Tuesday, November 18, 2014

Πανελλαδική εκστρατεία αλληλεγγύης για τους πρόσφυγες του Κομπάνι

Πίσω από τις φλόγες και τις εκρήξεις υπάρχουν πάντα οι πρόσφυγες. Την ώρα που οι μάχες μαίνονται στο Κομπάνι, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι, στην πλειοψηφία τους γυναικόπαιδα, σύντομα θα βρεθούν στο έλεος του χειμώνα. Σήμερα, 100.000 πρόσφυγες, βρίσκονται συγκεντρωμένοι στην περιοχή του Σουρούτς στη νοτιοανατολική Τουρκία και ζουν μέσα σε σκηνές. Μόνο στο ένα τρίτο των προσφύγων είναι δυνατό να παρασχεθούν τα στοιχειώδη μέσα επιβίωσης.

Η ευθύνη της διεθνούς κοινότητας είναι τεράστια. Εμείς, η Ελλάδα της κρίσης και της φτώχειας, αποφασίσαμε να σηκώσουμε ένα μέρος αυτής της ευθύνης. Μπροστά στην εικόνα των προσφύγων και της ανθρωπιστικής κρίσης ο ρ/σ Στο Κόκκινο, το ΚΕΘΕΑ, η Αλληλεγγύη για όλους, το Συντονιστικό κοινωνικών ιατρείων-φαρμακείων Αττικής και η ΑΔΕΔΥ οργανώνουν πανελλαδική εκστρατεία αλληλεγγύης για τους πρόσφυγες του Κομπάνι και των γύρω περιοχών με τη συμμετοχή δήμων και ραδιοφωνικών σταθμών όλης της χώρας.

Μέχρι την Κυριακή 7 Δεκεμβρίου συγκεντρώνουμε τρόφιμα, είδη υγιεινής και φαρμακευτικό υλικό.

Απευθυνόμαστε σε αυτόν τον πολύχρωμο γαλαξία της Ελλάδας της κρίσης που αντιστέκεται, οργανώνει και οργανώνεται μέσα από συλλογικότητες, οργανώσεις, σωματεία, συλλόγους, Δήμους, δομές αλληλεγγύης και ξεκινάμε άμεσα τη συγκέντρωση των απαραίτητων ειδών.

Λέμε ναι, στην έκκληση των γειτόνων μας και πολύ σύντομα θα βρεθούμε στο πλευρό τους.

Ευχαριστούμε θερμά την κυρία Λυδία Κονιόρδου για τη δημιουργική συμμετοχή της στην εκστρατεία.

Ακολουθεί η λίστα με τα είδη και τα σημεία συλλογής.

Είδη: Τρόφιμα (όσπρια, ζυμαρικά, ρύζι, ζάχαρη, παιδικό γάλα και κρέμα σε σκόνη)
Είδη υγιεινής (παιδικές πάνες και σερβιέτες)
Φάρμακα (αντιπυρετικά, αντιυπερτασικά, αντιβιοτικά ευρέως φάσματος, παυσίπονα, τραυματολογικό υλικό όπως γάζες, Betadine, επιδέσμους, οινόπνευμα, φάρμακα για διαβητικούς)

Σημεία Συλλογής

Αθήνα: 105,5 Κόκκινο Σαρρή 19, Ψυρρή, τηλ.: 210. 3217 777
Αλληλεγγύη για όλους, Ακαδημίας 74, 7ος όροφος, τηλ: 210 3801921, 210 3801925

Σύλλογος Οικογένειας ΚΕΘΕΑ ΠΛΕΥΣΗ, Ζολιώτη 3, Αγ. Παντελεήμονας, τηλ. 210 8838110, Δευτέρα και Τετάρτη 17:30-19:30

Πειραιάς:
ΚΕΘΕΑ ΝΟΣΤΟΣ-ΕΞΑΝΤΑΣ: Κολοκοτρώνη 93, Πειραιάς, τηλ. 210 4227940, Δευτέρα έως Παρασκευή 12:00-17:00

Θεσσαλονίκη: ΚΕΘΕΑ ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ, Λαδάδικα (πλ. Μοριχόβου) 4ος όροφος
ΚΕΘΕΑ ΙΘΑΚΗ, Ρέμπελου 7 (πίσω από το παλαιό Δημαρχείο) Τετάρτη και Παρασκευή 11:00- 13:00

Καβάλα: 102,8 Κόκκινο Ομονοίας 66, τηλ.: 2510. 211 228

Πάτρα:  Δίκτυο Αλληλεγγύης, Αγίου Νικολάου 101
ΚΕΘΕΑ ΟΞΥΓΟΝΟ Φώκαιας 26, Προσφυγικά, τηλ. 2610 343400

Η λίστα με τα σημεία συλλογής θα ανανεώνεται τακτικά με πληροφόρηση σε καθημερινή βάση από τις ιστοσελίδες των εμπλεκόμενων φορέων καθώς και από όλους τους ραδιοφωνικούς σταθμούς του Κόκκινου σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Καβάλα και Πάτρα.

Πληροφορίες:

www.stokokkino.gr και στο τηλ. 210 3217777
www.kethea.gr και στο τηλ. 210 9241993 - 6
www.solidarity4all.gr και στα τηλ. 210 3801921, 210 3801925
www.adedy.gr και στο τηλ. 213 1616 900

Monday, November 17, 2014

Χριστιανοί και πολιτική δράση στη δικτατορία '67

«Η χρεωκοπία των ιδεολογιών και η αποτυχία των κοινωνικών πολιτικών συστημάτων να δώσουν λύση στα κοινωνικά προβλήματα προκάλεσαν την στροφή των ανθρώπων στην μεταφυσική, παραμερίζοντας το ενδιαφέρον τους για την πολιτική και τις όποιες κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις. Έτσι, μεγάλο κομμάτι του κόσμου στρέφεται στην παραθρησκεία, στις αιρέσεις, καθώς επίσης και στην Ορθοδοξία. Αρκετοί θριαμβολογούν μιλώντας για τη νίκη της πίστεως κατά της αθεΐας κάνοντας ταυτόχρονα μνεία στην κατάρρευση του ¨υπαρκτού¨ σοσιαλισμού. Δεν έχουν αντιληφθεί όμως ότι πολλοί από τους επανακάμψαντες στην Εκκλησία εκλαμβάνουν τον Χριστιανισμό σαν θρησκευτικό μέγεθος με πνευματικές ή ακόμη και μαγικές προεκτάσεις. Τα όρια της δεισιδαιμονίας, των προλήψεων και της αληθινής πίστης, στις μέρες μας είναι δυσδιάκριτα. Ο χώρος της εκκλησίας για αρκετούς είναι χώρος περισσότερο ψυχολογικής ασφάλειας και λιγότερο αγαπητικών σχέσεων. Ηθελημένα αγνοείται από πολλούς ο ιστορικός και κοινωνικός χαρακτήρας της Εκκλησίας και η παρουσία και ο ρόλος των χριστιανών σε κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες από παλαιότερα μέχρι τη σύγχρονη εποχή. Όποιος αναφέρεται σε τέτοια ζητήματα θεωρείται ¨εκτός εποχής¨, γίνεται αντικείμενο σαρκασμού και περιφρόνησης. Σ' αυτό, όπως προείπαμε, βοηθάει και η σημερινή συγκυρία. Όμως τέτοιες αντιλήψεις υπήρχαν δυστυχώς πάντοτε. Το συγκεκριμένο θέμα δεν επιλέχθηκε τυχαία, αλλά στο πλαίσιο των παραπάνω διαπιστώσεων. Αποτελεί μια απόπειρα διερεύνησης του ερωτήματος για τη σχέση μεταξύ Ορθοδόξου τρόπου ζωής και Πολιτικής, για τη σχέση μεταξύ Χριστιανισμού και Πολιτικής. Η επιλογή του έγινε από μια πλειάδα θεμάτων, που αφορούν την δραστηριοποίηση των χριστιανών σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο. Τέτοια δραστηριοποίηση συναντάμε από τότε που η Εκκλησία εισέρχεται στο κεντρικό ιστορικό προσκήνιο. Παράδειγμα αποτελεί η κοινωνικοπολιτική δραστηριότητα πολλών Πατέρων της Εκκλησίας. Στον αιώνα μας γνωστή είναι η κριτική που άσκησαν χριστιανοί διανοούμενοι τόσο στον Μαρξισμό όσο και στον Καπιταλισμό, προβάλλοντας παράλληλα τις προϋποθέσεις για τη θεμελίωση μιας χριστιανικής κοινωνίας. Επίσης, ενώ είναι γνωστή η συνοδοιπορία πολλών χριστιανικών δυνάμεων με την άνοδο του Φασισμού και του Ναζισμού, υπάρχει περιορισμένη πληροφόρηση, δυστυχώς, για τους Χριστιανούς εκείνους, λαϊκούς και κληρικούς, στα μέσα του αιώνα που αντιστάθηκαν σ' αυτά τα καθεστώτα με τίμημα ακόμη και την ίδια τη ζωή τους. Λίγο γνωστή είναι επίσης και η συμμετοχή Χριστιανών στις παγκόσμιες κινητοποιήσεις του Μάη του 1968". Από τον πρόλογο του συγγραφέα Ανδρέα Αργυρόπουλου.
Η περίπτωση όμως της πολιτικής Θεολογίας σ' όλες τις μορφές της, όπως η λεγόμενη Θεολογία της Απελευθέρωσης, η Μαύρη Θεολογία, η Θεολογία της Επανάστασης, κλπ. είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό θέμα κοινωνικοπολιτικής παρέμβασης Χριστιανών που απασχόλησε τον αιώνα μας. Οι συνθήκες που επικράτησαν την τελευταία τριακονταετία στη Βόρεια και Νότια Αμερική, στην Ανατολική Ασία και Νότια Αφρική (ρατσισμός, στρατιωτικές δικτατορίες, φτώχεια, εξαθλίωση, τρομοκρατία από ακροδεξιές παραστρατιωτικές οργανώσεις, κλπ.) δεν οδήγησαν απλά στη θεωρητική διαμόρφωση των ρευμάτων της Πολιτικής Θεολογίας, αλλά είχαν και ως συνέπεια στην πράξη το μαρτυρικό θάνατο πολλών αγωνιστών Χριστιανών από τις τάξεις λαού και κλήρου. Σε ένα τελείως διαφορετικό πλαίσιο μπορούμε να διαπιστώσουμε απόπειρες ενός κριτικού πολιτικού λόγου και στοιχειώδους άρθρωσης ενός πολιτικού προτάγματος στις αγωνιστικές μορφές του Μακρυγιάννη, του Απόστολου Μακράκη για την ελληνική κοινωνία του 19ου αι. ή κατόπιν του Μαρίνου Αντύπα. Όσο κι αν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς με τις προθέσεις ή το τελικό αποτέλεσμα, τα πρόσωπα αυτά προσπάθησαν σε μια κριτική προοπτική να συγκεκριμενοποιήσουν μια χριστιανική κοινωνική πράξη. Περαιτέρω, πρέπει κανείς να αναφέρει τη συμμετοχή των μελών της Εκκλησίας στην Εθνική Αντίσταση, τους επίσκόπους Ηλείας Αντώνιο, Σάμου Ειρηναίο και Κοζάνης Ιωακείμ και τον ηγούμενο αντάρτη αρχιμανδρίτη Γερμανό Δημάκο - γνωστό και ως π. Ανυπόμονο - κατά την περίοδο της Εθνικής Αντίστασης. Στη συνάφεια αυτή ανήκουν, όσον αφορά τον αντιδικτατορικό αγώνα, και οι πολιτικοποιημένοι χριστιανοί - μέλη κυρίως της ¨Χριστιανικής Δημοκρατίας¨ (Χ.Δ.) με πρόεδρο το Νίκο Ψαρουδάκη κατά τη διάρκεια της επταετίας (1967-1974) - τη στιγμή μάλιστα που το σύνολο σχεδόν της Διοίκησης της Εκκλησίας και των θρησκευτικών οργανώσεων είχαν ταυτιστεί ολοκληρωτικά με το δικτατορικό καθεστώς…»
Κεντρικό θέμα του βιβλίου είναι η έρευνα και παρουσίαση της δράσης των πολιτικοποιημένων χριστιανών ενάντια στο καθεστώς της επταετούς δικτατορίας. Το όλο ζήτημα συνιστά μια ειδικότερη πτυχή του ερωτήματος για τη σχέση Ορθοδοξίας και Πολιτικής, δηλαδή της σχέσης της Εκκλησίας μ' ένα δικτατορικό καθεστώς που παρουσιάστηκε περιβεβλημένο και με χριστιανικό ένδυμα.
Το βιβλίο έχει 154 σελίδες και χωρίζεται σε πέντε κεφάλαια. Στο πρώτο κεφάλαιο «Εκκλησία, οργανώσεις και έντυπα κατά τη δικτατορία», γίνεται μια παρουσίαση της στάσης της Διοίκησης της Εκκλησίας αλλά και των θρησκευτικών οργανώσεων κατά τη διάρκεια της δικτατορίας. Όπως σημειώνει ο συγγραφέας στην εισαγωγή, αυτό κρίθηκε απαραίτητο προκειμένου να βοηθήσει στην καλύτερη κατανόηση του εκκλησιαστικού κλίματος της εποχής, αλλά και του εκκλησιαστικού περιβάλλοντος, παρά την ύπαρξη του οποίου οι Χριστιανοσοσιαλιστές επέλεξαν να αντιταχθούν στη δικτατορία.
Στο δεύτερο κεφάλαιο « Η πρώτη φάση του αντιδικτατορικού αγώνα των πολιτικοποιημένων χριστιανών», παρουσιάζονται οι απέλπιδες προσπάθειες του Νίκου Ψαρουδάκη, αλλά και άλλων στελεχών του κινήματος, προκειμένου να ευαισθητοποιήσουν τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο αλλά και άλλους Ιεράρχες για όσα συμβαίνουν και να τους θέσουν προ των ευθυνών τους, απόπειρα που απέτυχε. Επίσης, αναφέρεται η αντίθεση του Ν. Ψαρουδάκη και της Χ.Δ. στο Σύνταγμα που πρότεινε η Δικτατορία. Στο τρίτο και τέταρτο κεφάλαιο, «Δεύτερη φάση της αντιδικτατορικής δράσης των χριστιανών: Ιανουάριος 1970 - Μάρτιος 1972» και «Τρίτη φάση του αντιδικτατορικού αγώνα - η τελική ρήξη και ο καταλυτικός ρόλος της ¨ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ¨», γίνεται η παρουσίαση των αγώνων και της δράσης των ελλήνων Χριστιανοκοινωνιστών καθώς και των διώξεων που υπέστησαν. Την εποχή αυτή αρχίζει να εκδηλώνεται στο θεολογικό χώρο της πατρίδας μας μια πρώτη αποδοχή των θέσεων της Χ.Δ. Παράλληλα, υπάρχει έντονο ενδιαφέρον για τη θεολογικοπολιτική παρουσία του Κινήματος από ομάδες, κινήσεις και προσωπικότητες του εξωτερικού, που ανήκουν σε όλα τα χριστιανικά δόγματα. Το πέμπτο κεφάλαιο, «Τέταρτη φάση του αντιδικτατορικού αγώνα των πολιτικοποιημένων χριστιανών - ο Ψαρουδάκης στη Γυάρο - πτώσης της Δικτατορίας», αναφέρεται στην οριστική ρήξη της Χ.Δ. με το καθεστώς. Η εφημερίδα ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ κλείνει και ο ηγέτης του Κινήματος Νίκος Ψαρουδάκης φυλακίζεται και εξορίζεται στη Γυάρο.

Sunday, November 16, 2014

Φοβάμαι...

Φοβάμαι τους ανθρώπους που εφτά χρόνια έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι και μια ωραία πρωία –μεσούντος κάποιου Ιουλίου– βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας «Δώστε τη χούντα στο λαό».

Φοβάμαι τους ανθρώπους που με καταλερωμένη τη φωλιά πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου.

Φοβάμαι τους ανθρώπους που σου 'κλειναν την πόρτα μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια και τώρα τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν.

Φοβάμαι τους ανθρώπους που γέμιζαν τις ταβέρνες και τα 'σπαζαν στα μπουζούκια κάθε βράδυ και τώρα τα ξανασπάζουν όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη και έχουν και «απόψεις».

Φοβάμαι τους ανθρώπους που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν και τώρα σε λοιδορούν γιατί, λέει, δεν βαδίζεις στον ίσιο δρόμο.

Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους. Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο.

Μανόλης Αναγνωστάκης

Το ποίημα «Φοβάμαι» γράφτηκε τον Νοέμβρη του 1983 και δημοσιεύτηκε στην εφημ. Αυγή.

Wednesday, November 12, 2014

Μάριος Ζέρβας: Δεν μετανιώνω, γιατί υπερασπίστηκα τη γενιά μου

11 Μαρτίου 2010. Ο Μάριος Ζέρβας κατεβαίνει μαζί με τους φίλους του σε μια πορεία διαμαρτυρίας, για να διαδηλώσει ειρηνικά. Ήταν εκείνη ακριβώς την ημέρα που η ζωή του θα άλλαζε άρδην, όταν βρέθηκε αντιμέτωπος με το πιο βίαιο πρόσωπο του νόμου. Δυνάμεις των ΜΑΤ τον συλλαμβάνουν. Προπηλακισμοί, υβρεολόγιο, προσαγωγή και σύλληψη. Η συνέχεια για εκείνον και τους οικείους του ήταν σκληρή: ένα βαρύ κατηγορητήριο (ρίψη και κατοχή μολότοφ, διατάραξη της κοινής ειρήνης και σκόπιμη σωματική βλάβη), με τις επιβαρυντικές διατάξεις του “κουκουλονόμου”, πέντε ημέρες στα κρατητήρια της ΓΑΔΑ και άλλες 39 εγκλεισμός στην α’ πτέρυγα των φυλακών Κορυδαλλού, έως την αποφυλάκισή του, με περιοριστικούς όρους.

12 Νοεμβρίου 2014. Τέσσερα χρόνια μετά, ο Μάριος συνεχίζει τη ζωή του, εξασκώντας ως επάγγελμα αυτό που αγαπά περισσότερο, την κολύμβηση. Την Τετάρτη, ξεκινά η δίκη του στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών. Ήδη, με αίτημα να αθωωθεί, τη μέρα της δίκης στις 09:00 το πρωί έχει προγραμματιστεί συγκέντρωση συμπαράστασης έξω από το κτίριο του Εφετείου.

Ο Μάριος, ένας νέος, βαθιά συναισθηματικός, με ήρεμο τόνο αλλά και με μια ειλικρίνεια αφοπλιστική μιλά στο Tvxs.gr για τις σκέψεις και τα συναισθήματά του, λίγες μόλις ώρες προτού δώσει μια από τις πιο σημαντικές μάχες της ζωής του.

- Βρίσκεσαι αντιμέτωπος με τη δικαιοσύνη. Τι είναι αυτό που σκέφτεσαι περισσότερο, λίγο πριν την έναρξη αυτής της δίκης;

Μάριος Ζέρβας: Θαρρώ πως σε αυτή τη φάση έχει περάσει καιρός και έχουν καταλαγιάσει τα πράγματα μέσα μου. Ελπίζω, πλέον, σε μια δίκαιη αντιμετώπιση της κατάστασης. Γιατί, εάν το βάλουμε από την αρχή πώς πήγε το πράγμα, η πρώτη απόπειρα απονομής δικαιοσύνης που έγινε ενώπιον του ανακριτή, μάλλον δεν πήγε καλά. Ο ανακριτής άκουσε μόνον εμένα και έναν μάρτυρα, ενώ άκουσε τρεις κατήγορους, που ήταν οι άνδρες των ΜΑΤ. Οπότε αυτό, όπως καταλαβαίνεις, δεν ήταν απόλυτα ισότιμο.

- Έμεινες στη φυλακή 44 ημέρες. Ποιες ήταν οι εμπειρίες που αποκόμισες από τις ημέρες εκείνες μέσα στο κελί;

Μ.Ζ.: Πώς μπορεί να νιώσει ένας άνθρωπος, ο οποίος στερείται κάθε πτυχή της ελευθερίας του αλλά και άμεσα δικαιώματα; Της συναναστροφής, της βόλτας του, της σκέψης του. Σε ένα περιβάλλον, όπου υφίστασαι εγκλεισμό, ποια μπορεί να είναι τα συναισθήματα και οι σκέψεις; Είναι όπως όλες οι εμπειρίες που περνάμε στη ζωή μας, όλες κάτι μας δίνουν. Έχουμε κάτι να πάρουμε, όσο κι αν αυτό μπορεί να ακούγεται κάπως απόλυτο. Ωστόσο, η δική μου εμπειρία είναι κάτι που σίγουρα δεν θέλεις. Δεν τη θέλει σίγουρα κανείς. Ωστόσο, αυτοί που στέλνουν ανθρώπους με τέτοια ευκολία στη φυλακή, ας βάλουν τους εαυτούς τους στη θέση των φυλακισμένων, να δουν πώς πραγματικά είναι και όχι να βάζουν τον κόσμο απέναντι.

- Βγαίνεις από τη φυλακή με περιοριστικούς όρους...
Μ.Ζ.: Ναι, μετά το πέρας των 40 ημερών, βγήκα με απόφαση του Δικαστικού Συμβουλίου, που δέχτηκε την αίτηση αποφυλάκισης, με περιοριστικούς όρους, δηλαδή κάθε 1η και 16 του μήνα να παρουσιάζομαι στην αστυνομία και απαγόρευση εξόδου από τη χώρα. Ο πρώτος όρος έχει φύγει, έχει αρθεί, ο δεύτερος παραμένει ακόμα.

- Πώς θυμάσαι την ημέρα της σύλληψής σου;
Ξεκινήσαμε με τους φίλους μου, τη Χρυσάνθη και το Φίλιππο, να κατεβούμε στην πορεία. Εκείνο το μεσημέρι θα πήγαινα στη δουλειά μου, στο κολυμβητήριο. Στο σημείο, όπου βρισκόμασταν, στη συμβολή Πανεπιστημίου και Σίνα, λίγο πιο κάτω έχει σταματήσει η πορεία και αστυνομικοί πραγματοποιούν κάποιες συλλήψεις. Παρατηρούμε τη σύλληψη, με περίσσειο ζήλο, ενός ανηλίκου από άνδρες των ΜΑΤ και αποφασίζουμε να διαμαρτυρηθούμε ως εκπαιδευτικοί για την κατάσταση αυτή. Ξαφνικά βλέπουμε δυνάμεις των ΜΑΤ να πλησιάζουν γύρω μας και αρχίζουμε να τραβιόμαστε προς τα πίσω. Εκεί ακριβώς, δέχομαι μια επίθεση, ένα χέρι να με τραβάει από τα μαλλιά, με περίσσειο μένος και δύναμη. Από εκεί και πέρα ξεκινάει η στιγμή της σύλληψης.

- Απέναντι σε αυτούς τους ανθρώπους που σου φέρθηκαν με αυτό το βίαιο τρόπο, πώς βλέπεις τον εαυτό σου;
Μ.Ζ.: Εννοείς τους τρεις άνδρες των ΜΑΤ... Είναι δύσκολο να το περιγράψεις. Βρίσκεσαι σε μια κατάσταση από εκεί και μετά που δεν μπορείς να συνειδητοποιήσεις, δεν καταλαβαίνεις τι σου έχει συμβεί. Αλλά από εκεί και μετά, καταλήγεις με τις μαρτυρίες αυτών των ανθρώπων, που τους δίνουν μεγαλύτερη αξία από τις δικές σου και αυτό δεν μπορώ να το καταλάβω. Γιατί έχει μεγαλύτερη δύναμη και αξίας ο λόγος ενός άντρα των ΜΑΤ απ’ ό,τι ενός άλλου απλού πολίτη; Και βρίσκεσαι εξαιτίας αυτών των ανθρώπων στη φυλακή. Ε, δεν μπορείς να νιώσεις καλά γι’ αυτούς! Εκείνη τη στιγμή που με συλλάβανε προσπαθούσα να δω τι συμβαίνει και να ηρεμήσω και κυρίως να ηρεμήσω αυτούς που βρίσκονταν γύρω μου. Εγώ, από την πρώτη στιγμή, σε αυτούς τους ανθρώπους, έλεγα «ήρεμα, ήρεμα δεν έγινε κάτι». Οι απαντήσεις που έπαιρνα ήταν απλά επιθετικοί προσδιορισμοί για τη μητέρα μου. Μπαίνοντας στη φυλακή, αυτούς τους ανθρώπους τους άφησα. Τους απώθησα από το μυαλό μου, τους παράτησα, δεν ασχολήθηκα άλλο μαζί τους. Είναι λίγο αυτό που μου συνέβη στη σύλληψη σε σύγκριση με αυτό που ερχόταν μπροστά μου, η φυλακή.

- Έχοντας βιώσει όλη αυτή τη δυσάρεστη κατάσταση, εάν μπορούσες να γυρίσεις το χρόνο πίσω, θα ξανακατέβαινες στην πορεία της 11ης Μαρτίου;
Αυτό που έχει γίνει, που έχει συμβεί, δεν αλλάζει. Με τίποτα. Δεν μπορώ να μετανιώσω για καμία στιγμή, για το ότι υπερασπίστηκα τα δικαιώματά μου, τα δικαιώματα των γενιών που έρχονται, τα δικαιώματα των γονιών μου και των ανθρώπων που αγαπάω. Για αυτόν, ακριβώς, τον λόγο δεν μετανιώνω για τίποτα, ούτε για ό,τι μου συνέβη, ούτε για τίποτε άλλο.

- Σε ευχαριστούμε πολύ...
Μ.Ζ.: Κι εγώ σας ευχαριστώ.

Συνέντευξη στον Χρήστο Παναγόπουλο για τον TVXS

H σημερινή δίκη διεκόπη και το δικαστήριο του Μάριου Ζέρβα μεταφέρθηκε για τις 2 Δεκέμβρη, 2014. Η αλληλεγγύη και η προσέλευση του κόσμου ήταν συγκινητική.
ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ ΞΑΝΑ την Τρίτη 2/12 στις 9πμ Α’ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΑΚΟΥΡΓΗΜΑΤΩΝ
Λουκάρεως 14 4ος όροφος, αίθουσα 100Α ΝΑ ΑΘΩΩΘΕΙ Ο ΜΑΡΙΟΣ ΖΕΡΒΑΣ


Tuesday, November 11, 2014

«Δεν μπορεί ο κάθε τσόγλανος»

Ένας «αποσυρμένος» μεγάλος ηθοποιός και ένας νεαρός δημοσιογράφος. Μία συνέντευξη που εξελίσσεται σε μια από ψυχής εξομολόγηση. Δύο κόσμοι που συγκρούονται επιστρατεύοντας όλα τα όπλα τους. Μια παρ’ολίγον φιλία που ξεγυμνώνει αυτόν που την έχει πραγματικά ανάγκη. Πάντα αυτό δεν συμβαίνει; Κουρασμένος από την μετριότητα που τον περιβάλλει ο ένας και οχυρωμένος στην αλεξίσφαιρη μετριότητά του ο άλλος. Ποιο είναι επιτέλους το μεγάλο μυστικό; Και πότε θα εκραγεί; Ένα ρινγκ η σκηνή και πώς να βγεις αλώβητος από το μακελειό;

"Δεν μπορεί ο κάθε τσόγλανος"  του Κίμωνα Ρηγόπουλου στο θέατρο σημείο, Χ. Τρικούπη 4, πίσω από το Πάντειο, τηλ.2109229579. Από 22 Νοεμβρίου 2014, κάθε Σάββατο στις 21.30 και Κυριακή στις 19.30. Τιμές εισιτηρίων: 12 ευρώ, φοιτητικά 8 ευρώ

Σκηνοθεσία: Τζένη Σκαρλάτου
Σκηνικό: Μαρία Βλαντή
Φωτισμοί: Δημήτρης Μαργαρίτης
Μουσική επιλογή: Βίκτωρ-Κίμων Γεράρδος
Φωτογραφίες-βίντεο: Βάλλυ Κωνσταντοπούλου, Θάνος Πολύδωρας
Παίζουν: Κίμων Ρηγόπουλος, Τζέρυ Άρτις

Friday, November 7, 2014

Απογοήτευση στην επαναστατημένη Ρωσία!

Με αφορμή τα 97 χρόνια από την Οκτωβριανή επανάσταση (7 Νοεμβρίου με το νέο ημερολόγιο) η "Κόκκινη Πιπεριά" προτείνει το βιβλίο της Εμμα Γκόλντμαν: "Η απογοήτευση μου στη Ρωσία - Δυο χρόνια στη Ρωσία (1920-1921)". Μαρτυρία ζωντανή, αδιαμεσολάβητη, μέσα από συναντήσεις και συνομιλίες με ένα τεράστιο φάσμα πρωταγωνιστών της ιστορίας (από τον Λένιν και την ηγεσία των μπολσεβίκων μέχρι «ανώνυμους» μπολσεβίκους εργάτες, φαντάρους αλλά και παράνομους αναρχικούς και σοσιελεπαναστάτες σε δυσμένεια).

Σελίδα τη σελίδα ο πρωταρχικός ενθουσιασμός της Γκόλντμαν για τη χώρα των σοβιέτ μετατρέπεται σε αμφιβολία, σκεπτικισμό, απογοήτευση, οργισμένη απόρριψη. Διαπιστώνει την απόσταση ανάμεσα στις διακηρύξεις και την πραγματικότητα, τον εξωφρενικό και τερατώδη μηχανισμό προπαγάνδας που είναι ταυτόχρονα μηχανισμός ελέγχου, αποκλεισμού των διαφορετικών φωνών, οργάνωσης του εκτεταμμένου «κυνηγιού μαγισσών» για τους διαφωνούντες μέσα κι έξω απ’ το κόμμα.

Μια μικρή παρατήρηση αφορά τα ζητήματα της τέχνης στη μετεπαναστατική περίοδο, που η συγγραφέας θίγει αλλά δεν θα μπορούσε ακόμη να γνωρίζει (γιατί οι εξελίξεις είτε ήταν υπόγειες είτε τα αποτελέσματα φάνηκαν στα αμέσως επόμενα χρόνια): Η Γκόλντμαν με απογοήτευση διαπιστώνει καλλιτεχνική στασιμότητα και απονέκρωση εξαιτίας της ακολουθούμενης κυβερνητικής πολιτικής, ωστόσο πολύ σύντομα οι εξελίξεις π.χ. στο χώρο του κινηματογράφου θα είναι εκρηκτικές και θα αφήσουν το σημάδι τους παγκόσμια με την ορμητική εμφάνιση του Αϊζενστάϊν, του Βερτόφ, του Πουντόβκιν και άλλων σημαντικών δημιουργών.

Μια παράλληλη, αντίστοιχης σημασίας, εξέλιξη βλέπουμε να συμβαίνει στη ζωγραφική με τη δουλειά του Καντίνσκι, του Σαγκάλ και των υπόλοιπων ζωγράφων της «Ρώσικης πρωτοπορίας». Στην ποίηση ο Μαγιακόφσκι θα βάλει την ανεξίτηλη σφραγίδα του, αποδεινύοντας ότι η τέχνη δεν σταματάει να αναπτύσσεται ξεπερνώντας τις κοντόφθαλμες κομματικές ντιρεκτίβες.

Ακόμα και αν δεν ταυτιστεί κανείς απόλυτα με τις επιμέρους παρατηρήσεις της Γκόλντμαν, η μαρτυρία της διατηρεί ακέραιη τη σημασία της γιατί καταγράφει την αποτυχία του μπολσεβίκικου βολονταρισμού που επιδίωξε να δημιουργήσει μια κοινωνία ανθρώπινης απελευθέρωσης με εκτεταμένες διοικητικές, αυταρχικές μεθοδεύσεις.
Γεννημένη σε μικρομεσαία αστική οικογένεια ιδιοκτητών μικρής επιχείρησης στη Λιθουανία, η Emma Goldman (Έμμα Γκόλντμαν) από μικρή μισούσε την εξουσία αφού ως παιδί είχε δει ένα δούλο να μαστιγώνεται στο δρόμο δημοσίως από τον αφέντη του, ενώ τα πρώτα της ερωτικά σκιρτήματα στην εφηβεία ήταν με έναν υπηρέτη. Ο μαγαζάτορας πατέρας της δεν την έγραψε στο σχολείο γιατί πίστευε πως οι γυναίκες πρέπει μόνο να γεννάνε παιδιά, κι έτσι η Goldman διάβαζε μόνη της βιβλία ως αυτοδίδακτη, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον στα πολιτικά δοκίμια. Τελικά αποφάσισε να αφιερώσει τη ζωή της στο αναρχοκομμουνιστικό κίνημα αφότου έμαθε για το κρέμασμα τεσσάρων αναρχικών στο Σικάγο μετά απο μια απεργεία στην οποία έπεσε πιστολίδι, τη γνωστή υπόθεση του Χέϊμάρκετ (Haymarket affair). Οι γονείς της, μην συμφωνόντας με τις ριζοσπαστικές τροπές της συμπεριφοράς της, την έδιωξαν από το σπίτι, κι έτσι η Goldman έφυγε ως μετανάστρια στις ΗΠΑ και γνωρίστηκε με τους εκεί αναρχικούς. Έζησε από το 1869 ως το 1940 και έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη του αναρχισμού στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική. Χιλιάδες κόσμος άκουγε τις ομιλίες της και διάβαζε τα γραπτά της, τα οποία εξέδιδε σε αναρχική εφημερίδα που ίδρυσε. 

Ως επαναστάτρια, η Emma Goldman σχεδίασε μαζί με τον αναρχικό δια βίου εραστή της Alexander Berkman (Αλέξανδρος Μπέρκμαν) τη δολοφονία του «πιο μισητού ανθρώπου στις ΗΠΑ», το βιομηχανικό διευθυντή Henry Clay Frick (Ερρίκος Κλάϊ Φρικ) ο οποίος είχε βάλει σκοπευτές να δολοφονήσουν εργάτες που έκαναν απεργεία. Η ιδέα τους ήταν πως μετά τη δολοφονία οι εργάτες θα έκαναν επανάσταση και θα έπεφτε ο καπιταλισμός, αλλά τελικά ο Berkman στο βιβλίο του μετά τη φυλακή έγραψε οτι κατάλαβε πως ο λαός της εποχής δεν είχε την πολιτική ωριμότητα να κατανοήσει τη πράξη τους. Το ζευγάρι αποφάσισε η επίθεση να γίνει από τον Berkman και η Emma να προσπαθήσει να εξηγήσει στο λαό τη πράξη του ώστε να γίνει η επανάσταση. Για να μπορέσουν να βρουν γρήγορα χρήματα για την υποστήριξη αυτού του σχεδίου, η Emma Goldman προσπάθησε να εργαστεί ως παροχέας σεξουαλικών υπηρεσιών, αλλά τελικά απορίφτηκε από τους άντρες πελάτες διότι το παρουσιαστικό της δεν ταίριαζε με τις απόψεις της συντηριτικής κοινωνίας τότε περί γυναικείου ερωτισμού. 

Τελικά μαζεύτηκαν τα χρήματα αφότου η Goldman έγραψε σε μια ανιψιά της οτι είχε ανάγκη για χρήματα επειδή ήταν σοβαρά άρρωστη, και έτσι μετά ο εραστής της προσπάθησε να φτιάξει μια βόμβα αλλά δεν τα κατάφερε. Έτσι πήγε να αγοράσει ένα καλό κουστούμι για να μοιάζει με αστός και έχοντας πάνω του ένα πιστόλι και ένα μαχαίρι ποτισμένο με δηλητήριο πήγε στο γραφείο του διευθυντή-στόχου ως επισκέπτης για δουλειές. Ο Berkman, μπήκε οπλισμένος στο γραφείο του διευθυντή και μόλις ετοιμαζόταν να τραβήξει το όπλο του ο βιομήχανος σηκώθηκε από τη καρέκλα του προσπαθώντας να τη γλυτώσει, αλλά η σφέρα τον πέτυχε στο κεφάλι και τον έριξε κάτω. Τότε ο Berkman ξαναπυροβόλησε και τον ξαναπέτυχε στον αυχένα, προκαλώντας μεγάλη αιμοραγία στο φονιά των εργατών. Ο αντιπρόεδρος του εργοστασίου όμως που άκουσε το σαματά μπήκε και έπιασε το όπλο του Berkman λίγο πριν ρίξει τη τρίτη σφέρα που θα προκαλούσε και το θάνατο του διευθυντή. Ο Berkman, γνήσιος αναρχικός αγωνιστής, έπιασε τότε ένα μαχαίρι που είχε και προσπάθησε με αυτό να αποτελειώσει τον εκμεταλευτή και του κατάφερε τέσσερεις μαχαιριές στο πόδι. 

Τελικά ο αντιπρόεδρος και υπάλληλοι της εταιρείας (μην έχοντας ταξική συνείδηση) ακινητοποίησαν τον Berkman, τον οποίο έπιασε η αστυνομία όταν μπήκε στο γραφείο. Ο βιομήχανος τελικά έζησε. Ο Berkman καταδικάστηκε σε 22 χρόνια φυλακή. Η αστυνομία δε μπόρεσε να καταδικάσει την ερωμένη του κι έτσι έπεισε τον σπιτονοικοκύρη της να τη διώξει από το σπίτι που νοίκιαζε. Η πράξη του Berkman καταδικάστηκε και από πολλούς αναρχικούς. Ένας παλιός φίλος του ζευγαριού επίσης τους καταδίκασε, και σε μια δημόσια ομιλία του η 23χρονη τότε Emma Goldman πήγε με ένα μικρό μαστίγιο και απαίτησε να ζητήσει συγνώμη δημοσίως. Όταν εκείνος αρνήθηκε, η Goldman επιτέθηκε εναντίων του και τον κτύπησε με το μικρό μαστίγιο μπροστά στο συγκεντρωμένο πλήθος, κάτι για το οποίο αργότερα είπε οτι οφειλόταν σε έλλειψη ώριμης σκέψης σε τόσο νεαρή ηλικία. Τελικά κάποιοι εργάτες που κινητοποιήθηκαν υπέρ τους πέτυχαν την αποφυλάκιση του Berkman έπειτα από 14 χρόνια. Ο άνθρωπος μετά την εμπειρία της φυλακής αισθανόταν τόσο κακοποιημένος που παρόλο που τον πρόσεχε στο σπίτι η Emma Goldman αυτός βρήκε ένα πιστόλι και προσπάθησε να αυτοκτονήσει. 

Η Goldman για να τον βοηθήσει τον έβαλε να γράφει για την αναρχική εφημερίδα της, και αυτό βοήθησε τον Berkman να ξαναβρεί σιγά-σιγά τον εαυτό του. Η σχέση τους πέρασε μια μικρή κρίση όταν ο Berkman γνώρισε μια 15χρονη αναρχική και άρχισε μια σχέση μαζί της, μα η Goldman το θεώρησε ως μια τρέλα σαν αποτέλεσμα της φυλακής και απλά περίμενε μέχρι να του περάσει, κάτι το οποίο έγινε και το ζευγάρι τα ξαναβρήκε. Κατά τη διάρκεια μιας μεγάλης οικονομικής κρίσης η Goldman μάζεψε 3000 εργάτες σε μια πλατεία και τους είπε να ζητήσουν δουλειά από τους πλούσιους, αν δεν τους δώσουν τότε να ζητήσουν ψωμί, κι αν κι αυτό δεν τους το δώσουν τότε οι εργάτες να πάρουν το ψωμί μόνοι τους. 

Τη συνέλαβαν ως υποκινήτρια εξέγερσης και στο αστυνομικό τμήμα της είπαν οτι θα την άφηναν ελεύθερη αν πρόδονε τους συντρόφους της και ενημέρωνε την αστυνομία για τις κινήσεις άλλων αναρχικών της περιοχής. Μόλις το άκουσε αυτό η Emma έπιασε ένα ποτήρι νερό και το πέταξε στο πρώσοπο του αστυνομικού που της έκανε αυτή τη πρόταση. Στο δικαστήριο χαρακτηρίστηκε ως εξαιρετικά επικίνδινη γυναίκα λόγω του αναρχισμού της και της αθεΐας της και κλείστηκε φυλακή. Όλο της το χρόνο στο κελί τον αφιέρωνε στο διάβασμα επαναστατικών βιβλίων και επιστημών όπως η ιατρική. Όταν αποφυλακίστηκε, 3000 εργάτες τη περίμεναν συγκεντρωμένοι. Στη φυλακή είχε μάθει αρκετή ιατρική αλλά στις ΗΠΑ δε μπόρεσε να βρει δουλειά κι έτσι πήγε στην Ευρώπη. Εκεί γνώρισε το Μαλατέστα, το Κροπότκιν και άλλους αναρχικούς και αναρχοκομμουνιστές. 

Από τον αρχηγό των τότε Αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών (μετέπειτα CIA) θεωρούνταν ως μία από τις πιο επικίνδυνες αναρχικές της εποχής, η οποία μάλιστα είχε και εντονότατη φεμινιστική δράση. Ο αρχηγός του FBI, J Hoover, επίσης είπε πως η Goldman και ο Berkman ηταν χωρίς αμφιβολία οι πιο επικύνδινοι αναρχικοί. Με βάση τη νομοθεσία "Νόμος για την Απέλαση των Αναρχικών" (Anarchist Exclusion Act), κατάφερε να τη διώξει στη Ρωσία μαζί με 200 άλλους αναρχικούς. Τότε κυβέρνηση στη Ρωσία ήταν οι κομμουνιστές μπολσεβίκοι, και η Goldman είπε πως δε θα μπορούσε ποτέ να δουλέψει κάτω από μια κυβέρνηση, κομμουνιστικής ή όχι. Η Emma και ο αγαπημένος της πήγαν και γνώρισαν τον Λένιν (Vladimir Lenin), τότε αρχηγός της κυβέρνησης, ο οποίος τους είπε πως η έλλειψη ελευθερίας ήταν αναγκαία για το κομμουνισμό. Όμως όταν ταξίδεψαν σε όλη τη Ρωσσία για να δούνε με τα μάτια τους πώς κυβερνώνταν η χώρα, είδαν μεγάλη εκμετάλευση. Ο Berkman ήταν έτοιμος να δεχτεί τους μπολσεβίκους όμως, ενώ η Goldman παρέμεινε πιστή στον αναρχισμό, και τελικά έπεισε και τον Berkman να μείνει μαζί της.

Όταν ξέσπασε μια εργατική απεργεία στη Πετρούπολη το ζευγάρι την υποστήριξε με την ιδέα πως "το να μείνεις αμέτοχος σε μια τέτοια στιγμή είναι έγκλημα", και όταν η απεργεία έφτασε στη Κροστάνδη έγινε εξέγερση και οι μπολσεβίκοι έστηλαν το στρατό με αποτέλεσμα 600 νεκρούς ναύτες. Βλέπωντας τη κατάσταση, η Έμμα και ο Berkman αποφάσισαν πως τους ήταν αδύνατον να κάνουν κάτι χρήσιμο σε μια τέτοια τυρρανία και έφυγαν από τη Ρωσσία για να προωθήσουν τον αναρχισμό από μια χώρα στην οποία θα μπορούσαν τουλάχιστον να έχουν κάποια ελευθερία λόγου. Πήγανε στη Γερμανία, αλλά η υποστήριξη των εκεί ριζοσπαστών για το σοβιετικό καθεστώς δεν τους επέτρεπε να κάνουν πολλά, κι έτσι η Goldman έφυγε για Λονδίνο. Κι εκεί όμως όσοι την άκουσαν να μιλάει εναντίων των κομμουνιστών σοκαρίστηκαν και τη κορόϊδευαν για τον "ουτοπικό" αναρχικό ιδεαλισμό της. Η κυβέρνηση ήταν έτοιμη να τη διώξει, όταν ένας σκοτσέζος αναρχικός τη παντρεύτηκε με λευκό γάμο (χωρίς σχέση, μόνο στα χαρτιά) για να πάρει βρεταννική υπηκοότητα και να μπορέσει να μείνει κι έτσι σώθηκε από μια απέλαση στη Σοβιετική Ένωση. Πήγε στη Γαλλία και μαζί με φίλους αναρχικούς έγραφε την αυτοβιογραφία της επί δύο χρόνια. 

Ο Berkman επέμεινε να βάλει στο βιβλίο και αυτο-κριτική, κάτι που η Goldman έκανε. Η Έμμα επέμεινε στον εκδότη το βιβλίο να βγει με φτηνή τιμή 5 δολλαρίων, αλλά ο εκδότης τελικά το έβγαλε με 7,50 δολλάρια χωρίς η Goldman να μπορούσε να κάνει κάτι αφότου του είχε υπογράψει τα δικαιώματα. Ωστόσο λόγω της οικονομικής κρίσης τότε, ο εκδότης δε κατάφερε να πουλήσει πολλά αντίτυπα παρόλο που το βιβλίο θεωρήθηκε εξαιρετικό από κριτικούς αυτοβιογραφιών. Το 1933 η Goldman πήγε στις ΗΠΑ και κατάφερε να πάρει μια βίζα για να μείνει εκεί να κάνει δημόσιες ομιλίες, με τη συμφωνία να μη μιλάει για πολιτικά αλλά μόνο για την αυτοβιογραφία της. Βλέπωντας όμως το τεράστιο ενδιαφέρον που δημιουργούσε στις ομιλίες της και τη μαζική συμμετοχή μεγάλου αριθμού εργατών σε αυτές, η κυβέρνηση δεν της ανανέωσε τη βίζα και έτσι πήγε στο Καναδά. Ο Berkman που ήταν στη Γαλλία έκανε δυο εγχειρήσεις, και ενώ ανάρωνε ξέχασε την ημέρα γενεθλίων της αγαπημένης του. Η Goldman, μην λαμβάνοντας κάποια επικοινωνία την ημέρα των γενεθλίων της, έγραψε ένα γράμμα μεγάλης λύπης στον Berkman, ο οποίος όμως δεν το διάβασε ποτέ διότι είχε ήδη πέσει σε συναισθηματική κρίση. Της τηλεφωνήσανε γνωστοί μέσα στα μεσάνυχτα και της είπανε οτι ο αγαπημένος της ήταν σε μεγάλη κρίση, και αυτή αμέσως έφυγε να πάει να τον δει. 

Έφτασε στη Γαλλία και πήγε στο σπίτι του αγαπημένου της το πρωί, μόνο λίγες ώρες μετά αφότου έλαβε το τηλεφώνημα, μα ο Berkman λόγω της στεναχώριας του είχε ήδη αυτο-πυροβοληθεί και ήταν πεσμένος στο πάτωμα μέσα στα αίματα και ήταν σε κωματώδη κατάσταση. Τον πήγε νοσοκομείο αλλά πέθανε την άλλη μέρα. 

Η Goldman πήγε στην Αναρχική Καταλωνία και έλαβε ενεργό μέρος στην Ισπανική Αναρχική Επανάσταση ως αγγλόφωνη εκπρόσωπος των αναρχοσυνδικαλιστών της CNT. Όταν όμως το 1937 η CNT μπήκε σε μια οικουμενική κυβέρνηση, η Goldman θεώρησε πως ο αναρχισμός ήταν σε μεγάλο κίνδυνο, και δεν συμφώνησε καθόλου όταν κατάλαβε πως οι σταλινικοί κομμουνιστές είχαν βάλει το χέρι τους στην Ισπανική Επανάσταση. Ενώ οι κομμουνιστές έκαναν επιθέσεις εναντίων των αναρχικών στην Ισπανία, τελικά νίκησε ο Φράνκο και η Goldman έφυγε για Καναδά, αλλά συνέχισε να έχει φιλικές σχέσεις με επιλεγμένους αναρχικούς συντρόφους της CNT-FAI. Έγραψε τη νεκρολογία του Durruti (Ντουρούτι).

Η Emma ήθελε οι άνθρωποι να ζουν τον αναρχισμό και όχι απλά να τον ασπάζονται ως μια ιδεολογία. Σε μια συνάντηση μαζί με άλλους αναρχικούς η Goldman άρχισε να χορεύει μπροστά τους, και όταν ένας άλλος αναρχικός της έκανε παρατήρηση πως πρέπει να φέρεται ως σοβαρή επαναστάτρια, αυτή του είπε να κοιτάει τη δουλειά του και πως «αν δε μπορώ να χωρέψω τότε δε θέλω να πάρω μέρος στην επανάστασή σου» αν και λέγεται πως απλά του είπε πως ο αναρχισμός σημαίνει ζωή και οτι η πρηγούμενη φράση είναι δημιούργημα της φαντασίας κάποιου που πουλούσε μπλουζάκια με αυτή την ατάκα το 1970 στις ΗΠΑ. 

Ως φεμινίστρια, η Goldman ήταν εναντίων της έκτρωσης την οποία θεωρούσε δολοφονία που είναι αποτέλεσμα μιας άδικης κοινωνίας, και πρότεινε την αντισύλληψη ως λύση, έτσι ώστε να μην υπάρχει ανάγκη να γίνει μια δολοφονία. Ο τάφος της γράφει μια ατάκα που είχε πει, οτι η λευτεριά δε μπορεί να κατέβει μόνη της στο λαό, αλλά ο λαός πρέπει να ανυψωθεί προς τη λευτεριά. Η ταφόπλακα έχει ένα λάθος στην ημερομηνία του θανάτου της, γράφει 1939 αντί για 1940. Μετά το θανατό της η Emma Goldman ξεχάστηκε από την ευρεία κοινωνία και την θυμούνταν μόνο οι αναρχικοί. 

Οι ακαδημαϊκοί και οι καθηγητές πολιτικής επιστήμης δεν την θεώρησαν σπουδαία φιλόσοφο, εν αντίθεση με άλλους όπως τον Κροπότκιν, κι έτσι τα γραφτά της έμειναν αμελέτητα από τους πανεπιστημιακούς. Το 1970 όμως η αυτοβιογραφία της ξαναεκδόθηκε και κάποιες φεμινίστριες προσπάθησαν να προωθήσουν ξανά της ιδέες της Emma Goldman, κι έτσι χάρις σε αυτές τις προσπάθειες έχει γίνει αρκετά πιο γνωστή σήμερα. Τελικά μετά από αυτά την ξαναθυμήθηκαν και στα πανεπιστήμια και σήμερα μελετάται από τους ερευνητές ακαδημαϊκούς.

Διαβάστε εδώ κείμενα της Εμμα Γκολντμαν από το eagainst

Sunday, November 2, 2014

Πιερ Πάολο Παζολίνι: "Για μένα το ποδόσφαιρο είναι από τις μεγαλύτερες απολαύσεις, μετά την λογοτεχνία και τον έρωτα".


«Είμαι οπαδός της Μπολόνια. Όχι τόσο επειδή είναι η πατρίδα μου όσο επειδή εκεί άρχισα να παίζω ποδόσφαιρο όταν ξαναγύρισα στα 14 μου. Τα απογεύματα που πέρασα παίζοντας μπάλα στο Πράτι ντι Καπράρα ήταν τα πιο όμορφα της ζωής μου. Έξι ή επτά ώρες, ασταμάτητα. Τότε έπαιζα δεξιά» 

Το πάθος της μπάλας και ο νεαρός διανοούμενος 

Ο Πιερ Πάολο Παζολίνι, που γράφει τα παραπάνω, δολοφονήθηκε το 1975. Δεν πρόλαβε να δει το «γκολ του αιώνα»[3] του Ντιέγκο Μαραντόνα αλλά κατάφερε να το περιγράψει με τον καλύτερο τρόπο. Πριν από αυτό ζει σε μια Ιταλία που αλλάζει πολύ γρήγορα: γνωρίζει την άνοδο και την επιβολή του φασισμού, το οικονομικό θαύμα της δεκαετίας του 50, την πολιτική και οικονομική διαφθορά και την κοινωνική κρίση της δεκαετίας του 60, την επικράτηση της αστικής κυρίαρχης ιδεολογίας που στις αρχές της δεκαετίας του 70 περιθωριοποιεί το προλεταριάτο των μεγάλων πόλεων. Ο αθλητισμός τον απασχολεί σε θεωρητικό επίπεδο: πώς η μαζική επικοινωνία μετατρέπει την φυσική άσκηση και το παιχνίδι σε τελετουργία και θέαμα στο οποίο κυριαρχούν καινούργιοι ήρωες, αποξενωμένοι από τις λαϊκές τους ρίζες, πώς οι μεταβολές της ιταλικής κοινωνίας αντανακλώνται στο ποδόσφαιρο, ποια είναι η θέση του αθλητισμού και όλης της κουλτούρας που αναπτύσσεται γύρω από αυτόν στον μοντέρνο κόσμο. Αλλά ο αθλητισμός και ειδικά το ποδόσφαιρο είναι πάνω από όλα ένα πάθος που βρίσκεται στο κέντρο της ζωής του, κυριολεκτικά μέχρι το τέλος. Στην πραγματικότητα ο Παζολίνι παίζει ποδόσφαιρο, με σοβαρότητα και αφοσίωση, από τα γυμνασιακά του χρόνια. Υποστηρίζει με πάθος την ομάδα της γενέτειράς του: «Είμαι οπαδός της Μπολόνια. Όχι τόσο επειδή είναι η πατρίδα μου όσο επειδή εκεί άρχισα να παίζω ποδόσφαιρο όταν ξαναγύρισα στα 14 μου. Τα απογεύματα που πέρασα παίζοντας μπάλα στο Πράτι ντι Καπράρα ήταν τα πιο όμορφα της ζωής μου. Έξι ή επτά ώρες, ασταμάτητα. Τότε έπαιζα δεξιά»[4]. Από τα 13 ως τα 19 του θα δει την ομάδα του να κερδίζει τέσσερα πρωταθλήματα Ιταλίας. Τα είδωλά του, οι δυο ακραίοι επιθετικοί αυτής της μεγάλης ομάδας, ο Αμεντέο Μπιαβάτι και ο Κάρλο Ρεγκουτσόνι.

Το 1940 φοιτά στο τμήμα Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια. Γράφει τότε στον παιδικό του φίλο Φράνκο Φαρόλφι: «Το καλύτερο πράγμα που μου συνέβη από τότε που γράφτηκα εδώ είναι το πανεπιστημιακό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου. Είμαι αρχηγός στην ομάδα της σχολής μου. Ποτέ δεν ήμουν σε καλύτερη φόρμα». Στα χρόνια του πολέμου γυρίζει με την οικογένειά του στην ιδιαίτερη πατρίδα της μητέρας του, την Καζάρσα, στο Φριούλι. Εκεί παίζει για τις δυο τοπικές ομάδες, την S.A.S. Casarsa και την Sangiovannese. Τον βλέπουμε στις φωτογραφίες, συγκεντρωμένο, σοβαρό, στη μία ενδεχομένως και ελαφρά τραυματισμένο[5] ή απλώς φιλάρεσκο. Όταν εγκαθίσταται πια στη Ρώμη, πηγαίνει τακτικά – κάθε Κυριακή, λέει σε μια συνέντευξή του – στο Ολύμπικο για να παρακολουθήσει τα ματς της Λάτσιο και της Ρόμα. Για το ποδόσφαιρο αλλά και για τα κυριακάτικα απογεύματα. Το 1969 γράφει: «Παράξενο πράγμα, όλα άλλαξαν τα τριάντα τελευταία χρόνια. […] Όλα άλλαξαν, αλλά το απόγευμα της Κυριακής στο γήπεδο έμεινε ίδιο. Αναρωτιέμαι γιατί...». 

Πηγαίνει με τους φίλους του, τον Τζόρτζιο Μπασάνι, οπαδό της Φεράρα, τον Μάριο Σολντάτι, γιουβεντίνο, τον Βιτόριο Σερένι που υποστηρίζει την Ίντερ, τον Πάολο Βολπόνι: όλοι συγγραφείς, όλοι ποδοσφαιρόφιλοι, ο Παζολίνι ίσως περισσότερο από όλους. «Η καρδιά μου θα χτυπάει στα όρια της θρόμβωσης» γράφει στον Σερένι την παραμονή ενός αγώνα Ίντερ-Μπολόνια. Αλλά υπάρχει και η μπάλα που παίζεται έξω από τα γήπεδα, στις αλάνες στην περιφέρεια της Ρώμης. Ο Παζολίνι φτάνει στη Ρώμη το 1950, κυνηγημένος από την Μπολόνια: κατηγορείται για αποπλάνηση ανηλίκου, χάνει τη δουλειά του, διαγράφεται από το Κομμουνιστικό Κόμμα. Μέσα από το ποδόσφαιρο γνωρίζει το σύμπαν των γειτονιών και των λαϊκών παιδιών της Ρώμης. Το Ακατόνε, η Μάμα Ρόμα, το Πουλιά, παλιόπουλα (Uccellacci e uccellini) γεννήθηκαν κάπου εκεί. Ο Ντάβολι θυμάται τις περιπλανήσεις τους την εποχή που ο Παζολίνι είναι πια αναγνωρισμένος σκηνοθέτης: «Όταν ακούγαμε να κλωτσάνε μια μπάλα σταματούσαμε και πηγαίναμε να παίξουμε κι εμείς»[6].
Το τελευταίο ντέρμπι: 1900 – 120 μέρες στα Σόδομα

Μέχρι το τέλος της ζωής του είναι αρχηγός και εμψυχωτής μιας μικτής ομάδας καλλιτεχνών. Συμπαίκτες του κατά καιρούς ο Ούγκο Τονιάτσι, ο Νινέτο Ντάβολι, ο Τζιάνι Μοράντι, ο Φράνκο Τσίτι, ο Φράνκο Νέρο. Ο ίδιος παίζει αριστερά, στο μέσο ή στην επίθεση. To 1975 είναι 53 χρονών και σε άριστη φυσική κατάσταση[7]. Δεν καπνίζει, δεν πίνει, γυμνάζεται πολύ τακτικά, συμμετέχει σε ματς προετοιμασίας με επαγγελματίες ποδοσφαιριστές, όπως ο Φάμπιο Καπέλο, τότε στην ακμή της καριέρας του. Την άνοιξη, λίγους μήνες πριν δολοφονηθεί, ο σκηνοθέτης συμμετέχει σε πολλούς φιλανθρωπικούς αγώνες[8]. Το τελευταίο του ματς θα το παίξει τον Σεπτέμβριο. Θα αντιμετωπίσει τους βετεράνους της αγαπημένης του Μπολόνια[9]. Αλλά αυτοί ήταν φιλικοί αγώνες. Τον Μάρτιο ο Παζολίνι συμμετέχει σε ένα ντέρμπι, που σημαδεύεται από την ψυχολογική βία, τις υποψίες απάτης, την ένταση μεταξύ αντιπάλων αλλά και συμπαικτών: αυτό το ντέρμπι θα το χάσει.

Βρισκόμαστε στη βόρεια Ιταλία. Σε απόσταση μικρότερη των εκατό χιλιομέτρων γυρίζονται δύο από τις σημαντικότερες ταινίες του παγκόσμιου κινηματογράφου. Ο Παζολίνι γυρίζει το τελευταίο του φιλμ, το Σαλό ή 120 μέρες στα Σόδομα, κοντά στη Μάντοβα, στη Λομβαρδία. Στα διαλείμματα των γυρισμάτων, που τα φανταζόμαστε ιδιαίτερα σκληρά για τους ηθοποιούς, το συνεργείο και ο σκηνοθέτης παίζουν ποδόσφαιρο. Ο ηθοποιός και οπερατέρ Ουμπέρτο Τσεσάρι θυμάται ότι μερικές φορές δεν έτρωγαν το μεσημέρι για να κλέψουν λίγη ώρα για μπάλα. Ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι, μόλις 35 χρονών, είναι στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Πάρμα, και ετοιμάζει το μεγαλεπήβολο 1900. Οι δυο σκηνοθέτες υπήρξαν φίλοι, ο Μπερτολούτσι ξεκίνησε ως βοηθός του πρεσβύτερου συναδέλφου του. Εδώ και δυο χρόνια όμως είναι ψυχραμένοι, πιθανότατα λόγω μιας σκληρής κριτικής του Παζολίνι για το Τελευταίο Ταγκό στο Παρίσι. 

Στις 16 Μαρτίου είναι τα γενέθλια του Μπερτολούτσι. Αποφασίζουν να τα γιορτάσουν με έναν ποδοσφαιρικό αγώνα μεταξύ των συνεργείων των δυο ταινιών: 1900 εναντίον 120. Ο αγωνιστικός χώρος είναι το γήπεδο της Σιταντέλα, στην Πάρμα. Οι αντίπαλοι προετοιμάζονται κατάλληλα: η ομάδα του Παζολίνι κατεβαίνει με τις εμφανίσεις της Μπολόνια, μπλε και κόκκινο. Ο Μπερτολούτσι αγγαρεύει την Τζιτ Μαγκρίνι, που κάνει τα κοστούμια στο 1900, να του φτιάξει ειδικές, πολύ ειδικές εμφανίσεις: βιολετί με τον αριθμό 900 γραμμένο κάθετα στη φανέλα. Το σπουδαιότερο όμως είναι οι κάλτσες: με πολύχρωμες ρίγες ώστε με την κίνηση να δημιουργούν ψυχεδελικό εφέ και να δυσκολεύουν τους αντιπάλους να εντοπίσουν την μπάλα. Η Γκατζέτα ντι Πάρμα θα γράψει στις 20 Μαρτίου: «Ο Μπερτολούτσι νικά τον Παζολίνι 5-2 χάρη στις ψυχεδελικές κάλτσες»[10]. 

Ο Μπερτολούτσι δεν έπαιξε στην πραγματικότητα. Παρακολουθούσε από τις κερκίδες. Οι κακές γλώσσες λένε πως έκλεψε, πως έφερε δηλαδή κρυφά επαγγελματίες ποδοσφαιριστές, όπως τον Ρομπέρτο Μπονισένια της Ίντερ, για να παίξουν, δήθεν ως μέλη του συνεργείου. Δεν το πιστεύω: ο Παζολίνι θα τον αναγνώριζε. Κατά τα άλλα, ο Μπερτολούτσι υποστήριξε πως οι 1900 κέρδισαν με ευρύτερο σκορ, με 19-13[11]. Ο Παζολίνι βέβαια έπαιξε, με το περιβραχιόνιο του αρχηγού στο μπράτσο, όπως πάντα. Έφυγε από το γήπεδο πριν τη λήξη ιδιαίτερα εκνευρισμένος με τους συμπαίκτες του, οι οποίοι δεν ήταν, προφανώς, τόσο αφοσιωμένοι στο παιχνίδι. Ένας από αυτούς θυμάται ότι πράγματι, για τον Παζολίνι το ματς αλλά και το ποδόσφαιρο γενικά ήταν σοβαρή υπόθεση: οι άλλοι, όπως ο Νινέτο Ντάβολι, ξεκαρδίζονταν στα γέλια, εκείνος όμως έπαιζε για να κερδίσει[12].


Το ποδόσφαιρο και η συγκίνηση 
Ο Παζολίνι βλέπει στο ποδόσφαιρο ένα πεδίο μέσα στο οποίο εκφράζεται ακόμη η περιφρονημένη λαϊκή Ιταλία, μια Ιταλία που ο ίδιος θέλει να υπερασπιστεί. Στα 1969, σε μια ανοιχτή συζήτηση στην οποία συμμετέχει και ο Αλμπέρτο Μοράβια, ο σπουδαίος Αργεντίνος προπονητής Χελένιο Χερέρα λέει κυνικά («χωρίς καν να το συνειδητοποιεί, με μια αταβιστική υπεροψία που δεν είναι καν αντιπαθητική») πως «το ποδόσφαιρο –και γενικά ο αθλητισμός– χρησιμοποιείται για να στραφούν οι νέοι μακριά από την πάλη και την αμφισβήτηση. Χρησιμοποιείται ως μέσο χειραγώγησης των εργαζόμενων. Χρησιμοποιείται για να εμποδίσει την επανάσταση. Όπως χρησιμοποιούνται οι ταυρομαχίες στην Ισπανία από τον Φράνκο». 

Ο Παζολίνι σκανδαλίζεται, ως αριστερός, ως αθλητής, ως φίλαθλος: «Εγώ ζω την αντίφαση του αθλητισμού, αντίθετα από τον Μοράβια που, επειδή δεν ζει τον αθλητισμό από μέσα, ήταν σε μειονεκτική θέση στη συζήτηση με τον Χερέρα. Εγώ κάνω ο ίδιος σπορ και με ενδιαφέρει ο αθλητισμός κατά κάποιο τρόπο, δυστυχώς, και ως οπαδό. Με τον ίδιο τρόπο που είμαι ευεπίφορος στην ποίηση των χαζοτράγουδων του συρμού. Είναι ένα αυθεντικό και πραγματικό συμβάν που, όπως η μαντλέν του Προυστ, περιέχει από την φύση της, σε αυτή την δεδομένη εποχή που ζούμε, πολλή αλήθεια: ελάχιστα πράγματα μπορούν να ανακαλέσουν στην μνήμη το παρελθόν όσο τα λαϊκά τραγουδάκια, ακόμη και τα χειρότερα. Όταν ξανακούω τις μελωδίες της ορχήστρας του Πίπο Μπαρτζίζα από τα 1938 ή 1939[13] έχω διαλείψεις της καρδιάς [intermittencesdecœur]: ξέρω ότι είναι γελοίο, αλλά κάποια χρώματα, ένα αίσθημα βίαιας απειλής που χαρακτήριζε τις ιταλικές πόλεις τα χρόνια εκείνα, προβάλλονται μέσα σε αυτά τα χαζοτράγουδα με τρόπο ανάπάντεχα προφανή. Για να ξαναγυρίσω στο ποδόσφαιρο: γνωρίζω τα ονόματα όλων σχεδόν των παικτών που παίζουν σήμερα στις διάφορες ομάδες αλλά και αυτών που έπαιζαν τις προηγούμενες σεζόν. Παρακολουθώ τις περιπέτειές τους. Δεν αποστρέφομαι, δεν αρνούμαι μια πραγματικότητα ακόμη κι αν είναι αρνητική ή ντροπιαστική. Γι΄αυτόν ακριβώς τον λόγο, επειδή δηλαδή ζω αυτήν τη πραγματικότητα από μέσα, μπορώ να συζητήσω γι΄αυτήν χωρίς την αγνότητα εκείνου που δεν γνωρίζει και που δεν ανακατεύεται. Εγώ εχω τώρα το δικαίωμα να σκανδαλιστώ.»[14] Ο Πιερ Πάολο Παζολίνι δεν ήθελε να αφήσει το ποδόσφαιρο στους επαγγελματίες του ποδοσφαίρου, ούτε την κριτική του σε αυτούς που δεν το αγαπούν. 
Με τους δυο αγαπημένους του ηθοποιούς,
Φράνκο Τσίτι και Nινέτο Ντιάβολι,
σε φιλικό αγώνα με ηθοποιούς 
Παραπομπές: [1] Τζουζέπε «Μπέπε» Σαβόλντι, πρώτος σκόρερ τη σεζόν 1972-73 με τα χρώματα της αγαπημένης ομάδας του Παζολίνι, της Μπολόνια 
[2] Κωμωδία του 1970, με το κωμικό ντουέτο Φράνκο και Τσίτσο. Η σκηνή από το 4.40΄ εδώ: http://www.youtube.com/watch?v=M9e0vl6EfSM. 
[3] http://www.youtube.com/watch?v=3pnSvfHiUqk Στην πραγματικότητα ο Μαραντόνα ξεκινάει από τη σέντρα, όπως ακριβώς στον ορισμό του εξαίσιου σύμφωνα με τον Παζολίνι, ενώ ο Φράνκο Φράνκι ξεκινάει από την άλλη άκρη του γηπέδου. 
[4] Πιερ Πάολο Παζολίνι, «Στο γήπεδο το πάθος δεν αλλάζει», Tempo, 4 Ιανουαρίου 1969 
[5] http://www.centrostudipierpaolopasolinicasarsa.it/wp-content/uploads/2010/11/pasoliniSAScasarsa.jpg Με την oμάδα S.A.S. Casarsa, το 1941. Ο Παζολίνι όρθιος, πρώτος από αριστερά http://www.centrostudipierpaolopasolinicasarsa.it/wp-content/uploads/2010/11/pasoliniSangiovannese.jpg Με την Sangiovannese, το 1946, όρθιος, πρώτος από δεξιά 
[6]Δυο από τις πιο εύγλωττες φωτογραφίες του Παζολίνι: οι αλάνες, τα εργοτάξια, οι εργατικές πολυκατοικίες κι ο ίδιος να κοντρολάρει με κοστούμι και άψογο στυλ http://histoireetsociete.files.wordpress.com/2013/11/pasolini-foot1.png http://ragemag.fr/wp-content/uploads/2014/02/bg_index1.jpg 
[7] http://www.araigneedudesert.fr/wp-content/uploads/2013/08/SOLITUDE-Pasolini.png 
[8] Μαζί με άλλους καλλιτέχνες και δημοσιογράφους σε έναν αγώνα μεταξύ της μικτής βετεράνων της Τζένοα και της Σαμπντόρια στο γήπεδο Μαράσι της Γένοβας. http://2.bp.blogspot.com/-VEGTUpTeQdE/UMEzLYGxLeI/AAAAAAAANOI/UJBq_UNk6Tg/s1600/pasoliniMarassi.jpg http://1.bp.blogspot.com/-WY7sgRVGhRA/UME1AmzHGXI/AAAAAAAANO4/UoCsBRDpefc/s1600/in-azione.JPG Τον Μάιο θα παίξει έναν ακόμη φιλανθρωπικό αγώνα στο Τραπάνι, στη Σικελία, με αντίπαλο μια μικτή δημοσιογράφων. Για τον συγγραφέα Σαλβατόρε Μούνιο, που στα 12 του χρόνια βρέθηκε στις κερκίδες εκείνο το απόγευμα, ήταν το τελευταίο ματς που έπαιξε ο Παζολίνι, Salvatore Mugno, L'ultimapartitadiPasolini. Trapani, 4 maggio 1975, Nuovi Equilibri, 2013 
[9] Λίγο πριν τη σέντρα http://3.bp.blogspot.com/-IA5Ys2ftpfs/UXa0UJ7ZCiI/AAAAAAAAVIs/TxB0IhGg0NQ/s1600/Alberto-Perozzi-consegna-il-libro-dialettale-a-Pier-Paolo-Pasolini-1.jpg 
[10] Οι πληροφορίες από το Valerio Piccioni, «Quando giocava Pasolini. Calci, corse e parole di un poeta”, 1996 
[11] Ο νικητής με το κύπελο στα χέρια http://www.pasolini.net/ppp-calcio_gazz-parma.jpg 
[12] Εδώ, τα ψέλνει στον Τζιάνι Μοράντι http://www.pasolini.net/GMorandi_PPP_calcio.jpg
[13] Π,χ. http://www.youtube.com/watch?v=j-22QSZTyA0 [14] Pier Paolo Pasolini, Les terrains, écrits sur le sport, Paris, 2012
Από την Ασπασία Δημητριάδη Πηγή: www.lifo.gr

Από την Ασπασία Δημητριάδη Πηγή: www.lifo.gr
Με τους δυο αγαπημένους του ηθοποιούς, Φράνκο Τσίτι και Nινέτο Ντιάβολι, σε φιλικό αγώνα με ηθοποιούς Πηγή: www.lifo.gr
Με τους δυο αγαπημένους του ηθοποιούς, Φράνκο Τσίτι και Nινέτο Ντιάβολι, σε φιλικό αγώνα με ηθοποιούς Πηγή: www.lifo.gr

Friday, October 31, 2014

Τomas Ibañez: "Ο λαβύρινθος μιας ελευθεριακής πολιτικής εξουσίας"

Συλλογή κειμένων για την εξουσία, τη δημοκρατία, τον αναρχισμό. Πρόκειται για συλλογή κειμένων του ισπανού ακτιβιστή και φιλόσοφου Τόμας Ιμπάνιεθ, καθηγητή κοινωνικής ψυχολογίας στο πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης, που συμμετείχε στον αγώνα εναντίον της δικτατορίας του Φράνκο και υπήρξε πνευματικός πατέρας του πασίγνωστου πλέον συμβόλου του σύγχρονου αναρχισμού, δηλαδή του Α σε κύκλο, τα οποία καλύπτουν εξελίξεις, λογικές και πρακτικές του ελευθεριακού χώρου την τελευταία τριακονταετία. Αιρετική η σκέψη του Ιμπάνιεθ, που ο ίδιος εντάσσει τον εαυτό του στο ρεύμα του φιλοσοφικού σχετικισμού, καθώς προσπαθεί να ανανεώσει και να προσαρμόσει στο σήμερα βασικές ιδέες του κλασικού αναρχισμού, μη διστάζοντας να έρθει σε ρήξη και με κάποιες θεμελιώδεις από αυτές, όπως η άρνηση κάθε εξουσίας και η υιοθέτηση της επανάστασης ως απαραίτητου εργαλείου για μια ριζική κοινωνική αλλαγή. Με παρεμβάσεις που πάντοτε προκαλούν εντύπωση, ο Ιμπάνιεθ παραμένει ωστόσο πιστός στην αναρχία και τον αναρχισμό ισχυριζόμενος ότι «ακριβώς επειδή είναι μια από τις λίγες ιδεολογίες, αν όχι η μοναδική, που μπορεί να στρέψει στον εαυτό της ένα τέτοιο κριτικό βλέμμα, ο αναρχισμός θα συνεχίσει να εμπνέει τις πλέον ανατρεπτικές εξεγέρσεις».

Πηγή: Ο (ιστο)"Χωρος" της Ελευθεριακής Κουλτούρας

Tuesday, October 28, 2014

“Ελληνας, Εβραίος και αριστερός”

Όρθιος, τέταρτος από αριστερά, κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο, το 1940-1941. Φωτογραφία από το blog Abravanel.
«Είναι η πρώτη φορά που παίρνω χαρτί και μολύβι [...] και ίσως τούτο είναι το τελευταίο μου γραφτό...Στο βιβλίο μου αυτό θέλω να διηγηθώ, με λίγα απλά λόγια, κομμάτια από την πολυτάραχη ζωή μου. Ζητώ συγγνώμη από τους αναγνώστες που, λόγω της περασμένης ηλικίας μου και του καιρού που πέρασε από τότε, δεν κρατώ στη μνήμη μου όλα τα ονόματα και τις ημερομηνίες. Δεν στέκομαι ιδιαίτερα σε γεγονότα υψίστης ιστορικής σημασίας, σαν και αυτά που γιορτάζουν στις μεγάλες επετείους και τις εθνικές εορτές, όπως οι νίκες του κόκκινου στρατού, των ανταρτών ανά την Ευρώπη και του ΕΛΑΣ, γιατί γι’ αυτά γράφτηκαν τόσα πολλά και θα γραφούν ακόμα περισσότερα από πολλούς άλλους. Θέλω να γράψω για την ιστορία μου στις τρεις ηπείρους, Ευρώπη, Αφρική και Ασία, και τις τέσσερις θάλασσες, Μεσόγειο, Ερυθρά, Μαύρη, Κασπία, και γι’ αυτά που έζησα και πέρασα στην κατοχή και στον εμφύλιο, όπου κινδύνεψε η ζωή μου τόσες φορές και παρ’ όλα αυτά επέζησα. Εκείνο που θέλω να τονίσω είναι πως αν με ρωτούσαν για τη ζωή μου και για τα όσα υπόφερα για το κόμμα και την ιδεολογία, θα έλεγα πως δεν μετάνιωσα και πως αν ξαναγεννιόμουνα την ίδια ζωή θα έστρωνα, τον ίδιο δρόμο θα ακολουθούσα». Μωυσής Μιχαήλ Μπουρλάς από το βιβλίο του "Έλληνας, Εβραίος και αριστερός"

Ο Μωυσής Μπουρλάς (στο κέντρο) μαζί με συνεξορίστους του στην Ικαρία.
Ο Μωυσής Μπουρλάς γεννήθηκε στο 1918 στο Κάιρο από Βολιώτη πατέρα και Χιώτισσα μητέρα. Ήταν το τέταρτο παιδί μιας πολυμελούς οικογένειας. Η οικογένεια Μπουρλά για οικονομικούς λόγους άφησε το Κάιρο και εγκαταστάθηκε αρχικά στη Νάουσα και μετέπειτα στη Θεσσαλονίκη.
Στα παιδικά του χρόνια ο Μωυσής Μπουρλάς βοηθούσε τον πατέρα του που ήταν αρτοποιός και όταν τέλειωσε το γυμνάσιο έγινε τορναδόρος. Το 1935 σε ηλικία 17 ετών εντάχθηκε στο αριστερό κίνημα (έγινε μέλος της ΟΚΝΕ) .

Η μαρτυρία του από τα γεγονότα του Μάη του 1936 στη Θεσσαλονίκη: «Στις 9 του Μάη η φάλαγγα ξεκίνησε από την πλατεία Βαρδαρίου μέσω Κολόμβου με πλακάτ συνθήματα και μαγιάτικα τραγούδια. Ο όγκος, που όλο μεγάλωνε, κατευθύνονταν προς τις οδούς Βενιζέλου-Αριστοτέλους. Οι αρχές, φοβισμένες από τον όγκο των διαδηλωτών, παράταξαν στρατό, πεζικό, και με στρατιωτικά αυτοκίνητα κινούνταν πάνω κάτω, ενώ οι αστυνομικοί, όπως αργότερα διαπιστώθηκε, είχαν πιάσει τα γύρω μπαλκόνια στη διασταύρωση Εγνατίας και Βενιζέλου. Όπως φάνηκε ήταν οργανωμένη η επίθεσή τους, και με το πρόσχημα ότι οι απεργοί λιθοβόλησαν ένα στρατιωτικό αυτοκίνητο άρχισε το πιστολίδι από τα μπαλκόνια, που απ’ αυτό σκοτώθηκαν τα πέντε θύματα εκείνης της μέρας, ενώ ο στρατός πυροβολούσε στον αέρα ακούγοντας τις φωνές του κοσμάκη: «Αδέλφια, μη μας σκοτώνετε». Όπως αργότερα αποδείχτηκε, όλα τα τραύματα των νεκρών και τραυματιών προέρχονταν από ψηλά και όχι από κατά μέτωπο πυροβολισμούς.
Είχαμε περάσει την οδό Βενιζέλου και από τους πυροβολισμούς ο κοσμάκης άρχισε να διαλύεται, γιατί δεν ήξεραν ότι ο στρατός δεν ρίχνει στο ψαχνό. Εγώ και μερικοί ακόμα τρυπώσαμε στο ξενοδοχείο «Λίντο» και κατεβήκαμε μετά από μισή ώρα περίπου και οι δρόμοι ήταν σχεδόν κενοί. Εγώ, που έμενα τότε στη Συγγρού, γυρνώντας σπίτι ούτε κατάλαβα ότι από το κάτω ψαχνό του δεξιού αυτιού μου έτρεχε αίμα και μου είχε βάψει όλο το πουκάμισο -δεν το είχα προσέξει μες στην ταραχή- και όταν από το παράθυρο με είδαν οι αδερφές μου και η μητέρα μου βάλαν τα κλάματα, και μόνο όταν μπήκα στο σπίτι με ρώτησαν αν είμαι πληγωμένος. Τότε σάστισα, και όταν μου δείξαν τα αίματα στο πουκάμισο έβαλα το χέρι στο αυτί που είχε αρχίσει να με τσούζει.
Την επομένη, στις 10 Μαΐου, που έγινε η κηδεία των αδικοσκοτωμένων, ήταν πραγματική λαοθάλασσα. Αμέτρητοι ήταν οι συνοδεύοντες τις σορούς, τραγουδώντας το «Πέσατε θύματα αδέλφια εσείς». Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι κόσμο, τα μπαλκόνια γεμάτα, αλλά ούτε ένας χωροφύλακας ούτε στρατιώτης δεν φάνηκε ως το νεκροταφείο. Μετά την Καμάρα, κοντά στο Σιντριβάνι, δεν ξέρω πώς βρέθηκε ένας αξιωματικός μεταξύ του λαού, τον σήκωσαν στα χέρια φωνάζοντας «Ζήτω ο ελληνικός στρατός», και όντας ψηλά στα χέρια των διαδηλωτών είπε μερικά λόγια, ότι κι εγώ είμαι παιδί αυτού του λαού και ήρθα να συνοδέψω τα αδέλφια μας στην τελευταία τους κατοικία. Ποια ήταν η τύχη του αξιωματικού αυτού, δεν μάθαμε. Η Τούμπα έκανε την ίδια μέρα ξεχωριστή κηδεία, γιατί ένα από τα θύματα ήταν Τουμπιώτης. Δύο απ’ αυτούς ήταν Εβραίοι, ο ένας σύντροφός μου από την τριάδα μας στη νεολαία.[σ.σ.: την ΟΚΝΕ] Αργότερα, σε κομματικές συνελεύσεις ειπώθηκε από πολλούς συντρόφους ότι η 10η Μαΐου ήταν ημέρα που μπορούσε το κόμμα να πάρει την εξουσία στα χέρια του. Εγώ ήμουνα της γνώμης ότι δεν μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο, εφόσον όλη η υπόλοιπη Ελλάδα ζούσε κάτω από καθεστώς αστυνομικό, και αν γινόταν κάτι τέτοιο, θα πνιγόταν η Θεσσαλονίκη στο αίμα».

Όταν ξέσπασε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος υπηρέτησε στον ελληνικό στρατό και πολέμησε στο αλβανικό μέτωπο. Το 1943 και ενώ οι Ναζί εφάρμοζαν τα μέτρα κατά των Εβραίων που οδήγησαν στο Ολοκαύτωμα, ο Μ. Μπουρλάς εντάχθηκε στον ΕΛΑΣ, όπου έδρασε με το όνομα «Βύρων». Το 1945 μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας συνελήφθη για την πολιτική του δράση και εξορίστηκε στον Αϊ Στράτη, στη Μακρόνησο και στην Ικαρία. Το 1951 χάρη στην ελληνο-ισραηλινή συμφωνία, μετανάστευσε στο Ισραήλ όπου συνέχισε τη δράση του μετέχοντας στο Κομμουνιστικό Κόμμα της χώρας, καθώς και στο εργατικό κίνημα. Στη διάρκεια της παραμονής του στο Ισραήλ απώλεσε την ελληνική ιθαγένεια. Έμεινε στο Ισραήλ μέχρι το 1967 και από εκεί μετανάστευσε στη Βουλγαρία και στη συνέχεια στη τότε Σοβιετική Ένωση όπου συνέχισε να εργάζεται ως τορναδόρος μέχρι το 1982 oπότε συνταξιοδοτήθηκε.

Στην Ελλάδα επέστρεψε ως παλιννοστών το 1990 σε ηλικία 72 ετών και από τότε ξεκίνησε ένα νέο αγώνα για την επιβίωση αλλά αποκτήσει ξανά την ελληνική ιθαγένεια που του είχε αφαιρεθεί. Μη έχοντας πόρους για να επιβιώσει έκανε διάφορες δουλειές και αρχικά εγκαταστάθηκε σε ένα μικρό δωμάτιο που του παραχώρησε η Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια μετακόμισε στο γηροκομείο «Σαούλ Μοδιάνο» όπου ζει σήμερα. Μετά από πολύχρονο αγώνα κατάφερε το 1999 να αποκτήσει πάλι την ελληνική ιθαγένεια. Το 2000 εξέδωσε το βιβλίο του «Έλληνας, Εβραίος και αριστερός», το οποίο έγραψε με παρότρυνση της υπεύθυνης του γηροκομείου «Σαούλ Μοδιάνο», Βικτώρια Μπενουζίλιο και του ραβίνου Θεσσαλονίκης Ιτσχάκ Νταϊάν.

«Ο Μωυσής Μπουρλάς είναι ένα παλικάρι, ένας λεβέντης, ένας ωραιότατος άνθρωπος με ωραιότατα ελληνικά. Στη Σοβιετική Ένωση δίδασκε ελληνικά. Η ζωή του ήταν ένας συνεχής αγώνας. Άλλοι θα τον ζήλευαν και άλλοι θα τον φοβούνταν. Κάθε τι που πέτυχε στη ζωή του το κέρδισε με μεγάλο αγώνα. Με εντυπωσίασε η καλοσύνη του για τους άλλους. Ακόμη στην ηλικία που είναι σήμερα προσπαθεί να βοηθήσει τους άλλους και εμπλέκεται ενεργά στην πολιτική και αν και δεν βλέπει και δεν ακούει καλά εξακολουθεί να είναι δυναμικός» επισήμανε μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η Βικτώρια Μπενουζίλιο.

Το βιβλίο «Έλληνας, Εβραίος και αριστερός» του Μωυσή Μιχαήλ Μπουρλά πρωτοεκδόθηκε το 2000 από τις εκδόσεις «Νησίδες».

Wednesday, October 15, 2014

Ανταπόδοση


Του Γιάννη Μακριδάκη

Από τα τέλη του 1941 μέχρι το καλοκαίρι του 1942 χιλιάδες Έλληνες κάτοικοι των νησιών του Αιγαίου αλλά και της ηπειρωτικής χώρας πέρασαν ως πρόσφυγες πολέμου στις τουρκικές ακτές. Ταξίδεψαν με κίνδυνο της ζωής τους, “παράνομα”, “λαθραία”, διαφεύγοντας των γερμανικών ακταιωρών, κωπηλατώντας όλη νύχτα μέσα σε μικρές βάρκες και καϊκια.

Πολλοί άφησαν την τελευταία τους πνοή στο θαλάσσιο στενό ανάμεσα στα νησιά και την Τουρκία. Άλλοι πάλι στο πέλαγος καθώς προωθούνταν από την Σμύρνη και τον Τσεσμέ στην Κύπρο, στοιβαγμένοι κατά διακοσαριές στα αμπάρια μεγαλύτερων τουρκικών καϊκιών.

Οι πολλοί βεβαίως έφτασαν στους προορισμούς τους. Κύπρος, Συρία, Λίβανος, Πηγές Μωυσέως, Αίγυπτος, μέχρι το Βελγικό Κονγκό έφτασαν οι Έλληνες μεσανατολίτες πρόσφυγες του 2ου παγκοσμίου πολέμου. Τα γυναικόπαιδα οδηγήθηκαν σε προσφυγικούς καταυλισμούς όπου διέμειναν μέχρι τη λήξη του πολέμου, οι δε άντρες οδηγήθηκαν στην Αίγυπτο, όπου και κατετάγησαν στον ελληνικό στρατό μέσης ανατολής. Επάνδρωσαν το πεζικό, το ναυτικό, την αεροπορία, τον Ιερό Λόχο, πήραν μέρος στις μάχες του Ελ Αλαμέιν και άλλες, στα κονβόγια των πολεμικών και στις αποβάσεις, στους βομβαρδισμούς της Μάλτας, στο Ρίμινι, στις καταδρομικές επιδρομές στα ελληνικά νησιά ενάντια στους γερμανοΙταλούς κατακτητές.

Μετά απ’ όλα αυτά, μετα και από τα γεγονότα που ακολούθησαν στους κόλπους του ελληνικού στρατού, τους έκλεισαν και στα Σύρματα οι Άγγλοι ως κομμουνιστές και στασιαστές. Ασμάρα, Ντεκαμερέ. Ορεινή Αβυσινία. Δύο χρόνια εξόριστοι και έγκλειστοι οι Έλληνες πρόσφυγες στρατιώτες σε τόπους ξένους αφιλόξενους

Τα γυναικόπαιδα όλο αυτό το διάστημα διαβιούσαν στους προσφυγικούς καταυλισμούς

Το 1946 όσοι επέζησαν επέστρεψαν στην πατρίδα. Τους έβαλαν οι Άγγλοι στα λίμπερτυ και τους έστειλαν πίσω.

Το 1996, πενήντα χρόνια μετά πήρα τις συνεντεύξεις των Ελλήνων προσφύγων και έγραψα το βιβλίο Συρματένιοι Ξεσυρματένοι, ολοι.

Σήμερα οι βάρκες των προσφύγων ακολουθούν αντίθετη πορεία και έρχονται εδώ. 11.500 πρόσφυγες πολέμου ήρθαν στα ελληνικά νησιά το 2013 και 3.200 μέχρι στιγμής το 2014 μοναχά στη Χίο.

Προφανώς όσοι επιμένουν να μιλούν ακόμη για λαθρομετανάστες και υιοθετούν ακροδεξιές ρητορείες και πολιτικές είναι ανιστόρητοι, απαίδευτοι, αποκτηνωμένοι.

Στους σύγχρονους πρόσφυγες πολέμου που έρχονται στον τόπο μας οφείλουμε μοναχά να ανταποδώσουμε τα όσα οι πρόγονοί τους πρόσφεραν τότε στους δικούς μας προγόνους.

Επειδή δε η ζωή και η ιστορία κάνουν κύκλους και μάλιστα ολοένα και πιο σύντομους όσο πιο γρήγορα τρέχουν οι εποχές, οφείλουμε να τους φερθούμε ανθρώπινα και για έναν άλλον λόγο. Για να ανταποδώσουν και πάλι ύστερα οι ίδιοι ή οι απόγονοί τους την φιλοξενία αυτή στους δικούς μας απογόνους ή και σε εμάς.

Διότι το μέλλον έρχεται γοργά κατά πάνω μας. Και είναι ερεβώδες.

Πηγή: To Portal

Tuesday, October 14, 2014

Οταν η Εβραία Χάνα Αρεντ εξόργισε τους Εβραίους

Του Ηλια Μαγκλινη

Στις 29 Μαΐου του 1962, ο τότε πρόεδρος του Ισραήλ Γιτζάκ Μπεν Ζβι παρέλαβε την αίτηση απονομής χάριτος του αρχιναζί εγκληματία Αδόλφου Αϊχμαν. Ο τελευταίος δικαζόταν επί σειρά μηνών στην Ιερουσαλήμ και είχε βρεθεί ένοχος.

Οπως γράφει η Χάνα Αρεντ στο βιβλίο της «Ο Αϊχμαν στην Ιερουσαλήμ. Εκθεση για την κοινοτοπία του κακού» (εκδ. Νησίδες, μτφρ. Βασ. Τομανάς): «Ο πρόεδρος έλαβε και εκατοντάδες επιστολές και τηλεγραφήματα απ’ όλο τον κόσμο, που ζητούσαν επιείκεια· απ’ αυτά ξεχώριζαν οι εκκλήσεις της Κεντρικής Συνόδου Αμερικανών Ραββίνων, των εκπροσώπων του ανασυγκροτούμενου εβραϊσμού της χώρας, και μιας ομάδας καθηγητών του Εβραϊκού Πανεπιστημίου της Ιερουσαλήμ με επικεφαλής τον Μάρτιν Μπούμπερ, τον φιλόσοφο που είχε εξ αρχής εναντιωθεί στη δίκη και προσπαθούσε τώρα να πείσει τον πρωθυπουργό του Ισραήλ, Μπεν Γκουριόν, να μεσολαβήσει για επιείκεια.

»Ο κ. Μπεν Ζβι απέρριψε όλες τις αιτήσεις απονομής χάριτος στις 31 Μαΐου, δύο μέρες μετά την έκδοση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου και έπειτα από λίγες ώρες, την ίδια μέρα -Πέμπτη- λίγο πριν τα μεσάνυχτα, ο Αϊχμαν απαγχονίστηκε, η σορός του αποτεφρώθηκε και η στάχτη του σκορπίστηκε στη Μεσόγειο, έξω από τα χωρικά ύδατα του Ισραήλ. [...] Η εκτέλεση έγινε σε λιγότερο από δύο ώρες από τη στιγμή που ο Αϊχμαν ενημερώθηκε για την απόρριψη της αίτησης απονομής χάριτος· δεν υπήρξε χρόνος ούτε καν για το τελευταίο γεύμα. [...]

»Ο Αντολφ Αϊχμαν ανέβηκε στην αγχόνη αξιοπρεπέστατα. Είχε ζητήσει προηγουμένως ένα μπουκάλι κρασί και είχε πιει το μισό. [...] Βάδισε τα τριάντα πέντε περίπου μέτρα από το κελί του ώς την αίθουσα των εκτελέσεων ήρεμος και στητός, με τα χέρια δεμένα πίσω του. [...] Οταν του έδωσαν να φορέσει τη μαύρη κουκούλα, είπε: “Δεν τη χρειάζομαι”. Είχε πλήρη έλεγχο του εαυτού του και μάλιστα ήταν απόλυτα ο εαυτός του».

Θυελλώδεις αντιδράσεις
Το αποστασιοποιημένο, ψυχρό ύφος της Αρεντ, το 1963, εξόργισε τη διεθνή κοινή γνώμη. Δεκαοκτώ μόλις χρόνια μετά τη λήξη του Ολοκαυτώματος, οι επιζώντες προσπαθούσαν ακόμα να επουλώσουν τις πληγές τους – στην ουσία, η μεγάλη συζήτηση γύρω από το Ολοκαύτωμα μόλις άρχιζε. Με την ανταπόκριση της Αρεντ, η συζήτηση αυτή φαίνεται πως ξεκινούσε με ένα βρόντο και με ένα λυγμό: τόσο σε πρώτη φάση, όταν οι ανταποκρίσεις της δημοσιεύθηκαν σε συνέχειες στο περιοδικό The New Yorker, αλλά και στη συνέχεια, όταν το υλικό αυτό κυκλοφόρησε σε βιβλίο, οι αντιδράσεις ήσαν θυελλώδεις και η αγέρωχη Αρεντ έφτασε στα πρόθυρα του νευρικού κλονισμού.

Στην κομβική αυτή στιγμή της ζωής της Αρεντ επικεντρώνεται η πλοκή της ταινίας «Χάνα Αρεντ», γερμανική παραγωγή, σε σκηνοθεσία της Μαργκαρέτε φον Τρότα, με πρωταγωνίστρια τη Γερμανίδα ηθοποιό Μπάρμπαρα Σούκοβα.

Η ταινία παρακολουθεί κατά πόδας την Αρεντ, διωγμένη Εβραία που κατέφυγε στις ΗΠΑ, καθηγήτρια Φιλοσοφίας στο New School της Νέας Υόρκης, σταρ της φιλοσοφικής σκέψης του εικοστού αιώνα, από τη στιγμή που πληροφορείται τη σύλληψη του Αϊχμαν στην Αργεντινή, τη μετάβασή της στην Ιερουσαλήμ ως ανταποκρίτρια του New Yorker, τους προβληματισμούς που γεννιούνται μέσα της καθώς παρακολουθεί τη δίκη, έως τη δημοσίευση των ανταποκρίσεών της και τις θυελλώδεις αντιδράσεις που αυτές προκάλεσαν: φίλοι στενοί και αγαπημένοι τής γυρνούν την πλάτη για πάντα, η θέση της στο πανεπιστήμιο τίθεται σε αμφισβήτηση, άγνωστοι αποστέλλουν επιστολές μίσους. Μονάχα οι φοιτητές της φαίνονται να είναι έτοιμοι να υποδεχθούν τις απόψεις της. Μάταια η Αρεντ τονίζει ότι «το να προσπαθείς να κατανοήσεις δεν σημαίνει ότι συγχωρείς». Κάποια στιγμή, όταν νιώθει ότι σχεδόν όλοι την έχουν εγκαταλείψει, ξεσπάει σε λυγμούς.

Ξένισαν οι απόψεις της
Δεν ήταν όμως μόνο το ύφος της που ξένισε (όλοι περίμεναν μια πολεμική) αλλά κυρίως το ίδιο το περιεχόμενο των απόψεών της: ο τρόπος με τον οποίο επιρρίπτει ευθύνες σε εβραϊκά συμβούλια για τους χειρισμούς τους κατά τη διάρκεια των διώξεων και, πάνω απ’ όλα το ίδιο το πορτρέτο του Αϊχμαν που σκιαγραφεί. Η Αρεντ περίμενε να δει την ομολογία ενός θηρίου. Αντ’ αυτού είδε και άκουσε ένα ανθρωπάκι «σοκαριστικής μετριότητας», το οποίο αδυνατούσε να σκεφτεί αυτόνομα. «Τα ειδεχθέστερα εγκλήματα διαπράττονται από τιποτένιους ανθρώπους που αρνούνται την ίδια τους την ατομικότητα», ακούμε την Αρεντ να λέει στην ταινία, στο πλαίσιο του πασίγνωστου σήμερα σκεπτικού της γύρω από την «κοινοτοπία του κακού».

Μπορεί σήμερα όλα αυτά να μας φαίνονται δεδομένα, ακόμα και κοινότοπα (!), ωστόσο, η θεωρία της ακόμα προκαλεί αντιδράσεις. Οταν συναντήσαμε τον Απρίλιο του 2009 στην Ιερουσαλήμ τον Ισραηλινό συγγραφέα Ααρον Απελφελντ, επιζήσαντα του Ολοκαυτώματος, μας ξεκαθάρισε ότι διαφωνούσε με την Αρεντ και ότι το είχε πει και στην ίδια όταν γινόταν η δίκη. «Ζούμε σε έναν κόσμο όπου ισχύει η κοινοτοπία του καλού, όχι του κακού», μας είχε πει τότε ο Απελφελντ («Κ», 26.4.09). «Το κακό είναι που κάθε φορά εμφανίζεται με διαφορετικό πρόσωπο. Το καλό απλώς επαναλαμβάνεται σαν ένα κλισέ. Γι’ αυτό γοητευόμαστε απ’ το κακό και το μυστήριό του».

Παρά τη φροντισμένη παραγωγή και τις καλές ερμηνείες, η ταινία εξαντλείται σε έναν στείρο ακαδημαϊσμό, με τους σχοινοτενείς διαλόγους να αδυνατούν να μεταδώσουν στον θεατή την εξαιρετικά φορτισμένη ατμόσφαιρα της εποχής αλλά και το εσωτερικό δράμα της ίδιας της Αρεντ. Περισσότερο περνάει στον θεατή η πληροφορία, το γεγονός, παρά τα όσα κρύβονται πίσω και πέρα από αυτό. Απομένει έτσι το περιεχόμενο καθεαυτό για να κεντρίσει το ενδιαφέρον του θεατή, και φυσικά η ίδια η προσωπικότητα της Αρεντ.

Το κακό είναι μονάχα ακραίο
Προς το τέλος της ταινίας, ακούμε την Αρεντ να λέει: «Το μοναδικό μου σφάλμα είναι πως δεν τόνισα ότι το κακό δεν μπορεί να είναι ριζοσπαστικό. Το κακό ποτέ δεν είναι ριζοσπαστικό – μονάχα ακραίο. Ριζοσπαστικό και βαθύ μπορεί να είναι μόνο το καλό». Στις μέρες μας, με όλα όσα λέγονται περί άκρων, σκέφτεται κανείς ότι η συγκεκριμένη ταινία είναι μια χαμένη ευκαιρία, διότι κατά τα άλλα είναι αλλόκοτα επίκαιρη, θίγοντας αυτήν την ασημαντότητα του κακού: μπορεί ο Αϊχμαν να «ανέβηκε στην αγχόνη αξιοπρεπέστατα», ωστόσο, φωνάζοντας «Ζήτω η Γερμανία! Ζήτω η Αργεντινή! Ζήτω η Αυστρία! Δεν θα τις ξεχάσω!», «μπροστά στον θάνατο, βρήκε τη στερεότυπη έκφραση που χρησιμοποιείται στους επικήδειους. [...] Θαρρείς και συνόψιζε, αυτά τα τελευταία λεπτά, το μάθημα που μας είχε διδάξει η μακρόχρονη μαθητεία στην ανθρώπινη μοχθηρία – το μάθημα της φοβερής κοινοτοπίας του κακού, που ξεπερνά τη γλώσσα και τη σκέψη».

Monday, October 13, 2014

Η επιστροφή της αριστεράς

Του Λουτσιανο Κανφορα
Η ιστορία του χριστιανισμού και του νεότερου κομουνισμού είχαν πολλές αναλογίες. Ο χριστιανισμός αναδύθηκε στη Γαλιλαία ως ένα ριζοσπαστικό κίνημα, σε πλήρη αντιπαράθεση με τις αξίες του κοινωνικού περίγυρου και του κυρίαρχου κόσμου. Όταν πέρασε τα σύνορα της Γαλιλαίας και, χάρη στον Παύλο της Ταρσού, επέλεξε τον δρόμο της «ανάμειξης» με την εξωτερική πραγματικότητα, μέσα σε διάστημα τριών αιώνων, ανεξάρτητα από τις προθέσεις του επανιδρυτή του (ο οποίος ήταν ο Παύλος), είχε ήδη μετατραπεί σε κάτι διαφορετικό: έμοιαζε ήδη αρκετά στον πάλαι ποτέ ανταγωνιστή του. Είχε γίνει σχεδόν μια αυτοκρατορία μέσα στην αυτοκρατορία. Στο τέλος, ήταν αυτός που παρέμεινε όρθιος, τη στιγμή που η αυτοκρατορία θρυμματιζόταν σαν παλιός σοβάς.

Όμως, η αφομοίωση από τον ανταγωνιστή δεν ήταν μόνο πολιτική, υπήρξε πολύ πιο βαθιά, στο ίδιο το επίπεδο της θρησκείας. Οι δύο μορφές της αφομοίωσης αλληλοτροφοδοτούνταν. Πράγματι, ο χριστιανισμός, από μια άποψη ελληνοποιήθηκε και διαποτίστηκε (τουλάχιστον στις υψηλότερες τάξεις των οπαδών του), από την στωική φιλοσοφία, ενώ η λαϊκή βάση του έγινε παγανιστική: πήρε από τον παγανισμό, κι από το τελετουργικό που τον πλαισίωνε ως «λαϊκή θρησκεία» σχεδόν όλα όσα μπορούσε να πάρει: ο πολυθεϊσμός αναγεννήθηκε μέσω της λατρείας των αγίων, επανεμφανίστηκε η τριαδική θεότητα, ξανάρχισαν οι χρησμοί, μεσουράνησαν οι μάγοι-θεραπευτές, θριάμβευσε εκ νέου η αισχρή μεγαλοπρέπεια των τελετών. Μιμούμενος συνεχώς, ολοένα και περισσότερο, το μακραίωνο παρελθόν της προϋπάρχουσας θρησκευτικότητας, ο χριστιανισμός εξασφάλισε ένα μακραίωνο μέλλον. Που διαρκεί ακόμα. Ως αντάλλαγμα, από τον αυθεντικό και αρχικό χριστιανισμό δεν έμεινε σχεδόν τίποτα. (Κι αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η εκκλησία δεν ευνοεί καθόλου την ανάγνωση των βιβλίων που γράφτηκαν κατά την εποχή των απαρχών, δηλαδή των Ευαγγελίων και της Αποκάλυψης).

Ανάλογη υπήρξε η πορεία του κομουνισμού, από την τραγική του πρώτη εμφάνιση, με την Κομούνα του 1871, έως τη μεταμόρφωση των έσχατων ελίτ του καταρρέοντος «υπαρκτού σοσιαλισμού» σε νέες ολιγαρχίες του παλινορθωμένου καπιταλισμού. Μπορούμε να παρατηρήσουμε τη διαδικασία της βαθμιαίας αφομοίωσης του πάλαι ποτέ ανταγωνιστή -εν είδη ενός μικρού κεφαλαίου σε ένα μεγάλο εγχειρίδιο- στη συγκεκριμένη περίπτωση του ιταλικού κομουνισμού και των διαδοχικών του μεταμορφώσεων, μέχρι την τελευταία και (ίσως) οριστική του, σε «Δημοκρατικό Κόμμα». Είναι μάταιο να επικαλούμαστε υποθετικές στιγμές ρήξης. Είναι η συνέχεια των προσώπων που μας επιβεβαιώνει ότι δεν πρόκειται για ρήξη αλλά για μια κλιμακωτή διαδικασία.

Στην περίπτωση του κομουνισμού του εικοστού αιώνα η διαδικασία ήταν πολύ πιο γρήγορη από τη μετάβαση από τον Παύλο της Ταρσού στον Μέγα Θεοδόσιο. Όλα συνέβησαν, εξαιτίας της ταχύτητας, που χαρακτηρίζει τις σύγχρονες ιστορικές διαδικασίες, μέσα σε λιγότερο από έναν αιώνα. Κι αυτό έκανε ακόμα πιο προφανή και ξεκάθαρη την πορεία των πραγμάτων.

Σε παρόμοια συμπεράσματα θα μπορούσαμε να φτάσουμε αν εξετάζαμε την πορεία της πρώην «Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας» προς τον καπιταλισμό και την αγορά, με την διαφορά ότι, σε αυτή την περίπτωση, το βάρος της παράδοσης δεν την ώθησε στην κατεύθυνση των κοινοβουλευτικών μορφών διαχείρισης της εξουσίας (όπως συνηθίζουν οι δυτικές ελίτ), αλλά στην κατεύθυνση των συγκεκριμένων αυταρχικών μορφών που υπήρξαν ίδιον της ιστορίας της Κίνας.

Στην πραγματικότητα, η περίπτωση της Ιταλίας είναι ενδιαφέρουσα γιατί στη χώρα μας, κατά τη διάρκεια του εικοστού αιώνα, έγινε επίσης (και ίσως, κυρίως) η επονομαζόμενη «φασιστική επανάσταση». Κι αυτή, μετά την ήττα της, παρήγαγε ένα φαινόμενο παραπλήσιο με αυτό που περιγράψαμε παραπάνω. Η αφομοίωση και η προσχώρηση στο μοντέλο της κοινοβουλευτικής διαχείρισης και του καπιταλισμού χωρίς φτιασιδώματα (χωρίς πια κορπορατιβισμό, δίχως «τρίτο δρόμο»), συνέβη με δύο τρόπους και σε δύο φάσεις. Η πρώτη φάση ήταν στον μεταπόλεμο, η δεύτερη μετά το 1989. Μετά την ήττα, το μεγαλύτερο μέρος των ιταλών που είχαν στηρίξει τον φασισμό (απέραντες μάζες), πέρασαν, και αναγνώρισαν πράγματι τον εαυτό τους, υπό την αιγίδα της εκκλησίας, στο καθολικό κόμμα [Χριστιανική Δημοκρατία]. Η προσχώρηση ήταν πλήρης, αστραπιαία και ειλικρινής, τόσο πολύ που προκάλεσε σε πολλούς παρατηρητές το ερώτημα: μα, τελικά, οι φασίστες ποιοι ήταν;

Μετά από δεκαετίες, αφού τελείωσε ο υπαρκτός σοσιαλισμός και η Χριστιανική Δημοκρατία, ένα μεγάλο μέρος των Ιταλών μετριοπαθών, οι οποίοι αναγνωρίζονταν στη Χριστιανική Δημοκρατία, ξαναβρέθηκε στο πρώην νεοφασιστικό κόμμα. Το οποίο -και στη συγκεκριμένη περίπτωση, επίσης, με την ηγεσία του να είναι η φυσική συνέχεια της προηγούμενης- ανακηρύχθηκε, με γοργά βήματα, «πιστό στις αξίες της Δύσης» και «δημοκρατικό» (υπό την επικρατούσα πλέον, αν και διεστραμμένη, έννοια της κοινοβουλευτικής διαχείρισης της εξουσίας από τις κυρίαρχες ελίτ). Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο Μπερλουσκόνι (και με το δίκιο του) να μπορεί να ισχυριστεί ότι είχε λάχει σ' αυτόν να παίξει τον ρόλο και της αριστεράς, πέρα από αυτόν του κέντρου και της δεξιάς. Η reductio ad unum είναι ένα από τα αποτελέσματα των διαδικασιών που έχουμε περιγράψει παραπάνω: οι ηγέτες του Δημοκρατικού Κόμματος, άλλωστε, δεν επαναλαμβάνουν διαρκώς ότι «στα βασικά συμφωνούμε όλοι και πρέπει να συμφωνούμε όλοι»; Από την άλλη μεριά, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι, με το τέχνασμα του «τρίτου δρόμου», ήδη ο φασισμός διεκδικούσε να είναι ταυτόχρονα και αριστερά και δεξιά.

Σε αυτό το σημείο γεννάται το ερώτημα που προκαλεί απέραντο πόνο στους, λίγους, πραγματικά ηθικούς ανθρώπους που έζησαν την πολιτική του τελευταίου μισού του εικοστού αιώνα -για παράδειγμα, στην Ροσάνα Ροσάντα (στο πρόσφατο δοκίμιό της, Μεταξύ δύο '89)-: άρα, ήταν όλα μάταια; Από την «Επί του όρους ομιλία» έως την πτώση της Βαστίλης, από τον Κόκκινο Οκτώβρη έως την Μεγάλη Πορεία, από τις «Θέσεις» του Λούθηρου έως την απελευθέρωση της Σαϊγκόν ή της Κούβας (του πρώην «μπουρδέλου της αμερικάνικης αυτοκρατορίας», κατά τα ένδοξα χρόνια του αδιαμφισβήτητου «ελεύθερου κόσμου»), κι ούτω καθεξής; Όλα λοιπόν επιστρέφουν κάθε φορά στο σημείο εκκίνησης, και είναι μια άχρηστη παρηγοριά να επαναλαμβάνουμε το «και όμως κινείται»; Πιστεύω πως όχι.

Η ιστορία προχωράει σπειροειδώς. Δίνει την εντύπωση ότι επιστρέφει πίσω ακόμα κι όταν, βασανιστικά, προχωρά. Αλλά αυτό δεν το κάνει για να χαροποιεί τους φιλοσόφους, ούτε επειδή διαθέτει μια εσωτερική (και, ποιος ξέρει γιατί, προοδευτική) λογική, όπως πίστευαν -από διαφορετικές οδούς- ο Σπινόζα κι ο Μαρξ. Προχωρά έτσι διότι κινείται αέναα από την διατρητική ανισότητα: η οποία καταλήγει σωματικά ανυπόφορη - γι' αυτούς που βρίσκονται στην «λάθος» πλευρά, εννοείται. Ακριβώς από αυτή την διατρητική δυσανεξία γεννιέται η αέναη κίνηση της ιστορίας: μια κίνηση χαοτική, άτακτη, που καταστρέφει είδωλα και νομενκλατούρες, αλλά που είναι, πάντοτε, κίνηση. Κάτι που δεν σημαίνει, πάντα, πρόοδος.

Πάντα θα υπάρχει κάποιος που θα φαντάζεται ότι γνωρίζει την κατεύθυνση και την διεύθυνση αυτής της κίνησης, που, μάλιστα, θα φαντάζεται ότι μπορεί να την «κυβερνήσει» και να την «κατευθύνει». Εμείς δεν μπορούμε να προβλέψουμε ποιοι νέοι μύθοι και ποιες νέες λέξεις, στους καιρούς που θα 'ρθουν, θα προταθούν, για άλλη μια φορά, ως ερμηνευτές ή ακόμα κι ως πιλότοιαυτής της κίνησης. Μπορούμε μόνο να φανταστούμε ότι κι αυτοί δεν θα αντέξουν για πολύ: απέναντι, προπάντων, σε μια ταχύτατη και ασταμάτητη τεχνολογική μετάλλαξη, η οποία κλονίζει γρήγορα κάθε βεβαιότητα.

Η ελευθερία είναι ένα διαλείπον ιδεώδες -παρατήρησε ο Τοκβίλ, αναλογιζόμενος ξανά τον τραγικό «κύκλο» 1789/93-, η ισότητα, αντίθετα, είναι μια ανάγκη η οποία ξαναπαρουσιάζεται διαρκώς, όπως η πείνα. Με αυτό τον τρόπο, ο Τοκβίλ φτάνει πολύ κοντά στην ανακάλυψη της πρωτογενούς ώθησης, του primus movens της ιστορικής κίνησης. Η ανικανότητα των ερμηνευτών (κοινωνικοί επιστήμονες, προφήτες κτλ) απέναντί της μπορεί να εκφραστεί καλά από τον Διάλογο, του Λεοπάρντι, μεταξύ της Φύσης και του Ισλανδού:i ιδίως εκεί που η φύση ρωτά τον κακόμοιρο ισλανδό, από πού κι ως πού του δημιουργήθηκε η πεποίθηση ότι ο κόσμος «φτιάχτηκε για χάρη σας».

Πηγή: Ενθέματα Αυγής (Μετάφραση: Μάσσιμο Κατσούλο, Πέτρος-Ιωσήφ Στανγκανέλλης)

Sunday, October 12, 2014

Περί εθνικής συνεννόησης ο λόγος....

Όπως ήταν αναμενόμενο η κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου πήρε ψήφο εμπιστοσύνης και μαζί κέρδισε χρόνο, αφενός για να παζαρέψει με τη τρόικα κάποιες ελαφρύνσεις (ενόψει και του προϋπολογισμού) και αφετέρου να συνεχίσει το… σαφάρι για τον μαγικό αριθμό των 180 βουλευτών για την εκλογή νέου Προέδρου Δημοκρατίας.
Είναι φανερό ότι η διαδικασία της ψήφου εμπιστοσύνης έγινε για να «σφίξουν τα λουριά» στις κοινοβουλευτικές ομάδες ΝΔ-ΠαΣοΚ και φυσικά για να δοθεί σήμα σ’ όσους επιθυμούν να ψηφίσουν τον Φεβρουάριο πρόεδρο δημοκρατίας να ανοίξουν τα χαρτιά τους. Και το είδαμε αυτό. Βουλευτές που καταψήφισαν τη κυβέρνηση «έλεγαν» ότι θα ψηφίσουν θετικά προκειμένου να εκλεγεί πρόεδρος της δημοκρατίας, δλδ να παραμείνει μέχρι το 2016 η κυβέρνηση που καταψήφισαν τη Παρασκευή το βράδυ.
Ο ΣΥΡΙΖΑ και σ’ αυτή τη διαδικασία επέλεξε την συνολική αντιπαράθεση επιμένοντας στην άποψη «εκλογές εδώ και τώρα». Το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης από τη ΔΕΘ και μετά καταθέτει συνεχώς τις προτάσεις του για την «κυβέρνηση με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ», και αντί τα κόμματα της κυβέρνησης να απαντούν σ’ αυτές τις προτάσεις ερωτούν μονότονα: «Που θα βρει ο ΣΥΡΙΖΑ τα χρήματα για την υλοποίηση του κυβερνητικού προγράμματος…».

Όμως από την τριήμερη συζήτηση στη βουλή αναδείχθηκε και κάτι άλλο. ΝΔ+ΠαΣοΚ μιλούν για εθνική ανάγκη συναίνεσης στην εκλογή του νέου προέδρου δημοκρατίας και ψέγουν τον ΣΥΡΙΖΑ που θέλει να χρησιμοποιήσει την εκλογή του προέδρου για να προκαλέσει εθνικές εκλογές. Άραγε θέλουν πραγματικά εθνική συνεννόηση Σαμαράς –Βενιζέλος; Θα μου επιτρέψετε να έχω πολλές αμφιβολίες καθώς οι δημόσιες τοποθετήσεις τους (γιατί από αυτές κρίνονται οι πολιτικοί….) φανερώνουν ακριβώς το αντίθετο.

Για διαβάστε. «Όποιος απόψε άκουσε τον κ. Τσίπρα, γνωρίζει πια τη ματαιότητα κάθε συνεννόησης μαζί του… Και με μια προσωπική έπαρση μικρού Ναπολέοντα, δημοκρατικά αποκρουστική στον καθένα, θεώρησε εξωνημένους, θεώρησε αργυρώνητους τους βουλευτές που θα ήθελαν να ψηφίσουν τον επόμενο Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Πρόκειται περί πολιτικής αθλιότητας και είναι ντροπή να ακούγονται τέτοιες λέξεις...» (Αντώνης Σαμαράς 10-10-14).

«Κοιτάξτε κ. Τσίπρα, παρεΐτσα οι συνιστώσες σας με την τρομοκρατία μπορεί να κάνουν, αλλά την Ελληνική Βουλή και τους βουλευτές δεν τους τρομοκρατείτε, κ. Τσίπρα». (πάλι Α. Σαμαράς 10-10-14). Εθνική ομοψυχία με τους «φίλους» των τρομοκρατών γίνεται κύριε Πρωθυπουργέ; Γίνεται από την μια να καλείται τον ΣΥΡΙΖΑ να συναινέσει στην εκλογή προέδρου της δημοκρατίας και από την άλλη να τον κατηγορείται: «Η λαχτάρα σας να αποτύχει ό,τι προσπάθησε μέχρι τώρα η χώρα, είναι πασιφανής! Η αντιπολίτευση αγωνιά μήπως… πετύχει η Ελλάδα»; Λυπάμαι κύριε Σαμαρά αλλά δεν γίνεται…

Όσο για τον κύριο Βενιζέλο (που η ελεύθερη, δημοσκοπική, πτώση του ΠαΣοΚ του προκαλεί πλέον φανερό πανικό…) δεν κράτησε ούτε τα προσχήματα: «…Ο κ. Τσίπρας προηγουμένως, από το Βήμα της Βουλής, ούτε λίγο ούτε πολύ, με τρόπο δημοκρατικά και θεσμικά προκλητικό, πρωτοφανή και αδιανόητο, υπονόμευσε ανοικτά και απροκάλυπτα το εθνικό συμφέρον, υπονόμευσε τη διαπραγματευτική θέση της χώρας, στην τελική φάση της πορείας εξόδου από το μνημόνιο, την τρόικα και την κρίση. Θέλησε να παρεμποδίσει την Κυβέρνηση να συνάψει την οριστική συμφωνία εξόδου, σε σχέση με το χρέος και με την επιστροφή της χώρας στην ομαλότητα, γιατί προφανώς ενοχλείται βαθιά από την ιδέα ότι χάνει το παιχνίδι του, το μνημόνιο και την τρόικα. Έβλαψε συνειδητά το εθνικό συμφέρον, ενώπιον και των θεσμικών πιστωτών και των αγορών. Έβλαψε τον Έλληνα, τις προοπτικές του, τον άνεργο και κάθε επιχείρηση. Έβλαψε τα πάντα. Την εθνική οικονομία και την εθνική υπόθεση» (10-10-14). Φυσικά ο πρόεδρος του ΠαΣοΚ δεν έχει κανένα πρόβλημα τη Παρασκευή να υποστηρίζει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι το «απόλυτο κακό» για τη χώρα (καθώς σύμφωνα με τον Β.Β. «Έβλαψε συνειδητά το εθνικό συμφέρον») και την… Δευτέρα (προκειμένου να μείνει στην κυβερνητική εξουσία…) να ψηφίσει μαζί του για να εκλεγεί πρόεδρος.

Κατά την άποψη μου Σαμαράς + Βενιζέλος δεν ενδιαφέρονται για εθνική συνεννόηση, είναι υποκριτικό το κάλεσμα τους, ενδιαφέρονται για την παραμονή στην κυβερνητική εξουσία. Όποιος θέλει να βρει κοινό τόπο με τους «αντιπάλους» προχωρά σε κινήσεις καλής θέλησης, δεν βάζει τον Μάκη Βορίδη να εκφωνήσει λόγο χωρίζοντας τους Έλληνες σε «καλούς» που ψηφίζουν ΝΔ-ΠαΣοΚ (θα τρίζουν τα κόκκαλα του Αβερωφ μεταξύ μας…) και σε «κακούς» που ψηφίζουν ΣΥΡΙΖΑ… Δεν επιτρέπει στον Βενιζέλο παραληρώντας να λέει: «Εκβιάζετε συνειδήσεις ταπεινώνετε θεσμούς, πλήττετε το συμφέρον της χώρας. Φοβάστε την έξοδο από την κρίση. Δεν έχετε στρατηγική, δεν έχετε συμμάχους, δεν έχετε προοπτική». Εδώ, βέβαια, ισχύει το «…κοίτα ποιος μιλάει…»!

Εν κατακλείδι
Δυστυχώς το κυβερνητικό δίδυμο ΝΔ-ΠαΣοΚ έχει επιλέξει την ακραία πόλωση, παρουσιάζοντας τον ΣΥΡΙΖΑ ως τον… Βελζεβούλ, με στόχο τα συντηρητικά στρώματα της ελληνικής κοινωνίας. Αν μάλιστα δεν είχαν ψηφίσει τον ΕΝΦΙΑ μπορεί και να χρησιμοποιούσαν το… επιχείρημα ότι οι κομμουνιστές (του ΣΥΡΙΖΑ….) θα μας πάρουν τα σπίτια. Αν τα κόμματα της κυβέρνησης έδειχναν με πράξεις ότι θέλουν την εθνική συνεννόηση θα δημιουργούσαν πραγματικό πρόβλημα στον ΣΥΡΙΖΑ και πιθανότατα θα έβαζαν το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης στη διαδικασία να συζητήσει το ενδεχόμενο ανεύρεσης προσώπου κοινής αποδοχής για τη θέση του προέδρου. Όμως η ακραία πολωτική στάση Σαμαρά-Βενιζέλου αποκαλύπτει ότι η εκλογή του ΠτΔ δεν γίνεται στο όνομα της «πολιτικής σταθερότητας», αλλά για να διασωθεί η κυβέρνηση τους και ουσιαστικά να δοθεί πολιτική άφεση αμαρτιών στη ΝΔ και στο ΠαΣοΚ, που είναι οι αποκλειστικοί υπεύθυνοι για την οικονομική, κοινωνική και πολιτισμική κρίση των τελευταίων χρόνων. Πιθανότατα αυτό «βολεύει» και τον ΣΥΡΙΖΑ στην αντιπολιτευτική του πρακτική, όμως η ακραία πόλωση κλείνει το δρόμο σε άλλες μετριοπαθείς πολιτικές απόψεις, πέρα από τον χώρο του ΣΥΡΙΖΑ, που ενδεχομένως θα εξέταζαν εντός συναινετικού πολιτικού πλαισίου με τη συμμετοχή όλων των κομμάτων του δημοκρατικού τόξου, την επεξεργασία ενός εθνικού σχεδίου διαχείρισης της μεταμνημονιακής εποχής. Αντί γι αυτό ΝΔ-ΠαΣοΚ υιοθετούν το (πολιτικό…) δόγμα Μπους (Τζούνιορ) «…. όποιος δεν είναι μαζί μου είναι εχθρός μου». Και γι αυτή την επιλογή τους θα κριθούν από τους πολίτες…

Townes Van Zandt: Ενας μυστικός μουσικός ήρωας

Του Γιάννη Πετρίδη

Είναι συνηθισμένο φαινόμενο να ανακαλύπτουν οι μουσικόφιλοι, με καθυστέρηση, καλλιτέχνες που έμειναν στο περιθώριο για χρόνια και πέρασαν απαρατήρητοι, για να δικαιωθούν όμως μετά τον θάνατό τους και να εκτιμηθεί το έργο τους στη σωστή του διάσταση.

Ενας από αυτούς είναι ο τραγουδιστής και ποιητής Townes Van Zandt, που πέθανε την Πρωτοχρονιά του 1997, σε ηλικία 52 ετών - πρωτοχρονιά είχε πεθάνει και ο Hank Williams, τραγουδιστής που ο Van Zandt τον είχε πρότυπο.

Συχνά έκανε αστεία σχόλια για τον θάνατο και αρκετά χρόνια πριν πεθάνει, το 1972, είχε κυκλοφορήσει το άλμπουμ The Late Great Townes Van Zandt, ενώ περισσότερα από τα τραγούδια του αναφέρονται στον θάνατο απ' ό,τι στη ζωή. Το πρώτο σοβαρό τραγούδι του, μάλιστα, είχε τον τίτλο Waiting Around Το Die (Περιμένοντας να πεθάνω).

Δύσκολος χαρακτήρας, όπως και τα τραγούδια του, ο Van Zandt όσο ζούσε ήταν περισσότερο γνωστός ως μεγάλος πότης και χρήστης ναρκωτικών, σε βαθμό που τις περισσότερες φορές που εμφανιζόταν κάπου, δεν θυμόταν τα λόγια των τραγουδιών του.

Ο Townes Van Zandt γεννήθηκε στο Τέξας στις 7 Μαρτίου του 1944 (θα γινόταν φέτος 70 ετών) και από μικρός θαύμαζε τον Hank Williams και άρχισε να γράφει τραγούδια ακριβώς επειδή έγραφε και ο Hank.

Τα τραγούδια αυτά τα παρουσίαζε σε στενό κύκλο φίλων της μουσικής φολκ σε όλη την Αμερική και με τη βοήθεια του θαυμαστή του Kevin Eggers κυκλοφόρησε το πρώτο του άλμπουμ σε μικρή ανεξάρτητη εταιρεία που δημιούργησε ο Eggers ειδικά γι' αυτόν.

Οσο ζούσε, ο Townes Van Zandt είχε χαρακτηριστεί ποιοτικός καλλιτέχνης, που ποτέ όμως δεν γνώρισε την επιτυχία με ένα τραγούδι του ή κάποιο από τα πολλά άλμπουμ που κυκλοφόρησε, σπάνια μάλιστα τα περισσότερα από αυτά έμεναν σε κυκλοφορία για μεγάλο χρονικό διάστημα. Το 1983 ο Willie Nelson και ο Merle Haggard, που είναι δύο από τα μεγαλύτερα ονόματα της μουσικής κάντρι, ηχογράφησαν το τραγούδι του Pancho and Lefty, που έγινε μεγάλη επιτυχία, αλλά αυτό δεν άλλαξε καθόλου τις συνήθειες και τη συμπεριφορά του, η οποία παρέμεινε χαμηλών τόνων.

Η παρακολούθηση του σόου τού Ed Sullivan με τον Elvis Presley, τον Οκτώβριο του 1956, ήταν η αιτία που έκανε τον Van Zandt, όπως άλλωστε και πολλούς άλλους νεαρούς της εποχής, να ασχοληθούν με τη μουσική. Το σόου το παρακολούθησε με την αδελφή του και δύο φίλες της, που έκαναν σαν τρελές για τον Elvis και έβαλαν τον 12χρονο μετέπειτα τραγουδιστή να σκεφθεί πώς θα μπορούσαν να είναι οι σχέσεις του με τα κορίτσια αν γινόταν τραγουδιστής.

Το ενδιαφέρον του για τη μουσική οδήγησε τον πατέρα του να του κάνει τα Χριστούγεννα της ίδιας χρονιάς δώρο την πρώτη του κιθάρα, με την υπόσχεση ότι το πρώτο τραγούδι που θα μάθαινε θα ήταν η επιτυχία της εποχής από τον Bobby Helms, Fraulein.

Μεγαλώνοντας, παράλληλα με τις σπουδές του, ασχολούνταν με τη μουσική παίζοντας σε μικρά κλαμπ από το 1965, μαζί με ονόματα όπως οι Lightning Hopkins, Doc Watson και Jerry Jeff Walker και το 1967 ακολούθησε το κύμα των συνθέτων τραγουδιστών που άρχισε να κυριαρχεί και έγινε επαγγελματίας μουσικός.

Εκτός από τραγουδιστές, όπως οι Bob Dylan, Phil Ochs και Lightning Hopkins, σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της καριέρας του έπαιξαν ποιητές, όπως ο Shakespeare και ο Αμερικανός Robert Frost, τον οποίο ανέφερε ως τη βασικότερη επιρροή του. Από την άλλη πλευρά, αναγνώριζε βέβαια ότι καλλιτέχνες, όπως οι μεγάλοι του μπλουζ ή το ίνδαλμά του Hank Williams, ποτέ δεν θα είχαν επαφή με την ποίηση.

Στην περίοδο 1968-1973 κατάφερε να κυκλοφορήσει πέντε άλμπουμ, στα οποία υπάρχουν τραγούδια, όπως τα Το Live Is Το Fly, Pancho and Lefty, For The Sake Of The Song και Tecumseh Valley, που τον βοήθησαν να αποκτήσει αρκετούς φίλους, κυρίως όμως στους μουσικούς κύκλους.

Τα άλμπουμ του έπαιρναν πολύ καλές κριτικές, αλλά σπάνια το κοινό, που παρακολουθούσε τις λιγοστές σχετικά εμφανίσεις του, όταν αποφάσισε να αφήσει την απομόνωσή του στην εξοχή του Νάσβιλ, όπου ζούσε, ξεπερνούσε τα 50 άτομα στους χώρους όπου εμφανιζόταν.

Ο Van Zandt, που σε νεαρή ηλικία είχε διαγνωστεί με κατάθλιψη, σπάνια μιλούσε και περνούσε τον περισσότερο χρόνο του παρέα μόνο με την κιθάρα του, παραμένοντας ένας αινιγματικός χαρακτήρας για τους φίλους του.

Ομως, χάρη στα τραγούδια του ήταν ιδιαίτερα αγαπητός σε άλλους καλλιτέχνες, όπως ο Bob Dylan, που είχε εκφράσει την επιθυμία να συνεργαστεί μαζί του στη δεκαετία του '80, για να του δείξει την εκτίμησή του, αλλά τελικά ο δύσκολος ως χαρακτήρας Van Zandt δεν δέχτηκε, γιατί δεν ήθελε να συνεργαστεί με κάποιον τόσο διάσημο όπως ήταν ο Dylan. Αντιθέτως, συνεργάστηκε με το συγκρότημα των Cowboy Junkies, με τους οποίους έκανε περιοδεία σε ΗΠΑ και Καναδά στις αρχές του 1990 και στη συνέχεια έγραψε γι' αυτή την εμπειρία του το Cowboy Junkies Lament, στο οποίο αναφέρεται σε όλα τα τότε μέλη του συγκροτήματος.

Ο γνωστός τραγουδιστής της κάντρι Steve Earle συχνά έλεγε ότι ο Van Zandt ήταν ανώτερος του Dylan και ονόμασε προς τιμήν του μάλιστα τον μεγαλύτερο γιο του Justin Townes Earl. Αλλοι καλλιτέχνες που ανέφεραν ότι η μουσική του τους επηρέασε, είναι οι Neil Young, Emmylou Harris, John Prine, Lyle Lovett, Scott Avert, από τους Avert Brothers, Devendra Banhart, Norah Jones, Garth Brooks κ.ά.

Ο Steve Shelley των Sonic Youth το 1996 τον προσέγγισε και του ζήτησε να ηχογραφήσει ένα άλμπουμ σε μια εταιρεία που είχε δημιουργήσει με φίλους του, αλλά το άλμπουμ δεν ολοκληρώθηκε. Τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς ο Van Zandt σκόνταψε και έπεσε σε σκάλες κοντά στο σπίτι του, με επακόλουθο τον σοβαρό τραυματισμό του σε διάφορα σημεία του σώματός του.

Η λανθασμένη θεραπευτική φαρμακευτική αγωγή σε συνδυασμό με τη χρήση ναρκωτικών του δημιούργησαν μάλλον την καρδιακή αρρυθμία που τον οδήγησε τελικά στον θάνατο.

Ενας μυστικός ήρωας για πολλούς φίλους της μουσικής εδώ και πολλά χρόνια, ο Townes Van Zandt έγραφε τραγούδια που ίσως παραήταν καλά για να προκαλέσουν το ενδιαφέρον των ραδιοφωνικών σταθμών και να του χαρίσουν τη φήμη όσο ήταν ζωντανός.

Ο ίδιος δεν απέρριπτε την επιτυχία, έλεγε μάλιστα ότι για να πάει ένα τραγούδι μέσα στα 10 πρώτα είναι σχεδόν σίγουρο ότι είναι αξιόλογο, απλώς δεν ένιωθε την ανάγκη να προσπαθήσει να πετύχει κάτι ανάλογο και θα επιθυμούσε, αν αυτό κάποτε συνέβαινε, να γινόταν με τους δικούς του όρους, δηλαδή να αποδεχόταν το κοινό τα τραγούδια του στη μορφή που τους είχε δώσει όταν τα έγραφε.

Τραγούδια όπως τα Snow Don't Fall, For The Shake Of The Song, Lungs, Το Live Is Το Fly, που και ο ίδιος ξεχώριζε από τις συνθέσεις του, σίγουρα κερδίζουν περισσότερους φίλους στο πέρασμα του χρόνου κάνοντας πιο γνωστό το ταλέντο του.

Μετά τον θάνατό του, οι αδελφοί Coen χρησιμοποίησαν τη διασκευή του στο Dead Flowers των Rolling Stones στην ταινία τους The Big Lebowski (1998), την ίδια χρονιά η Julie Rodgers τραγούδησε το If Ι Need You στην ταινία Stepmom, το ίδιο τραγούδι ακούστηκε με τον ίδιο στο Crazy Heart (2009). Ενώ συχνά χρησιμοποιήθηκαν τραγούδια του σε τηλεοπτικές σειρές, όπως Six Feet Under, Lost.

Το 2006 προβλήθηκε το ντοκιμαντέρ Be Here Το Love Me, που αναφέρεται στη ζωή του, και αργότερα κυκλοφόρησαν και δύο βιογραφίες του.

Πηγή: Από τις 4 στις 5