρετικό γεγονός συνέβη την εποχή του σεισμού στην Ιρπίνια, το 1980. Την προηγούμενη χρονιά είχαν γίνει εκλογές και το Κομμουνιστικό Κόμμα είχε χάσει πολλές ψήφους σε σχέση με το 1976, πληρώνοντας το αντίτιμο γι’ αυτές τις θέσεις του. Τότε ο Μπελινγκουέρ μετάνιωσε, διαμόρφωσε μια κριτική σκέψη για εκείνη τη φάση, καθώς και για τα κινήματα, για το ’68, για το οποίο εκείνος είχε πάρει μια πολύ άκαμπτη θέση, επειδή τα κινήματα ήταν «ανακατωσούρικα», μακριά από μια συγκεκριμένη ηθική: υπήρχε μια πραγματική ασυμφωνία χαρακτήρων, πώς να το πω, σε θέματα συμπεριφοράς. Εν ολίγοις, από το 1980 στοχάστηκε βαθιά και άλλαξε άποψη σχετικά με αυτά τα ζητήματα, και οι «στροφές» του υπό αυτή την έννοια ήταν αρκετές.

Ποιες;Πρώτα, η επίσκεψή του στη Fiat. Η Fiat το 1980 στην ουσία καταλήφθηκε από τους εργάτες, στον τελευταίο αγώνα ενάντια στην αναδιάρθρωση, και ο Μπερλινγκουέρ έκανε μια κίνηση που δεν άρεσε καθόλου στο υπόλοιπο ΙΚΚ. Πάει μόνος του στη Fiat και λέει στους εργάτες: «Να ξέρετε πως ό, τι κι αν κάνετε είμαι μαζί σας». Αυτή η κίνησή του υπέστη μεγάλη κριτική, μια κίνηση υπέρ ενός αγώνα που θεωρούνταν τώρα πια ακραίος, χαμένος, και ούτω καθεξής. Η άλλη στροφή ήταν τη δεύτερη φορά που ο Μπερλινγκουέρ μίλησε για λιτότητα, έπειτα από την περίφημη ομιλία του στο Θέατρο Ελιζέο της Ρώμης τον Γενάρη του 1977. Ήταν μια ομιλία που δεν δέχτηκε καλή υποδοχή, γιατί κατηγορήθηκε ότι ήταν υπέρ της λιτότητας. Δεν ήταν όμως καθόλου μια ομιλία υπέρ της λιτότητας, γιατί αντίθετα έπιανε τελικά τα οικολογικά θέματα. Εμείς στο «Manifesto» υπήρξαμε οι πρώτοι που μιλήσαμε για ζητήματα οικολογίας και περιβάλλοντος, κι αυτή ήταν μια ομιλία που αναφερόταν σ’ ένα διαφορετικό μοντέλο κοινωνίας, ενάντια στον καταναλωτισμό και τη σπατάλη. Συνεπώς, ήταν ένα από τα πρώτα ανοίγματα απέναντι σ’ αυτό που τα κινήματα σ’ εκείνη την περίοδο προωθούσαν πολιτικά, και αντίθετα το προσέλαβαν ως μια ομιλία «θρησκόληπτου», που ζητούσε μόνο θυσίες. Πρέπει επίσης να υπογραμμίσω ότι ήταν μια κριτική που του απεύθυναν τα ίδια τα κινήματα, που δεν κατάλαβαν ότι επρόκειτο για ένα άνοιγμα προς τα δικά τους θέματα. Έπειτα υπήρξε η ομιλία για την κρίση της δημοκρατίας, εξαιτίας της οποίας κατηγορήθηκε και σ’ αυτή την περίπτωση ότι ήταν ηθικολόγος, «συντηρητικός», κι από πάνω αντι- Κράξι. Αντίθετα ήταν μια ομιλία για τη διαφθορά όχι μόνο των κομμάτων, αλλά ολόκληρου του δημοκρατικού συστήματος, και απευθυνόταν και στον δικό μας κόσμο. Υπήρξαν επομένως αυτά τα τρία πολύ δυνατά σημεία, δυνατά και πολεμικά: η υπεράσπιση των εργατών της Fiat, η λιτότητα, η κρίση της δημοκρατίας. Τότε άρχισε μια πολύ έντονη συζήτηση, πολύ σκληρή ακόμη και στο εσωτερικό του κόμματος, που αφορούσε κυρίως τη συμμαχία ή όχι με τον Κράξι.

Είχε όλα τα δίκια του κόσμου
Αν δούμε τι συνέβη μετά, μπορούμε να πούμε ότι είχε δει μακριά.Σου απαντάω με την αφήγηση ενός πρόσφατου επεισοδίου. Πριν από λίγο καιρό έγινε η παρουσίαση ενός βιβλίου του Πάολο Φράνκι για τον Τζόρτζιο Ναπολιτάνο, που έλαβε χώρα με μεγάλη επισημότητα στο Κοινοβούλιο, στην οποία συμμετείχε ο ίδιος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Σ’ εκείνη την περίπτωση παρενέβη ο Νταλέμα, κατά τη διάρκεια μιας συζήτησης για εκείνα τα χρόνια, λέγοντας: «Ναι, ναι, αλλά προσοχή, γιατί για ένα πράγμα είχε δίκιο ο Μπερλινγκουέρ και ο Ναπολιτάνο άδικο: Ο Ναπολιτάνο δεν είχε αντιληφθεί, ενώ ο Μπερλινγκουέρ το είχε, ότι το Σοσιαλιστικό Κόμμα του Κράξι είχε υποστεί μια ανθρωπολογική μετάλλαξη». Στη συνέχεια ανέβηκε στο βήμα ο Εουτζένιο Σκάλφαρι και πρόσθεσε: «Ο Μπερλινγκουέρ είχε καταλάβει ότι το Σοσιαλιστικό Κόμμα είχε υποστεί μια ανθρωπολογική μετάλλαξη, αλλά δεν μπορούσε ακόμη να καταλάβει ότι σοσιαλιστές του Κράξι είχαν γίνει μια πραγματική συμμορία». Θυμάμαι ότι η παρέμβαση του Σκάλφαρι προκάλεσε μεγάλο θόρυβο εκείνες τις μέρες».

Μια τελευταία ερώτηση, θα έλεγα αναπόφευκτη, παρόλο που η ιστορία δεν φτιάχνεται με τα «αν». Μα αν η ιστορία του Μόρο είχε διαφορετική εξέλιξη;Μα ξέρεις, κατά τη γνώμη μου η ιστορία σε κάθε περίπτωση δεν θα μπορούσε να πάει διαφορετικά, γιατί η Χριστιανική Δημοκρατία εκπροσωπούσε ακριβώς εκείνο το μπλοκ συμφερόντων. Βέβαια, με τον Μόρο θα είχαν βρεθεί ανοίγματα, αλλά μετά σε ένα υποθετικό μέλλον θα είχε παρεμβληθεί και το δικό του άνοιγμα στο κίνημα της ειρήνης, η πρόταση του "τρίτου δρόμου", και όλα τα διεθνή ζητήματα, όπως για παράδειγμα η πρότασή του για τον Ευρωκομμουνισμό, που τη βρήκαμε πολύ ενδιαφέρουσα, αλλά που έδυσε σύντομα, όχι ασφαλώς εξαιτίας του. Όταν όμως ο Μπερλινγκουέρ αρχίζει να μιλάει για ‘τρίτο δρόμο’, ακριβώς πάνω σε μια καινούρια ευαίσθητη στιγμή του ψυχρού πολέμου, στην αρχή της δεκαετίας του ογδόντα (με τους πυραύλους στο Κομίζο και τα λοιπά), σημαίνει ότι μιλάει και για ρήξη της στενής συμμαχίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες, πράγμα που η Χριστιανική Δημοκρατία δεν θα μπορούσε να κάνει ποτέ. (…) Με τον ‘τρίτο δρόμο’ ο Μπερλινγκουέρ προτείνει κάτι που εκείνη τη στιγμή έγινε παταγωδώς μη αποδεκτό από την κομμουνιστική ηγετική ομάδα. Και σ’ αυτή την περίπτωση, με το να αρνηθεί τη σοσιαλδημοκρατική οπτική, κατά τη γνώμη μου είχε όλα τα δίκια του κόσμου με το μέρος του. Φθάνει να κοιτάξουμε γύρω μας.

Πηγή: Εφημερίδα Η ΕΠΟΧΗ

Thursday, October 9, 2014

Οι πολιτικές δυνάμεις που θα οδηγήσουν τη χώρα στο μέλλον είναι υπό διαμόρφωση

Του Σπύρου Λυκούδη*

Βρισκόμαστε σε μια κρίσιμη φάση του ελληνικού προγράμματος προσαρμογής. Νομίζω ότι η κυβέρνηση, ιδιαίτερα μετά τον τελευταίο ανασχηματισμό εμφάνισε έντονα κόπωσης και σημάδια επιστροφής στο γνωστό ένοχο δρόμο ενός ιδιότυπου λαϊκισμού και κάποιων γνωστών από το παρελθόν μεθόδων. Κατά την εκτίμησή μου φαίνεται ότι έχει εξαντλήσει τα πολιτικά της αποθέματα και είναι εγκλωβισμένη σε αδιέξοδες επιλογές. Σε μια ύστατη κίνηση απεγκλωβισμού της, ζητά από τη βουλή, στη βάση ενός συγκεκριμένου πλάνου πολιτικών κινήσεων έως και την εκλογή του νέου Προέδρου της Δημοκρατίας, ψήφο εμπιστοσύνης. Χωρίς όμως να αναφέρεται στην ουσία των πολιτικών για το μέλλον. Χωρίς να κάνει αυτοκριτική για λανθασμένες επιλογές. Χωρίς να λέει τι θα διορθώσει. Ουσιαστικά μέσα από την κίνηση αυτή κυρίως επιδιώκει να αμβλύνει την έντονη αμφισβήτηση που έχουν οι ηγεσίες και των δύο κομμάτων από τους βουλευτές τους και να πάρει μια ανάσα μέχρι την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Όμως σε μια τέτοια ψηφοφορία, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, δεν μπορείς να απαιτείς και την ψήφο όσων άλλων δημοκρατικών, προοδευτικών βουλευτών, νομίζω ότι είμαι ένας από αυτούς, ανησυχούν για την πορεία της χώρας, θέλουν την σταθερότητα και επιδιώκουν τη μέγιστη συναίνεση και συνεννόηση αλλά παράλληλα, δεν θέλουν να ταυτιστούν με την Κυβέρνηση που κατά τη γνώμη τους δεν έχει σταθεί στο ύψος των απαιτήσεων των καιρών.

Θα ψηφίσω όχι στην πρόταση για ψήφο εμπιστοσύνης γιατί δε θέλω να προστεθώ στην υποστηρικτική προς την κυβέρνηση πλειοψηφία. Η ψήφος μου αυτό μόνο το περιεχόμενο έχει. Η κυβερνητική πλειοψηφία έχει την ισχύ να αποδείξει την συνοχή της. Ας στηριχτεί σε αυτήν.

Η χώρα πράγματι βρίσκεται σε μια κρίσιμη φάση, ίσως σοβαρότερη και από το 2010 που ουσιαστικά χρεοκόπησε και υποχρεώθηκε να ενταχθεί στο πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής. Από τότε πέρασαν τέσσερα δύσκολα χρόνια με θυσίες και προσπάθειες των πολιτών, με λανθασμένες επιλογές των Κυβερνώντων, με υπαναχωρήσεις σε συντεχνιακές διεκδικήσεις και με καθυστερήσεις σε ώριμες μεταρρυθμίσεις που χρειάζεται η χώρα μας. Παραταύτα με υλοποίηση έστω και ενός μέρους του προγράμματος προσαρμογής, κατάφερε η χώρα να μειώσει τις κρατικές σπατάλες και να αντιμετωπίσει σε ένα βαθμό τα μεγάλα ελλείμματα.

Αρκούν αυτά για οποιοδήποτε πανηγύρι;

Όχι βεβαίως. Παραμένουν ανοιχτά μεγάλα θέματα, όπως ένα βιώσιμο συνταξιοδοτικό και ασφαλιστικό σύστημα, ένα δίκαιο φορολογικό σύστημα, η μεταρρύθμιση του Κράτους και των θεσμών του και κυρίως η παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας και το νέο βιώσιμο αναπτυξιακό μοντέλο που έχει ανάγκη ο τόπος.

Και το ερώτημα είναι το εξής. Ποιος θα οδηγήσει τη χώρα στη μετα-μνημονιακή εποχή, για να χρησιμοποιήσω και εγώ έναν όρο που τόσο αρέσει σ΄αυτούς που θα σκίσουν το μνημόνιο μόλις αναλάβουν, είτε σ’ αυτούς που το σκίζουν σελίδα – σελίδα πάνω από δύο χρόνια τώρα αφού όπως υποστηρίζουν οσονούπω θα πάψει να υπάρχει, υποτιμώντας τις ήδη υπάρχουσες δεσμεύσεις που βαραίνουν το μέλλον μας.

Όχι, δεν μπορεί να το κάνει αυτό η παρούσα Κυβέρνηση. Όλα τα στοιχεία δείχνουν ότι έχει χάσει την πραγματική, την αληθινή πέρα από ψηφοφορίες, συνοχή των κοινοβουλευτικών ομάδων που την στηρίζουν, αλλά και της κοινωνίας, πέρα από τις αγορές και τους εταίρους μας. Αλλά κυρίως γιατί δεν μπορεί να σηκώσει αυτό το φορτίο των μεγάλων διαρθρωτικών αλλαγών που έχει ανάγκη η χώρα. Δηλαδή η λύση είναι οι εκλογές; Όχι βεβαίως, οι πρόωρες εκλογές δεν είναι η λύση στην φάση αυτήν.

Οι εκλογές όπως δείχνουν τα στοιχεία όλων των δημοσκοπήσεων δεν θα δώσουν λύση. Ίσως να περιπλέξουν το πρόβλημα ακόμη περισσότερο. Οι πολιτικές δυνάμεις που θα οδηγήσουν τη χώρα στο μέλλον είναι υπό διαμόρφωση. Οι παρούσες πολιτικές δυνάμεις δεν έχουν την δυναμική που απαιτείται για τη νέα αρχή και δεν έχουν πείσει την κοινωνία ότι μπορούν να σηκώσουν από μόνες τους το μεγάλο πολιτικό βάρος που απαιτούν οι αλλαγές που χρειάζονται να γίνουν στη χώρα.

Νομίζω πως πρέπει να τολμήσουμε σε άλλη κατεύθυνση.

Στη μεταβατική αυτή φάση χρειαζόμαστε πολιτική σταθερότητα, μέσα από μια νέα συμφωνία των βασικών πολιτικών δυνάμεων της συμπολίτευσης και της αντιπολίτευσης, για μια νέα Κυβέρνηση Ειδικού Σκοπού που θα στηριχθεί από την παρούσα Βουλή. Μια συμφωνία η οποία θα εξαντλήσει τον εναπομείναντα χρόνο ως την άνοιξη του 2016 και θα περιέχει τα κρίσιμα θέματα που έχουμε στην ατζέντα του επόμενου διαστήματος, προς αντιμετώπιση. Διαπραγμάτευση για το χρέος, εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας, αλλαγές στον εκλογικό νόμο και στο Σύνταγμα. Είναι τρεις άξονες θεμάτων που καμιά δύναμη από μόνη της δεν μπορεί, αλλά και δεν πρέπει να επιδιώξει να τα αντιμετωπίσει. Είναι θέματα κρίσιμης εθνικής σημασίας που από μόνα τους, και αν ακόμη δεν είχαμε την πολυπλοκότητα αυτής της περιόδου, απαιτούν σημαντικά αυξημένες πλειοψηφίες για την αντιμετώπισή τους.

Από αυτήν την συμφωνία, αν υπάρξει που το εύχομαι, κατά τη γνώμη μου θα ωφεληθεί ο τόπος τα μέγιστα, και θα αποφευχθούν άσκοπες εκλογικές αναμετρήσεις, κατά τη γνώμη μου πάνω από μία, χωρίς αποτέλεσμα και με άγνωστες επιπτώσεις.

Έστω και αυτή την ώρα οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας ας δείξουν την ωριμότητα τους.

*Ομιλία για την ψήφο εμπιστοσύνης 9/10/2014

Tuesday, October 7, 2014

Townes Van Zandt - Lungs (True Detective Soundtrack)

Χαμένοι στα οράματα

Της Ολγας Σελλά

Αρκετοί από όσους/ες μετείχαν στο συνέδριο της Δημοκρατικής Αριστεράς που ολοκληρώθηκε χθες, είχαν αφήσει τη σφραγίδα τους σε παλαιότερες εκδοχές και συλλογικές εκφράσεις του χώρου της λεγόμενης Ανανεωτικής Αριστεράς. Μια σφραγίδα που δήλωνε διαφορετικό ήθος τόσο στην πολιτική συμπεριφορά όσο και στη στάση ζωής και τις πολιτισμικές επιλογές και κατευθύνσεις.

Αν κοιτάξει κανείς τους τίτλους των χθεσινών εφημερίδων και αν διαβάσει τα αναλυτικότατα ρεπορτάζ ιντριγκολογίας και φραξιολογίας που επικράτησε στις διαδικασίες του συνεδρίου, θα διαπιστώσει, περίλυπος, ότι αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι μοιάζουν σαν να μην είναι εκείνοι (ή μάλλον ένα μικρό, πολύ μικρό τμήμα τους) που έδωσαν πολιτικές και κοινωνικές μάχες για όσα σήμερα μοιάζουν αυτονόητα (π.χ. για τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας που για πρώτη φορά υποστήριξαν αριστεροί, για την ψήφο στα 18, για την ισότιμη συμμετοχή των γυναικών στα κοινά είτε αυτά τα κοινά ήταν ο επαγγελματικός στίβος είτε ο πολιτικός, για την αποδοχή της διαφορετικότητας σε ρεύματα τέχνης ή προσωπικών επιλογών).

Από τότε έχουν περάσει πολλά χρόνια, οι τότε νέοι έχουν περάσει τα 50, έχουν κάνει τους αναμενόμενους ή λιγότερο αναμενόμενους συμβιβασμούς στις κοινωνικές τους συμπεριφορές. Φαινόταν όμως ότι είχαν κρατήσει πολλά από τα όνειρα των νεανικών τους χρόνων παίρνοντας το βάρος και το ρίσκο της ίδρυσης της ΔΗΜΑΡ, παίρνοντας το ακόμα μεγαλύτερο βάρος και ρίσκο να μετάσχουν στην τρικομματική κυβέρνηση, δηλώνοντας και μ’ αυτόν τον τρόπο ότι ακριβώς ήταν πολλά και σημαντικά όσα εξακολουθούσαν να τους χωρίζουν από τη λεγόμενη παραδοσιακή ή «αυθεντική» αριστερά.

Και τις προηγούμενες τρεις μέρες (ή μάλλον μετά τις ευρωεκλογές) αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι τα γκρέμισαν όλα.

«Συνέδριο τραγέλαφος», «Ο Κουβέλης αγνόησε την Κ.Ο.», «Πρόεδρος μεν, λαβωμένος δε» ήταν μερικοί από τους τίτλους των χθεσινών εφημερίδων. Και αν τα άρθρα του Τύπου προσπάθησαν να μεταφέρουν, κατά το δυνατόν, τα γεγονότα, τα σχόλια στα social media ξεχείλιζαν από πικρία και ειρωνεία. Από πρώην, πληγωμένους και οργισμένους.

Οι οποίοι εξακολουθούν να επιμένουν στα όνειρα και τα οράματα που υπερασπίστηκαν πολλά χρόνια και πεισματικά να πιστεύουν ότι, ειδικά σήμερα, αυτή η ίδια στάση στην πολιτική και στη ζωή μπορεί να επαναφέρει αξίες που καθόλου καλά δεν στέκουν στη θέση τους, να εδραιώσει τον πολιτικό πολιτισμό που κοντεύει να μεταναστεύσει από αυτή τη χώρα, και να ασκήσει πολιτική που θα έχει τόλμη, φαντασία, αλλά και υπευθυνότητα και ήθος.

Πού βρίσκονται σήμερα όλοι αυτοί; Ισως να μετρώνται στο μεγάλο ποσοστό που λείπει πλέον από τη ΔΗΜΑΡ ή και να υπάρχουν και σ’ εκείνο το «Δεν ξέρω/Δεν απαντώ». Ισως και σε άλλους πολιτικούς σχηματισμούς. Πάντως υπάρχουν.

Πηγή: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Monday, October 6, 2014

Σύγχρονος Πατριωτισμός

Του Αλέξανδρου Μαλλιά

Με Ενοχλεί
Με ενοχλεί το μονοπώλιο του πατριωτισμού.

Με ενοχλεί η αποστροφή που νιώθουν ορισμένοι όταν ακούν τη λέξη.

Με ενοχλεί η ταύτισή του με τον εθνικισμό.

Με ενοχλεί ότι για κάποιους ακούω, σήμερα ακόμη, τις λέξεις «έχω ερωτηματικά».

Πέρασε ή δεν πέρασε ακόμη η εποχή της «εθνικοφροσύνης»;

Μα την αλήθεια, από ποιον να ζητήσω το πιστοποιητικό σήμερα;

Άλλο πατριωτισμός και άλλο κομματικός οπαδισμός.

Αυτόν τον οπαδισμό αναζητούν να επιβάλλουν. Γιατι έτσι η υποταγή είναι ευκολότερη. Η υποταγή στο κόμμα.

Πατριωτισμός – Εθνικισμός
Για ορισμένους η ταύτιση με τον εθνικισμό είναι συνειδητή, σκόπιμη και ηθελημένη.

Για κάποιους είναι αποτέλεσμα σύγχυσης. Για τους πολλούς, όμως, είναι μια αδόκιμη ταύτιση.

Σε μια εποχή μάλιστα που χρειάζεται περισσότερο από κάθε άλλη φορά να τον ερμηνεύσουμε και να τον οριοθετήσουμε. Όχι μόνο να τον ερμηνεύσουμε, αλλά να τον αγκαλιάσουμε. Να τον πιστέψουμε.

Εντός συνόρων και χωρίς τη αυτή τη φορά να κοιτάμε αναγκαστικά τους άλλους προς ανατολάς η προς βορρά για να αυτοπροσδιορισθούμε σαν πατριώτες.

Σήμερα νιώθω την ανάγκη να προσπαθάσω να εξηγάσω γιατί ο πατριώτης-πολίτης είναι ο αναγκαίος, ο απαραίτητος πολίτης στη σημερινή Ελλάδα.

Ναι, ο σύγχρονος πατριωτισμός χρειάζεται περισσσότερο από ποτέ στη χάρα που γέννησε τη λέξη, την έννοια.

Στη χώρα όμως, όπου ακόμη και σήμερα, ο πατριωτισμός ταυτίζεται βέβηλα με τον εθνικισμό.

Ο σύγχρονος Αισχύλος
Διαβάζω ξανά τους Πέρσες.

Το μεγαλείο της Δημοκρατίας των ελεύθερων πολιτών, απέναντι στις μυριάδες των ανελεύθερων Περσών.

Οι Έλληνες δεν είχαν «επώνυμους». Κανένας, μα κανένας στρατηγός τους δεν μνημονεύεται. Ούτε καν ο Θεμιστοκλής.

Ατέλειωτα όμως τα ονόματα στρατηγών και αυλικών και συμβούλων του Ξέρξη. Όλοι χάθηκαν.

Νιώθω όμως σήμερα ότι το κορυφαίο έργο του Αισχύλου, η μητέρα όλων των τραγωδιών για μένα, αφορά μόνο στους Έλληνες.

Νικητές και ηττημένοι είναι μόνο οι Έλληνες.

Ο αγγελιοφόρος εξηγεί την ήττα. Μιλά για τον κομπασμό, τη χλιδή και την έπαρση. Το λάθος.

Μιλά για εκείνους που έκαναν λάθη στον σχεδιασμό του μακρινού τους ταξιδιού, που ανοίχτηκαν έξω από τα νερά τους. Για εκείνους που τόλμησαν να τα βάλουν με τα στοιχεία της φύσης και τον θεό με τη ζεύξη του Ελλησπόντου.

Για τον σημερινό Αισχύλο ναι, είμαι σίγουρος δεν υπάρχουν πια Πέρσες.

Είμαστε μόνοι μας απέναντι στη συνείδησή μας.

Αλήθεια, ο σύγχρονος Αισχύλος τι λόγια θα έβαζε σήμερα στο στόμα του Αγγελιοφόρου, όταν φέρνει εκείνος τα άσχημα νέα στη βασίλισσα Ατόσσα;

Αλήθεια, πού είναι σήμερα ο Ξέρξης για να αναλάβει τις ευθύνες του;

Ο Αισχύλος δεν θα μπορούσε να διανοηθεί τον υπαίτιο της καταστροφής και της συμφοράς να εμφανίζεται με έπαρση ή να προσπαθεί να δικαιολογηθεί.

Στη σκηνή εμφανίζεται κουρελιασμένος, ψυχικά και σωματικά. Χωρίς βέλη. Με άδεια τη φαρέτρα.

Ένας ταπεινωμένος βασιλιάς. Ένας ταπεινωμένος ηγέτης.

Δεν τόλμησε ο Ξέρξης να πει «οι άλλοι φταίνε» ή «αισθάνομαι δικαιωμένος».

Έπαρση, παραίσθηση της δύναμης, αλαζονεία, απληστία, πνεύμα υποταγμένο και όχι ελεύθερον.

Αυτό τιμωρήθηκε στην τραγωδία του Αισχύλου.

Δημοκρατία και πατρίδα
Η Δημοκρατία δεν μπορεί να υπάρξει αν όλοι δεν νιώθουν ελεύθεροι, ίσοι και υπεύθυνοι.

Δεν είναι απλά το πολιτικό σύστημα που στηρίζεται στις ελεύθερες εκλογές και στην λειτουργία πολλών κομμάτων.

Δημοκρατία σημαίνει ο καθένας να νιώθει, να πιστεύει, ότι μπορεί μόνος του, με την ψήφο του, με την ελευθερία της επιλογής του, να αλλάξει την πορεία της πατρίδας του.

Να άλλη μια λέξη που τόσο ταλαιπωρήθηκε αυτά τα χρόνια. Πόσοι δεν ομιλούν στο όνομά της και πόσοι δεν τηνχρησιμοποιούν καταχρηστικά;

Ένα ρητορικό ερώτημα: αν όλα αυτά γίνονται σήμερα για την σωτηρία της Πατρίδας, τότε τι έγινε και τι δεν έγινε για να μη xρειάζεται σάμερα να τη σώσουμε;

O Πέρσης Ξέρξης ανέλαβε την ευθύνη. Ο Έλληνας Ξέρξης; Δηλαδή εσύ, εγώ, ο άλλος, οι άλλοι;

«Έχουμε δικαιωθεί από τις εξελίξεις».

Ναι, επιστρέφουμε δικαιωμένοι. Είχαμε σχέδιο. Η εκστρατεία έγινε βάσει σχεδίου.

Άλλοι οι υπαίτιοι για τη συμφορά. Όλοι οι άλλοι εκτός απο μένα, εκτός από μας.

Πατριώτης δεν είναι μόνο αυτός που είναι έτοιμος και πρόθυμος να σώσει.

Είναι πιο πολύ αυτός που δρα, που ενεργεί για να μην έχει η Πατρίδα του ανάγκη να σωθεί.

Ναι, αυτός δικαιώνεται. Ποιος είναι; Πού πολέμησε; Ποιον νίκησε στη δική του Σαλαμίνα; Αυτόν περιμένω να ακούσω από τον Αγγελιοφόρο.

Ο σημερινός πατριωτισμός
Δεν έχω ορισμό. Δυσκολεύομαι να τον περιγράψω.

Γράφω τις σκέψεις μου, έτσι όπως μου έρχονται. Να πώς θα ήθελα να τον αναγνωρίσω και να τον χαιρετίσω:

Η ανάληψη της ευθύνης για εκεί που βρεθήκαμε.

Σήμερα, τώρα, όχι πριν 2.500 χρόνια. Ναι, τότε ήσαν πατριώτες. Με τους δικούς τους όρους και τους δικούς τους όρκους.

Δεν αρκεί να γιορτάζουμε τη Σαλαμίνα και τον Μαραθώνα.

Η πρόταξη του συλλογικού συμφέροντος αντί του προσωπικού, του παραταξιακού, του κομματικού.

Δημοκρατία των ίσων ευκαιριών στην παιδεία, στην υγεία, στην εργασία, στη ζωή.

Δημοκρατία των ίσων ευκαιριών στη Δικαιοσύνη, απέναντι στο νόμο και στις συνέπειές του, στην εφαρμογή του.

Δημοκρατία των αρίστων και όχι των αρεστών.

Πιστεύει κανείς σήμερα ότι αυτή την Δημοκρατία την έχουμε η ότι έστω θα την κατακτήσουμε;

Πιστεύω στον πατριωτισμό της δύσκολης μάχης. Τον πατριωτισμό που αναγνωρίζει τα λάθη του και χρησιμοποιεί την αλήθεια για να τα διορθώσει.

Με ενοχλεί τώρα περισσότερο από ποτέ να ακούω τόσα άδεια λόγια περί Πατρίδας.

Μα εκείνοι λένε ότι δικαιώθηκαν. Και εμείς οι πολλοί ότι θα δικαιωθούμε.

Αυτός είναι ο πατριωτισμός της πλειοδοσίας των ολίγων.

Αυτός κυριαρχεί και σήμερα.

Να γιατί συνεχίζω να αναζητώ το σύγχρονο πατριωτισμό. Εντός των συνόρων.

Τον αναζητώ σε μια κοινωνία ελεύθερων να σκεφθούν, να αποφασίσουν και να δράσουν πολιτών.

Τον αναζητώ στην κοινωνία του υπεύθυνου πολίτη, του πολίτη που λογοδοτεί και απαιτεί να λογοδοτούν και εκείνοι.

Τον αναζητώ σε εκείνους που παρεμβάλλονται μεταξύ του πολίτη και των Θεσμών. Σε εκείνους που με αντιπροσωπεύουν, χωρίς να με εκπροσωπούν.

Friday, September 26, 2014

«Η δημοκρατία είναι ένα πολίτευμα που δέχεται τον άνθρωπο όπως είναι» (μνήμη Παύλου Μπακογιάννη)

Ο Παύλος Μπακογιάννης μεγάλωσε την περίοδο της Κατοχής και του Εμφυλίου Πολέμου στα χωριά της Ευρυτανίας. Παρά τα οικονομικά προβλήματα της οικογενείας του, κατάφερε να σπουδάσει στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, κάνοντας διάφορες δουλειές μαζί με τον αδελφό του για να τα βγάλουν πέρα. Η Ευρυτανία ήταν πάντα στην καρδιά του, χωρίς να ξεχνάει στιγμή τις δυσκολίες που είχε περάσει. Αυτό φαίνεται και στη μετέπειτα πολιτική του καριέρα, αλλά και στην ακαδημαϊκή του, αφού η πτυχιακή του εργασία έχει ως θέμα το δημοσιονομικό της πρόβλημα. Χωρίς να γνωρίζει καν γερμανικά, αλλά με πάθος για γνώση και μόρφωση, φεύγει για την τότε Δυτική Γερμανία και παίρνει πτυχίο Πολιτικής Οικονομίας και Πολιτικών Επιστημών των Πανεπιστημίων Μονάχου, Τύμπιγκεν και Κωστάντσας (Konstanz), στο Πανεπιστήμιο της οποίας ανακηρύχθηκε κατόπιν Διδάκτωρ των Κοινωνικών Επιστημών. Στη συνέχεια μάλιστα, δίδαξε Πολιτικές Επιστήμες και Δημοσιογραφία στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, ενώ από τα μέσα της δεκαετίας του ΄60 και για 10 περίπου χρόνια διηύθυνε το ελληνόφωνο πρόγραμμα της ραδιοφωνίας της Βαυαρίας. Το πρόβλημα της «μη γνώσης» γερμανικών, το παρέκαμψε με την καθημερινή τριβή με τον κόσμο αλλά και διάφορες «δουλειές του ποδαριού» του έδωσαν τη δυνατότητα και τη γλώσσα να μάθει και μεταπτυχιακές σπουδές να ολοκληρώσει.

Η ανάληψη της θέσης του Διευθύνοντα Συμβούλου στο ελληνικό πρόγραμμα της Ραδιοφωνίας του Μονάχου του δίνει τη δυνατότητα να έχει καθημερινή επαφή με τους Έλληνες της Γερμανίας, ενημερώνοντάς τους μαζί με το φίλο του Μπάμπη Πραγματευτάκη για τα νέα της πατρίδας τους. Εκείνη την περίοδο μάλιστα, παρουσιάζει και συγγραφικό έργο, γράφοντας παιδικό βιβλίο στα ελληνικά και στα γερμανικά με τίτλο: «Οι από πάνω» ενώ γράφει και στίχους για τραγούδια της ξενιτιάς και της εργατιάς για τους ομογενείς. Πιστεύει πως η κάθε είδηση πρέπει να μεταδίδεται σωστά και πως πρέπει να είναι όλα υπό έλεγχο, ενώ κρατάει σημειώσεις για τα πάντα.

Στο αεροδρόμιο για Ελλάδα, ο Παύλος Μπακογιάννης μαθαίνει για την ελληνική δικτατορία και επιστρέφει στο ραδιόφωνο για να ξεκινήσει αγώνα εναντίον της. Δε μένει όμως εκεί. Ξεκινά επαφές με πολιτικές ομάδες του εξωτερικού, συναδέλφους από άλλες χώρες, συνεντεύξεις σε έντυπα και τηλεόραση ενώ το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών ανοίγει την «υπόθεση Μπακογιάννη» και οι πληροφορίες για το πρόσωπό του είναι συνεχείς. Μάλιστα, του αφαιρείται η ελληνική ιθαγένεια, αλλά αυτός δεν το βάζει κάτω. Η εκπομπή του αναμεταδίδεται σε αποσπάσματα από την Deutsche Welle και αρχίζει να γίνεται ευρέως γνωστός στην Ελλάδα, κάνοντας τη Χούντα να ανησυχεί.

Η διδακτορική του διατριβή έχει θέμα «Στρατοκρατία στην Ελλάδα» και στις 31/12/1969 φτιάχνει ειδικά για τη Χούντα, Χριστουγεννιάτικα κάλαντα:

«Αρχή μηνιά και αρχή χρονιά την πάθαν στο Παρίσι. Ψήφο δεν πήραν ούτε μια και κορυφώθηκε η κρίση γιατί σε όλων πια τα όμματα άλλη εικόνα δεν φαντάζει πως τα ανθρώπινα τα δικαιώματα συνέχεια το καθεστώς παραβιάζει. Στο Παρίσι πήγες πάλι, Πιπινέλη, δίχως διόλου να ντραπής για της Χούντας σου το Χάλι, Πιπινέλη δέχτηκες να εκτραπής Στο Παρίσι τάβρες σκούρα, Πιπινέλη, ρεζιλεύτηκες και συ Πιπινέλη, καμώνεσαι πως δεν σε μέλει για το κατάντημα Αααχ… συμφορά μεγάλη ντροπή στο Παρίσι χαλασμόοος Αααχ… διώξανε τη Χούντα, τη Χούντα ντροπή στην Αθήνα κομπασμός. Η Ευρώπη φωνάζει πολύ και η Χούντα απειλεί Την καθίσανε μια στο σκαμνί τελείωσε η υπομονή Τα είπε στα γαλλικά ο Πιπινέλης καλά, αλλάααα…Συμφορά μεγάλη, μεγάλη ντροπή, στο Παρίσι χαλασμός…».
Με τη Μεταπολίτευση, ο Παύλος Μπακογιάννης επιστρέφει στην Ελλάδα. Είναι πια παντρεμένος με τη Ντόρα Μητσοτάκη και έχει δύο παιδιά, την Αλεξία και τον Κώστα ενώ στα επαγγελματικά, είναι Αναπληρωτής Διευθυντής της ΕΙΡΤ με Διευθυντή τον Δημήτρη Χόρν. Δεν έμεινε για πολύ όμως εκεί, υποστηρίζοντας πως: «Νομίζω πως η καλλίτερη υπηρεσία που προσφέραμε, ο κ. Χορν και εγώ, ήταν να κρατήσουμε το Ραδιόφωνο και την Τηλεόραση μακριά από κομματικούς επηρεασμούς και κομματικές επιδράσεις».

Ξεκινάει εκ νέου την αρθρογραφία και γράφει βιβλία με θέματα την πολιτική, την κοινωνική κατάσταση της Ελλάδας, την παιδεία, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, την αναδιοργάνωση της διοίκησης, την οικονομία, το περιβάλλον κ.τ.λ. με αρκετά επικριτικό λόγο τις περισσότερες φορές, ενώ τα αποφθέγματά του μένουν στην ιστορία:

«Η δημοκρατία είναι ένα πολίτευμα που δέχεται τον άνθρωπο όπως είναι», «Μπορούμε και διαφωνούμε, γιατί μπορούμε να συνυπάρχουμε», «“το ήθος της πολιτικής” είναι και προοπτικά γίνεται ήθος της κοινωνίας», «Οι φράσεις που επαναλαμβάνονται στομώνουν την κριτική σκέψη», «Σκέψου πόσο κακό έχουν κάνει τα δόγματα στην πρόοδο της ανθρωπότητας», «Ανανέωση σημαίνει επικοινωνία και όχι παραπλάνηση», «Κράτα λοιπόν όσο μπορείς ελεύθερη τη ψυχή και το μυαλό σου, ανοιχτά και για τις αυριανές σκέψεις και ιδέες σου».

Ενώ «δεν του ξεφεύγουν» ούτε οι δημοσιογράφοι: «πρώην υμνητές της Χούντας έχουν μεταβληθεί σήμερα από τις στήλες εφημερίδων σε κήνσορες της δημοκρατίας και των δημοκρατών. Έτσι, έχει αναπτυχθεί ένα είδος υποδημοσιογραφίας, που δυστυχώς καλλιεργείαται και κατευθύνεται ακόμα από αξιωματούχους του κόμματος που κυβερνάει».

Αυτό που αποζητά είναι μια δημοσιογραφία με κανόνες: Θέλει τον δημοσιογράφο να κάνει ενδελεχή έλεγχο και διαρκή έρευνα για να παρουσιάσει ένα θέμα. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η άποψή του για την πολιτική της εποχής του, λέγοντας πως: «Ο Έλληνας ψηφοφόρος γνωρίζει την αδυναμία του να επιβάλλει τη θέλησή του στο κόμμα και γι’ αυτό χρησιμοποιεί τις εκλογές ως επιχείρηση τιμωρίας ή εκδίκησης. Χρησιμοποιεί τη ψήφο περισσότερο με αρνητική έννοια παρά με πολιτική».

Το περιοδικό «Ένα» του οποίου ήταν Εκδότης και Διευθυντής γνωρίζει τεράστια επιτυχία στις πωλήσεις του, αλλά ο Κοσκωτάς τον απομακρύνει από το περιοδικό.

Η αγάπη του Παύλου Μπακογιάννη για την Ευρυτανία τον κάνει να αναμειγνύει με την πολιτική και έτσι από το Νοέμβριο του 1985 μέχρι το Νοέμβριο του 1989 διετέλεσε πολιτικός σύμβουλος του Προέδρου της Νέας Δημοκρατίας Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Τον Ιούνιο του 1989 εκλέγεται βουλευτής της μονοεδρικής περιφέρειας της Ευρυτανίας και παρουσιάζει ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα ανάπτυξής της το οποίο και καταθέτει στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στη συνέχεια πρωταγωνιστεί στην Κυβέρνηση Τζαννετάκη, όντας ο διαπραγματευτής μεταξύ του κόμματός του και του Συνασπισμού. Πέραν αυτών, εισηγείται στη Βουλή την άρση των συνεπειών του Εμφυλίου Πολέμου υποστηρίζοντας πως: «Είναι η Ελλάδα, είναι ο Λαός μας, είναι η Δημοκρατία. Για την πορεία μας στο μέλλον θα πρέπει, οριστικά να αρθούν όλες οι συνέπειες του Εμφυλίου Πολέμου και να απαλλαγούμε από δουλείες… να ψηφίσουμε ένα νόμο – μνημείο και ορόσημο – μεταξύ δύο εποχών».

Το τραγικό τέλος στη ζωή του Παύλου Μπακογιάννη ήρθε στις 26/9/1989 λίγο πριν μπει στο γραφείο του στην οδό Ομήρου, την περίοδο που η πολιτική επικαιρότητα συγκλονιζόταν από την έναρξη της διαδικασίας για την παραπομπή των πολιτικών του σκανδάλου Κοσκωτά. Η τραγική ειρωνεία είναι πως την ίδια ημέρα ήρθε η έγκριση της χρηματοδότησης για το Αναπτυξιακό Πρόγραμμα της Ευρυτανίας. Και κάπως έτσι η «Δημοκρατία» ολοκλήρωσε το έργο της Χούντας, προσπαθώντας ίσως να «διαψεύσει» την ιστορική φράση «στη Δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα»…

Jazz διαδρομές με το Magic Bus


Jazz ηχόχρωμα θα έχουν τα πρωϊνά δρομολόγια του Magic Bus το Σαββατοκύριακο 27-28 Σεπτεμβρίου, 9 με 11 το πρωί, στο NovaΣΠΟΡ fm 94,6. Το Σάββατο 27/9 ξεφυλλίζουμε το 19ο τεύχος της Shedia και με αφορμή το 12ο Παγκόσμιο Κύπελλο Αστέγων που ξεκινάει στα μέσα Οκτωβρίου, παρουσιάζουμε έρευνα τους Πανεπιστημίου της Κοπεγχάγης που επιβεβαιώνει πόσο ευεργετικά λειτουργεί στις ψυχές και στο σώμα των αστέγων συμπολιτών μας η «στρογγυλή θεά». Στο ραδιόφωνο ακούμε "Cheek to cheek" από τον Tony Bennett και την Lady Gaga. Τη Κυριακή 28/9 κάνουμε βόλτα στο Νέο Κόσμο και συζητάμε με τον Δημήτρη Κυριακόπουλο πως ένα αθλητικό σωματείο "ξαναφτιάχνει μια γειτονιά". Μουσικά θυμόμαστε τον μεγάλο Miles Davis που μια τέτοια μέρα του 1991 έφευγε από τη ζωή. Συντονιστείτε στο πρωινό δρομολόγιο για το κοινωνικό νόημα των σπορ και τον πολύχρωμο κόσμο της κερκίδας. Κάθε Σάββατο & Κυριακή από τις 9 μέχρι τις 11 στον NovaSport FM 94,6.

Tuesday, September 23, 2014

Διακυβέρνηση και δημόσια διοίκηση: Μια μεταρρυθμιστική ατζέντα

Του Παναγιώτη Καρκατσούλη

Διοικητική παθολογία και διοικητική μεταρρύθμιση

Τα προβλήματα του ελληνικού διοικητικού συστήματος αναφέρονται πολλαπλώς από πλείστους όσους. Οι περισσότερες από τις αναγνώσεις αυτές εκφράζουν υποκειμενικές απόψεις, ενίοτε δε, παρουσιάζουν χαρακτηριστικά ιδεολογημάτων.

Οι περιπτώσεις όπου παρουσιάζεται μια ανάλυση των προβλημάτων βάσει μιας συγκεκριμένης μεθόδου και ποσοτικών/ποιοτικών δεδομένων που να συμβαδίζουν με τα κριτήρια και τις παραδοχές της διεθνούς διοικητικής επιστήμης και πρακτικής είναι λίγες. Ακόμη λιγώτερες είναι εκείνες οι περιπτώσεις όπου τέτοιες εργασίες/ μελέτες τίθενται εντός ευρυτέρου θεωρητικού ή κοινωνικού πλαισίου.

Η ανάλυση που ακολουθεί, στηρίζεται στη μοναδική «λειτουργική αξιολόγηση» της ελληνικής δημόσιας διοίκησης, η οποία δεξήχθη κατά το πρώτο εξάμηνο του 2011. Τόσο ο σχεδιασμός της όσο και τα στοιχεία που περιλαμβάνονται σ’ αυτή καθώς και η αξιολόγηση των ευρημάτων αποτελούν προϊόν εργασίας Ελλήνων και ξένων ειδικών οι οποίοι συνεργάσθηκαν υπό την αιγίδα του ΟΟΣΑ.

Τρεις ήταν οι μείζονες υποθέσεις εργασίας της λειτουργικής αξιολόγησης:
Α) Δεν μελετάμε την αιτιοκρατική σχέση «αιτίου-αιτιατού» αλλά τη συστημική διασύνδεση των στοιχείων του διοικητικού συστήματος αναζητώντας το κοινό τους νόημα.
Β) Η ελληνική παραμόρφωση συνιστά απόκλιση από το γραφειοκρατικό μοντέλο και απ’ ότι επιγενομένως έχει υιοθετηθεί από τη διοικητική επιστήμη (Νέο Δημόσιο Μάνατζμεντ/Θεωρία Χρηστής Διακυβέρνησης) και οφείλεται στην επιβίωση και επικράτηση του συστήματος των «πελατειακών σχέσεων». Τούτο διαφοροποιείται στον πυρήνα της αφηρημένης δυτικής θεσμικής σκέψης και δεν αναγνωρίζει υπέρτερη αξία από εκείνη της δοσοληψίας κράτους/πελάτη.
Γ) Οι υπόγειες, ατυπικές μορφές δράσης λειτουργούν περισσότερο ως δικλείδες ασφαλείας αποτρέποντας την ολοκληρωτική κατάρρευση του τυπικού οικοδομήματος και πολύ λιγώτερο ως εδραιωμένες πεποιθήσεις που λειτουργούν συγκροτημένα για να εμποδίσουν τη μεταρρύθμιση του διοικητικού συστήματος.

Τα ευρήματα της λειτουργικής αξιολόγησης
1. ΠΡΩΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ: ΠΟΛΥΝΟΜΙΑ
1. 1. Η περιγραφή του προβλήματος
Η λειτουργική αξιολόγηση επεσήμανε ως μείζον πρόβλημα του ελληνικού ρυθμιστικού συστήματος την πολυνομία: Οι εκατοντάδες χιλιάδες συνωθούμενες ρυθμίσεις δεν οδηγούν απλώς σε απώλεια χρόνου των συναλλασόμενων αλλά σε οριακή κατάσταση την απονομή της δικαιοσύνης, τη λειτουργία των θεσμών και, εν τέλει, την ίδια την οικονομία.



Υπάρχουν ορισμένα ζητήματα τα οποία διαφοροποιούν σημαντικά την ελληνική περίπτωση από άλλες συναφείς ευρωπαϊκές. Η διασπορά, για παράδειγμα, των ρυθμίσεων, είναι μοναδική, όπως επίσης και η έλλειψη μηχανισμών συστηματοποίησης και αποκάθαρσης της νομοθετικής ύλης. Είναι εντυπωσιακό ότι ο συνταγματικός νομοθέτης επμένει σε μια ιδιαιτέρως «σφιχτή» εννοιολόγηση της «διακριτικής ευχέρειας» τροφοδωτώντας, ουσιαστικά, εκείνο το οποίο η πολιτική μιας αντιπληθωριστικής νομοθέτησης θέλει να ανασχέσει: Την λεπτομερή, πλήρως και επαρκώς τεκμηριωμένη βάση για την έκδοση μιας ρύθμισης. Ρυθμιστικά πλαίσια και κανονιστικές αποφάσεις που δεν ερείδονται επί μιας τελείως συγκεκριμένης νομικής βάσεως (εξουσιοδοτήσεως) καταλήγουν να απορρίπτονται εν ονόματι μιας αφηρημένης/παρεξηγημένης περιφρούρησης του κράτους δικαίου, οδηγώντας μ’ αυτόν τον τρόπο την εκ των ένδον κατάλυσή του.



Επίσης, ιδιαιτερότητες ελληνικές που επιβαρύνουν σημαντικά το κράτος δικαίου, είναι εκείνες που αναφέρονται στους νόμους «με άλλες διατάξεις»1 καθώς επίσης και ο τρόπος ενσωμάτωσης των διεθνών συνθηκών και συμβάσεων ο οποίος επιτρέπει την παρείσφρυση σχετικών εθνικών διατάξεων δημιουργώντας σημαντικό πρόβλημα ασφάλειας δικαίου («επιχρύσωση»/ «goldplating»).

Η μη αντιμετώπιση χρονίων παθολογιών στη νομοθετική παραγωγή οδήγησε σ’ ένα σταδιακό «νομοθετικό μιθριδατισμό»: Χαρακτηριστικό παράδειγμα: Οι αντιδράσεις της κοινής γνώμης έναντι της οριακά νόμιμης νομοθέτησης μέσω «Πράξεων Νομοθετικού Περιεχομένου» που συνοδεύουν τη θεσμοθέτηση δράσεων του Μνημονίου είναι, κατά την εκτίμησή μας, ισχνές.

1.2. Τι (δεν) έγινε και τι πρέπει να γίνει;
Η μόνη πρόσφατη αξιόλογη προσπάθεια για την ανάσχεση της πολυνομίας και της κακονομίας ήταν η ψήφιση του νόμου 4048/2012 για την «καλή νομοθέτηση». Δυστυχώς, ο νόμος αυτός παραμένει ανενεργός, και προσφάτως, σημαντικές διατάξεις του αναθεωρήθηκαν.

Ένα δοκιμασμένο μέσο για την ανάσχεση της πολυνομίας, η κωδικοποίηση, έχει ελάχιστα αξιοποιηθεί. Οι υφιστάμενες κωδικοποιήσεις δεν μπορούν να ισοσταθμίσουν την βλάβη που προκαλεί στο κράτος δικαίου η πολυνομία και η κακονομία.
Επί σειρά δεκαετιών, δεν λαμβάνει χώρα καμία μεταρρύθμιση που να θεραπεύει το έλλειμμα εφαρμογής των ρυθμίσεων. H εφαρμογή των νόμων θα μπορούσε, ωστόσο, να αποτελέσει τμήμα της πολιτικής καλής νομοθέτησης, αφού ο ex post έλεγχος εφαρμογής τους θα μας έδινε συγκεκριμένες πληροφορίες για τις εστίες της ανομίας.

Ας σημειωθεί ότι η πολιτική αβελτηρία όσον αφορά την ένταση των ελέγχων και την εφαρμογή των νόμων είναι άμεσα συνδεδεμένη με κοινωνικές αντιλήψεις και ενθυλακώσεις ιδιωτικών συμφερόντων στο πολιτικό σύστημα και τον κρατικό μηχανισμό. Άρα, η αντιμετώπση του προβλήματος της διαφθοράς (η οποία, σημειωτέον, παρουσιάζεται από πολλούς ως αυτόνομο πρόβλημα) απαιτεί συνδυασμό πολλών παράλληλων μεταρρυθμίσεων σε διαφορετικά πεδία- από τις δημόσιες συμβάσεις μέχρι την τοπική αυτοδιοίκηση.

1.3. Τι γίνεται ήδη ατύπως;
Πολλές υπηρσεσίες κωδικοποιούν με δικά τους μέσα και για εσωτερική τους χρήση τις διατάξεις που τις αφορούν.
Τα δίκτυα συνεργασίας μεταξύ των υπηρεσιών καθώς και μεταξύ αυτών και των δικαστών που μετέχουν σε νομοτεχνικά όργανα επιτρέπουν την αποφυγή επαναλήψεων, επικαλύψεων ή λαθών.

Τα ελληνικά δικαστήρια υπερβάλλουν εαυτόν στην λήψη αποφάσεων παρουσιάζοντας, ταυτόχρονα, μια εξαιρετικά υψηλή στάθμη ανθρώπινου δυναμικού (δικαστών) και ποιότητας αποφάσεων.

2. ΔΕΥΤΕΡΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ: ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ
2.1. Η περιγραφή του προβλήματος
Οι χιλιάδες λεπτομερείς αρμοδιότητες των ελληνικών Υπουργείων και τα προβλήματα που δημιουργούνται απ΄ αυτές, αναφέρονται, συχνά, ανεκτοδολογικώς. Αποκτούμε, ωστόσο, για πρώτη φορά μια τεκμηριωμένη εικόνα γι’ αυτά μέσω της λειτουργικής αξιολόγησης. Η εικόνα που προκύπτει είναι κυκεωνική: Χιλιάδες αρμοδιότητες, ατάκτως ερριμένες, δημιουργούν έναν ετερόκλητο καμβά/ μάλλον κουρελού/ που οδηγεί την ήδη παραπαίουσα δημόσια διοίκηση στους λαβυρίνθους της γραφειοκρατίας, σε «σιλό», σε νομικιστικά κελύφη που επιτρέπουν την περιχαράκωσή της, σε βάρος της αποτελεσματικότητας, της χρηστής διοίκησης και της οικονομικότητας.



Όπως προκύπτει από το προηγούμενο διάγραμμα, το ελληνικό κεντρικό κράτος εξακολουθεί να διοικεί σε πολύ μεγάλο ποσοστό αρμοδιότητες υποστηρικτικού χαρακτήρα, ενώ θα έπρεπε να διοικεί αρμοδιότητες αμιγώς επιτελικού χαρακτήρα. Ακόμη, όμως, και οι επιτελικές του αρμοδιότητες παρουσιάζουν μεγάλη διασπορά και εμβάλλουν σε σκέψεις περί της εφαρμογής τους.
Η παράδοση του νομικισμού και του φορμαλισμού σε συνδυασμό με τις συντεχνιακές πιέσεις και τα πελατεικά δίκτυα οδήγησαν σ’ αυτή την κατάσταση. Χειρότερο, όμως, απ’ αυτό, είναι το γεγονός ότι εδραιώθηκε μια αντίληψη σ’ όλα τα επίπεδα διοίκησης, ότι προκειμένου να είναι κάποιος αποδοτικός θα πρέπει να του παραχωρηθούν «κι άλλες αρμοδιότητες». Θα μπορούσε να συνιστά μια παραδοξότητα το γεγονός ότι οι χιλιάδες αρμοδιότητες εξισώνονται με μηδενικές αρμοδιότητες και η, εν τοις πράγμασι, υποκατάστασή τους από άτυπες πρακτικές οδηγεί σε μια ανεξέλεγκτη πραγματικότητα, όπου κάθε έννοια έλλογης διοικητικής δράσης παρέλκει.

Εκείνο, όμως, το σημείο το οποίο δεν πρέπει να μείνει ασχολίαστο είναι το ότι παρά τις χιλιάδες αρμοδιότητες, ελάχιστες απ’ αυτές οδηγούν σε πρακτικά αποτελέσματα. Ενώ, δηλαδή, θα περίμενε κανείς ότι με τόσες αρμοδιότητες ο κρατικός μηχανισμός θα είχε να επιδείξει αντίστοιχα αποτελέσματα- καλής η κακής ποιότητας, αδιάφορο- τούτο, ωστόσο, δεν συνέβη. Η ελληνική δημόσια διοίκηση χρησιμοποιεί τις αρμοδιότητες ως μια εσωτερική προϋπόθεση δικαιολόγησης της ύπαρξής της. «Είμαι αρμόδιος» σημαίνει μπορώ να χειριστώ το αντίστοιχο θέμα, όχι όμως να αποφασίσω και να πράξω. Η αρμοδιότητα ένα πρακτικό αποτέλεσμα έχει για τον γραφειοκράτη: Να εισηγηθεί σε κάποιον άλλο να πάρει απόφαση. Το ποιος θα εφαρμόσει την απόφαση είναι μια άλλη υπόθεση, η οποία δεν αφορά τις αρμοδιότητες οι οποίες είναι κανονιστικά προσδιορισμένες. Θεωρητικώς, όμως, η δημόσια διοίκηση είναι εκτελεστικός βραχίονας του κράτους, δηλαδή, υλοποιεί πολιτικές και δεν εισηγείται σε άλλους να το κάνουν.

Ένα εύρημα της λειτουργικής αξιολόγησης που επιβεβαιώνει τις προηγούμενες διαπιστώσεις είναι το παρακάτω: Η ελληνική δημόσια διοίκηση είναι παραγωγός σημειωμάτων και υπομνημάτων προς την πολιτική της ηγεσία να αποφασίσει, αλλά ελάχιστα υλοποιεί από όσα εισηγείται.



Η καταγραφή και ο έλεγχος των εκροών της κεντρικής δημόσιας διοίκησης έγινε μέσω της αξιολόγησης των απαντήσεων που δόθηκαν σε ερωτηματολόγιο που συντάχθηκε ειδικά για τον σκοπό αυτόν, διανεμήθηκε και συμπληρώθηκε από τους Γενικούς Διευθυντές των Υπουργείων οι οποίοι έχουν επιτελικές αρμοδιότητες σε περισσότερο από το 50% του συνόλου των αρμοδιοτήτων τους. Σημειωτέον, ότι η συμπλήρωση του εν λόγω ερωτηματολογίου απεδείχθη το δυσκολώτερο εγχείρημα της λειτουργικής αξιολόγησης. Ο λόγος, γι’ αυτό, ήταν η απροθυμία των Γενικών Διευθυντών στην συμμετοχή τους για την διερεύνηση τόσο του διοικητικού έργου όσο και του ρόλου τους σ’ αυτό.

Η σύνοψη των απαντήσεων τους είναι, εν πάση περιπτώσει, η ακόλουθη:
Το γενικό σύνολο των εκροών, ανά έτος, παραμένει ουσιαστικά, αμετάβλητο (271.478 το 2009 έναντι 287.493 το 2010). Εξ αυτών, το σύνολο των κανονιστικών εκροών στις οποίες συμπεριλαμβάνεται ο αριθμός των εγκυκλίων, σχεδίων αποφάσεων, διαταγμάτων και νόμων που έχουν εκδοθεί, ακολουθεί αυξητική πορεία και καταλαμβάνει την μερίδα του λεόντος: Από 47.628 το 2009 ανέρχεται στις 51.552 το 2010, ενώ, αντίθετα, ο αριθμός των επιχειρησιακών εκροών είτε βαίνει μειούμενος (π.χ. ο αριθμός εκθέσεων αξιολόγησης αποτελεσμάτων μειώνεται οριακά από 2.489 σε 2.212) είτε παραμένει σταθερά πολύ χαμηλότερος των κανονιστικών (10.308 το 2009 και 11.438 το 2010).Η απόλυτη πλειοψηφία των εναπομεινάντων είναι υπηρεσιακά σημειώματα, ενημερωτικού χαρακτήρα τα περισσότερα.

2.2. Τι (δεν) έγινε και τι πρέπει να γίνει;
Η σύνδεση των αρμοδιοτήτων με συγκεκριμένα αποτελέσματα (αντίθετα προς τον ισχύοντα Ν.3032/04 που αφήνει στη διακριτική ευχέρεια των υπηρεσιών να θέτουν στόχους (sic) και να αξιολογούν τα αποτελέσματα των δράσεών τους).
Η αντικατάσταση των χιλιάδων λεπτομερειακών, αποσπασματικών και επικαλυπτόμενων αρμοδιοτήτων από ευρύτερες κατηγορίες, τα «πεδία πολιτικής», μέσω των οποίων επιτυγχάνεται ο περιορισμός της διασποράς και ο συντονισμός των επιπέδων διοίκησης που ασκούν τις συναφείς αρμοδιότητες.

Η ανασυγκρότηση των υφιστάμενων αρμοδιοτήτων, η εκκαθάρισή τους και η μεταφορά τους στα οικεία επίπεδα διοίκησης αποτελεί πρώτιστη προτεραιότητα. Όπως εμφαίνεται στο προηγούμενο διάγραμμα, μόνον οι μισές από τις υφιστάμενες αρμοδιότητες είναι επιτελικές. Οι υποστηρικτικές που αποτελούν ένα μεγάλο ποσοστό αυτών θα μπορούσαν να εκχωρηθούν στον ιδιωτικό τομέα- μια πρακτική που έχει εφαρμοστεί σε πολλές άλλες διοικήσεις με θετικά αποτελέσματα αποσυμφόρησης του δημόσιου τομέα και παράλληλης ενδυνάμωσης της απασχόλησης. Επίσης, οι 1000 αρμοδιότητες, αμιγώς εκτελεστικού χαρακτήρα μαζί με τις αρμοδιότητες επικοινωνίας, θα μπορούσαν να μεταφερθούν στην αυτοδιοίκηση, προκειμένου να ολοκληρώσουν την ημιτελή μεταφορά αρμοδιοτήτων του «Καλλικράτη». Αλλά, δυστυχώς, ούτε αυτό έγινε.

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στις ελεγκτικές αρμοδιότητες. Χιλιάδες αρμοδιότητες, χαρακτηρισμένες ως ελεγκτικές, έχουν σωρευθεί τις προηγούμενες δεκαετίες από τις κυβερνήσεις που ήθελαν να δώσουν την εντύπωση ότι το «τέρας της διαφθοράς» είναι υπό έλεγχο. Τα τελευταία 20 χρόνια κάθε Υπουργός, αρμόδιος για την δημόσια διοίκηση, θεωρούσε υποχρέωσή του να προσθέτει την δική του τροποποίηση στο μωσαϊκό των ρυθμίσεων που ορίζουν τους ελέγχους. Θεωρητικώς, με περισσότερες από 1500 ελεγκτικές αρμοδιότητες και δεκάδες σώματα ελέγχου θα έπρεπε η ελληνική δημόσια διοίκηση να προσομοιάζει με την Νορβηγική. Αντ΄αυτού, με βάση τα στοιχεία των διεθών οργανισμών1, προσομοιάζει προς χώρες του τρίτου κόσμου και, πάντως, βρίσκεται μακράν και της τελευταίας ευρωπαϊκής.

Eπείγει η συγχώνευση των δομών ελέγχου της νομιμότητας της διοικητικής δράσης σε μία και η επανεξέταση της καταστροφικής πρακτικής της διάχυσης του ελέγχου (πειθαρχικού και νομιμότητας) σε κάθε Υπουργείο, νομικό πρόσωπο και φορέα. Η κατάτμηση οδήγησε στην απίσχνανση των ελέγχων και στη διάχυση της ευθύνης. Περαιτέρω, εξακολουθεί να παραμένει έργο-ναυαρχίδα για την ελληνική δημόσια διοίκηση η αντικατάσταση των δεκάδων χιλιάδων αρμοδιοτήτων με ευρύτερες ομαδοποιήσεις των πεδίων πολτικής.

2.3. Τι γίνεται ήδη ατύπως;
Οι προσωπικές σχέσεις μεταξύ των υπαλλήλων αντισταθμίζουν, πολύ συχνά, την έλλειψη μιας θεσμικής επικοινωνίας μεταξύ των υπηρεσιών. Πολλές από τις συγχύσεις σχετικά με τις αρμοδιότητες επιλύονται ατύπως μετά από συνεννοήσεις μεταξύ των υπαλλήλων που προέρχονται από διαφορετικές υπηρεσίες και ad hoc πρακτικών για την επίλυση των προβλημάτων.

Στις περιπτώσεις όπου ενεργοποιούνται δίκτυα πολιτών που αναπτύσσουν μια δυναμική, εφευρίσκονται επίσης ad hοc λύσεις.

Το ίδιο (περιστασιακές λύσεις) ισχύει και στις περιπτώσεις όπου αναδεικνύονται τοπικοί ηγέτες (ΟΤΑ ή Περιφέρειες) οι οποίοι καταφέρνουν και αναπτύσσουν εξω-θεσμικές πρωτοβουλίες προκειμένου να καλύψουν κενά και παραλείψεις αρμοδιοτήτων. Συχνά είναι τα παραδείγματα από τον χώρο της υγείας ή της περιβαλλοντικής πολιτικής.

3. ΤΡΙΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ: ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ
3.1. Η περιγραφή του προβλήματος
Εξ ίσου μεγάλο πρόβλημα με την πολυνομία είναι η δαιδαλώδης και τεράστια γραφειοκρατία που οι δεκάδες χιλιάδες αρμοδιότητες και το γενικότερο ρυθμιστικό πλαίσιο δημιουργεί. Η είδηση ότι η ελληνική γραφειοκρατία απαιτεί για την διατήρησή της 14 δισεκατομμύρια ευρώ1 (υπό την έννοια των επιβαρύνσεων που προκαλεί στην οικονομία και την κοινωνία) φάνηκε να μην συγκινεί κανέναν ιδιαίτερα και, σίγουρα, κανένα πολιτικό κόμμα απ’ αυτά που κυβέρνησαν για τέσσερις δεκαετίες και έχουν μείζονα ευθύνη για τη νομοθετική και κανονιστική παραγωγή.

3.2. Τι (δεν) έγινε και τι πρέπει να γίνει;
Η άμεση εφαρμογή υπηρεσιών μιας στάσης εντός των ΚΕΠ, πέρα και έξω από την ολοκλήρωση του ΓΕΜΗ, αποτελεί αδήριτη ανάγκη. Για τον λόγο αυτόν, θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν τοπικές βάσεις δεδομένων και εφαρμογές που έχουν αναπτυχθεί περιφερειακώς είτε σε συγκεκριμένες κατηγορίες επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.

Η εξαιρετική προσπάθεια που ξεκίνησε με την ανάπτυξη μεθοδολογίας για τον προσδιορισμό των διοικητικών βαρών, προσαρμοσμένης στην ελληνική πραγματικότητα1, θα πρέπει να συνεχιστεί.

Η ελληνική γραφειοκρατία δεν θα μειωθεί δραστικά, εάν δεν υπάρξουν προγράμματα εκτίμησης του ενδο-διοικητικού φόρτου. Τα προγράμματα αυτά θα πρέπει να συνδεθούν με τα προγράμματα απλούστευσης τα οποία δεν αποδίδουν.

Έχοντας ολοκληρώσει τέσσερα κοινοτικά πλαίσια στήριξης (δύο εκ των οποίων περιελάμβαναν πολλές δράσεις για την ανάπτυξη της ηλεκτρονικής διοίκησης) η ελληνική δημόσια διοίκηση δεν έχει παρά να επιδείξει διάσπαρτες απόπειρες τυποποίησης εγγράφων και διαδικασιών, οι οποίες, όμως, ουδεμία προτιθέμενη αξία έχουν και δεν ανατρέπουν το γεγονός της μεγαλύτερης γραφειοκρατiας στην ΕΕ.

3.3. Τι γίνεται ήδη ατύπως;
Πολύ συχνά οι υπηρεσίες προβαίνουν σε συστηματοποίηση των απαιτούμενων δικαιολογητικών καθώς και των ενεργειών που πρέπει να ακολουθούν οι ενδιαφερόμενοι για την ολοκλήρωση μιας διαδικασίας.
Συχνά, επίσης, οι υπηρεσίες διαμεσολαβούν μεταξύ αυτών και των πολιτών είτε για ερμηνείες του ρυθμιστικού πλαισίου είτε και για την αναγκαιότητα προσκόμισης δικαιολογητικών. Εκείνο το οποίο αποτελεί συνηθέστατη πρακτική είναι οι διευκολύνσεις πρωτοκόλλου.

4. ΤΕΤΑΡΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ: ΔΟΜΕΣ
4.1. Περιγραφή του προβλήματος
Οι χιλιάδες αρμοδιότητες και οι ατελεύτητες διαδικασίες απαιτούν εξίσου πολλές και δαιδαλώδεις δομές για την άσκησή τους. Κατεγράφησαν μόνο στα 15 Υπουργεία 149 Γενικές Διευθύνσεις, 886 Διευθύνσεις και 3720 Τμήματα.

Περαιτέρω παρατηρείται, διαχρονικώς, μικρό εύρος εποπτείας και επικαλύψεις μεταξύ (τόσο οριζόντιων όσο και κάθετων) δομών.

Κατά συνέπεια, οι γραμμές εντολών μεταξύ των δομών που απoτυπώνονται στο ακόλουθο «σπαγγέτι», απεικονίζουν, γλαφυρά, την πραγματικότητα. Οι επικαλύψεις και η σύγχυση αρμοδιοτήτων πέραν της «φυσιολογικής» αναποτελεσματικότητας, ενίοτε, καταλήγει σε τραγικές συνέπειες (π.χ. πυρκαγιές, σεισμοί, κλπ).



Σ’ έναν τέτοιο ανεξέλεγκτο διοικητικό πληθωρισμό δεν περιμένει κανείς μια ορθολογική πολιτική δομή. Αυτό, όμως, που συμβαίνει στην Ελλάδα εκφεύγει ακόμη και προδιαγραφών σοσιαλιστικού «απαράτ»: Χιλιάδες αμφιλεγόμενοι σύμβουλοι (μόνο για τις πολιτικές ηγεσίες των Υπουργείων υπολογίζονται σε….και τα μέλη των ΔΣ δημοσίων νομικών προσώπων που κατεγράφησαν, ανέρχονται σε που έρχονται και απέρχονται μαζί με τους πολιτικούς προϊσταμένους τους δημιουργούν ένα ενδιάμεσο στρώμα, μια ψευδο-δομή, η οποία έχοντας η ίδια την λογική της αυτο-συντήρησης, επιβαρύνει έτι περαιτέρω την δυσκίνητη γραφειοκρατία.

4.2. Τι (δεν) έγινε και τι πρέπει να γίνει;
Α) Ενώ η λειτουργική αξιολόγηση προέβλεπε την αντιμετώπιση του οργανωτικού πληθωρισμού μέσα από την ανα-οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων, την συνακόλουθη περιγραφή καθηκόντων και θέσεων και την προϋπολογιστική δαπάνη στη βάση δεικτών εκτίμησης του παραγόμενου έργου/αποτελέσματος, εκείνο το οποίο επιχειρήθηκε, αντ’ αυτών, ήταν μια άτακτη, ανερμάτιστη και επιπόλαιη περιστολή δομών με μονο κριτήριο την ονομαστική σύγκλιση των αρμοδιοτήτων. Το αποτέλεσμα αυτής της (μη) μεταρρύθμισης ήταν το ίδιο απογοητευτικό όπως και της ομόλογής της, εκείνης δηλαδή που αφορούσε την μείωση των δημοσίων νομικών προσώπων. Ο εντυπωσιασμός, αφ’ ενός, και η υπονόμευση του επιχειρησιακού προγράμματος «Διοικητική Μεταρρύθμιση» μέσω της παραπομπής του στους ίδιους τους Υπουργούς και διοικητές των υπό κατάργηση οργανισμών, μας δίνει το σημερινό άθροισμα των (μη) προσπαθειών, που ισούται με μηδέν (0).

Β) Η ανασυγκρότηση των δομών απαιτεί την άμεση διάκριση των αρμοδιοτήτων σε επιτελικές, υποστηρικτικές, ελεγκτικές και παροχής υπηρεσιών. Τα Υπουργεία πρέπει να περιοριστούν στις επιτελικές, εκχωρώντας τις μεν υποστηρικτικές στον ιδιωτικό τομέα, τις δε εκτελεστικές στα άλλα επίπεδα διοίκησης.

Απαιτείται, επίσης, η δημιουργία συντονιστικών μηχανισμών είτε υπό την μορφή δομών («Μονάδες Συντονισμού») είτε λειτουργιών (δικτυακής μορφής). Οι Μονάδες αυτές θα εκπονούν «Σχέδια Δράσης», στα οποία θα εμφαίνονται οι ενέργειες εφαρμογής, ο ρυθμιστικός προγραμματισμός που αυτές απαιτούν και η συσχέτισή τους με τον προϋπολογισμό. Για το πρώτο διάστημα εφαρμογής των Σχεδίων Δράσης είναι απολύτως κρίσιμο να υπάρξει ευθυγράμμιση της μεθοδολογίας και των διοικητικών πρακτικών μεταξύ, τουλάχιστον, των Υπουργείων. Σ΄αυτό το διάστημα, η λειτουργία του Κεντρικού Συντονιστικού Οργάνου (της Γενικής Γραμματείας Συντονισμού, εν προκειμένω) είναι απολύτως αναγκαία.

Τα Σχέδια Δράσης θα μπορούσαν να αποτελέσουν βασικό μηχανισμό εξορθολογισμού του ελληνικού διοικητικού πράττειν και ανάσχεσης της πελατειακής πολιτικής. Είναι, ωστόσο, χαρακτηριστικό του βαθμού δυσκολίας του εγχειρήματος, ότι, παρά την πρόβλεψη (και) του πρόφατου νόμου 4109/2013, σύμφωνα με τον οποίο όλα τα Υπουργεία εντέλλονται να εκπονήσουν Σχέδια Δράσης, βρισκόμαστε, ακόμη, στο μηδέν.

Η αναδιοργάνωση των δομών δεν περιέλαβε, πάντως, μέτρα για την περιστολή του υπερτροφικού πολιτικού τμήματος της διοικήσεως. Μέτρα θετικά προς την μείωσή τους θα ήταν η επιλογή Γενικού Γραμματέα από μη πολιτικά στελέχη, η κατάργηση όλων των μετακλητών υπαλλήλων/συμβούλων, η δραστική μείωση των υφυπουργών και αναπληρωτών Υπουργών και η εκ βάθρων επανεξέταση όλων των δημοσίων νομικών προσώπων με στόχο την δραστική μείωσή τους.

4.3. Τι γίνεται ήδη ατύπως;
Οι δομικές αγκυλώσεις και ανεπάρκειες, συχνά, παρακάμπτονται με παράπλευρες δράσεις συνεργασίας που αναπτύσσονται, κυρίως, ad hoc. Πέραν των διαπροσωπικών σχέσεων που επιτρέπουν την υπερφαλάγγιση των δομικών ατελειών, άτυπες ομάδες εργασίας, συχνά, εφευρίσκουν λύσεις οι οποίες θα ήταν αδύνατες με σεβασμό στις εσωτερικές είτε εξωτερικές ιεραρχίες και δομές. Βεβαίως, η ατυπικότητα, συχνά, οδηγεί στην πρόσθετη γραφειοκρατική επιβάρυνση των υπηρεσιών, αφού η ανασφάλεια περί του πρακτέου μπορεί να οδηγεί σε πολλαπλασιασμό των «υπογραφών» και των (άχρηστων, εν τέλει) εγγυήσεων.

5. ΠΕΜΠΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ: ΥΠΟΔΟΜΕΣ
5.1. Περιγραφή του προβλήματος
Η διασπορά, η μη διασύνδεση, τα «σιλό», δεν απαντώνται μόνο στις αρμοδιότητες και τις δομές αλλά εκτείνονται και στις υποδομές.

Η λειτουργική αξιολόγηση έδειξε ότι διαθέτουμε 263 μισθωμένα, 271 ιδιόκτητα και 70 παραχωρημένα κτίρια τα οποία, στην πλειονότητά τους, παραβιάζουν βασικές αρχές χωροταξίας, ασφάλειας και ποιότητας εργασίας. Εννοείται, ότι οι τεχνολογίες της πληροφορικής και των επικοινωνιών δεν μπορούν να προσφέρουν πολλά με μια τέτοια κτιριακή υποδομή. Μπορούν, όμως, να διασφαλίσουν το εύκολο κέρδος στους μεταπράτες της τεχνολογίας, αφού ο εξοπλισμός των υπηρεσιών με «σιδερικά» φέρνει εύκολο και άκοπο κέρδος: 54.927 τερματικά, 2983 servers αλλά μόνο 332 ΟΠΣ/βάσεις δεδομένων κι ακόμα λιγότερα (13.343) υπηρεσιακά emails (ποσοστό 25%) συνθέτουν μια αμφίλογη εικόνα: Ενώ υπάρχει πληθώρα κτιρίων και ψηφιακών υποδομών, παρουσιάζεται έλλειμμα χωροταξικού ορθολογισμού και ηλεκτρονικής διακυβέρνησης.

Η εικόνα είναι κατανοητή, εάν την τοποθετήσει κανείς σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο που στηρίζεται σε δύο κεντρικές επιδιώξεις, στον εύκολο πλουτισμό και την πολιτική ηγεμονία των πελατεικών δικτύων.

5.2. Τι (δεν) έγινε και τι πρέπει να γίνει;
Οι οραματισμοί του Δοξιάδη1 και του Κανδύλη για τη δημιουργία «κυβερνητικού πάρκου» δεν έχουν συναντήσει, μέχρι τώρα, τον υλοποιητή τους. Το «κτιριακό» του δημοσίου αντιμετωπίζεται στο πλαίσιο των πρόσφατων «μεταρρυθμίσεων» ως μη ιεραρχημένη εγκατάλειψη κτιρίων και στοίβαγμα ανθρώπων και εξαρτημάτων (βλ. τις συνέπειες της πρόχειρης μεταστέγασης των εφοριών) με αποτέλεσμα την ραγδαία επιδείνωση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών.

Το «κτιριακό» είναι, βεβαίως, συνδεδεμένο άμεσα με το θέμα της χωροθέτησης των υπηρεσιών, μια από τις θεωρούμενες δύσκολες μεταρρυθμίσεις που παραπέμπονται διαρκώς στις καλένδες.

Θεωρούμε, ωστόσο, ότι επείγει η άμεση ανάληψη μιας μελέτης αναχωροθέτησης των δημοσίων υπηρεσιών, η οποία θα λάβει υπόψη της συναφείς εργασίες και προτάσεις.

Όσον αφορά τις ηλεκτρονικές υποδομές και εφαρμογές, 20 χρόνια μετά την δημιουργία της «Υπηρεσίας Ανάπτυξης Πληροφορικής» και της «Κοινωνίας της Πληροφορίας ΑΕ», βρισκόμαστε χωρίς στρατηγικό σχέδιο ανάπτυξης της Πληροφορικής, με πληθώρα έργων/κουφάρια, με ακριβοπληρωμένα έργα που συντηρούνται μετά βίας αλλά και με μια αναβαθμισμένη συνείδηση ότι πολλά από τα προβλήματά μας μπορούν να επιλυθούν με την χρήση της τεχνολογίας. Η Πληροφορική εξακολουθεί, ωστόσο, να αντιμετωπίζεται με εργαλειακό τρόπο, το σχετικά επαρκές ρυθμιστικο πλαίσιο παραμένει αναξιοποίητο και οι εφαρμογές έχουν διάσπαρτο χαρακτήρα χωρίς προστιθέμενη αξία στη διοικητική μεταρρύθμιση.

Εξακολουθεί να υπάρχει αδυναμία σύνδεσης με τις υπόλοιπες αλλαγές και μεταρρυθμίσεις που ανακοινώνονται η δρομολογούνται σε διάφορα πεδία πολιτικής.

5.3. Τι γίνεται ήδη ατύπως;
Οι δημόσιες υπηρεσίες λύνουν πολλά από τα προβλήματα που οφείλονται στην έλλειψη συγκροτημένης πολιτικής για την εφαρμογή της Πληροφορικής στο δημόσιο. Σε πολλές περιπτώσεις αναπτύσσουν εφαρμογές «εκ των ενόντων» προκειμένου να υποστηρίξουν την δουλειά τους και να μπορέσουν να ανταποκριθούν σε πιεστικές ανάγκες. Η μη διαλειτουργικότητα των συστημάτων ξεπερνιέται, ενίοτε, με την δημιουργία ad hoc διεπαφών. Η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού απαιτεί, επίσης, συχνά, υπερ- προσπάθεια από τους ίδιους τους δημοσίους υπαλλήλους για την υποστήριξη του όλου κύκλου πληροφοριακής υποστήριξης (από την συντήρηση των μηχανημάτων μέχρι την ανάπτυξη λογισμικού).

6. ΕΚΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ: ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΔΥΝΑΜΙΚΟ
6.1. Περιγραφή του προβλήματος
Οι εκατοντάδες χιλιάδες υπάλληλοι με τις πολυποίκιλες σχέσεις εργασίας με το δημόσιο είναι ένα ακόμη σύμπτωμα του διάσπαρτου και χαοτικού δημόσιου τομέα.

Είναι γνωστό ότι αποτέλεσε στρατηγική επιλογή όλων των κυβερνήσεων από την δεκαετία του ’80 και μετά, η συστηματική αποικιοποίηση του δημοσίου με πάσης φύσεως ανθρώπους, εκ των οποίων ελάχιστοι πληρούσαν τις προϋποθέσεις του δημοσίου λειτουργού. Το προσωπικό του δημόσιου τομέα, το οποίο, κατά τη δεκαετία του ’80, διπλασιάσθηκε σε σχέση με τον, επί προηγούμενης τριακονταετίας (1950-1980), πληθυσμό (περί τις 230.000), επανα-διπλασιάσθηκε κατά την επόμενη εικοσαετία.

Ως αποτέλεσμα αυτών των πληθωριστικών πιέσεων, ο πληθυσμός του δημοσίου άγγιξε τις 800.000 (συμπεριλαμβανόμενου και του δυναμικού των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου).



Εξ αυτών, ένα μεγάλο ποσοστό (39%) εξακολουθεί να είναι προσωπικό δευτεροβάθμιας και υποχρεωτικής εκπαίδευσης, ενώ εξακαλουθεί να υφίσταται ένα σημαντικό ποσοστό (12%) υπαλλήλων «άνευ κατηγορίας εκπαίδευσης». Οι υπάλληλοι πανεπιστημιακής και τεχνολογικής εκπαίδευσης ανέρχονται σε ποσοστό 47% επί του συνόλου.

Οι επιπτώσεις της διαχείρισης του δημόσιου τομέα ως αποθήκης ανθρώπων είναι δραματικές: Σήμερα, στην εποχή της απόλυτης κυριαρχίας των τεχνολογιών, η ελληνική δημόσια διοίκηση εξακολουθεί να στελεχώνεται στο πιο νευραλγικό της κομμάτι, στα Υπουργεία, κατά το ήμισυ από υπαλλήλους που έχουν τελειώσει το Γυμνάσιο ή και το Δημοτικό. Είναι προφανές ότι οι ανάγκες του πελατειακού συστήματος και οι ανάγκες του κράτους διαφοροποιούνται….

Η αποτύπωση της επίδρασης του πελατειακού συστήματος επί της διοικήσεως αποτυπώνεται και στο γεγονός ότι οι καταγεγραμμένοι κλάδοι στους οποίους είναι τοποθετημένοι οι δημόσιοι υπάλληλοι, ανέρχονται σε 1447! Το γεγονός αυτό δημιουργεί φαινόμενα «σιλό» και περιχαράκωσης μεταξύ του προσωπικού των δημοσίων υπηρεσιών και θα αποτελέσει σοβαρό ανασχετικό εμπόδιο στην υιοθέτηση ενός lege artis συστήματος περιγραφής θέσεων και καθηκόντων το οποίο θα έρθει να αντικαταστήσει το ισχύον σύστημα.

Τελευταίο αλλά όχι έσχατης σημασίας εύρημα: Ο γηράσκων πληθυσμός. Εάν δεν ληφθούν γενναίες αποφάσεις για την ανανέωση του προσωπικού της δημόσιας διοικησης, τότε, ακόμη κι αν οι μετρρυθμίσεις ενστερνίζονταν ασμένως από την πλειοψηφία των δημοσίων υπαλλήλων, μάλλον δεν θα ήταν ορατές οι συνέπειές τους – και τούτο, ένεκα βιολογικών λόγων!



6.2. Τι (δεν) έγινε και τι πρέπει να γίνει;
Η γενικευμένη πολιτική λιτότητας είχε δραματικές επιπτώσεις στο ανθρώπινο δυναμικό της δημόσιας διοίκησης. Άξια στελέχη ωθήθηκαν στην έξοδο, έμπειρα στελέχη απώλεσαν κάθε κίνητρο περαιτέρω προσπάθειας και περιορίστηκαν στην απαραίτητη διεκπεραίωση των τρεχουσών υποθέσεων και οι νέοι αποθαρρύνθηκαν πλήρως σε σχέση με την προοπτική καριέρας στο δημόσιο. Μεταρρυθμίσεις ημιτελείς, όπως η αξιολόγηση «κόλλησαν» ήδη στην πρώτη τους εφαρμογή κι εγκαταλείφθηκαν, ενώ άλλες απολύτως χρήσιμες, όπως τα περιγράμματα θέσεων, ούτε καν ξεκίνησαν. Στη θέση τους ανακοινώθηκαν σταυροφορίες ηθικής με σκοπό την πάταξη της διαφθοράς καθώς και τιμωρητικές πολιτικές, όπως οι πρόσφατες, με πρόσχημα τους επίορκους δημοσίους υπαλλήλους (το πλαίσιο δράσης των οποίων δημιούργησαν και διασφάλισαν οι σημερινοί πολέμιοί τους).
Οι ακολουθούμενες τιμωρητικές και τυφλές ως προς τα αποτελέσματά τους πολιτικές διέρρηξαν, οριστικά, τις σχέσεις εμπιστοσύνης του διοικητικού με το πολιτικό σύστημα.

Η ανάταξη του ανθρώπινου δυναμικού προϋποθέτει, τώρα πλέον, την δημιουργία ενός οράματος για τους δημοσίους υπαλλήλους που να αντικατοπτρίζει τις κακοποιημένες αρχές και αξίες της ελληνικής δημοσιοϋπαλληλίας (φιλοπατρία, αφοσίωση στο καθήκον και αλληλεγγύη στο κοινωνικό σύνολο). Τούτο θα πρέπει να συνδυαστεί με τη δρομολόγση μεγάλων οριζόντιων μεταρρυθμίσεων με σκοπό την διασφάλιση του επαγγελματισμού των δημοσίων υπαλλήλων (αξιολόγηση, περιγράμματα θέσεων) όσο και με τη δημιουργία κλίματος άμιλλας (μέσω ανάδειξης καλών πρακτικών) σε διαφορετικά επίπεδα διοίκησης και δημόσιων πολιτικών.

Θεωρούμε απολύτως επιβεβλημένο στο σημείο αυτό να υπενθυμίσουμε σε όλους εκείνους οι οποίοι εξακολουθούν να είναι επιφυλακτικοί ή αρνητικοί για την διαθεσιμότητα και την ικανότητα των Ελλήνων δημοσίων λειτουργών και θρηνολογούν προβάλλοντας, κατ’ουσίαν, τα δικά τους ελλείμματα, ότι η λειτουργική αξιολόγηση δίνει την πιο τεκμηριωμένη απάντηση περί του αντιθέτου: Οι δημόσιοι υπάλληλοι υποστηρίζουν σθεναρά τις μεταρρυθμίσεις και πιστεύουν ότι, μόνον αυτές, μπορούν να εγγυηθούν τη βιωσιμότητα του δημόσιου τομέα. Σημειωτέον, ότι η στάση τους αυτή που καταγράφεται ευκρινώς (βλ. επόμενο διάγραμμα) δεν αποτυπώνεται στα προγράμματα (και ιδίως, στην πρακτική) των πολιτικών κομμάτων.



Στην ίδια έρευνα, οι Έλληνες δημόσιοι υπάλληλοι αυτο-περιγράφονται ως εργατικοί, φιλότιμοι, παραμένουν συχνά εκτός ωραρίου για να τελειώσουν τη δουλειά τους (62%) παρακολουθούν τα τεκταινόμενα (42%) και έχουν διάθεση προσφοράς. Το ότι οι Έλληνες είμαστε οι πιο εργατικοί από τους υπόλοιπους Ευρωπαίους έχει εκτιμηθεί από τελείως ανεξάρτητες προς τους δημοσίους υπαλλήλους πηγές1.

Εκείνο το εύρημα το οποίο, όμως, αξιολογείται ως κομβικής σημασίας είναι η κρίση εμπιστοσύνης μετάξύ των πολιτικών προϊσταμένων και των ίδιων των υπαλλήλων. Μάλιστα, η έλλειψη εμπιστοσύνης και η παρέμβαση των πολιτικών στο διοικητικό γίγνεσθαι θεωρούνται ως πρώτης τάξεως προβλήματα. Παρ’ όλα αυτά, ενώ οι δημόσιοι υπάλληλοι θεωρούν ότι υπάρχει έλλειμμα αξιοκρατίας, οφειλόμενο, κατά βάση, στους πολιτικούς θεωρούν την κατάσταση αναστρέψιμη στον βαθμό που το πολιτικό σύστημα τους εμπιστευτεί και τους διασφαλίσει περιθώρια έκφρασης και δράσης.

6.3 Τι γίνεται ήδη ατύπως;
Οι διεργασίες συνεννόησης, αλληλεγύης και συνεργασίας για την επίτευξη αποτελεσμάτων (τα οποία, άλλως, δεν θα μπορούσαν να επέλθουν) αναφέρθηκαν, ήδη, προηγουμένως. Οι άνθρωποι της διοικήσεως υπερκαλύπτουν κενά και αδυναμίες οργάνωσης και λειτουργίας, επιστρατεύοντας γνώση, ευαισθησία και εκτίμηση τόσο για τους πολίτες όσο και για τους επιχειρηματίες (ακόμη κι όταν αυτοί καθόλου δεν εκτιμούν τον «υπάλληλο»). Παρά τις αλλεπάλληλες επιθέσεις κατά του δημοσίου τομέα, η σύμπνοια και η συστράτευση οδηγούν στη δημιουργία μιας νέας διοικητικής αλληλεγγύης.

7. ΕΒΔΟΜΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ: ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ
7.1. Περιγραφή του προβλήματος
Ένα διοικητικό σύστημα με τα προηγούμενα χαρακτηριστικά δεν θα μπορούσε να χρηματοδοτηθεί παρά μόνον μέσα από έναν προϋπολογισμό ο οποίος θα παρουσιάζει ακριβώς τα ίδια χαρακτηριστικά με τα υπόλοιπα τμήματά του: Μεγάλη διασπορά κωδικών, μη σύνδεσή τους με συγκεκριμένα αποτελέσματα (αφού, κι αυτά με τη σειρά τους είναι αδύνατον να υπολογιστούν λόγω της μεγάλης διασποράς των δομών και των πολύμορφων σχέσεων εργασίας που δεν επιτρέπουν ομαδοποιήσεις ούτε συγκρίσεις), αδυναμία εποπτικού ρόλου του Υπουργείου Οικονομικών. Οι οικονομικές υπηρεσίες των Υπουργείων-πολλώ δε μάλλον των νομικών προσώπων και των αποκεντρωμένων οντοτήτων- υπολειτουργούν η λειτουργούν με εντελώς πεπαλαιωμένο τρόπο χωρίς σύγχρονα πρότυπα λογιστικής διαχείρισης.

Η πολιτική των απολύσεων και του εξαναγκασμού σε αποχωρήσεις επεδείνωσε έτι περαιτέρω την ήδη διαμφισβητούμενη ικανότητα των οικονομικών και διοικητικών υπηρεσιών να ανταποκριθουν ακόμη και στα τρέχοντα. Έτσι, σήμερα, η έκδοση της μισθοδοσίας θεωρείται, πλέον, επίτευγμα!

7.2. Τι (δεν) έγινε και τι πρέπει να γίνει;
Παρά τις προσπάθειες που κατεβλήθησαν από τα μέσα του 2010 και μετά, για την εφαρμογή ενός οιονεί «προϋπολογισμού προγραμμάτων», ο ισχύων προϋπολογισμός, ενώ παρεκκλίνει από τον γνωστό τυφλό δρόμο της μη πρόβλεψης επιδιωκόμενων στόχων, της μη συσχέτισης των δαπανών με τις εκροές των δημοσίων οργανώσεων και, εν τέλει, των ανεξέλεγκτων ελλειμμάτων, απέχει πόρρω από το να συγκροτήσει υπόδειγμα ενός νέου, αναπτυξιακού προϋπολογισμού. Αν και, δηλαδή, υπό την τεχνική έποψή του, ο ισχύων προϋπολογισμός είναι ο πρώτος που κινείται (χωρίς εξαιρέσεις) σε μια λογική αποτελέσματος, τόσο ό τρόπος όσο, και κυρίως, η μη συνδρομή των δημιουργικών τμημάτων της ελληνικής κοινωνίας στην κατάρτιση και –ιδίως- στην εφαρμογή του, τον έχουν οδηγήσει σε ανυποληψία.

Επιπλέον, η επικράτηση της πολιτικής της λιτότητας εις βάρος ενός αναπτυξιακού σχεδιασμού, οδήγησε στη μονόπλευρη προσπάθεια ελέγχου των δημοσίων δαπανών μέσω οριζόντιας μείωσης της μισθολογικής δαπάνης, καθώς και των κοινωνικών δαπανών – ακόμη και των κονδυλίων για επενδύσεις. Την ίδια στιγμή, εξακολουθεί, ωστόσο, να μην εξετάζεται η σκοπιμότητα ύπαρξης (αναιτιολόγητων) δαπανών που περιλαμβάνονται στους προϋπολογισμούς των Υπουργείων. Κυρίως, όμως, δεν θεραπεύονται οι διαρθρωτικές και δομικές αδυναμίες του δημοσιονομικού συστήματος που προκαλούνται από την δομή και, την εν γένει, λειτουργία του κράτους, και οι οποίες αποτελούν τη γενεσιουργό αιτία σπατάλης και αδιαφάνειας των δαπανών.
Ο στόχος για τη δημιουργία ενός σύγχρονου πλαισίου δημοσιονομικής διαχείρισης και ελέγχου, το οποίο θα στηρίζεται στις αρχές της οικονομικότητας, αποδοτικότητας και αποτελεσματικότητας, θα μπορέσει να επιτευχθεί μόνον εάν η δημοσιονομική πειθαρχία συνδυαστεί με την μέγιστη απόδοση των δαπανών σε κάθε πεδίο πολιτικής.

Παρά τις προσπάθειες εξορθολογισμού που ήδη αναφέρθηκαν, εξακολουθεί να υπάρχει πολυμορφία των χρηματοδοτικών μέσων (απ’ ευθείας χρηματοδοτήσεις, μεταβιβαστικές πληρωμές, ενισχύσεις κλπ), χωρίς να υπάρχουν αντίστοιχες δικλείδες ελέγχου. Το παράδειγμα των μεταβιβαστικών πληρωμών και των επιχορηγήσεων είναι ενδεικτικό: Αφού η διοίκηση του προϋπολογισμού παραμένει συγκεντρωτική και δεν εφαρμόζονται οι αρχές της αποκέντρωσης, υπευθυνότητας και συνεκτικότητας, δεν υπάρχει λογοδοσία και ευθύνη (νομική, θεσμική και ουσιαστική) για τα αποκεντρωμένα όργανα διοίκησης όσον αφορά την κανονικότητα και την ορθότητα της εκτέλεσης των δαπανών.

Σε επίπεδο δομών διοίκησης και αρχών οικονομικής διαχείρισης, θα πρέπει οι οικονομικές υπηρεσίες να οργανωθούν ως σύγχρονα λογιστήρια, με τα απαιτούμενα πληροφοριακά συστήματα και το κατάλληλο στελεχιακό δυναμικό, ώστε το σύνολο των διαδικασιών (νομικών είτε διοικητικών) να διεκπεραιώνεται εκεί. Γενικότερα, θα πρέπει να υπάρξει εκσυγχρονισμός και αναβάθμιση του δημοσιονομικού συστήματος, όσον αφορά τη λογιστική αποτύπωση, τη δημοσιότητα και τον έλεγχο των δημοσίων δαπανών με εισαγωγή κατάλληλων λογιστικών προτύπων και πληροφοριακών μέσων (π.χ. διπλογραφική λογιστική, λογιστική κόστους, νέος τρόπος αποτύπωσης προϋπολογισμού και λοιπών λογιστικών/ δημοσιονομικών καταστάσεων).

Ειδικότερα, στον τομέα του ελέγχου θα πρέπει να υπάρξει τυποποίηση και ενσωμάτωση μεθόδων εσωτερικού και εξωτερικού ελέγχου (π.χ. ορκωτοί λογιστές, ελεγκτικό συνέδριο) στη βάση σύγχρονων ελεγκτικών μεθόδων (π.χ. δειγματοληπτικός έλεγχος βάσης κινδύνου) που θα εστιάζουν εκτός από τη διασφάλιση της νομιμότητας και κανονικότητας των δαπανών στην επίτευξη οικονομικότητας, αποδοτικότητας και αποτελεσματικότητας (π.χ. με θέσπιση ειδικών χρηματοοικονομικών ή άλλων δεικτών για τον δημόσιο τομέα). Η ενσωμάτωση σχετικών προτύπων και μεθόδων από άλλα κράτη ή διεθνείς οργανισμούς τυποποίησης (π.χ. Ευρωπαϊκό Σύστημα Λογαριασμών/ESA 95, διεθνή λογιστικά πρότυπα για τον δημόσιο τομέα/Public Sector Accounting Standards) θα βοηθούσε στη λογιστική αναβάθμιση όσο και στην ενότητα / συνεκτικότητα της δημοσιονομικής λειτουργίας και πληροφόρησης για το σύνολο του δημοσίου τομέα (κεντρική διοίκηση και ευρύτερος δημόσιος τομέας).

7.3. Τι (ήδη) γίνεται ατύπως;
Οι άτυπες συνεννοήσεις των υπηρεσιών με το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους είναι κανόνας, προκειμένου να αμβλυθνούν τα προβλήματα που προκαλούνται από την κυκεωνική νομοθεσία είτε από την έλλειψη διαθέσιμων μέσων και πόρων για την ταχεία διεκπεραίωση των σχετικών θεμάτων.

Επίσης η κατάρτιση των ειδικότερων προϋπολογισμών σε πολλές υπηρεσίες στηρίζεται σε άτυπες συνεννοήσεις μεταξύ των υπηρεσιακών μονάδων και των πολιτικών ηγεσιών τους.Το ίδιο ισχύει και όσον αφορά τη διαβούλευση μεταξύ των ηγεσιών των Υπουργείων και του Υπουργείου Οικονομικών με στόχο την τελική διαμόρφωση των προϋπολογισμών τους.

ΕΝ ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΙ
Η λειτουργική αξιολόγηση έδειξε ότι όλα τα μέρη του διοικητικού συστήματος πάσχουν από τις ίδιες ασθένειες: Νομικός φορμαλισμός, απουσία μεθόδων και συστημάτων μάνατζμεντ, διασπορά δομών, ανθρώπων και κρίσιμων πόρων, έλλειμμα συντονισμού, ενδημική διαφθορά. Όλα αυτά προκαλούνται, συντηρούνται και αναπαράγονται χάρη στην ύπαρξη του πελατειακού πολιτικού συστήματος το οποίο απομειώνει κάθε θεσμική, οργανωτική η διοικητική αλλαγή στον κώδικα αυτο-αναφοράς του, δηλαδή, σε συναλλαγή και μη- συναλλαγή. Οι παθολογίες που αναφέρθηκαν, προηγουμένως, εξυπηρετούν πλήρως την αναπαραγωγή του πελατειακού συστήματος, συνιστούν δε, υπό μια ερμηνεία, την προϋπόθεση της ύπαρξής του.
Τούτο σημαίνει ότι η διαδικασία αλλαγών είναι περισσότερο περίπλοκη απ’ όσο περιγράφεται στην εύκολη ρητορεία περί πολιτικού βολονταρισμού («πολιτική βούληση»). Απαιτείται ο σχεδιασμός και η εφαρμογή μια ενδελεχούς πολιτικής διοικητικής μεταρρύθμισης. Για να είναι η πολιτική αυτή επιτυχής, απαιτείται πέραν της τεχνικής της επάρκειας να απαντά σε πραγματικές κοινωνικές ανάγκες και να στηρίζεται σε αξίες τις οποίες πρεσβεύει το κοινωνικό σώμα.

Σήμερα, επιτέλους, μετά από ολόκληρες δεκατίες, έχει αρχίσει και αποκτά νόημα και στην ελληνική δημόσια συζήτηση η αναζήτηση «στρατηγικής». Μόνον αυτή μπορεί να οργανώσει τον αγώνα για τη μεταρύθμιση δομών και λειτουργιών του κράτους μας. Χωρίς Στρατηγική δεν μπορεί να υπάρξει ούτε αξιόπιστος προϋπολογισμός, ούτε πολιτική ανθρώπνου κεφαλαίου, ούτε ποιότητα υπηρεσιών. Χωρίς Στρατηγική πολλές από τις φιλότιμες μεταρρυθμιστικές προσπάθειες ακυρώνονται από άλλες, αντίρροπες δράσεις που επισυμβαίνουν στα διάφορα τμήματα του διοικητικού συστήματος. Η Στρατηγική προϋποθέτει, με τη σειρά της, είτε ευρύτατες κοινωνικές συναινέσεις είτε Ηγεσία που μπορεί να παράσχει μ’ έναν (ακόμη και ανορθολογικό) τρόπο εκείνο που δεν μπορεί η οργανωμένη κοινωνία να κάνει.

Μια Στρατηγική για την ελληνική δημόσια διοίκηση δεν μπορεί παρά να στηρίζεται στην μοναδική/ιδιοτυπική ταυτότητά μας. Επιτάσσει και προϋποθέτει την αναγκαιότητα ενός καθολικού αναστοχασμού που θα προτάξει και θα ανανοηματοδοτήσει τις αξίες εκείνες του ελληνισμού, οι οποίες υποβαθμίσθηκαν, λοιδωρήθηκαν και, εν τέλει, μετασχηματίσθηκαν σε παράσιτο της ταυτότητάς μας. Η κατάργηση και παραμόρφωση της μιας πλευράς της ελληνικότητας, δηλαδή του πατριωτισμού, της αλληλεγγύης, της ανεκτικότητας, και του φιλότιμου, οδήγησε στην ανάδειξη της αγυρτίας, της απατεωνίας, του ξέφρενου ατομικισμού, στην ανάπτυξη των άτυπων/παράτυπων δικτύων, στην αποξένωση από την εργασία, και, εν τέλει, στον βαθύ διχασμό και την απώλεια προσανατολισμού μας.

Η άρση των κατασκευασμένων «διαχωριστικών γραμμών» μεταξύ των διαφορετικών κομμάτων, πεποιθήσεων, στάσεων και αντιλήψεων στα θέματα οργάνωσης και λειτουργίας του κράτους, απαιτεί σισύφεια προσπάθεια στις σημερινές συνθήκες όξυνσης του αυταρχισμού και αβεβαιότητας που προκαλούν οι αλλεπάλληλοι κλυδωνισμοί του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού και του καταρρεόντος εθνικού πολιτικού συστήματος.

Όλα τα προηγούμενα μεταφράζονται σε επίδο πρακτικής πολιτικής στα ακόλουθα προτάγματα:

Ανάληψη μιας κοινής εθνικής προσπάθειας από εκείνους που πρεσβεύουν την αναγκαιότητα των μεταρρυθμίσεων και μπορούν να τις εφαρμόσουν.

Υποκίνηση και ενεργοποίηση της κοινωνίας πολιτών, προεχόντως, και των κομματικών σχηματισμών, ακολούθως.

Αφύπνιση και εγρήγορση των υγιών δυνάμεων της δημοσιοϋπαλληλίας και του ιδιωτικού τομέα.

Στο εύλογο ερώτημα «μα, ποιος θα θέσει σε κίνηση όλους αυτούς;» η απάντηση είναι μονοσήμαντη: Οι διανοητές που θα τολμήσουν να εκτεθούν, τα διοικητικά στελέχη που θα πάψουν να φοβούνται να χάσουν τα ράκη τους, οι πολιτικοί ελάσσονος βεληνεκούς που θα τολμήσουν να αντισταθούν στις κομματικές τους νομενκλατούρες, και ο ιδιωτικός τομέας που θα συνειδητοποιήσει ότι τα φληναφήματα που τον ήθελαν ανταγωνιστικό με τον δημόσιο είναι «bon pour l’ Orient» και ότι καμία από τις ισχυρές χώρες δεν τα έχει υιοθετήσει. Ακόμη και στη μήτρα του καπιταλισμού, τις ΗΠΑ, ο ισχυρός ιδωτικός τομέας συμβαδίζει μ’ έναν πανίσχυρο δημόσιο.

Η αλλαγή θα προέλθει, εν τέλει, από την ίδια την κοινωνία μέσα από μια διαδικασία αναστοχασμού και επαναπροσδιορισμού της. Η ελληνική δημόσια διοίκηση θα καταφέρει να διεκδικήσει το μέλλον της από εκεί που αυτό ερχόταν πάντα: Από τον ίδιο τον λαό, χάριν και υπέρ του οποίου υφίσταται – εάν και όποτε αυτός το αποφασίσει.

Το βιογραφικό του Παναγιώτη Καρκατσούλη (Το κείμενο είναι η ομιλία του στην εκδήλωση 21 Λύσεις-Διάλγος με το Ποτάμι)