μεταναστες

μεταναστες

Thursday, April 28, 2016

Επιτάφιος χωρίς Ανάσταση

«Έχει αποτύχει σύμπασα η αριστερά»
Διονύσης Σαββόπουλος

Του Γιώργου Καραμπελιά

Μετά τη μεγάλη «προδοσία» της κυβέρνησης Τσίπρα, τα κάθε είδους αριστερά γκρουπούσκουλα, από το ΚΚΕ μέχρι τη Ζωή Κωνσταντοπούλου και την Ανταρσύα, υπόσχονται απλώς πως αυτοί θα τα κάνουν καλύτερα από τον ΣΥΡΙΖΑ και θα πραγματοποιήσουν επιτέλους τα «οράματα» της Αριστεράς. Δυστυχώς, δε, ακόμη και η λεγόμενη πατριωτική Αριστερά συμμετέχει εν πολλοίς στο ίδιο φαντασιακό, χωρίς να μπορεί να διακρίνει τις βαθύτατες αντιφάσεις ανάμεσα στην ελληνική αριστερή ιδεολογία και τον πατριωτισμό, ως πρόταγμα, με αποτέλεσμα να τσουβαλιάζεται εύκολα από την κυρίαρχη εθνομηδενιστική Αριστερά. Χαρακτηριστικές υπήρξαν οι περιπτώσεις του δημοψηφίσματος και προσφάτως του προσφυγικού. Και στην πρώτη περίπτωση τσουβαλιάστηκαν από τον Τσίπρα, και στη δεύτερη από τη Μέρκελ.

Έτσι, σύσσωμη η Αριστερά συνεχίζει, ακόμη και σήμερα, να διεκδικεί το ψευδεπίγραφο ΟΧΙ του δημοψηφίσματος ως «έκφραση του αντιστασιακού ήθους των Ελλήνων», αρνούμενη να κατανοήσει πως σε αυτό συμπυκνωνόταν όλο το σύστημα της μεταπολιτευτικής εξαπάτησης. Μια ευημερία και ένα κοινωνικό κράτος οικοδομημένα πάνω στον παρασιτισμό και ένας λαός που είχε ξεμάθει να παράγει –ακόμα και οι λίγοι εργάτες στα εργοστάσια έχουν αντικατασταθεί σε μεγάλη κλίμακα από Αλβανούς και Πακιστανούς– δεν ήταν και δεν είναι ικανός για μια πραγματική ανατροπή. Διότι αν το ΟΧΙ δεν ήταν ψευδεπίγραφο και ψευδοαγωνιστικό, αυτό θα σήμαινε πως η ελληνική Αριστερά και ο ελληνικός λαός θα ήταν έτοιμοι για μια επαναστατική ανατροπή, όπου κι αν έβγαζε αυτή. Όμως, οι Έλληνες και η ύστερη μεταπολιτευτική Αριστερά δεν εκφράζονται από τον Κουτσούμπα ή από τον Λαφαζάνη, φιγούρες που έρχονται από το ιστορικό παρελθόν της, αλλά από τον Αλέξη Τσίπρα. Πρόκειται για μια Αριστερά των ψευδο-αγώνων, τύπου καταλήψεων στα πανεπιστήμια και τα σχολειά, που στην πραγματικότητα γίνονταν χωρίς αντιπάλους και χωρίς κόστος, μια αριστερά των μπαρ και των ουζάδικων, της οποίας το φαντασιακό είναι βαθύτατα διαποτισμένο από τις αξίες της Δύσης και της κατανάλωσης. Η ελληνική Αριστερά, αλλά και ο ελληνικός λαός, σαράντα χρόνια μετά τη μεταπολίτευση, έχουν εμποτιστεί βαθύτατα από τις αξίες της Δύσης, και μάλιστα με παρασιτικό τρόπο και σε καμία περίπτωση δεν επρόκειτο να τις εγκαταλείψουν. Από το ευρώ και την ευρωζώνη θα φύγουν μόνο αν τους διώξει ο Σόιμπλε! Έστω κι αν αρέσκονται στις ιερεμιάδες του Καζάκη.

Αν οι Έλληνες και η Αριστερά, στην πλειοψηφία τους, διαπνέονταν από αντιστασιακό ήθος, αυτό δεν θα το εξέφραζαν ψευδεπίγραφα σε ένα χωρίς νόημα δημοψήφισμα, αλλά θα είχαν αντιμετωπίσει στοιχειωδώς την κατοχή της Κύπρου και τις τουρκικές προκλήσεις επί σαράντα χρόνια. Το αντιστασιακό ΟΧΙ του δημοψηφίσματος ήταν «γιαλαντζί» αντίσταση και αυτό φάνηκε περίτρανα στη συνέχεια. Η «κωλοτούμπα» που ακολούθησε ήταν οργανικό κομμάτι αυτού του «υπερήφανου» ΟΧΙ και όχι αντιστροφή του και την έκαναν και οι ίδιοι οι Έλληνες ψηφοφόροι μαζί με τον Τσίπρα. Γι’ αυτό εξάλλου και στις εκλογές που ακολούθησαν τον ξαναψήφισαν. Όχι παρά τη μεταστροφή του αλλά ακριβώς γιατί την πραγματοποίησε. Γι’ αυτό και όσοι δεν τον ακολούθησαν, ο Λαφαζάνης και η Κωνσταντοπούλου, έμειναν εκτός Βουλής. Διότι αυτή η μεταστροφή εξέφραζε τη βαθύτερη ουσία αυτής της ελληνικής Αριστεράς στις συνθήκες της μεταπολίτευσης.

Σήμερα, πάλι, διαβάζω και ακούω από αυτή την Αριστερά –και όχι μόνο– πως «η στάση των Ελλήνων στο προσφυγικό αποτελεί απόδειξη των αντιστασιακών ανακλαστικών των Ελλήνων», άποψη που εκφέρεται από το ΚΚΕ, την ΛΑΕ, την Ανταρσύα, τον «Δρόμο της Αριστεράς» κ.ο.κ., και διαπιστώνω για μια ακόμα φορά πόσο βαθιές είναι οι ρίζες αυτής της «αριστερής» διεθνιστικής φενάκης.

Διότι, στην πραγματικότητα, η σύμπτωση της Μέρκελ και των… Antifa/ «αλληλέγγυων», πάνω στο θέμα του μεταναστευτικού/προσφυγικού, αποτελεί απόδειξη ακριβώς της ταυτότητας Αριστεράς και Δεξιάς – ο καθένας από τη σκοπιά του! Η Μέρκελ ξεκίνησε τη διαδικασία διότι οι Γερμανοί βιομήχανοι, όπως δήλωσε η Ένωσή τους, χρειάζονται πέντε εκατομμύρια εργατικά χέρια και χρησιμοποίησε την ελληνική Αριστερά και την Τασία για να υλοποιήσει τη «no borders» ιδεολογία της. Ωστόσο, επειδή είναι υποχρεωμένη να παίρνει υπόψη της και τις αντιδράσεις των ψηφοφόρων της, αφού είχε ήδη αποσπάσει 1.200.000 πρόσφυγες ως φθηνό εργατικό δυναμικό, έκλεισε εν συνεχεία τα σύνορα. Και έτσι έμεινε ο ΣΥΡΙΖΑ, οι «αλληλέγγυοι», το ΚΚΕ, και η Ανταρσύα να συνεχίζουν τον αγώνα εναντίον κάθε… μορφής συνόρων! Ο Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ, όπως είχαν κάνει και με το δημοψήφισμα, τσουβάλιασαν και πάλι όλη τη «διαφωνούσα» Αριστερά με την ευκαιρία του μεταναστευτικού. Μια και δεν μπορούσαν να το κάνουν πλέον στο πεδίο των μνημονίων, όπως το είχαν κάνει το καλοκαίρι του 2015, το έκαναν εκεί που έχουν μάθει και «ξέρουν» τη δουλειά. Στο πεδίο του πολιτισμικού φιλελευθερισμού και των ανοικτών συνόρων της Χριστοδουλοπούλου. Έτσι μπορεί να έχασαν την κοινωνία, ξανακέρδισαν όμως… τα Εξάρχεια.

Αντί λοιπόν οι «διαφωνούντες» Αριστεροί να κατανοήσουν πως το προσφυγικό αποτέλεσε ένα εγχείρημα γερμανικής έμπνευσης και ένα ακόμα βήμα για τη μεταβολή της χώρας μας σε έναν πολυπολιτισμικό χυλό χωρίς ταυτότητα, έναν απλό συνοριακό χώρο, επιμένουν και προτάσσουν τα αυτονόητα ανθρωπιστικά ανακλαστικά των Ελλήνων. Όμως, άλλο ζήτημα ο αυτονόητος ανθρωπισμός σε ατομικό επίπεδο και άλλο το σοβαρότατο πλήγμα που υπέστη η χώρα στο συλλογικό εθνικό επίπεδο. Δυστυχώς, λοιπόν, και αυτή η πατριωτική Αριστερά δοκιμάστηκε τρεις φορές μέσα σε ενάμιση χρόνο: τόσο απέναντι στην προοπτική ανόδου στην εξουσία ενός τυχοδιωκτικού και εθνομηδενιστικού σχήματος όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, το οποίο και στήριξε μετά μανίας, όσο και στο ψευδεπίγραφο δημοψήφισμα και, τέλος, στο προσφυγικό. Όλα αυτά καταδεικνύουν πως ο ομφάλιος λώρος που τους συνδέει με αυτή την Αριστερά είναι πολύ ισχυρότερος από εκείνον που τους συνδέει με την πατρίδα τους, γιατί διαφορετικά θα είχαν φροντίσει να κόψουν τελεσίδικα τον πρώτο και να παύσουν να ορίζονται ως «αριστεροί πατριώτες», έκφραση που αποτελεί, για τη σημερινή Ελλάδα, μια πραγματική contradictio in terminis.

Αν, όμως, είναι αλήθεια πως η διαδρομή μέσα από την Αριστερά ήταν ίσως απαραίτητη για να μπολιαστεί ο ελληνικός πατριωτισμός με ένα εναλλακτικό όραμα μιας κοινωνίας περισσότερο ελεύθερης και εξισωτικής, είναι εξίσου αλήθεια ότι και η ρήξη με αυτήν αποτελεί μια αποφασιστική προϋπόθεση για την επαφή με το λαϊκό σώμα και τον αυθόρμητο πατριωτισμό του.

Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να υπάρχει οποιαδήποτε πολιτική προοπτική για μια εναλλακτική πρόταση απέναντι στον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό, που έχει μεταβάλει τη χώρα μας σε αποικία χρέους, εάν αυτή δεν βυθίσει τις ρίζες της στην παράδοση και το παρελθόν της κοινωνίας μας, τις κοινότητές της, τη γλώσσα της, τη θρησκεία της – ακόμα και για εκείνους που δεν πιστεύουν σε θρησκεία. Γι’ αυτό πρέπει να υπάρξει μια οριστική και τελεσίδικη ρήξη με την Αριστερά και ό,τι αυτή εκπροσωπεί.

Καθόλου τυχαία, άλλωστε, στην Ελλάδα, ακριβώς γιατί η κοινωνία μας δεν ανήκει στην αποικιοκρατική Δύση αλλά υπήρξε αποικιοκρατούμενη με παρασιτικό χαρακτήρα, αυτά τα φαινόμενα έπαιρναν πάντα παροξυστικόχαρακτήρα. Διότι, στη Δύση, ο ριζοσπαστισμός της Αριστεράς πατούσε στην πραγματικότητα της αντίθεσης με έθνη ιμπεριαλιστικά και θρησκείες επεκτατικές (καθολικισμό ή προτεσταντισμό), που ήθελαν να επιβληθούν στο σύνολο του πλανήτη. Στον Τρίτο Κόσμο, η Αριστερά, όπου επιβίωσε και κυριάρχησε, όπως στην Κίνα ή το Βιετνάμ, «εθνικοποίησε» τον μαρξισμό και ηγεμόνευσε στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα. Στην Ελλάδα, μια Αριστερά παρασιτικά εξαρτημένη από τη Σοβιετία, αρχικώς, και από τη Δύση μετέπειτα –γενικότερα από τον δυτικό διαφωτισμό και «προοδευτισμό»– παρήγαγε τα εκτρώματα του 1922, όταν στράφηκε ενάντια στον ίδιο της τον λαό, στη Μ. Ασία και την Α. Θράκη, συμμαχώντας με τους γερμανόφιλους βασιλικούς· της συνηγορίας υπέρ του βουλγαρικού επεκτατισμού στο Μακεδονικό· της υποστήριξης του σχεδίου Ανάν, εσχάτως, και του ιστορικού εθνομηδενισμού. Και εάν, στη διάρκεια της Κατοχής, ηγήθηκε του εθνικο-απελευθερωτικού αγώνα, αυτό έγινε στην πραγματικότητα παρά την κυρίαρχη ιδεολογία της και διότι οι λεγόμενες «αστικές δυνάμεις» ήταν ακόμα πιο ξενόδουλες. Εξ ου και η σύγκρουση με τον Βελουχιώτη και η οικτρή συνέχεια του Εμφυλίου. Το ίδιο έγινε και όταν στην Ελλάδα υποστήριζε τον αντιαποικιακό αγώνα της Κύπρου, από τον οποίο απείχε η κυπριακή αριστερά! Γι’ αυτό και, σχεδόν φυσιολογικά, σήμερα, έχει επιστρέψει, στη συντριπτική της πλειοψηφία, στον εθνομηδενισμό ή στον ιδιότυπο «τροτσκισμό» του ΚΚΕ.

Ξεπερασμένη πλέον στον καπιταλιστικό κόσμο και ιδιαίτερα παρασιτική στον ελληνικό κόσμο. Τί χρεία έχομε λοιπόν αυτής;

Αυτή τη Μεγάλη Παρασκευή η ελληνική Αριστερά κατεβαίνει στον τάφο χωρίς καμία προοπτική Ανάστασης. Ο ελληνικός λαός θα αναστηθεί, όπως πιστεύουμε και ελπίζουμε, χωρίς αυτή την Αριστερά – απορρίπτοντας τον πολιτισμικό υπερκαπιταλισμό της δυτικής Αριστεράς και τον εθνομηδενισμό της ελληνικής· για να το πράξει, θα πρέπει επίπονα, βασανιστικά, να την κερδίσει αυτή την Ανάσταση μέσα από ένα νέο όραμα εκσυγχρονισμού της παράδοσής του.

Σε μια στιγμή που κόμματα και κομματίδια φυτρώνουν σαν μανιτάρια, από τη Ζωή έως τον Μπαλτάκο –και στην αμέσως επόμενη περίοδο, μετά την αποσύνθεση του ΣΥΡΙΖΑ, θα πολλαπλασιαστούν στο άπειρο–, έχει ανοίξει η ιστορική περίοδος για ένα πατριωτικό δημοκρατικό κίνημα. Μόνο που, για να συγκροτηθεί αυτό, απαιτείται μία μεγάλη σύνθεση: η σύνθεση ανάμεσα στον πατριωτισμό και την ιστορικότητα του ελληνισμού με τις κοινωνικές αξίες που κάποτε εκπροσώπησε, έστω και στρεβλά, η Αριστερά.

Για να πάρει, όμως, σάρκα και οστά ένα τέτοιο εγχείρημα, πέρα από τη συνειδητοποίηση των ανθρώπων –και εκείνη των πολιτικών στελεχών των προερχόμενων από την Αριστερά φαίνεται να καθυστερεί τραγικά–, απαιτείται η ανάδειξη και ενός νέου πολιτικοκοινωνικού υποκειμένου που θα εκφράζει και θα εκπροσωπεί μια τέτοια σύνθεση: Όταν οι τριάντα χιλιάδες νέοι που μαθαίνουν παραδοσιακό χορό και μουσική στην Κρήτη θα αποφασίσουν, –τουλάχιστον ένα κομμάτι ανάμεσά τους– πως είναι καιρός να διαμορφώσουν και ένα αντίστοιχο πολιτικό πρόταγμα. Όταν οι δεκάδες χιλιάδες των νέων που έλκονται από τον αντιεξουσιαστικό λόγο και πιθηκίζουν τα αμερικάνικα πολιτισμικά πρότυπα αποφασίσουν –έστω ένα μέρος τους– πως είναι ανάγκη να δουν με υπερηφάνεια τη δική τους παράδοση ως υπέρτερη εκείνης του… Prince. Όταν οι δεκάδες χιλιάδες νέοι, συχνά πληβειακής καταγωγής, που παραμυθιάζονται από την ψευδοπατριωτική φρασεολογία της Χ.Α., κατανοήσουν πως, σε αυτόν εδώ τον τόπο, ο αληθινός πατριωτισμός συμβαδίζει πάντα με τη δημοκρατική παράδοση. Όταν οι εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι που πασχίζουν να είναι τίμιοι και συνεπείς στη δουλειά τους και αγαπάνε την πατρίδα τους, χωρίς να είναι κολλημένοι σε ιδεολογίες και κόμματα, αποφασίσουν να μεταφέρουν και σε πολιτικό επίπεδο αυτό που κάνουν στη ζωή τους…

Όταν όλοι αυτοί αρχίσουν να κινούνται, τότε θα αναδειχθεί και το κοινωνικοπολιτικό υποκείμενο αυτού του μεγάλου μετασχηματισμού που δεν θα κουβαλάει μαζί του τις αμαρτίες και τις αγκυλώσεις του παρελθόντος, και θα μπορεί να ενστερνιστεί ένα όραμα πατριωτισμού, κοινωνικής δικαιοσύνης, οικολογίας, άμεσης δημοκρατίας, παραγωγικής ανασυγκρότησης και πολιτισμικής αναγέννησης. Όλα αυτά μαζί. Και όσο εάν, στο άμεσο μέλλον, φαίνεται πως, μετά την κατάρρευση της Αριστεράς, έχει έλθει η ώρα της Δεξιάς σε όλες της τις εκδοχές, εν τούτοις είμαστε βέβαιοι πως, στην Ελλάδα, η παράδοση αυτού του τόπου εναγώνια θα σπρώχνει και στην αναζήτηση αυτού του νέου οράματος. Γιατί η ψυχή του ανθρώπου έχει ανάγκη να μπορεί να πετάξει στο όραμα και τον μετασχηματισμό. Τι σπουδαιότερο μήνυμα εξάλλου, αυτές τις μέρες, από εκείνο του μετασχηματισμού της Ανάστασης. Ας αφήσουμε λοιπόν πίσω μας τελεσίδικα τα παρωχημένα σχήματα και ιδεολογίες και ας δούμε την Ανάσταση συνυφασμένη με μια νέα οραματική σύνθεση στον κόσμο, αλλά προπαντός στη χώρα μας.

Διαβάστε ακόμα: Η Αριστερά ως στυλοβάτης της παγκοσμιοποίησης (Α΄Μέρος)

Wednesday, April 6, 2016

Ο Παναγιώτης Νέλλας γιὰ τὴν ἀναρχία

Συμπλήρωθηκαν 30 χρόνια από το θάνατο του Παναγιώτη Νέλλα. Το δημιουργημά του το περιοδικό Σύναξη συνεχίζει τη προσφορά της στην ελληνική κοινωνία. Η Κόκκινη Πιπεριά αναδημοσιεύει το κείμενο του αείμνηστου Παναγιώτη Νέλλα για την αναρχία.  

Του Παναγιώτη Νέλλα

[…] στὸ μικρὸ μέτρο ποὺ διαθέτω «ὦτα ἀκούειν», ἀκούω τὴν κραυγὴ ποὺ βγάζουν τόσοι νέοι στὶς μέρες μας, ἀλλὰ καὶ τὴν κραυγὴ ποὺ βγαίνει μέσα ἀπὸ τὸν ὀνομαζόμενο «χῶρο τοῦ ἀναρχισμοῦ». Βέβαια, πρέπει νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἐλάχιστα γνωρίζω γιὰ τὸ χῶρο αὐτὸ καὶ ὄχι συχνά, ὅπως στὸ μεγάλο κοινό, ἡ φωνή του φθάνει καὶ σὲ μένα μέσα ἀπὸ ἐνέργειες βίαιες, πρᾶγμα ποὺ δημιουργεῖ τὴν αἴσθηση μιᾶς θεμελιακῆς ἀντίφασης: πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ ἐλευθερία (ὄχι ἁπλῶς ἡ ἐθνικὴ ἢ κοινωνικὴ ἀλλὰ ἡ ριζική, ἡ ἐλευθερία ἐκείνη ποὺ συνιστᾶ τὸν ἄνθρωπο) νὰ ἐνεργεῖ μὲ βία; Ἡ ἐλευθερία δὲν πραγματώνεται παρὰ μέσα στὴν ἀγάπη,εἶναι ἡ ἀγάπη.
Σκεφτεῖτε: ὅταν ἀγαπήσω κάτι, αὐτό, ὁτιδήποτε καὶ νά ’ναι, γίνεται δικό μου, δηλαδὴ χῶρος στὸν ὁποῖο μ’ ἀρέσει, θέλω, ἐπιθυμῶ νὰ εἶμαι, χῶρος ἐλεύθερος, ἐλευθερία.
Οἱ μαθητὲς τοῦ Σωκράτη τὸν ἔβλεπαν στὸ κελλὶ καὶ ἤθελαν νὰ τὸν ἀπελευθερώσουν. Αὐτὸς ὅμως ἦταν ἐλεύθερος. Τὸ ἴδιο καὶ ὁ Παῦλος.

Δὲν κερδίζεται ἡ ἐλευθερία μὲ τὴν ἀπελευθέρωση. Εἶναι διαφορετικῆς τάξεως πρᾶγμα ἀπο τὴν ἀπελευθέρωση, ὅπως καὶ ἀπὸ τὴν ἀνεξαρτησία. Οἱ τελευταῖες αὐτὲς πραγματικότητες ἀνήκουν στὸ ἐπίπεδο τοῦ κράτους, τῆς ἐξουσίας, τῶν δομῶν ὀργάνωσης τῆς κοινωνίας.Ἀλλὰ ἡ ἐλευθερία δεν ἀνήκει σ’ αὐτὸ τὸ ἐπίπεδο. Ἡ ἀφετηριακὴ θέση σας νομίζω ὅτι εἶναι πολὺ ὀρθή. Ἔχετε καταφέρει νὰ διατυπώσετε μιὰ πολὺ μεγάλη ἀλήθεια: στὸ ἐπίπεδο τοῦ Κράτους, τῆς ἐξουσίας, τῶν ὁποιωνδήποτε δομῶν ὀργάνωσης τῆς κοινωνίας ὄντως καὶ πολὺ ἁπλὰ δὲν ὑπάρχει ἐλευθερία. Καμμιὰ δόμηση τῆς κοινωνίας δὲν μπορεῖ νὰ παρέξει ἐλευθερία. Κι ἂν καταλυθεῖ τὸ κράτος καὶ ὑπάρξει ὁποιαδήποτε ἄλλη δόμηση τῆς κοινωνίας, καὶ αὐτὴ ἀπὸ τὴν ἴδια της τὴ φύση θὰ στερεῖ τὴν ἐλευθερία. Κι ἐσεῖς οἱ ἴδιοι ἂν πετύχετε αὐτὸ ποὺ θέλετε, μόλις τὸ πετύχετε μὲ τὸ ποὺ θὰ τὸ πετύχετε φανερά, κοινωνικά, θὰ τὸ καταστρέψετε. Γιατὶ ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἐπιχειρήσει κάποιος νὰ κάνει τὴν ἐλευθερία κατάσταση, ἡ ἐλευθερία αἴρεται. Ἡ μόνη διάρκεια τῆς ἐλευθερίας εἶναι ἡ ἀγάπη. […]

[…] Στὸν κόσμο στὸν ὁποῖο ζοῦμε δὲν ὑπάρχει ἐλευθερία, ἐπειδὴ ὁ κόσμος ἔχει ἀρχή. Καὶ κάθε τὶ ποὺ ἔχει ἀρχὴ φέρνει ἐξ ὁρισμοῦ μέσα στὴν ὕπαρξή του δεσμεύσεις. Ἡ ἐλευθερία πράγματι δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει παρὰ στὴν ἀναρχία, εἶναι ἄναρχη. Καὶ πῶς εἶναι ποτὲ δυνατὸ ὁ κόσμος ἢ ὁ ἄνθρωπος νὰ ξεπεράσει τὸ γεγονὸς ὅτι ἔχει ἀρχή;
Ὅμως αὐτὸ τὸ κατὰ φύση ἀδύνατο γίνεται δυνατὸ ἐπειδὴ μέσα στὸν κόσμο μας ἦρθε ὁ μοναδικὸς Ἄναρχος. Καὶ ἦρθε πραγματικά, ἔκανε τὸν κόσμο, τὴν ὑποκείμενη ὀντολογικὰ σὲ δεσμεύσεις φύση μας σάρκα του, χωρὶς νὰ λάβει ἀπὸ τὴ φύση μας σάρκα του, χωρὶς νὰ λάβει ἀπὸ τὴ φύση μας τὴν ἀρχή του.
Κι ἔτσι ἔδωσε τὴ δυνατότητα στὸν ἄνθρωπο νὰ ζήσει, ἀκόμη περισσότερο νὰ γίνει ἄναρχος. Ἂν δὲν μᾶς ἔδινε τέτοιας φύσεως πράγματα ὁ Χριστὸς δὲν θὰ τὸν χρειαζόμασταν. Θὰ ἦταν ἕνας ἁπλὸς κοινωνικὸς ἀναμορφωτής. Ἀλλὰ ὁ Χριστὸς δυναμιτίζει ριζικὰ τὴν καλοστεκούμενη κοινωνία μας. Καλεῖ καὶ ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο νὰ γίνει ἀληθινὰ καὶ πραγματικὰ ἄναρχος, πρᾶγμα πού, ἀπ’ ὅ,τι διαισθάνομαι, πρέπει μᾶλλον νὰ ἀποτελεῖ καὶ τὴν πιὸ μύχια ἀναζήτηση κάθε γνήσιου ἀναρχικοῦ.
Θὰ σταματήσω ἐδῶ ἀγαπητοὶ φίλοι. Σᾶς στέλνω αὐτὸ τὸ γρᾶμμα σὰν ἕνα πραγματικό, γνήσιο, εἰλικρινὰ ἐγκάρδιο χαιρετισμό.
Ἂν ἔχετε διαθέσιμο χρόνο, θὰ χαρῶ νὰ βρεθοῦμε νὰ κουβεντιάσουμε. Δὲν ξέρω ἐσεῖς, ἀλλὰ ἐγὼ σίγουρα ἔχω νὰ κερδίσω ἀπὸ μιὰ τέτοια συνάντηση. Ἡ ρωμαλαία ριζικὴ ἀναζήτηση ποὺ σᾶς χαρακτηρίζει μοῦ χρειάζεται και μένα. Γιατὶ χωρὶς αὐτὴ δὲν μποροῦν νὰ πραγματοποιηθοῦν αὐτὰ γιὰ τὰ ὁποῖα τόλμησα νὰ μιλήσω πιὸ πάνω.

Παναγιώτης Νέλλας*, Ἐλευθερία καὶ ἀρχή, περ. Ὁράματα Κοινοτισμοῦ, τ. 2, Φθινόπωρο 1990

* Δρ. Θεολογίας-ἱδρυτὴς τοῦ περιοδικοῦ Σύναξη †1986

Tuesday, April 5, 2016

Αντίο Σάββα Παύλου...

Ο Σάββας Παύλου, δάσκαλος, συγγραφέας, μη μέλος του Πανεπιστημίου Κύπρου, πριν απ’ όλα αγωνιστής για τα δίκαια του Κυπριακού ελληνισμού, για την Αυτοδιάθεση-Ένωση, φίλος και σύντροφος για πολλές δεκαετίες δεν είναι πια μαζί μας. Όπως ο ίδιος επιθυμούσε, θα ταφεί στην αγαπημένη του Κοκκινοτριμιθιά της Κύπρου και της Ελλάδας, στις 6η Απριλίου. Σεβόμενοι τη μνήμη του δεν θα πούμε περισσότερα σήμερα. Θα δημοσιεύσουμε μόνο ένα δικό του κείμενο, γραμμένο σε ανύποπτο χρόνο. Ας είναι ελαφρύ το χώμα που σε σκεπάζει αδελφέ!

Η κηδεία μου

Του Σάββα Παύλου, Λευκωσία 2010

Όντως φοβερώτατον το του θανάτου μυστήριον
εις το καθ’ ομείωσιν επανάγαγε, το αρχαίο κάλλος αναμορφώσασθαι
και την ποθεινήν πατρίδα παράσχου μοι, παραδείσου πάλιν ποιών πολίτην με

Όπως παρατήρησε, παλαιότερα, ευαίσθητος διανοούμενος, στους γάμους οι φωτογράφοι και οι χειριστές των βίντεο έχουν μετατρέψει την τελετή και την εκκλησία σε ένα στούντιο φωτογράφησης και βιντεογράφησης. Η λειτουργία, οι ύμνοι, οι ψάλτες, ο παπάς, εκμηδενίζονται και εξαφανίζονται, υπάρχουν μόνον οι φωτογράφοι και οι βιντεογράφοι. Δίνουν εντολές και κανονίζουν πως θα εξελιχθεί η τελετή, που θα σταθούν και πως θα κινηθούν οι νεόνυμφοι, δίνουν διαταγές ακόμη και στον ιερέα πως θα δράσει και θα πορευτεί. Κι αυτός, άρχων του μυστηρίου και του χώρου, αντί να τους εξαποστείλει δυστυχώς τους υπακούει.

Άρχισε να χαλά και η ακολουθία για την κηδεία, η υπέρτατη τελετή, όταν ο άνθρωπος αποχαιρετά τον κόσμο αυτό. Και εκεί τα πράγματα έχουν φτάσει σε σημείο εξευτελισμού και εξανδραποδισμού. Εκτός από τους φωτογράφους και τους βιντεοφόρους, έχουμε την κατάθεση στεφάνων, τους αλλεπάλληλους επικηδείους, σε μερικές περιπτώσεις έχουμε φτάσει σε διψήφιο αριθμό. Η κηδεία γίνεται πια ένα κοσμικό γεγονός στο οποίο ο νεκρός εξαφανίζεται. Αρχίζουν οι καταθέσεις στεφάνων που αναγγέλλονται, ακόμη κάποιος διαβάζει τον κατάλογο των ανθρώπων που κατέθεσαν προηγουμένως στεφάνι, αρχίζουν οι επικήδειοι. Αναγγέλλονται τα ονόματα, οι τίτλοι και οι ιδιότητες των ομιλητών, αυτοί πλησιάζουν στο μικρόφωνο και αρχίζουν, ο νεκρός ανυπεράσπιστος στο φέρετρο υφίσταται κοινοτοπίες και τυπικότητες και μεγάλα λόγια. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση με τις κηδείες των αγνοουμένων, που τα λείψανά τους βρέθηκαν και ταυτοποιήθηκαν με τη μέθοδο DNA. Οι άνθρωποι αυτοί σκοτώθηκαν πολεμώντας τον Τούρκο κατακτητή, άλλοι εκτελέστηκαν εν ψυχρώ από το αδίστακτο τέρας του τουρκικού τακτικού στρατού. Κι όμως στις κηδείες τους, σε ένα αλαλούμ μικροπολιτικής, δεν τονίζεται τίποτε από όλα αυτά, η εξόδιος ακολουθία τους αποτελεί προπαγανδιστικό εφαλτήριο της τρέχουσας πολιτικής πρακτικής και του κομματικού καιροσκοπισμού, πολέμησαν τον Τούρκο, σκοτώθηκαν στη μάχη ή δολοφονήθηκαν και ακούουν συμβιβαστικές κορώνες, επαναπροσεγγιστικές αφέλειες, ισοπεδωτικές ειρηνοφιλίες, σιροπιαστά ιδεολογήματα και νεοκυπριακά πιλάφια. Ό,τι σκηνοθετεί και υποβάλλει η μικροκομματική τακτική και οι μικρόνοες ηγήτορες.

Ακόμη: Στο «δεύτε τελευταίον ασπασμόν» οι δικοί του νεκρού στέκονται δίπλα στο φέρετρο και περνούν οι παρόντες για τα συλλυπητήρια και τα λόγια παρηγοριάς. Ο αποχαιρετισμός για τον νεκρό υποτονίζεται, μπαίνει σε τριτεύουσα μοίρα, αυτό το μέρος της νεκρώσιμης ακολουθίας δεν είναι πια μια ανεπανάληπτη στιγμή της σχέσης μας με τον μεταστάντα (τον βλέπουμε και τον αποχαιρετούμε για τελευταία φορά και τόσες ποικίλες σκέψεις αναδύονται στο μυαλό, για τον μακαρίτη, για το αιώνιο θέμα της ζωής και του θανάτου). Αντίθετα γίνεται μια κοινωνική εκδήλωση όπως τόσες άλλες. Στη γενέτειρά μου, την ανεπανάληπτη Ερυθροτερμινθία, στις κηδείες της, που μικρό παιδί τις παρακολούθησα σχεδόν όλες, δεν γίνονταν τέτοια πράγματα. Το «δεύτε τελευταίον ασπασμόν» ήταν αφιερωμένο στον νεκρό, και μόνο σ’ αυτόν. Το εκκλησίασμα πλησίαζε το φέρετρο προσκυνούσε και αποχαιρετούσε τον μεταστάντα. Τα συλλυπητήρια και τα λόγια της παρηγοριάς δίνονταν στους οικείους του νεκρού μετά την κηδεία, στην έξοδο του κοιμητηρίου, όταν έπαιρναν εκεί μια ελιά, ένα κομμάτι ψωμί και λίγο κρασί για το «Θεός μακαρίσει τον» και «αιωνία η μνήμη του». Τώρα όμως, ίσως μέσα στην οικονομία των ρυθμών της τρέχουσας ζωής, όταν πολλοί πάνε μόνον στην εκκλησία για την τελετή και αποχωρούν χωρίς να μεταβούν και στο κοιμητήριο για την ταφή, διευθετήθηκε μέσα στη νεκρώσιμο ακολουθία να δίδονται και τα συλλυπητήρια προς τους οικείους. Αποτέλεσμα: Χάλασε η σωστή ατμόσφαιρα της κηδείας, πήρε πιο εκκοσμικευμένο χαρακτήρα.

Υπάρχει λοιπόν άμεση ανάγκη να συζητήσουμε το θέμα της κηδείας στην Κύπρο και να σώσουμε την αξιοπρέπεια των νεκρών μας. Ο σεβασμός και η εν αξιοπρεπεία φροντίδα των πεθαμένων μας, η αφοσίωση στην τελετή της κηδείας τους, η εν ειλικρινεία σοβαρότητα κατά τη διάρκειά της, η φροντίδα για τη μνήμη τους, αποτελούν θεμελιώδη και ωραία συστατικά της ελληνικής κοινωνίας. Φαίνεται ότι αρχίσαμε να χαλούμε και σ ‘ αυτό. Το πιο σημαντικό: Η νεκρώσιμος ακολουθία της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας είναι αρκετή και δεν χρειάζεται τίποτε άλλο. Η νεκρώσιμος ακολουθία, αυτό το ποίημα του θανάτου, το άσμα ασμάτων για το θέμα της ζωής και της αναχώρησής μας από τον κόσμο τούτο, ένα αριστούργημα λόγου και φιλοσοφικής ενατένισης, συμπυκνωμένη και κάποτε ευφρόσυνα παρηγορητική, δεν χρειάζεται συμπληρώματα και φτιασίδια άλλα.

Μα απλά λόγια: Όταν πεθάνω δεν θέλω κανένα τηλεοπτικό συνεργείο και φωτογράφο, δεν θέλω καταθέσεις στεφάνων ή αναγγελία ποιοι κατέθεσαν στεφάνι.

Η νεκρώσιμος ακολουθία της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας αρκεί.

Αν κάποιος αισθάνεται έντονα αυτή την ανάγκη για στεφάνι, ας βάλει διακριτικά ένα στο φέρετρο ή στον τάφο και ας αποχωρήσει ήρεμα.

Δεν θέλω επικήδειους λόγους. Ούτε έναν, είτε από φίλο, είτε από συγγενή ή (Θεός φυλάξοι) οποιοδήποτε κυβερνητικό αξιωματούχο.

Η νεκρώσιμος ακολουθία της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας αρκεί.

Στο «Δεύτε τελευταίον ασπασμόν» δεν θα δίδονται τα γνωστά συλληπητήρια στους οικείους.

Η νεκρώσιμος ακολουθία της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας αρκεί.

Όσοι αισθάνονται έντονα αυτήν την ανάγκη ας πάνε στο νεκροταφείο Κοκκινοτριμιθιάς και μετά την ταφή, στην έξοδο του κοιμητηρίου, με το κρασί, τις ελιές και το ψωμί ας πούνε την καλή τους κουβέντα στους συγγενείς.

Μόνο ένα πράγμα θα ζητήσω. Το φέρετρο να είναι καλυμμένο με την ελληνική σημαία. Παλιά, την εποχή των πολιτικών μου δραστηριοτήτων μιλούσα ότι μαζί με την ελληνική σημαία θα ήθελα και μια μαυροκόκκινη άλλη, ένδειξη των αντιεξουσιαστικών μου πεποιθήσεων και του πολιτικού μου ριζοσπαστισμού. Ανοησίες. Στην Κύπρο η ελληνική σημαία τα λέει όλα, είναι η πιο αντιεξουσιαστική και ριζοσπαστική πράξη. Στον θανατόπνοο τουρκικό επεκτατισμό, στη δουλοφροσύνη, στη μιζέρια και στην κακομοιριά, στην κουτοπονηριά των νεοκυπρίων και στην αλλοτρίωση πολλών Ελλαδιτών, στις πλεκτάνες των Άγγλων και του διεθνούς παράγοντα, η ελληνική σημαία συμπυκνώνει την έννοια της αντίστασης, της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας. Μόνον, λοιπόν, αυτά. Η ελληνική σημαία και η νεκρώσιμος ακολουθία της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας.

Friday, April 1, 2016

Κύπριοι & Ιρλανδοί στις Αγγλικές φυλακές

Manus Canning (αριστερά) και Ρένος Κυριακίδης 49 χρόνια μετά...
Tου Βία Λειβαδά

Σχεδόν ένα χρόνο μετά την έναρξη του Ενωτικού-Εθνικοαπελευθεωρτικού αγώνα της ΕΟΚΑ, στις 27 Αυγούστου 1956, οι Αγγλοι μεταφέρουν τους έξι πρώτους αγωνιστές της ΕΟΚΑ στις Αγγλικές φυλακές Wormwood Scrubs, του Λονδίνου. Εκεί οι Κύπριοι βρίσκουν τέσσερις Ιρλανδούς πολιτικούς κατάδικους του IRA και έγιναν αμέσως μια ομάδα.

Πρώτη πράξη αλληλεγγύης Ιρλανδών και Κύπριων έγινε όταν οι κατάδικοι ποινικού δικαίου στις ίδιες φυλακές, οργανωμένοι από δεσμοφύλακες - χίλιοι περίπου - προσπάθησαν να επιτεθούν εναντίον των Κυπρίων, μπήκαν μπροστά οι Ιρλανδοί και τούς δήλωσαν «μόνο πάνω από τα πτώματά μας θα αγγίξετε τούς Κύπριους». Μόλις το αντελήφθησαν οι Κύπριοι αγωνιστές προχώρησαν μπροστά μαζί με τους Ιρλανδούς έτοιμοι για μάχη. Όταν οι άγγλοι κατάδικοι διαπίστωσαν ότι οι αγωνιστές ήταν έτοιμοι , άρχισαν να διαλύονται σιωπηρά.

Από τότε κανένας δεν τόλμησε να απειλήσει κανένα από την ομάδα των αγωνιστών. Από τις 7 του Φεβράρη του 1957 τις 13 Νοεμβρίου , μεταφέρθηκαν συνολικά 20 αγωνιστές. Στις 14 Δεκεμβρίου μας χώρισαν σε δύο ομάδες των δέκα, η μια μεταφέρθηκε στις φυλακές του Kent και η άλλη στις φυλακές Wakefield του Yorkshire. Στην συνέχεια μεταφέρθηκαν άλλοι δέκα αγωνιστές στις φυλακές του Perth, Σκωτίας και ένας στις φυλακές Parkhurst, στην Island of Wight. Αυτός άρχισε απεργία πείνας ζητώντας να μεταφερθεί σε φυλακές όπου υπήρχαν άλλοι συναγωνιστές του και κατέληξε στις φυλακές Maidstone. Πρώτη σκέψη όλων των αγωνιστών ήταν η απόδραση και επιστροφή στην Κύπρο για συνέχιση του αγώνα. Εκ μέρους της κυπριακής εθναρχίας ανέλαβε να προωθήσει το σχέδιο, σε συνεργασία με τον IRA , ο φοιτητής Νικόλας Ιωάννου του οποίου ο αδελφός βρισκόταν στις φυλακές Wormwood Scrubs. Μετά την μεταφορά των Κυπριών σε άλλες φυλακές το σχέδιο σταμάτησε. Συνεχίστηκε όμως στις φυλακές Wakefield όπου υπήρχαν άλλοι τρεις αγωνιστές του IRA.

Ο Νικόλας Ιωάννου ανέλαβε και πάλιν τις επαφές με τους Ιρλανδούς αγωνιστές του IRA , αλλά κατά την δεύτερη επιστροφή του από το Δουβλίνο για τη διευθέτηση των λεπτομερειών τής απόδρασης , καθ’ οδό προς το Λονδίνο με μοτοσυκλέτα ένα φορτηγό αυτοκίνητο του ανέκοψε το δρόμο και τον σκότωσε, στις 17 Ιουλίου 1958. Δεν επρόκειτο για ατύχημα αλλά για δολοφονία αφού ο οδηγός του φορτηγού ήταν δεσμοφύλακας στις φυλακές που βρισκόμαστε τότε. Ακόμη ένας αγωνιστής της ΕΟΚΑ έδινε τη ζωή του για τον αγώνα ελευθερίας , αυτή τη φορά μέσα στην ίδια την αποικιοκρατία.

Ο θάνατος του Νικόλα δεν ανέκοψε τις προσπάθειες μας για απόδραση. Αποκαταστήσαμε επαφή με ένα παρακλάδι του IRA, που δέχτηκε να μας βοηθήσει. Επειδή ως πολιτικοί κατάδικοι βρισκόμαστε διαρκώς υπό ειδική επίβλεψη, ενώ κατά τις επισκέψεις από δικούς μας γινόταν πολύ αυστηρός έλεγχος , έπρεπε να αναζητήσουμε σύνδεσμο ανάμεσα στους κατάδικους κοινού δικαίου , οι οποίοι είχαν μεγαλύτερες ελευθερίες. Δεχόντουσαν τους δικούς τους σε μεγάλη αίθουσα σε χωριστό τραπεζάκι με την παρουσία ενός μόνο δεσμοφύλακα , που δεν μπορούσε να ακούσει τις συνομιλίες.

Η οργάνωση των Ιρλανδών μας εξασφάλισαν τον Pat O’Donovan , ένα Ιρλανδό αγωνιστή που διέπραξε μια φανερή ληστεία τράπεζας στην παρουσία αστυνομικών. Παραδέχτηκε το αδίκημα και καταδικάστηκε σε φυλάκιση επτά χρόνων και στάλθηκε στις κοντινότερες φυλακές, στο Wakefield. Από την είσοδό του στις φυλακές η διαδικασία οργάνωσης της απόδρασης κινήθηκε με γρήγορους ρυθμούς. Τελικά ορίστηκε για τις 12 Φεβρουαρίου 1959. Στις 11 Φεβρουαρίου είχαν υπογραφεί οι συμφωνίες Ζυρίχης.

Διαβάζοντάς της διαφωνήσαμε με το περιεχόμενο και αποφασίσαμε να πραγματοποιηθεί η απόδραση. Σημαντική υπήρξε η βοήθεια του Tony Martin, ενός Άγγλου που υπηρετούσε στην Κύπρο και αναγνώρισε το δίκαιο του αγώνα μας, παρέδωσε τον οπλισμό του στην ΕΟΚΑ και προσπάθησε να φύγει, αλλά συνελήφθη από τους στρατιώτες και καταδικάστηκε σε φυλάκιση επτά χρόνων. Έγινε μέλος της ομάδας μας από την άφιξή του στις φυλακές. Σ΄ αυτόν οφείλεται σε μεγάλο βαθμό η απόδραση αφού ο ίδιος έκοψε τα σίδερα του παραθύρου της τραπεζαρίας του, από την οποία έγινε η απόδραση. Έτσι την καθορισμένη ώρα, στις 7.15 μμ άρχισε η εφαρμογή του σχεδίου.

Πρώτοι έφυγαν ο Tony και ένας Ιρλανδός , πήγαν στον τοίχο όπου κρεμόταν το σχοινί , και άρχισε η αναρρίχηση. Πρόλαβε να βγει στον τοίχο μόνο ο Ιρλανδός με την βοήθεια του Tony. Εκείνη την ώρα φάνηκε η περίπολος των φυλακών και ο Tony έτρεξε προς την αντίθετη κατεύθυνση για να τούς παραπλανήσει. Οι Ιρλανδοί που περίμεναν απέξω , είδαν τι έγινε και έφυγαν παίρνοντας μαζί τους ένα μόνο δραπέτη. Όταν οι άλλοι βγήκαν για να πάνε στον τοίχο , το σχοινί δεν το κρατούσε κανένας, έτσι επέστρεψαν πίσω από όπου μπήκαν και οδηγήθηκαν στην απομόνωση.

Σε λίγες μέρες οι Κύπριοι κατάδικοι μεταφέρθηκαν στην Κύπρο, ενώ εκείνοι που μας βοήθησαν πέρασαν αρκετό ακόμη χρόνο με πρόσθετες κατηγορίες, μέχρι την ώρα της δικής τους απόλυσης μετά την έκτιση των ποινών τους. Μετά την αποφυλάκισή τους διατηρήσαμε επαφή με αλληλογραφία. Κάποια μέρα, μετά από 27 χρόνια , ο Ιρλανδός δραπέτης ήλθε στην Κύπρο και έγινε η πρώτη συνάντηση.

Τον Απρίλη του 2007 οι Κύπριοι Πολιτικοί Κατάδικοι των φυλακών Αγγλίας πραγματοποίησαν κοινή εκδήλωση με τους Ιρλανδούς του IRA κατάδικους στις ίδιες φυλακές με τους αγωνιστές της ΕΟΚΑ. Ενα χρόνο μετά στις 10 Μαΐου 2008 , πραγματοποιήθηκε επίσκεψη ανταπόδοσης από αγωνιστές της ΕΟΚΑ των Αγγλικών φυλακών, σε μια εκδήλωση στο Δουβλίνο. Η επίσκεψη ήταν από μακρού οφειλόμενη, αλλά έστω και μετά από 49 χρόνια είναι επιβαλλόμενη και πολύ χρήσιμη. Ήδη από τους 31 κύπριους αγωνιστές που μεταφέρθηκαν στις αγγλικές φυλακές, οι 9 έχουν πεθάνει και από τούς 8 Ιρλανδούς οι πέντε έχουν πεθάνει, με τελευταίο τον Seamus MacCallum, που πέθανε τρεις βδομάδες πριν τη συνάντηση. Τρεις επιζώντες Ιρλανδοί μαχητές του IRA μαζί με τους μαχητές της ΕΟΚΑ κατέθεσαν στεφάνια στους τάφους αυτών που έφυγαν.

Βίας Λειβαδάς (1934-2009) 

Βιβλιογραφία: 1.‘‘Λεύκωμα Πολιτικών Καταδίκων’’, Σύνδεσμος Πολιτικών Καταδίκων. 1997.

2. ‘‘Στρατηγός Γεώργιος Γρίβας Διγενής’’, Λεωνίδα Φ. Λεωνίδου. Τόμος Β’. 1997. 
3. ‘‘Πορεία προς Αμμόχωστο’’ Βία Λειβαδά. 2001.
4. ‘‘Η εξέγερση του Οκτώβρη 1931’’ Βία Λειβαδά. 2004. 
5. ‘‘Μητρώον Αγωνιστών ΕΟΚΑ 1955-59’’, Σ.Ι.Μ.Α.Ε. 2004. 
6. ‘‘Δικαίωμα στ’ όνειρο’’, Βία Λειβαδά. 2006. 
7. ‘‘Κύπριοι και Ιρλανδοί Πολιτικοί Κατάδικοι’’, Βία Λειβα δά. 2007. 
8. ‘‘Κακοπετριά’’, Χαράλαμπου Αρ. Χαραλαμπίδη. 2007. 
9. ‘‘Πόθος Ελευθερίας’’, Θάσου Σοφοκλέους. 1986.

Τζι ας γίνει το γαίμαν μας αυλάτζιιν...

Του Αλέκου Μιχαηλίδη

Αν οι παππούδες μας επιχειρούσαν να μετρήσουν τις «συγκυρίες» και με «ρεαλισμό» να «επιβιώσουν» υπό το αποικιακό καθεστώς της Μ. Βρετανίας, προφανώς μακριά από τη μάνα μας, δεν θα είχαν εκραγεί οι πρώτοι μηχανισμοί τα ξημερώματα της 1ης Απριλίου 1955. Ο Μόδεστος Παντελή δεν θα ήταν ο πρώτος ήρωάς μας και το πανέμορφο εκείνο αντάρτικο, που απογείωσε τη βαθιά ψυχή των Κυπρίων, θα καρτερούσε υπομονετικά να «ωριμάσουν» οι καιροί.

Η ΕΟΚΑ ήταν κάτι πολύ μεγαλύτερο από ότι μπορούν να συλλάβουν εκείνοι που, κρυμμένοι στα κασμίρια τους, καταθέτουν στεφάνια στα αιώνια Φυλακισμένα Μνήματα, εκείνοι που τολμούν να εκφέρουν λόγους σε εκδηλώσεις μνήμης. Η ΕΟΚΑ ζει. Η ΕΟΚΑ είναι ζώσα πραγματικότητα του τόπου, η ΕΟΚΑ είναι η Κύπρος που αντιστέκεται, η ΕΟΚΑ είναι η Ελλάδα που αντιστέκεται. Η ΕΟΚΑ δεν είναι προϊόν βρώσης ούτε των ιστορικών, ούτε των μελετητών, ούτε βέβαια των πολιτικών ή των εν δυνάμει πολιτικών. Η ΕΟΚΑ καθορίζει την ημερήσια διάταξη, η ΕΟΚΑ μανιφεστοποιεί τη λευτεριά και την εθνική μας ολοκλήρωση.

Χωρίς την ΕΟΚΑ θα ήμασταν όντως «χρυσοπράσινο φύλλο ριγμένο στο πέλαγος». Χωρίς το χαμόγελο του Αυξεντίου, το «καλό βόλι» του Παπασταύρου, χωρίς το μάγκικο βάδισμα και τον έρωτα του Παλληκαρίδη θα ήμασταν αγροίκοι ήδη ηττημένοι και χαμένοι στον μαρασμό μας. Χωρίς την ΕΟΚΑ δεν θα χτυπούσαμε ποτέ το χέρι στο τραπέζι απαιτώντας το Κάρμι, την Τύμπου, το Πυρόι, τη Γιαλούσα, τον Λάρνακα Λαπήθου, τον Άγιο Αμβρόσιο, την Κώμα του Γιαλού, την Ακανθού, τη Λύση, το Δίκωμο, τον Καραβά.

Η ΕΟΚΑ είναι η φλεγόμενη καρδιά μας, είναι το όρθιο βλέμμα μας, είναι το μάτι που γυαλίζει κοιτώντας τον βορρά, είναι το εικοσιένα, το τριανταένα, το σαράντα. Η ΕΟΚΑ είναι η αρχή και το τέλος μας. Κι όποιος δεν καταλαβαίνει, να ρωτήσει τον ποιητή, αν δεν τον πείθουν τα κόκκινα μάτια μας:

«Η θάλασσ’ άλλαξεν ποττέ τον τόπον της, αλλάσσει;
Σιίλιοι ανέμοι τζι αν φυσούν τζι αν την ανακατώσουν
που τζειαχαμαί που πλάστηκεν ποττέ της εν ταράσσει.
Έτσι τζι εμείς το ίδιον τζι ακόμ’ αν μας σκοτώσουν,
το γαίμαν ποννά σιονωστεί τζι η γη να το ρουφήσει
εννά διψά την Μάναν του τζι ακόμ’ αν ποστραντζιίσει».

Τζι ας γίνει το γαίμαν μας αυλάτζιιν...

Ο πίνακας είναι των Γιάννη Γίγα και Πέγκυς Κούβαρη

Monday, March 28, 2016

Η πάλη με την κοινότητα

Kυκλοφόρησε το νέο (αρ. 137) τεύχος της "Σύναξης", με θέμα "Η πάλη με την κοινότητα".

Κοινότητα είναι κάποιο πλέγμα σχέσεων και συνυπάρξεων, στο οποίο ζει το ανθρώπινο υποκείμενο. Υπάρχουν κοινότητες στις οποίες βρίσκεται κανείς με τη γέννησή του, όπως η οικογένεια και ο λαός ή μέρος ενός λαού με δικό του πολιτισμό. Υπάρχουν και κοινότητες στις οποίες προσχωρεί κάποιος από επιλογή ή και συμμετέχει στο χτίσιμό τους, όπως οι ιδεολογικές κοινότητες ή οι θρησκευτικές (για τις θρησκευτικές φυσικά αυτό ισχύει μονάχα αν το υποκείμενο αποδέχεται την πίστη προσωπικά κι ελεύθερα, και δεν νοεί την θρησκευτική ταυτότητα ως δεδομένο στοιχείο του όπως τα χρωμοσώματά του). Ο νεωτερικός άνθρωπος, βέβαια, δίνει μεγάλη έμφαση στην έννοια της επιλογής, ωστόσο στις μέρες μας καλά κρατούν (ώρες ώρες, μάλιστα, αναζωπυρώνονται) και οι πεποιθήσεις που θεωρούν πηγή νοήματος (πηγή της αλήθειας, θα λέγαμε) τη φυλετική ή την πολιτισμική κοινότητα. Παράλληλα υποβόσκουν στάσεις άκρατου ατομικισμού ή ακραίου μεταμοντερνισμού, που κονιορτοποιούν κάθε έννοια κοινότητας.

Σε κάθε περίπτωση, αυτό που μας απασχολεί στο τεύχος αυτό είναι η σχέση του υποκειμένου με την κοινότητα την οποία το ίδιο θεωρεί ζωτικής σημασίας γι’ αυτό.
Υποτίθεται ότι το υποκείμενο τελεί σε αρμονική σχέση με τη ζωτική του κοινότητα. Αλλά υποτίθεται. Διότι το ανθρώπινο υποκείμενο, στο μέτρο που είναι φορέας ευθύνης κι όχι σπορά της τύχης, καλείται να παλέψει με την κοινότητά του, υπό τις δύο έννοιες που έχει η διατύπωση: να παλέψει παρέα με την κοινότητά του για να λειάνει τον φυγόκεντρο εγωισμό του, ή να παλέψει με αντίπαλο την κοινότητά του για να μην απολέσει τον εαυτό του. Διότι η σχέση του ανθρώπου με μια κοινότητα δεν σημαίνει ένα και μόνο πράγμα• δεν σημαίνει δηλαδή μόνο ότι το υποκείμενο αληθεύει ως πρόσωπο που ζει τους άλλους ως όρο της ύπαρξής του. Σήμερα η αποκλειστικά θετική εννόηση της κοινότητας δεσπόζει στη θεολογική / εκκλησιαστική ρητορική. Ως θετικό δηλαδή θεωρείται η κοινότητα, ενώ ως αρνητικό η απουσία κοινότητας. Αυτή η ρητορική μπορεί να είναι αγαθών προθέσεων , ωστόσο δυσκολεύει τους ανθρώπους να δουν (ή: να δουν έγκαιρα) ότι εκτός από τη διελκυστίνδα «κοινότητα – ατομικισμός» υπάρχει και η διελκυστίνδα «κοινότητα – κοινότητα», δηλαδή η διαφοροποίηση μεταξύ κοινοτήτων που ελευθερώνουν και κοινοτήτων που σκλαβώνουν. Κοινοτήτων όπου το ανθρώπινο υποκείμενο προκόβει, και κοινοτήτων όπου το υποκείμενο αλέθεται, άλλοτε κατόπιν ήττας του, άλλοτε με τη συναίνεσή του - όσο τραγικό κι αν είναι αυτό [10]. Και βέβαια αυτή η διελκυστίνδα ισχύει και για εκκλησιαστικές κοινότητες. Ο χώρος της πίστης δεν είναι ενιαίο μπετόν αρμέ!

Όσον αφορά την εννόηση της εκκλησιαστικής κοινότητας, χρειάζεται να μη χάνουμε από τα μάτια μας την εξής αλήθεια. Στο απώτατο παρελθόν η Βιβλική πίστη και στην ύστερη αρχαιότητα ο Χριστιανισμός έφεραν μιαν επανάσταση. Σε έναν κόσμο που κατά βάση ήταν βέβαιος ότι το υποκείμενο αληθεύει μόνο στον βαθμό που παραμένει ενσωματωμένο στην κοινότητα στην οποία βρέθηκε γεννημένο και συνεχίζει την προγονική ταυτότητα (πολιτισμική και θρησκευτική αδιάζευκτα), η Βίβλος όρισε κάτι άλλο ως ιδρυτικό γεγονός της σχέσης ανθρώπου και Θεού. Ο άνθρωπος καλείται να ανταποκριθεί σε μία πρόσκληση, η οποία σημαίνει διάρρηξη άλλων σχέσεων: εκείνων που μυρίζουν αναγκαστικότητα, όπως οι δεσμοί με το αίμα και τη γη. «Φύγε από τη χώρα σου, από τους συγγενείς σου κι από το σπίτι του πατέρα σου», είχε ζητήσει ο Γιαχβέ από τον Αβραάμ «και πήγαινε σε μια χώρα που εγώ θα σου δείξω» [2].

Κρατήθηκε άραγε, εναργής αυτή η επανάσταση, το άλμα στην ελευθερία, με το οποίο δημιουργείται μια νέα κοινότητα, θεμελιωμένη στην πίστη; Όχι πάντα! Ο Χριστός σχολίασε ότι το αποφασιστικό στοιχείο δεν είναι η καταγωγή από τον Αβραάμ (δηλαδή η παλινδρόμηση σε μια προ-Αβραμιαία νοοτροπία), αλλά η ελευθερία του Θεού να φτιάξει νέους συνεχιστές του Αβραάμ από τις πέτρες (Λουκ. 3:8)! Η ευαγγελική οπτική, λοιπόν, έφερε στην ύστερη αρχαιότητα κάτι σχεδόν αδιανόητο: Ότι το άτομο δεν αληθεύει προσηλωμένο υποχρεωτικά στις κοινότητες όπου βρέθηκε γεννημένο, αλλά δύναται κι οφείλει να τις σχετικοποιήσει και να τις ανανοηματοδοτήσει, προκειμένου να ζήσει την αλήθεια η οποία το πείθει - ακόμη κι αν η αλήθεια αυτή έρχεται από αλλού.
Η Βιβλική ανάδυση του υποκειμένου εισέβαλε στη γη σε προνεωτερική εποχή, μα κατά κάποιον τρόπο αποτέλεσε προοικονομία της νεωτερικής έμφασης στο υποκείμενο. Μόνο που οδηγεί όχι στην απόρριψη της έννοιας της κοινότητας, αλλά στην οικοδόμηση μιας νέας κοινότητας, η οποία οφείλει να θεμελιώνεται στην προσωπική ελευθερία, πίστη και ευθύνη. Πράγμα που λησμονούν όσες φωνές του εκκλησιαστικού χώρου θεωρούν την θρησκευτική ταυτότητα συμφυή με την εθνική ή τη βιολογική (βλ. αναφορές στο DNA) ταυτότητα – σαν την προ-Αβραμιαία οπτική, την οποία η Βίβλος έχει ανατρέψει εδώ και καιρούς πολλούς!

Το τεύχος αυτό, λοιπόν, ψηλαφεί διάφορες εκφάνσεις της πάλης με την κοινότητα. Συνεχίζει και συμπληρώνει προβληματισμούς προηγουμένων τευχών μας (76/2000, «Από τη Βαβέλ στη Πεντηκοστή. Ενότητα και διαφορετικότητα στη ζωή της Εκκλησίας»• 82/2002, «Ελευθερία και φόβος στη ζωή και τις δομές της Εκκλησίας»• 117/2011, «Έρημος και κοινωνία» κ.ά.). Και βλέπουμε…

Θ.Ν.Π.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[1] Βλ. Θανάσης Ν. Παπαθανασίου, «Η κοινότητα ως βρόχος. Η αποστολή της Εκκλησίας στη σκοτεινή πλευρά της σελήνης», Πολιτισμός και διαφορετικότητα. Εμείς και οι άλλοι (επιμ. Δημ. Μαγριπλής), εκδ. Σταμούλης, Θεσσαλονίκη 2011, σσ. 333-352.
[2] Γεν. 12: 1 (μτφρ. από τα πρωτότυπα κείμενα, Βιβλική Εταιρία 1997).


Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α

ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ...3
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΚΛΗΡΗΣ
«Τί εἶναι αὐτὸ ποὺ τὸ λένε ἀγάπη;» ...5
ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΝΤΑΛΙΑΝΗΣ
«Παλαιὰ Διαθήκη: ἡ πορεία ἀπὸ τὸν κολεκτιβισμὸ στὸ ἄτομο» ...13
ΘΑΝΑΣΗΣ Ν. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ
Οἱ μοναχοὶ ὡς ἀπόστολοι μιᾶς ἀνατρεπτικῆς ἐλπίδας ...24
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Ν. ΜΟΣΧΟΣ
Ἡ διαλεκτικὴ ὑποκειμένου καὶ κοινότητας στὸν ἀρχέγονο μοναχισμό ...38
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΕΡΑΜΙΔΑΣ
Πρὸς μία συνοδικὴ ἀνανέωση τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας; ...47
ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΓΚΑΛΟΣ
Ἄτομο, πολιτικὴ καὶ χριστιανικὴ κοινότητα ...52
Ἀρχιμ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Δ. ΠΑΠΑΘΩΜΑΣ
Ἡ διαλεκτικὴ σχέση ἐκκλησιαστικῆς κανονοθεσίας καὶ πολιτειακῆς νομοθεσίας ...64
ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΑΡΙΟΡΑΣ
Ἄτομο καὶ κοινότητα στὸ Ἰσλάμ ...71
ΘΑΝΑΣΗΣ Ν. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ
Συνάντηση θεολόγων στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ...82
π. ΕΥΤΥΧΙΟΣ ΣΑΡΜΑΝΗΣ
Ἀπήχηση ἡρακλείτειας φράσης σὲ τροπάριο ...84
ΤΑΣΟΣ ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ
Πάντες ἀπολαύσατε τοῦ πλούτου τῆς χρηστότητος ...93
ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ
Στὸ χαμάμ ...97
Διάλογος μὲ τοὺς ἀναγνῶστες ...100
Τὸ Βιβλίο ...102

Friday, March 25, 2016

Ἡ ἁγιασμένη ἐπανάσταση

Του Φώτη Κόντογλου 

«Ἡ ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση εἶναι ἡ πιὸ πνευματικὴ ἐπανάσταση ποὺ ἔγινε στὸν κόσμο. Εἶναι ἁγιασμένη»

Ἡ σκλαβιὰ ποὺ ἔσπρωξε τοὺς Ἕλληνες νὰ ξεσηκωθοῦνε καταπάνω στὸν Τοῦρκο δὲν ἤτανε μονάχα ἡ στέρηση κι ἡ κακοπάθηση τοῦ κορμιοῦ, ἀλλά, ἀπάνω ἀπ᾿ ὅλα, τὸ ὅτι ὁ τύραννος ἤθελε νὰ χαλάσει τὴν πίστη τους, μποδίζοντάς τους ἀπὸ τὰ θρησκευτικὰ χρέη τους, ἀλλαξοπιστίζοντάς τους καὶ σφάζοντας ἢ κρεμάζοντάς τους, ἐπειδὴ δὲν ἀρνιότανε τὴν πίστη τους γιὰ νὰ γίνουνε μωχαμετάνοι. Γιὰ τοῦτο πίστη καὶ πατρίδα εἴχανε γίνει ἕνα καὶ τὸ ἴδιο πρᾶγμα, κ᾿ ἡ λευτεριὰ ποὺ ποθούσανε δὲν ἤτανε μοναχὰ ἡ λευτεριὰ ποὺ ποθοῦνε ὅλοι οἱ ἐπαναστάτες, ἀλλὰ ἡ λευτεριὰ νὰ φυλάξουνε τὴν ἁγιασμένη πίστη τους, ποὺ μ᾿ αὐτὴν ἐλπίζανε νὰ σώσουνε τὴν ψυχή τους. Γιατί, γι᾿ αὐτούς, κοντὰ στὸ κορμί, ποὺ ἔχει τόσες ἀνάγκες καὶ ποὺ μὲ τόσα βάσανα γίνεται ἡ συντήρησή του, ὑπῆρχε κ᾿ ἡ ψυχή, ποὺ εἶπε ὁ Χριστὸς πὼς ἀξίζει περισσότερο ἀπὸ τὸ σῶμα, ὅσο περισσότερο ἀξίζει τὸ ροῦχο ἀπ᾿ αὐτό.

Ἐκεῖνος οἱ ἁπλὲς ψυχές, ποὺ ζούσανε στὰ βουνὰ καὶ στὰ ρημοτόπια, ἤτανε διδαγμένες ἀπὸ τοὺς πατεράδες τους στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, καὶ γνωρίζανε, μ᾿ ὅλο ποὺ ἤτανε ἀγράμματες, κάποια ἀπὸ τὰ λόγια του, ὅπως εἶναι τοῦτα: «Τί θὰ ὠφελήσει ἄραγε τὸν ἄνθρωπο, ἂν κερδίσει τὸν κόσμο ὅλο, καὶ ζημιωθεῖ τὴν ψυχή του;» «Ἡ ψυχὴ εἶναι πιὸ πολύτιμη ἀπὸ τὴ θροφή, ὅπως τὸ κορμὶ ἀπὸ τὸ φόρεμα!» -κ.ἄ.

Γιὰ τοῦτο, κατὰ τὰ χρόνια τῆς σκλαβιᾶς, χιλιάδες παλληκάρια σφαχτήκανε καὶ κρεμαστήκανε καὶ παλουκωθήκανε γιὰ τὴ πίστη τους, ἀψηφώντας τὴ νεότητά τους, καὶ μὴ δίνοντας σημασία στὸ κορμί τους καὶ σὲ τούτη τὴν πρόσκαιρη ζωή. Στράτευμα ὁλάκερο εἶναι οἱ ἅγιοι νεομάρτυρες, ποὺ δὲ θανατωθήκανε γιὰ τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ τούτης τῆς ζωῆς, ἀλλὰ γιὰ τὴν πολύτιμη ψυχή τους, ποὺ γνωρίζανε πὼς δὲ θὰ πεθάνει μαζὶ μὲ τὸ κορμί, ἀλλὰ θὰ ζήσει αἰώνια. Ἀκούγανε καὶ πιστεύανε ἀτράνταχτα τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶπε: «Μὴ φοβηθῆτε ἐκεῖνον ποὺ σκοτώνει τὸ σῶμα, καὶ ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ κάνει τίποτα παραπάνω. Ἀλλὰ νὰ φοβηθεῖτε ἐκεῖνον ποὺ μπορεῖ νὰ θανατώσει καὶ τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχή.»

Ἡ ἐλευθερία, ποὺ γι᾿ αὐτὴ θυσιαζόντανε, δὲν ἤτανε κάποια ἀκαθόριστη θεότητα, ἀλλὰ ἤτανε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ποὺ γι᾿ αὐτὸν εἶπε ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Ὅπου τὸ Πνεῦμα τοῦ Κυρίου, ἐκεῖ εἶναι κ᾿ ἡ ἐλευθερία». Κι ἀλλοῦ λέγει: «Σταθεῖτε στερεὰ στὴν ἐλευθερία ποὺ σᾶς χάρισε ὁ Χριστός, σταθεῖτε καὶ μὴν πέσετε πάλι στὸ ζυγὸ τῆς δουλείας. Γιατὶ γιὰ τὴν ἐλευθερία σας κάλεσε. Ἀλλὰ τὴν ἐλευθερία μὴν τὴν παίρνετε μονάχα σὰν ἀφορμὴ γιὰ τὴ σάρκα σας.»

Ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο «Πονεμένη Ρωμιοσύνη», Ἐκδόσεις Ἀστήρ

Thursday, March 24, 2016

«Άγιαξ, για πάντα Άγιαξ».

Του Α. Καμής (Μανόλης Αναγνωστάκης)

Υπάρχουν άνθρωποι μ‘ έναν και μοναδικό έρωτα στη ζωή τους. Έχουν γνωρίσει πολλές γυναίκες, τις αγάπησαν, η γυναίκα δεν έπαψε ποτέ να τους συγκινεί, αλλά κάποτε γνώρισαν το μεγάλο, το μοναδικό έρωτα – ύστερα, όλες οι άλλες τους φαίνονται… απλές οδοντόκρεμες.
«Όμορφη ‘σαι και καλή ‘σαι μα Πεντάμορφη δεν είσαι…»
Γιατί η σύγκριση γίνεται με την Πεντάμορφη, τη Μοναδική!
Φίλοι του ποδοσφαίρου, όσοι τρέχετε ακόμα κάθε Κυριακή στα γήπεδα, ή καθισμένοι στην αναπαυτική σας πολυθρόνα μπουχτίσατε να βλέπετε στη μικρή οθόνη τα διεθνή «μεγαθήρια» που πληθωρικά γνωρίσαμε τον τελευταίο καιρό – βάλτε μια στιγμή το χέρι στην καρδιά, όσοι έχετε ξεπεράσει το φράγμα του φανατισμένου και τυφλού οπαδού ή του άκριτου φιλοθεάμονα και αναρωτηθείτε: μα είναι ποδόσφαιρο αυτό που βλέπω; Καλές ομάδες, δε λέω, μαχητικοί οι Βέλγοι, σταθερή η Λίβερπουλ, τεχνίτρα η Γιουβέντους, σκληροτράχηλη η Μπάγερν – αλλά, αλλά, αλλά, ποιό το διαφορετικό; (Θυμάμαι την πικρόχολη κουβέντα ενός φίλου, έμπειρου γερόλυκου των γηπέδων: «Καλή η Άρσεναλ. Ένα διεθνές φορμαρισμένο Αιγάλεω»).
Γιατί αυτές οι αναπόφευκτες συγκρίσεις; Γιατί αυτή η αίσθηση μιας μονοτονίας, μιας επανάληψης, κάθε φορά που βλέπουμε έναν πολυδιαφημισμένο αγώνα με τις επίχρυσες βεντέτες; Γιατί αυτή η πικρή γεύση της στασιμότητας, της έλλειψης του πρωτόγνωρου, η αυθόρμητη αντίδραση: «πάμε να φύγουμε, σε αυτό το σημείο είχαμε έρθει και στο προηγούμενο έργο»;
Γιατί, φίλοι που ζήσαμε και γεράσαμε στα γήπεδα, ψάχνοντας όχι μόνο τη νίκη, όχι μόνο τους πανηγυρισμούς, όχι μόνο τη δύναμη, την τεχνική ή τον εντυπωσιασμό, αλλά πάντα το κάτι άλλο, την πνοή που μεταβάλλει ένα «ομαδικό παιχνίδι» σε έργο τέχνης, ανεπανάληπτο όπως όλα τα γνήσια έργα τέχνης – γιατί, φίλοι, το βρήκαμε κάποτε αυτό το όνειρο και τώρα μας καταδιώκει και θέλουμε να το ξαναζήσουμε και δε βολεί να το ξαναζήσουμε.
Εραστές της μπάλας όλου του κόσμου, παραμερίστε. Περνά η Μεγάλη Κυρία των γηπέδων (αυτή η πραγματική Κυρία κι όχι οι ψιμυθιωμένες εταίρες των πολυεθνικών) περνά, ο μεγάλος Άγιαξ!
Όσοι αγαπήσαμε με τη φλόγα του έφηβου ερωτευμένου αυτή την υπεργήινη Bella Dona δεν μπορούμε πια να την ξεχάσουμε.
Δεν κράτησε πολύ η αστραποβολή της. Γιατί όλα τα καταυγαστικά όνειρα δεν κρατούν πολύ. Γιατί όλες οι πρωτοπορίες, που ανατρέπουν όλα τα γερασμένα κατεστημένα και τις χρυσές μετριότητες, περνούν σαν αστραπή, αλλά όσοι δουν τη λάμψη τους δεν την ξεχνούν ποτέ. Γιατί μια επανάσταση δεν έχει κατά κανόνα αντάξιους επιγόνους.
Δεν απέκτησε -λένε- «τίτλους» και διεθνείς διακρίσεις, όσοι μετρούν τις αξίες με τα συσσωρευμένα μετάλλια και τις μπακάλικες προδιαγραφές. Δεν είχε -λένε- συνεχιστές. Μα, μήπως κληρονομιέται η ιδιοφυΐα;
Ο,τι υπήρξε πριν από τον Άγιαξ -το συνειδητοποιήσαμε ξαφνικά- υπήρξε η προϊστορία του ποδοσφαίρου. Μετά τον Άγιαξ φάνηκε πως υποχρεωτικά πια άνοιγε η ιστορία.
Δεν άνοιξε. Άνοιξε το αλισβερίσι των συστημάτων της κυριαρχίας του κόουτς-σκηνοθέτη, των αγοραπωλησιών και των λεγεωνάριων. Το θέαμα συνεχίζεται, συναρπαστικό -πάντα η πάλη για τη νίκη είναι συναρπαστική-, εντυπωσιακό, αλλά χωρίς το νακ. Αυτό το νακ που άστραψε πριν δέκα χρόνια σαν μετέωρο κι έσβησε πρόωρα, αφού διέγραψε την εκτυφλωτική τροχιά του. Έσβησε. Γιατί τα παιδιά του έκαναν φύλλα φτερά. Το διεθνές ποδοσφαιρικό δουλεμπόριο μοίρασε το δεμάτι σε χωριστά καλάμια. Ένα εδώ, ένα εκεί. Και τα καλάμια, μόνα τους στους αφιλόξενους κάμπους, λύγισαν κι έσπασαν. Γιατί μόνο το δεμάτι ήταν η ποίηση. Και αυτή χάθηκε για πάντα από τα γήπεδα.
«Χορταίνουμε» μπάλα τώρα κάθε Κυριακή και Τετάρτες. Συγκινούμαστε, ενθουσιαζόμαστε πάλι, παρασυρόμαστε πού και πού, θαυμάζουμε τους καινούριους γκολτζήδες. Αλλά η υπέροχη γοητεία πια δεν υπάρχει. Την πήραν μαζί τους κι έφυγε, όπως φεύγουν όλα τα μοναδικά και ανεπανάληπτα, οι εκθαμβωτικοί Ολλανδοί.
Τώρα βασιλεύει η δυναστεία των συστημάτων, τα γκολ που μετρούν εντός και εκτός, οι υπολογισμοί και τα τεφτέρια.
Θα μας ξαναθυμίσει άραγε κάποιος καμιά πάλι φορά πως το ποδόσφαιρο δεν είναι πια απλώς τεχνική, δεν είναι πια απλώς δύναμη, δεν είναι άθροισμα από εξωνημένες βεντέτες;
Θα μας θυμίσει πάλι κανείς την έμπνευση, τη γοητεία του απρόοπτου, τον αυθορμητισμό που γίνεται σοφία και τη σοφία που φαντάζει σαν αυθορμητισμός, το ότι το ποδόσφαιρο μπορεί να είναι το πιο μοντέρνο χορογραφικό έργο Τέχνης, όπως μας απέδειξαν και μας το δίδαξαν οι νέοι Νιζίνσκι της δεκαετίας του 70; Βίβα για πάντα, Άγιαξ.

Δημοσιεύθηκε στην "Αυγή" της 28ης Οκτωβρίου 1984

Wednesday, March 23, 2016

Επαγγελματικός προσανατολισμός

Του Δημήτρη Γ. Μαγριπλή

Τον γνώρισα στο κατηχητικό. Όλος ζωή και περιττά κιλά.

«Τι θα γίνεις άμα μεγαλώσεις;» τον ρώτησα.

«Άγιος», μου απάντησε.

Έμεινα άφωνος. Δεν είχα ξανακούσει τέτοιο επάγγελμα και μου φάνηκε πολλή η άγνοιά μου.

«Άγιος;» ξαναρώτησα.

«Βεβαίως!» μου ξανάπε με πεποίθηση. «Παλιότερα ήθελα αστροναύτης αλλά ανακάλυψα ότι με πειράζουν τα ύψη. Φοβάμαι ότι θα πέσω από κανένα αστέρι και μάλιστα χωρίς αλεξίπτωτο».

«Σωστά», του απάντησα. «Και τι μαθήματα δίνετε στις εξετάσεις;».

«Το πηδάλιο, σοφιστείες και ευφυολογήματα και φυσικά ταχυδακτυλουργίες και μαγικά».

Από εκείνη τη μέρα τον έβλεπα με σεβασμό. Η αλήθεια είναι ότι τον παρατηρούσα με προσοχή, όχι γιατί ήταν ενδιαφέρων τύπος, αλλά γιατί πρέσβευε ένα επάγγελμα που, άγνωστο σε μένα, μου προκαλούσε δέος. Όπως λέμε πυρηνικός φυσικός ή βυρσοδέψης. Και για τα δύο δεν μπορούσα να σκεφτώ κάτι λόγω έλλειψης σχετικών γνώσεων. Τώρα ερχόταν να προστεθεί και ένα τρίτο επάγγελμα. Ήμουν μπερδεμένος και αρκετά λίγος για να αποφασίσω για το μέλλον μου. Ο επαγγελματικός μου προσανατολισμός στερείτο πρωτοτυπίας και αρκούμουν στα κλασικά επαγγέλματα. Γιατρός, δικηγόρος, δάσκαλος, άντε και καμιά τέχνη μα και αυτή εντός των τετριμμένων. Μάλλον μαραγκός έλεγα, όταν με ζόριζαν τα πολλά διαβάσματα.

Ο παχουλούλης ήταν όμως σταθερός. «Άγιος», έλεγε και ξαναέλεγε και το πάλευε κατά πώς έδειχναν όλα με απόλυτη συνείδηση. Διάβαζε ατελείωτες ώρες, ανέβαινε και κατέβαινε τις σκάλες της εκκλησίας τρέχοντας για να έχει καλή φυσική κατάσταση, έβγαζε λόγους στις μαζώξεις και κάθε φορά τόνιζε με απίστευτη ικανότητα τη νέα ρήση και το νέο ευφυολόγημα που είχε αποστηθίσει. Νήστευε ακόμη και τις Κυριακές, ακολουθούσε πιστά τους κανόνες, τιμωρούσε σκληρά τον εαυτό του σε κάθε περίπτωση. Στην εφηβεία αρνήθηκε τη φύση του. Όχι μόνο δεν μιλούσε σε γυναίκες αλλά και στο άκουσμα της λέξης έρωτας ανατρίχιαζε. Από τις κακουχίες άρχισε να χάνει κιλά και για έναν περίεργο λόγο ακόμη και το πρόσωπό του έδειχνε να μεταλλάσσεται. Έβγαλε πρώτος γένια, άφησε τα μαλλιά του μακριά και απόκτησε ένα μόνιμο χαμόγελο, λίγο ανεξήγητο για εμάς που δεν ήμασταν μυημένοι στο επάγγελμα. Μεταξύ μας όλα τα δικαιολογούσαμε, καθότι η εκμυστήρευσή του μάλλον ήταν το κοινό μυστικό της παρέας. Ήταν το καμάρι της ενορίας που ήθελε διακαώς εκτός από ιερείς να βγάλει και τον πρώτο άγιό της. Κάποια μέρα θα γραφόταν το συναξάρι του κι εμείς θα ήμασταν σίγουρα στην αγιογραφία του. Έτσι όλοι κάναμε ό,τι περνούσε από το χέρι μας για να τον βοηθήσουμε να τα καταφέρει. Ακόμη και λάθος να έκανε τον επαινούσαμε, σε ατόπημα και αν περιέπιπτε τον δικαιολογούσαμε. Τον είχαμε στα πούπουλα και του συμπεριφερόμαστε πάντοτε με ευγένεια και θαλπωρή. Κάναμε χώρο να περάσει, σκύβαμε το κεφάλι στη θέα του, τον βάζαμε να κάτσει στο καλύτερο θρονί και φυσικά του μιλούσαμε πάντοτε με σεβασμό. Μαζί μας μεγάλωνε ένας άγιος. Οι γονείς του στήριζαν την προσπάθειά του. Ήταν οι πρώτοι ακόλουθοί του και με το πλήθος όλων εμάς των πιστών νομίζαμε ότι η επιτυχία θα ήταν εξασφαλισμένη.

Κάποτε τον ρώτησα πότε είναι οι εξετάσεις. Με κοίταξε απόμακρα, με σταύρωσε και αντί για απάντηση μου έδειξε με το δείκτη του δεξιού του χεριού τον ουρανό. Κατάλαβα, ήμασταν στο παραπέντε. Συνέπιπτε όμως με τις πανελλήνιες και έτσι χάθηκα για κάμποσο από τις μαζώξεις. Τράβηξα τον δικό μου δρόμο, σπούδασα, βγήκα στο επάγγελμα και κάποτε επέστρεψα ξανά στα γνώριμα μέρη μου.

«Ο άγιος;» ρώτησα τους φίλους της Κυριακής.

«Δυστυχώς, κόπηκε» μου ανακοίνωσαν.

«Κόπηκε;» ρώτησα. «Πού;».

«Στα μαγικά», μου απάντησαν. «Του ζήτησαν να πετάξει και ενώ απογειώθηκε χαλαρά και όλοι λέγαμε πέταξε – πέταξε, έκανε μια απότομη κλίση και έπεσε κατακόρυφα».

«Να εκεί», μου έδειξαν. «Κάτω από το παράθυρο του σπιτιού του».

Πήγα κοντά. Ένα εικονοστάσι μαρτυρούσε την προσπάθεια. Στη ρίζα του βάθρου κάποιος είχε γράψει με σπρέι: «Λάθος επαγγελματικός προσανατολισμός».

Δημοσιεύτηκε στην συλλογή διηγημάτων : "Δέκα Μικρές Εικονογραφημένες Ιστορίες" , Ευθύνη, Αθήνα 2012

Thursday, March 17, 2016

ΙΝΕ-ΓΣΕΕ: Κάτω από το όριο της φτώχιας ζει ένα στα δύο νοικοκυριά

Κάτω από το όριο της φτώχιας ζει πλέον σχεδόν ένα στα δύο νοικοκυριά (48%) σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε στην έκθεσή του για το 2016 το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ.

Σύμφωνα με την ίδια έκθεση, δε, το 20,9% των νοικοκυριών αδυνατεί να καλύψει τις βασικές του ανάγκες, ποσόστο που αυξάνεται στο 43,4% για τους ανέργους.

Όπως παρατηρούν η ομάδα εργασίας που συνέταξε την έκθεση υπό τον επιστημονικό διευθυντή του καθηγητή Γ. Αργείτη, «η υπογραφή και η εφαρμογή του τρίτου Μνημονίου συνεπάγεται τη συνέχιση της πολιτικής της δημοσιονομικής λιτότητας, συνεπώς η προοπτική δημιουργίας βιώσιμων πρωτογενών πλεονασμάτων και εξόδου από την κρίση είναι αρνητική».

Όσον αφορά τους μισθούς το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ καταγράφει ότι:
- ένας στους δύο μισθωτούς λαμβάνουν καθαρά κάτω από 800 ευρώ (14,5% μέχρι 499 ευρώ, 22% μεταξύ 500-699 ευρώ και 13,5% μεταξύ 700 και 800 ευρώ)

- το 18,6% λαμβάνει από 800 έως 1.000 ευρώ και

- ένα ποσοστό της τάξης του 15,7% λαμβάνει άνω των 1.000 ευρώ με μόνο το 5,9% να λαμβάνει περισσότερα από 1.300 ευρώ

Την ίδια ώρα αξιοσημείωτη είναι και η πτώση της αγοραστικής δύναμης του κατώτατου μισθού καθώς στην περίοδο 2010-2015 μειώθηκε κατά 24,7%.

Στην έρευνα καταγράφεται επίσης η νέα πραγματικότητα από την υπογραφή επιχειρησιακών συλλογικών συμβάσεων εργασίας που καλύπτουν το 94% των συλλογικών συμβάσεων σε σύνολο 282 ΣΣΕ ενώ στη εξαετία της κρίσης υπερδιπλασιάστηκε το ποσοστό των ευέλικτων μορφών εργασίας που πλέον αντιστοιχούν στο 55% έναντι 21% του συνόλου των προσλήψεων το 2009.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΗΝ ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2016 ΙΝΕ ΓΣΕΕ – Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ Η ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ

Wednesday, March 16, 2016

Η Αγία Μαργαρίτα η θαλασσοβρεγμένη…


Η μάνα μου έχει μια εικόνα σπίτι μας, ανάμεσα στις άλλες η οποία είναι πολύ διαφορετική. Από πιτσιρικάς ακούω τη διήγηση. Η προγιαγιά της η Μαριάνθη την έκρυψε στη φούστα της, ως το μοναδικό ενθύμιο από το σπίτι της στη Σμύρνη, γιατί την είχε πάρει καινούρια λίγο καιρό πριν το χαλασμό. Στο πήγαινε για το λιμάνι έχασε άντρα και τρία παιδιά. Έζησε αυτή και η κόρη. Μαζί τους είχαν κάτι χρυσά κοσμήματα και λίγες λίρες. Όλα τα άλλα που είχαν (είχαν μεγάλη περιουσία λέει η αφήγηση), τα έθαψαν βαθιά στην αυλή, γιατί ήταν σίγουροι ότι θα ξαναγυρίσουν.

Στην Αθήνα -συνεχίζουν οι διηγήσεις της οικογένειας- δεν υπήρξαν εύκολα τα πράγματα αλλά αυτά είναι χιλιοειπωμένα: τις έβριζαν τις Σμυρνιές γιατί πλενόντουσαν κάθε μέρα και γιατί ασβέστωναν τα σπίτια συχνά. Κρατούσαν αλλιώτικη προφορά και είχαν άλλα αντέτια.Μερικά χρόνια μετά η προγιαγιά, δυνατή και γενναία, βρήκε δεύτερο άντρα, έκανε κι άλλα παιδιά. Έζησε, λοιπόν, Κατοχή και πόλεμο και αντίσταση και μετεμφυλιακό κράτος. Έζησε και το ’55 και τα Ιουλιανά. Έζησε όσο να δει τη μάνα μου, μεγάλο κορίτσι στο σχολείο και να καμαρώσει την πρώτη της οικογένειας που θα μορφωνόταν, γιατί το θεωρούσε σημαντικό. Μόνο που -όσο λέει η ιστορία μας- δεν χαμογέλασε ποτέ, δεν έβγαλε ποτέ τα μαύρα και δεν πήγε σε γάμους των παιδιών της. Το μεγάλο της πένθος ήταν ότι δεν ξαναγύρισε πίσω. Στην δισεγγόνα που πήγε στο σχολείο έμεινε η εικόνα της Αγίας Μαργαρίτας με το σπαθί, μια εικόνα ρωμαιοκαθολικής τεχνοτροπίας. Η Αγία Μαργαρίτα η “θαλασσοβρεγμένη” που πέρασε το Αιγαίο…

Ιστορίες σαν την παραπάνω δεν υπάρχουν μόνο στο δικό μου σόϊ. Υπάρχουν σε χιλίαδες σόγια. Στα σχολικά βιβλία αναφέρεται ως αριθμός προσφύγων το 1.221.849, με βάση τα στοιχεία της απογραφής του 1928. Μάλιστα ως μέρη από όπου ήρθαν διαβάζουμε: Μικρά Ασία, Ανατ. Θράκη, Πόντος, Κων/πολη, Καύκασος, Ρωσία, Βουλγαρία, Σερβία, Αλβανία, Άλλες περιοχές (Δωδεκάνησα, Ρουμανία, Κύπρος, Αίγυπτος). Αν κάτσουμε και το καλοσκεφτούμε, όλοι αυτοί οι άνθρωποι ούτε μεταξύ τους, ούτε με τους “παλαιοελλαδίτες” μπορούσαν να συνεννοηθούν ακόμα και στα πιο απλά πράγματα. Λοιπόν, το γλωσσικό ή το ζήτημα των εθίμων έμπαινε στην ημερήσια διάταξη, όπως πάντα μπαίνει το ζήτημα της συνύπαρξης. Κι όμως η ζωή τα έφερε έτσι που όλα λύθηκαν και κανείς δεν θυμάται σήμερα, αν οι Σμυρνιές ασβέστωναν τα σπίτια ή έκαναν μπάνιο κάθε μέρα και πόσο σκάνδαλο μπορεί αυτό να προκαλούσε στους παλαιοελλαδίτες.

Επίσης η ρημάδα η ταξική πάλη πήρε τα πάνω της. Όσο κι αν δεν το ομολογούν τα σχολικά βιβλία και η “κρατική ιστορία”, οι πρώτοι που πολέμησαν στην Αλβανία ήταν πρόσφυγες που είχαν, μέσα σ’ όλα, και την ανάγκη να υπερασπιστούν τη νέα πατρίδα ή να δείξουν ότι κι αυτοί είναι Έλληνες, ίσως και να ξεπληρώσουν ένα χρέος που ένιωθαν δικό τους ενώ δεν υπήρξε ποτέ. Ακόμα, αν δεν υπήρχαν οι πρόσφυγες, κυρίως τα παιδιά τα γεννημένα στην Ελλάδα μετά το 1922, το ΕΑΜ κι ο ΕΛΑΣ, δεν θα είχε τόσους μάχιμους στις πόλεις και την ύπαιθρο. Όπως τα γράφει πολύ ωραία και συγκεντρωμένα ο φίλος μου ο Ιάσονας Χανδρινός (Το τιμωρό χέρι του λαού, 2012): “είναι αυταπόδεικτο πως σε ορισµένες προσφυγικές συνοικίες, το ΕΑΜ απολάµβανε της µαζικής αποδοχής του κόσµου ή, στην χειρότερη περίπτωση, της ανοχής του. Συνοικίες όπως η Καισαριανή, η Καλλιθέα, ή η Κοκκινιά έτρεφαν και έδιναν άσυλο για έναν ολόκληρο χρόνο σε πολιτικές οργανώσεις, στελέχη, τυπογραφεία και τουλάχιστον 200 ένοπλους µαχητές που οπλοφορούσαν ανοιχτά στους δρόµους, έμεναν σε σπίτια ή κοιμόντουσαν άφοβα σε ταράτσες”. Και στο ίδιο σημείο μας θυμίζει αποσπάσματα από τη Μέλπω Αξιώτη που ανέφερε πως: “Εµείς στο ∆ουργούτι είµαστε οι Αρµένηδες […] Εµείς πρωτοφτιάσαµε τον ΕΛΑΣ της πόλης […] Μονοκούκι το ∆ουργούτι ήτανε µαζί µας” αλλά και “Τα Αρµενάκια τα σκοτώνανε µες στα κρατητήρια µόνο και µόνο επειδή ήταν Αρµενάκια”…

Οι πρόσφυγες λοιπόν, πέρα από άνθρωποι που έχουν την άναγκη μας τώρα, άμεσα, είναι και ένα κομμάτι ζωντανό που δεν είναι μόνο περατάρικο. Φυσικά και θα φύγει η πλειοψηφία και το αίτημά μας είναι να ανοίξουν τώρα τα σύνορα για να περάσουν οι άνθρωποι. Να το πω αλλιώς, δεν θέλω να στα σύνορα της χώρας μου που δεν είναι σε πόλεμο, να γίνουν εκατόμβες αθώων νεκρών για συμφέροντα άλλων. Πέρα από αυτό όμως καλό θα είναι να ξέρουμε ότι θα μείνει και κόσμος αρκετός. Κι αυτός ο κόσμος δεν πρέπει να μείνει ούτε σε γκέτο, ούτε σε φυλακές, ούτε σε στρατόπεδα.

Ξεφυλλίζοντας το Δευτερονόμιο θα πέσει κανείς πάνω σε μια πολύ όμορφη φράση (Δευτ. 23: 16-17): “Οὐ παραδώσεις παῖδα τῷ κυρίῳ αὐτοῦ, ὃς προστέθειταί σοι παρὰ τοῦ κυρίου αὐτοῦ· μετὰ σοῦ κατοικήσει, ἐν ὑμῖν κατοικήσει οὗ ἂν ἀρέσῃ αὐτῷ, οὐ θλίψεις αὐτόν.”δηλαδή: “Μην παραδώσεις παραπαίδι (ή δούλο αλλιώς) στον κύριό του, ο οποίος ήρθε να μείνει με σένα παρά τη θέληση του κυρίου του. Με σένα θα μείνει, θα μείνει ανάμεσά σας όπου θέλει αυτός, δεν θα τον στεναχωρήσεις”. Άρα, στα χωριά μας, που τα ερήμωσε η καπιταλιστική ανάπτυξη του προηγούμενου αιώνα, στις πόλεις μας, στις γειτονιές μας, στα άδεια σπίτια μας. Εκεί θα μείνουν. Μαζί μας. Στην αρχή ίσως είναι περίεργα και το “καλημέρα” δεν το ξέρουμε και στα συριακά, στα φαρσί ή στα ούρντου ή δεν ξέρω σε ποια άλλη γλώσσα. Αλλά η ζωή έχει τον τρόπο της και εμείς που έχουμε ματώσει στον οικονομικό πόλεμο που τόσα χρόνια μας συμβαίνει, έχουμε κι εμείς τον δικό μας τρόπο. Θα μοιραστούμε ό,τι φτώχια έχουμε τώρα, για να πάρουμε δύναμη για το αύριο. Να δυναμώσουμε την αλληλεγγύη, να την κάνουμε πολιτική πράξη, να πλατύνουμε τις τάξεις μας, να φέρουμε κόσμο που θα αγωνιστεί μαζί μας και όχι εναντίον μας. Για να ξανακάνουμε αυτόν τον τόπο, μια όμορφη γωνιά να τη λέει κανείς πατρίδα, από όπου κι αν ξεκίνησε κάποτε κι ας κουβαλάει μαζί του τα δικά του ενθύμια για να δώσει στα δικά του δισέγγονα…

ΥΓ: Κι επειδή η προσφυγιά είναι το τραγούδι της….

Sunday, March 13, 2016

Ο Παλληκαρίδης είναι το γέλιο των παιδιών μας

Του Αλέκου Μιχαηλίδη

«Το πρώτο μισό του 20ού αιώνα εμείς ήμασταν αποικία της Βρετανίας κι αυτό συνέβαλε σημαντικά στη διαφοροποίηση της νοοτροπίας μας από την Ελλάδα», δήλωσε ο Πρόεδρος Αναστασιάδης, μια βδομάδα μετά τον απείρου κάλλους λόγο του στο μνημόσυνο του Αυξεντίου στον Μαχαιρά, αποδεικνύοντας για μια ακόμα φορά τη μετριότητά του. Μια μετριότητα, που αν και υπήρχε πάντοτε σε αυτόν τον τόπο (από τους κοτζαμπάσηδες μέχρι τους «χειροκροτητές» του 1878), εξαφανίστηκε από το 1955 μέχρι το 1959, όταν οι ασύγκριτοι μάγκες της ΕΟΚΑ αποφάσισαν να τελειώσουν με την αποικιοκρατία και να μας ενώσουν με την Ελλάδα.

Μια μετριότητα που δεν τόλμησε να εισβάλει στις τότε Κεντρικές Φυλακές, όταν τα μεσάνυχτα της 13ης προς 14η Μαρτίου 1957 ένας πιτσιρικάς, 19 χρονών, Παφίτης από την Τσάδα, αποφάσιζε (κανείς δεν τον ανάγκασε) να κρεμαστεί για την Ελλάδα και την ελευθερία του. Μια μετριότητα, που αν και συναντάται πολλάκις σήμερα, σε όλες τις κινήσεις των κάθε λογής ηγετίσκων, σε όλες τις ομιλίες των Αναστασιάδηδων και των Κυπριανού, είχε εξαφανιστεί τότε, όταν ο Καραολής, ο Δημητρίου, ο Δράκος, ο Αυξεντίου, ο Ευαγόρας, ο Μάτσης, νέοι άλλης εποχής, κατάφεραν να κάνουν σκόνη τα όνειρα για αιώνια υποδούλωση των Ελλήνων του νησιού.

Νέοι άλλης εποχής, όχι μονάχα επειδή μεγάλωναν με άλλες αξίες, αλλά επειδή ήθελε μαγκιά και ψυχή βαθιά για να γράψει ένας 17χρονος «παλιοί συμμαθηταί, αυτή την ώρα κάποιος λείπει ανάμεσά σας, κάποιος που φεύγει αναζητώντας λίγο ελεύθερο αέρα, κάποιος που μπορεί να μη τον ξαναδείτε παρά μόνο νεκρό. Μην κλάψετε στον τάφο του, δεν κάνει να τον κλαίτε. Λίγα λουλούδια του Μαγιού σκορπάτε του στον τάφο. Του φτάνει αυτό μονάχα». Κι ακόμη, ήθελε μαγκιά για να πει ένας 18χρονος ενώπιον τρανών αποικιοκρατών «γνωρίζω ότι θα με κρεμάσετε. Ό, τι έκαμα, το έκαμα ως Έλλην Κύπριος, όστις ζητεί την Ελευθερίαν του. Τίποτα άλλο».

Μαγκιά, που δυστυχώς μετατράπηκε σε μια αβάστακτη και ατέλειωτη μετριότητα ή ελαφρότητα στις μέρες μας. Δεν γνώριζε, προφανώς, ο Παλληκαρίδης, ότι οι τωρινοί συνομίληκοί του θα αποκαλούσαν επανάσταση τους πολλαπλούς συμβιβασμούς τους. Πως ακόμη και πάνω από το μνήμα του θα μιλούσαν για «ρεαλισμούς», οι αθεόφοβοι, ότι κι αν σημαίνει αυτό. Πως, νέοι, θα «επαναστατούσαν» για να κάνουν τον κόσμο χειρότερο, για να εξαντλήσουν την «ελπίδα», για να «θάψουν» την Κερύνεια (και τη Μόρφου;), για να εξαφανίσουν δια παντός εκείνες τις πέντε συλλαβές που τόσο αγάπησε. Ε-λευ-θε-ρί-α.

Ο Παλληκαρίδης είναι ένας από εμάς. Είναι (όχι «ήταν») από έναν άλλον κόσμο. Τα μεσάνυχτα της 13ης Μαρτίου, τα χαράματα της 14ης Μαρτίου, κρέμασε ολόκληρη τη βρετανική αυτοκρατορία κι ας την επικροτούν ακόμα οι «λόρδοι» του νησιού, δεξιοί, κεντρώοι, αριστεροί. Ο Παλληκαρίδης από τότε, από την ώρα που ακούστηκε η καταπακτή στα ιερά Φυλακισμένα Μνήματα, «κρεμά» όσους θέλουν να κρεμάσουν αυτόν τον τόπο. Τους «κρεμά», τους αφήνει με ανοιχτά στόματα, όταν γράφει ξανά και ξανά το ανεπανάληπτο «είναι καλό πράγμα να πεθαίνει κανείς για την Ελλάδα. Ώρα 7:30. Η πιο όμορφη μέρα της ζωής μου. Η πιο όμορφη ώρα. Μη ρωτάτε γιατί». «Κρεμά» τους γέρους που, σαν νέοι αποικιοκράτες, εγγυώνται την «πρόοδο», «κρεμά» τους νέους που σαν ζωντανοί-νεκροί ακολουθούν ηγέτες κομμάτων και προέδρους κατοχικών και μη καθεστώτων,επαναλαμβάνοντας «θα βαδίσω χαρούμενος στην τελευταία μου κατοικία». Ο Βαγορής είναι ένας από εμάς. Ο Ευαγόρας δεν φαντάστηκε πως εκείνη η «ανηφοριά» του θα γινόταν η ζωή και ο δρόμος μας. Δεν φαντάστηκε ότι στο όνομά του θα ερωτευόμασταν, με τη σκέψη στον Καραβά και στο Δίκωμο. Δεν φαντάστηκε ότι μαζί μας θα ανταμώσει, μαζί μας θα πάρει την άλλη (ή την ίδια) «ανηφοριά» που διασχίζει και θα διασχίσει κάθε γωνιά του τόπου, τη Λευκωσία, τη Μόρφου, την Κερύνεια, την Καρπασία, την Αμμόχωστο. Ο Ευαγόρας είναι δικός μας. Ξεροκατάπιαμε επανειλημμένα μπροστά στην αγχόνη του, προσκυνήσαμε τη μεγάλη μορφή του. Ο Ευαγόρας είναι οι «ελιές» του Μόντη (πάνω στον ρότσον τους), το «δειν» του Πασιαρδή (έρεσσεν τζιει που τα βουνά τζι έστεκεν μες τις ώρες), η «γη» του Μιχαηλίδη (το ’νιν αντάν να τρώει την γην τρώει την γην θαρκέται), ο «σπόρος» του Λίπέρτη (το ίδιον χωράφι), το «τραντάφυλλον» του Βασιλείου (ανοίξαν το τραντάφυλλον τζι εβκάλαν τους που μέσα). Ο Βαγορής είναι η Ελλάδα που αντιστέκεται. Ο Ευαγόρας είναι η ανηφοριά που πάει στη λευτεριά. Ο Παλληκαρίδης είναι το γέλιο των παιδιών μας.

Saturday, March 12, 2016

Αυτόματη Ταμειακή Μηχανή

Του Δημήτρη Γ. Μαγριπλή

Τις απόκριες αποφάσισα να μασκαρευτώ. Θα γινόταν και η εκδήλωση των Φιλοπροόδων και φυσικά κανείς δεν έπρεπε να λείψει. Από μέρες προετοιμάστηκα και κανόνισα ακόμη και το τραπέζι που θα με φιλοξενούσε τη μεγάλη βραδιά.

Το μόνο που με απασχολούσε ήταν η στολή. Τι να ντυνόμουνα; Είχα ήδη αποκλείσει παλαιότερες εμφανίσεις μου. Άλλωστε δεν μου έκανε τίποτα. Πάχυνα τον τελευταίο χρόνο και ακόμη και η στολή του κλόουν που είχε περιθώρια μέσης μού έμπαινε με ζόρι. Ήμουνα σε δεινή κατάσταση. Έπρεπε να διαλέξω προσωπικότητα έξω από τετριμμένα και μακριά από κοινοτυπίες. Κάτι που να υποδηλοί νόημα και να κλείνει το μάτι σε όλα τα κακώς κείμενα της εποχής. Να γίνω το σύμβολο των φετινών αποκρεών και να παραλάβω το βραβείο από τα χέρια του ίδιου του Δημάρχου. Κάτι συγκεκριμένο δεν μου έβγαινε με τίποτα. Μπροστά στο χάλι της γελοιοποίησης αποφάσισα να συγκεντρώσω τη σκέψη μου.

Έπρεπε να γίνω ο καρνάβαλος της χρονιάς και σαν τέτοιος αποκλείεται να παρουσιαστώ σαν γελαδάρης της δύσης, πρίγκιπας, ή Ρωμαίος στρατιώτης. Φυσικά άγγελος, δαίμονας ή παπάς δεν μου το επέτρεπε η συνείδησή μου. Φυλακισμένος ήταν τόσο αποτρόπαιο, ειδικά μετά τις εκμυστηρεύσεις του φίλου μου του Φωτεινού, που έμεινε κάμποσο στο σωφρονιστήριο της Αθήνας. Να ντυνόμουνα ιπτάμενο αντικείμενο; Απαιτούσε δύσκολο και ακριβό εξοπλισμό και τα χρήματα που είχα δεν το επέτρεπαν. Δημοσιογράφος ήταν κάτι προκλητικό μα ταυτόχρονα έπρεπε να μεταφέρω συνέχεια εκείνο το μαρκούτσι και να παίρνω ασταμάτητα συνεντεύξεις από τους παρευρισκόμενους. Άσε που κινδύνευα από τους κουκουλοφόρους της βραδιάς, που υπέθετα ότι θα ήταν αρκετοί. Να ντυθώ αστυνόμος;

Μπα, τραγωδία, σκέφτηκα. Πού να κουβαλάω ασπίδα και ρόπαλο και να φοβάμαι να εκτεθώ σε δημόσια θέα. Επιπλέον θα έπρεπε να ανταποδίδω, τουλάχιστον για να είμαι πειστικός, κάθε τι που θα μου πετούσαν. Να ντυθώ Εβραίος, Άραβας ή μαύρος; Αποκλείεται. Πρώτον δεν είμαι ρατσιστής και δεύτερον στην εποχή μας τίποτα από τα παραπάνω δεν βγάζει γέλιο. Τα δύο πρώτα σφάζονται μεταξύ και το τρίτο διοικεί τον πλανήτη. Τι να ντυθώ επομένως; Πόλεμος ή αιτία πολέμου; Ψηλός όμως δεν είμαι, ούτε γυμνασμένος και προπάντων δε λέω με ρητορικό τρόπο απίθανα πράγματα. Άσε που έχω αλλεργία στο κάρβουνο που έπρεπε να βάλω στο πρόσωπό μου. Τι να υποκριθώ λοιπόν; Ότι θα αλλάξω τον κόσμο και να κρύβω το μαστίγιο κάτω από το κουστούμι μου όλο το βράδυ; Εκτός από επώδυνο θα ήταν και επικίνδυνο. Κάτι ο ιδρώτας, κάτι η ανατομία του πράγματος… Ανατρίχιαζα με την πιθανότητα. Να ντυθώ χρηματιστήριο; σκέφτηκα. Υπήρχε ο φόβος κάποια στιγμή να βρεθώ γυμνός από την κατρακύλα που έπρεπε να έχουν τα ρούχα μου. Όσες τιράντες και να έβαζα η πτώση θα ήταν σίγουρη. Να ντυθώ πιστωτική κάρτα!

Έλαμψε μέσα μου η ιδέα. Ποιος όμως θα γελούσε με την παρουσία μου; Κανένας δεν θα ήθελε να κάτσει δίπλα μου και ίσως κάποιος πιωμένος μπορεί να μου ριχνόταν με μίσος για να με σκίσει. Δεν ήμουνα για τέτοια. Θα ντυθώ στεγαστικό δάνειο! Αναφώνησα. Θα βάλω μια στέγη από χαρτόνι στο κεφάλι μου, φόρμα εργοταξίου, γαλότσες και θα κρατάω ένα μάτσο επιταγές με την φωτογραφία των κληρονόμων μου επάνω τους. Χρειάζομαι όμως και παρτενέρ. Να κάνει τον τραπεζιτικό υπάλληλο και να κρατάει χειροπέδες. Άντε να τον βρεις, είπα και απογοητεύτηκα. Θα ντυθώ μαγαζί, κατέληξα. Δεν θα έχει γούστο όπως. Όλη η στολή δύο χαρτόνια περασμένα με σκοινί από το κεφάλι. Εκπτώσεις και διάλυση. Μπα, θα φορέσω στολή πρωθυπουργού. Είναι λίγο κοινοτυπία αλλά έχει εκείνη τη μάσκα που σε τρελαίνει. Κάτι μεταξύ ούφο και ξένου τουρίστα. Θα είναι και πολιτικοί στην εκδήλωση. Φαντάσου κάποιος από αυτούς να μου κάνει υπόκλιση. Δεν θα το αντέξω. Σχέσεις με μασκαράδες περιωπής δεν είχα ποτέ. Ίσως γιατί κατά βάση πάντοτε φοβόμουνα τις μπούλες.

Ήμουνα σε αδιέξοδο. Τίποτα δεν μου έκανε και τίποτα δεν μπορούσε να ικανοποιήσει την επιθυμία μου. Έψαχνα ανέλπιδα για κάτι ιδιαίτερο και πετυχημένο. Τι άραγε; Βοήθεια δεν είχα από κανένα για τον απλούστατο λόγο ότι κανείς δεν μαρτυρούσε από πριν την ιδέα του και κανένας δεν κουβέντιαζε τέτοιο σπουδαίο γεγονός στο παραπέντε της προετοιμασίας. Κινδύνευα να μην παραστώ, όταν δέχθηκα το τηλεφώνημα της ξαδέλφης μου της Ασπασίας.
Να ντυθείς ΑΤΜ, μου είπε και μάλλον γέλαγε και μετά το τέλος της συνδιάλεξης. Όλοι θα θέλουν να σε πλησιάσουν. Λίγοι θα τα καταφέρουν και ακόμη πιο λίγοι θα τολμήσουν να κάνουν ανάληψη. Ακόμη και τότε, με την ένδειξη πρόβλημα στο μηχάνημα, επιστρέφεις την κάρτα και ούτε γάτα ούτε ζημιά. Στην έσχατη πλαστική κάρτα σου δίνουν, τα χρήματα της Μονόπολης τους επιστρέφεις. Μην το σκέφτεσαι, θα είσαι το σύμβολο της γιορτής.

Ενθουσιάστηκα με την υπόδειξη. Το πρόβλημα ήταν πώς να φτιάξω την στολή. Δεν είχα περιθώρια χρόνου και έτσι βρέθηκα να πίνω πορτοκαλάδα έξω από μια μεγάλη τράπεζα. Περιεργάστηκα το μηχάνημα, σχεδίασα πρόχειρα τη στολή και γύρισα στην αποθήκη μου για τα περαιτέρω. Πράγματι είχα όλα τα υλικά. Πάντοτε φύλαγα σκουπίδια με την υπόθεση ότι ίσως κάποτε τα χρειαστώ. Και είχα δίκιο. Πίσω από το ντεπόζιτο με το λάδι βρήκα το τεράστιο κουτί από το ψυγείο που είχαμε αγοράσει πρόσφατα. Το πήρα, το άνοιξα και το χάζευα με περίσκεψη. Του κόλλησα μια οθόνη, ένα πληκτρολόγιο, άνοιξα μια σχισμή για τις κάρτες και άλλη μια ψηλά για να βλέπω. Επίσης δύο τρύπες για τα χέρια μου που αποφάσισα να τα επενδύσω με μαύρο πανί ίδιο με αυτό που είχαν παλιά οι υπάλληλοι για να μην τρίβονται τα μανίκια. Θα φόραγα και γάντια γυναικεία ώστε να υπάρχει τόνος γοητείας αλλά και κανείς να μην καταλάβει το φύλο μου. Επιτέλους ήμουν έτοιμος. Συνεννοήθηκα με τον γείτονα να με πάει με το αγροτικό ώστε να μην ταλαιπωρηθώ και με την προϋπόθεση ότι δεν θα με προδώσει.

Η γιορτή άρχιζε στις δέκα. Περίμενα περίπου μια ώρα και αφού υπέθεσα ότι ο κόσμος θα έχει γεμίσει το μαγαζί φορτώθηκα στην καρότσα και με οδηγό έναν κοινότυπο καουμπόι βρέθηκα υπό τους ήχους κλαρίνων και βιολιών. Με άνεση στάθηκα μπροστά από μια κολόνα ώστε να μην ενοχλώ και φυσικά να μην κινδυνεύω να τσαλαπατηθώ από κανέναν. Είχα προνοήσει και είχα κάτω από την αμφίεση και μια καρέκλα σπαστή από αυτές που παίρνει κανείς μαζί του στο ψάρεμα. Καθόμουν λοιπόν και ψάρευα πελάτες. Έρχονταν παρέες και με πείραζαν. Συνήθως τους ευχαριστούσα με χειραψία μετά την είσοδο και έξοδο της κάρτας στην υποδοχή μου. Κάποιοι με κλωτσούσαν και άλλοι με έφτυναν, ενώ ορισμένοι μου έλεγαν τον πόνο τους. Εγώ βράχος, δεν έβγαζα λέξη για να μην προδοθώ.

Ακόμη και όταν ο πιωμένος ναύτης μου πρότεινε να βάλει την κάρτα του στην οπή μου με πονηρά χαμόγελα. Προτίμησα να του δείξω τα πέντε μου δάχτυλα ως απάντηση και λίγο έλειψε να παρεξηγηθούμε. Κάποιος ψύχραιμος του εξήγησε ότι είμαι μόνο ένα ΑΤΜ και μάλιστα απροστάτευτο στην μέση του πουθενά. Ηρέμησε και συνέχισε να χορεύει τσάμικο. Ένας αστυφύλακας ήρθε και ακούμπησε πάνω μου για προστασία. Ένιωσα ήρεμος. Δεν είναι και λίγο να σε αγγίζει η δημόσια ασφάλεια. Τι το ΄θελε;

Τα κουτάκια της μπύρας που δέχθηκα μέχρι να φύγει ο τύπος δεν μετριώνται. Τα απέφευγε και κρυβόταν προς στιγμήν πίσω μου. Μετά έβγαζε το κεφάλι, έβριζε και ανταπέδιδε τα βόλια. Απέναντι μια παρέα με σπανιόλες χόρευε τρελά και παρέσυρε και τον αστυνόμο μου. Οι μισές ήταν έγκριτοι πολίτες της πόλης και προφανώς ξέδιναν κάτω από τις μάσκες. Τι κέφι! Όλο το μαγαζί στον αέρα. Ο δήμαρχος ντυμένος Ομπάμα έβγαζε λόγο και δίπλα του ο αντιδήμαρχος ντυμένος με ένα σεντόνι και κρατώντας ένα φλεγόμενο, δήθεν, σταυρό το έπαιζε οπαδός του. Δίπλα γνωστός κρεοπώλης ντυμένος αρνάκι βέλαζε και ο πρόεδρος του κυνηγετικού συλλόγου, ντυμένος κοκκινοσκουφίτσα έτρεχε να τον πιάσει. Η κυρία Μαρίκα, επώνυμη της ενορίας, είχε ντυθεί τροτέζα και ο κύριος Σάκης ο μανάβης, ως αμερικάνος πεζοναύτης, την ρωτούσε μάλλον για την τιμή. Η κυρία Νίτσα, γνωστή για την ελευθεριότητά της, είχε ντυθεί κατηχητόπουλο και μοίραζε την «φωνή Κυρίου» και ο Κυριάκος, γνωστός αντιεξουσιαστής της περιφέρειας, παπάς. Με την διαφορά ότι αντί για λιβανιστήρι κρατούσε μια μπουκάλα με ένα στουπί.

Γύρω στη μία η μουσική σταμάτησε. Η πρόεδρος του Συλλόγου Φιλοπροόδων, ντυμένη τσολιάς ανέβηκε στο πάλκο. Ήταν η ώρα για τις βραβεύσεις. Στα ουρητήρια συνωστίστηκε κόσμος πολύς. Η ουρά έφτανε μέχρι τη σάλα. Βρήκα την ευκαιρία λοιπόν και κινήθηκα με προσοχή προς τα εμπρός. Βρέθηκα στην πρώτη σειρά του ακροατηρίου. Πράγματι άξιζε τον κόπο η κίνηση. Είχα την εποπτεία και σε γωνιές που μέχρι τότε δεν μπορούσα να ελέγξω. Ο γραμματέας του συλλόγου ντυμένος παπάκι άνοιξε τον φάκελο και άρχισε να διαβάζει τις βραβεύσεις. Φωνές, χειροκροτήματα, φελλοί από σαμπάνια να πετάγονται στον αέρα. Βρισκόμουνα στο κέντρο της προσοχής. Είχα πάρει το πρώτο βραβείο. Ήμουνα ο καρνάβαλος της χρονιάς. «Στον ΑΤΜ, το σύμβολο της εποχής», τόνισε ο γραμματέας. Έβαλα τα κλάματα και κόντεψε να χαλάσει το χαρτόκουτο από την υγρασία. Ευτυχώς κανείς δεν το υποψιάστηκε και όλοι συνέχισαν με κέφι να επαινούν την επιτυχή αμφίεσή μου.

«Βγάλε την κούτα. Ωεο, βγάλε την κούτα ...», φώναζε ρυθμικά ο κόσμος και νομίζω ότι κανείς δεν μπορούσε να του χαλάσει το κέφι. Απέναντί μου ο δήμαρχος Ομπάμα ετοιμαζόταν να μου παραδώσει το βραβείο. Προσεκτικά λοιπόν έβγαλα την αμφίεση. Πρώτα απεγκλώβισα τα χέρια και ύστερα με μια κίνηση δύο παρευρισκόμενοι, ο Κινέζος και ο Πούτιν με ξεσκέπασαν. Με ένα χαμόγελο όλο περηφάνια, απελευθερωμένος από την αφόρητη ζέστη κοιτούσα το πλήθος. Μα αντί για αποθέωση έβλεπα πρόσωπα τεντωμένα και μάτια κόκκινα να με κοιτούν με έκπληξη. Το μάτι μου πήγε στον καθρέφτη απέναντι. Ω, Θεέ μου! Ήμουν σχεδόν γυμνός. Στην φούρια μου είχα ξεχάσει την πιθανότητα της επιτυχίας και τα παρεπόμενά της. Για να μην σκάσω είχα φορέσει μόνο το κάτω εσώρουχό μου που έκρυβε αχνά τη φύση μου. Το σύμβολο ήταν γυμνό και ΄γώ κατακόκκινος από ντροπή. Πρόλαβα και κρύφτηκα κάτω από την μπέρτα του φίλου μου του Ζορό και τρέχοντας γλύτωσα το κάψιμο που επιβάλλει το έθιμο για τον καρνάβαλο.

«Ντενεκές ξεγάνωτος»

Του Γιώργου Καραμπελιά

Περιφέρεται, με το βλακώδες χαμόγελό του, ανάρμοστο απέναντι στη δεινή κατάσταση της χώρας του, από Βρυξέλλες σε Σμύρνη και από Κωνσταντινούπολη σε Μαξίμου. Κάθε νέα «βόλτα» του κατεβάζει ένα ακόμα σκαλί την Ελλάδα, οδηγώντας τη προς το χαίνον βάραθρο, που αυτός και η παρέα του έχει ανοίξει.
Εκλιπαρεί πλέον το ΔΝΤ να επιστρέψει, γλύφει ως υποτακτικός τον Νταβούτογλου, έχει μεταβάλει τη χώρα ολόκληρη σε περίκλειστο στρατόπεδο.
Τον καρπαζώνουν από παντού. Και όχι μόνον οι συνήθεις Σόϊμπλε και Ερντογάν, αλλά και οι «φίλοι» του Αυστριακοί, ακόμα και τα Σκόπια και οι Αλβανοί.
Ο Ολλανδός χοιροβοσκός μας εμπαίζει ανοικτά –περί «συζήτησης για το χρέος»– και ο Πολωνός αποκαλύπτει πως συνυπέγραψε τον αποκλεισμό της χώρας.
Μόνο του μέλημα πως θα παραμείνει μερικές ημέρες ακόμα στην εξουσία, για να παίζει τρίλιζα με τον Καρανίκα και τον Ιάγο της συμφοράς.
Όσο για τις ρητορικές του αποστροφές αναδεικνύονται ως αυτό που ήταν πάντοτε, ατέλειωτες κενολογίες, αναρίθμητα ψεύδη, καταστροφικές παλινωδίες, γελοίοι ψευτοπαληκαρισμοί.
Αίφνης, όμως, όλο και περισσότεροι ανακαλύπτουν πως απατήθηκαν, καθολικά, ολοκληρωτικά, ανελέητα.
Πώς ένας ολόκληρος λαός δεν μπορούσε να διακρίνει το προφανές; Πώς τόσοι «διανοούμενοι» δεν άκουγαν τον ήχο του ντενεκέ, πίσω από το αλαλάζον κύμβαλο; Πως τον έσπρωξαν στην εξουσία, τόσοι και τόσοι; Από τον Αλαβάνο μέχρι τη γάτα… Ψυχάρη, από τον Καραμανλή μέχρι τον Λαλιώτη; Πως τον ύμνησαν και τον δοξολογούσαν διανοούμενοι, όπως ο Γιανναράς;
Μήπως γιατί ένα είδος συλλογικής παραίσθησης–παράκρουσης συμπαρέσυρε όλη τη χώρα; Ή μήπως γιατί η χώρα βρίσκεται σε παρακμή και το μαγαζί είναι σάπιο, γιατί σε αυτό κυριαρχούν ανθρωπάρια και τιποτένιοι; Δημοσιογράφοι και εκδότες της συφοράς, Μαυρίκοι, ψευδοφιλόσοφοι, ψευδοοικονομολόγοι, Τσακαλώτοι, Βαρουφάκηδες και Κατρούγκαλοι.
Οι καλύτεροι, δυστυχώς, παραμένουν δειλοί, αποσυρμένοι στον εαυτό τους, αυτιστικοί – αδυνατούν να επικοινωνήσουν με τους άλλους.
Το λαϊκό σώμα, αλλοιωμένο, πλαδαρό, περιδεές απέναντι στην πιθανότητα μιας αντίστασης, που όσο βαθαίνουν τα αδιέξοδα θα γίνεται όλο και πιο επώδυνη, αποζητά μια θαυματουργή λύση, ένα… δημοψήφισμα, έναν… Αρτέμη Σώρρα, έναν… Αλέξη Τσίπρα.
Και πρώτη πράξη κάθαρσης η αναγνώριση πως ο βασιλιάς είναι γυμνός. Για τα υπόλοιπα οψόμεθα…

Πηγή: Εφημερίδα ΡΗΞΗ

Friday, March 11, 2016

Περί «αριστεράς και δεξιάς» με αφορμή το μεταναστευτικό-προσφυγικό

Ορισμένοι «δεξιοί», και κυρίως όσοι κινούνται γύρω από έναν άξονα τον οποίον θα μπορούσαμε να περιγράψουμε σχηματικά ως γερμανική «δεξιά», παραξενεύονται με - και ειρωνεύονται - την ανοχή, την ηπιότητα ή τη μη ανθρωποφαγία που έχει επιδείξει μέχρι στιγμής μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στο μεταναστευτικό-προσφυγικό [*], θεωρώντας την προηγούμενη στάση ως απόδειξη της εγγενούς «αριστεροσύνης» της ή/και της λεγόμενης «ιδεολογικής ηγεμονίας της αριστεράς». Αυτό που αγνοούν ή δεν καταλαβαίνουν είναι πως η συγκεκριμένη στάση δεν έχει να κάνει καθόλου με την «αριστερά» (η οποία βέβαια την οικειοποιείται και την καπηλεύεται), αλλά με το ηθικοθρησκευτικό και αξιακό υπόστρωμα της ελληνικής κοινωνίας (το οποίο απεχθάνονται - ως πολιτισμικοί χιμπατζήδες και γενίτσαροι που είναι - διότι το θεωρούν αποτρεπτικό παράγοντα του «εκδυτικισμού» και άρα του «εκσυγχρονισμού», καθώς θεωρούν τον πρώτον ως προϋπόθεση του δεύτερου).

Το εξέφρασε πολύ όμορφα και στον πυρήνα του ο Aρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος: "Αυτό είναι το μεγαλείο της Ορθοδοξίας, όταν γυναίκες δεν διστάζουν να βυζάξουν τα παιδιά των πονεμένων ανθρώπων".

Επί αυτού του ηθικοθρησκευτικού και αξιακού υποστρώματος παρασιτεί μια κάποια «αριστερά» και πάνω σε αυτό οικοδομεί την ηθική της κεφαλαιοποίηση. Βέβαια οι δικαιωματοκράτες «αριστεροί» μεταμοντέρνοι οπαδοί της υπερ/μετα-εθνικότητας και της μετα-δημοκρατίας (υπάρχουν και «δεξιοί» τέτοιοι) βγάζουν φλύκταινες με μια τέτοια παρατήρηση λόγω του αντι-κληρικαλισμού και του ριζοσπαστικού δυτικισμού και κοσμικισμού που έχουν κληρονομήσει εξ αιτίας της γαλλικής καταγωγής τους. Άλλωστε αυτά είναι τα μόνα στοιχεία που τους έχουν απομείνει από τη Γαλλική Επανάσταση, καθώς στις μέρες μας έχουν συνάψει, μαζί με «δεξιούς» ευρωπαϊστές, μιας μορφής Προοδευτική Ιερά Συμμαχία, υπό την έννοια της πλήρους αναίρεσης της Γαλλικής Επανάστασης ως κατοχύρωσης της λαϊκής κυριαρχίας μέσω ενός ρωμαλέου μαζικού εθνικού δημοκρατικού κινήματος και θεμελίωσης του εθνικού και δημοκρατικά κυρίαρχου κράτους.

Ως πολιτισμικοί γενίτσαροι και χιμπατζήδες που είναι και αυτοί (επίσης ενστερνίζονται το δόγμα «εκδυτικισμού-εκσυγχρονισμού» το οποίο έχει αναιρεθεί από την πραγματικότητα αλλά παραμένει ισχυρό σε επίπεδο ιδεολογίας) αποστειρώνουν και αποθρησκειοποιούν το ηθικοθρησκευτικό και αξιακό υπόστρωμα και τα περιεχόμενα του, τα οποία παρουσιάζουν ως ευαισθησία, αλληλεγγύη και ανθρωπισμό (δηλαδή ως φιλελευθερισμό). Βασικά αυτή η «αριστερά» είναι ιμπεριαλιστική (δεν έγραψα φιλο-ιμπεριαλιστική) και αποτελεί το ηθικοπολιτισμικό συμπλήρωμα μιας κάποιας «δεξιας», έχοντας ως κύριο χαρακτηριστικό της τη συνεχή απο-πολιτικοποίηση των περισσότερων ζητημάτων.

Όπως η θρησκεία αποτέλεσε μια προβιά για τη «δεξιά» (που στο φαίνεσθαι κουβαλά την Παναγία ενώ στην ουσία κουβαλά και προσεύχεται στο €uro), έτσι και ο μυθικός - αλλά κατ' ουσίαν βερμπαλιστικός - «αντι-δυτικισμός» της «αριστεράς» δεν αποτελεί παρά μια μάσκα (μόλις φτάσουν τα πράγματα στα άκρα και έχει να επιλέξει ανάμεσα σε Γαλλία - η οποία μαζί με τις Η.Π.Α αποτελούν τους φορείς της οικουμενίστικης παράδοσης -, ριζοσπαστικό δυτικισμό και κοσμικισμό από τη μια μεριά, έναντι οποιασδήποτε άλλης επιλογής από την άλλη, θα επιλέξει φυσικά την πρώτη. Άλλωστε είναι ευρωκεντρική).

Η ελληνική κοινωνία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί - χρησιμοποιώντας σχηματικά τους όρους - ως ηθικά ή κοινωνικά συντηρητική και πολιτικά ριζοσπαστική [**]. Μια «δεξιά» που δεν έχει συνειδητοποιήσει αυτά τα στοιχειώδη πράγματα αποτελεί παράγοντα καθυστέρησης για τη χώρα και φέρει η ίδια ευθύνες για την πολιτική ανισορροπία στην Ελλάδα. Μια «αριστερά», από την άλλη, που δεν συνειδητοποιεί πως ο ριζοσπαστικός κοσμικισμός - τον οποίον μοιράζεται με τους «δεξιούς» οικονομιστές ευρωφιλελεύθερους - και το αντιθρησκευτικό πνεύμα βρίσκεται σε υποχώρηση παντού σε παγκόσμια κλίμακα [***], με τη σειρά της θα ενισχύσει την πολιτική ανισορροπία στη χώρα (τροφοδοτώντας «ασυμμετρίες»).

Αυτά τα γράφω γιατί οδεύουμε σε χαώδες κενό μεταξύ κοινωνίας και κράτους. Όποιος δεν το βλέπει είναι είτε τυφλός, είτε οπαδός ή θύμα του κομματικού και παραταξιακού λαϊκισμού και φανατισμού.

Η χώρα, μιλώντας αισιόδοξα, προκειμένου να προχωρήσει χρειάζεται μια «αριστερά» και μια «δεξιά» του 21ου αιώνα (και όχι της δεκαετίας του '90, του Τέλους της Ιστορίας και της μονοπολικότητας). Οικονομικά, πολιτικά, ηθικά και πολιτισμικά.

Σημειώσεις[*] 

Πάντως κάθε κοινωνία έχει τα όρια της.

[**] Οικονομικά, η ελληνική κοινωνία, ίσως θα μπορούσε να θεωρηθεί «οργανικιστική», σε συνάφεια με αυτό που παλαιότερα ονομαζόταν ''distributism''.

[***] Αυτή η παγκόσμια υποχώρηση δεν αποτελεί παροδικό φαινόμενο, και καλό θα ήταν να το συνειδητοποιήσουν όλοι, «αριστεροί και δεξιοί», προκειμένου να προετοιμάζονται. Το να έχεις μέσα στη βουλή ένα πολυκομματικό μονοκόμματισμό (δηλαδή πολλά κόμματα που στη βάση τους δεν αποτελούν παρά διαφορετικές αποχρώσεις του ίδιου πράγματος) και τηλε-εικονική ή τυπική νομιμοποίηση, δεν σημαίνει πως εκτός βουλής το χάσμα κοινωνίας-κράτους δεν γιγαντώνεται. Και όταν γιγαντώνεται το χάσμα μεταξύ κοινωνίας και κράτους - και το κομματικό σύστημα, αποσυνδέεται, σφραγίζεται και στεγανοποιείται από την κοινωνία ολοένα και περισσότερο - τα συνθήματα δεν αρκούν.


Πηγή: Blog  Δ`~. Κοσμοϊδιογλωσσία

Monday, March 7, 2016

Η Λέστερ όλου του κόσμου

Ας φανταστούμε έναν άνθρωπο που γεννήθηκε, μεγάλωσε και συνεχίζει να ζει στο Λέστερ. Ας τον ονομάσουμε Ρομπ και ας υποθέσουμε ότι έχει πατήσει τα 50. Λογικά κάπου στη δεκαετία του 70′ ο πατέρας του Ρομπ θα πήρε τον πιτσιρικά για πρώτη φορά στη Φίλμπερτ Στριτ, όπου βρισκόταν για περισσότερα από 100 χρόνια η έδρα της ομάδας, πριν αυτή μετακομίσει το 2002 στο τωρινό σύγχρονο γήπεδο της.

Όπως τα περισσότερα παιδιά ο μικρός Ρομπ θα ενθουσιάστηκε με τη νέα αυτή ανακάλυψη και θα ξεκίνησε να δηλώνει φίλος της Λέστερ, όπως ο μπαμπάς του. Φυσικά οπαδός της δεν έγινε εκείνη τη μέρα. Κανένας δεν γίνεται οπαδός τη μέρα που πατάει για πρώτη φορά σε ένα γήπεδο. Πραγματικός οπαδός γίνεσαι μόνο τη μέρα που σκάει η πρώτη καλή σφαλιάρα, ανακαλύπτεις ότι η ενασχόληση αυτή κρύβει και πίκρες (ή σε αρκετές περιπτώσεις κυρίως πίκρες) και συνειδητά αποφασίζεις ότι θα συνεχίσεις να ασχολείσαι και να στηρίζεις ανεξαρτήτως αποτελέσματος.

Και αυτή η πρώτη σφαλιάρα δεν πρέπει να άργησε καθόλου να φτάσει στον Ρομπ. Μια ομάδα-ασανσέρ μεταξύ πρώτης και δεύτερης κατηγορίας υποστηρίζει άλλωστε, που στα 132 χρόνια ιστορίας της δεν έχει κερδίσει ούτε ένα πρωτάθλημα, δεν έχει κερδίσει ούτε ένα κύπελλο Αγγλίας και έχει παίξει τρεις φορές, όλες κι όλες, σε ευρωπαϊκή διοργάνωση. Λίγο μετά την πρώτη σφαλιάρα, λογικά θα έσκασε και η δεύτερη. Και στο καπάκι και η τρίτη, απλά και μόνο για να καλυφθεί το πολύ μικρό ενδεχόμενο να μην συνειδητοποίησε πλήρως το μέγεθος της «ομαδούλας» που αποφάσισε να ακολουθήσει.

Για λόγους που όπως έχουμε πει αρκετές φορές δεν μπορούν και δεν έχει νόημα να αναλυθούν, ο Ρομπ επέλεξε να παραμείνει στο πλευρό της Λέστερ. Την ακολούθησε σε πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά της Αγγλίας, την είδε να προσπαθεί να παραμείνει με νύχια και με δόντια στην Πρέμιερ Λιγκ ή και στη δεύτερη κατηγορία, να τρώει γκολ με το τσουβάλι, να παίζει μπάλα που δεν βλέπεται αν δεν έχεις κατεβάσει πέντε μπύρες πιο πριν, να υποβιβάζεται τόσες πολλές φορές που να είναι σχεδόν αδύνατον να θυμηθεί ποιες ακριβώς χρονιές έπαιζε στην πρώτη και ποιες στη δεύτερη κατηγορία, να χάνει με κάθε πιθανό τρόπο, ακόμα και σε περιπτώσεις που πιστεύεις πως είναι αδύνατο να χάσει, και όμως έμεινε εκεί, δίπλα της. Βροντοφωνάζοντας «Foxes never quit».



Πριν μερικά χρόνια την είδε να πέφτει ακόμα και στην τρίτη κατηγορία! Και δεν μιλάμε για κάποια προηγούμενη γενιά, δεκαετίες πριν, αλλά για το 2009. Δεν την εγκατέλειψε ούτε εκεί. Το λένε και τα νούμερα. Ακόμα και εκείνη τη σεζόν ο μέσος όρος προσέλευσης των “αλεπούδων” δεν έπεσε κάτω από τις 20.000. Ούτε οι εκδρομές σταμάτησαν. Όλα αυτά τα χρόνια στη δεύτερη και στη τρίτη κατηγορία η Λέστερ είχε πάνω-κάτω 2.000 πιστούς οπαδούς που την ακολουθούσαν σε κάθε παιχνίδι, ανεξαρτήτως απόστασης και δυναμικότητας του αντιπάλου. Από το Ίπσουιτς και το Μπρίστολ μέχρι το Τσέλτεναμ, το Χέρεφορντ και το Κόλτσεστερ.

Φαντάσου, για παράδειγμα, τον Ρομπ σε ένα λεωφορείο, ένα βροχερό Σαββατόβραδο του 2009, να επιστρέφει ταλαιπωρημένος από το μακρινό Καρλάιλ, έχοντας κάνει 700 χιλιόμετρα αυθημερόν για ένα παιχνίδι τρίτης κατηγορίας. Σκέψου να υπήρχε τρόπος με μια χρονομηχανή να βρεθείς σ” εκείνο το πούλμαν με τους οπαδούς της Λέστερ, μόνο και μόνο για να μπορείς να παρατηρήσεις τις φάτσες τους όταν τους πεις ότι λίγα χρόνια μετά η αγαπημένη τους ομάδα θα βρίσκεται μόνη πρώτη στη βαθμολογία, με πέντε βαθμούς διαφορά, εννιά παιχνίδια πριν το τέλος. Και όχι στη βαθμολογία της 3ης ή της 2ης κατηγορίας αλλά σ’αυτήν της Πρέμιερ Λιγκ.

Με έναν προπονητή στον πάγκο που λίγο καιρό πριν θα έχει χάσει εντός έδρας ακόμα και από τα Νησιά Φερόε, με αρχηγό έναν Τζαμαϊκανό αμυντικό που θα παίζει μόλις για 2η χρονιά στην Πρέμιερ Λιγκ, με έναν άσημο Γάλλο κόφτη που δεν θα έχει ούτε μια κλήση στις μικρές εθνικές και θα έχει μια χρονιά μόνο προϋπηρεσία σε πρώτη κατηγορία, με έναν άγνωστο Γαλλοαλγερινό στο κέντρο, που θα προέρχεται από μια γαλλική ομάδα δεύτερης κατηγορίας, και με έναν 29χρονο Άγγλο στην επίθεση, που την εποχή εκείνη έκανε καριέρα στις ερασιτεχνικές κατηγορίες της χώρας!



Δεν ήμουν οπαδός της Λέστερ και δεν πρόκειται να γίνω τώρα. Δεν υπάρχει «θέμα μόδας», όπως λένε διάφοροι εκ φύσεως αντιδραστικοί που λατρεύουν τη φράση «έμαθε ο κάθε άσχετος την/τον (όνομα ομάδας/παίκτη που έχει αποκτήσει ξαφνικά υπερβολική φήμη)». Δεν μ’ενδιαφέρει καν να υπεραναλύσω το πως και το γιατί, να ψάξω τη «μυστική συνταγή», να δω πως ακριβώς εξηγείται αυτή η παράλογη πορεία και γιατί ένα τσούρμο μέτριων, κυρίως, παικτών αντέχει τόσους μήνες πάνω από ομάδες εκατοντάδων εκατομμυρίων. Δεν με ενδιαφέρει, όπως ακριβώς δεν ενδιέφερε (σχεδόν) κανέναν πως γίνεται επιστημονικά το σουτ του Ρομπέρτο Κάρλος με τη Γαλλία να σχημάτισε τέτοια απίστευτη καμπύλη. Κάποια πράγματα είναι όμορφα χωρίς να χρειάζονται εξτρά αναλύσεις. Το ποδόσφαιρο, ευτυχώς, είναι γεμάτο από τέτοια.

Απλά χαίρομαι και απολαμβάνω αυτό το παραμύθι που ζει η Λέστερ και μου είναι αδιανόητο να μην το υποστηρίξω. Γιατί πίσω από την πολύ όμορφη ιστορία που ο μικρός τα βάζει στα ίσα, χωρίς βρώμικα τρικ και άσχημο στυλ, με τους μεγάλους και αναπάντεχα τους κερδίζει (η οποία, φυσικά, από μόνη της είναι άξια θαυμασμού και στήριξης, στην εποχή της όλο και αυξανόμενης ανισότητας που ζούμε), υπάρχουν χιλιάδες, δεκάδες χιλιάδες Ρομπ που έβαλαν πλάτη τόσα χρόνια και υπέμειναν τις πίκρες και τα ποδοσφαιρικά σκατά μιας ολόκληρης ζωής ξέροντας ότι το πιθανότερο είναι πως δεν θα πάρουν πίσω τίποτα πέρα από πολύ μικρές, περιστασιακές χαρές.

Έτσι, περισσότερο κι από το να το πάρει για τον Ρανιέρι, τον Βάρντι, τον Μαρέζ, τον Καντέ και όλους τους άλλους άγνωστους, μέχρι πρόσφατα, ήρωες του ρόστερ της, περισσότερο κι από το να το πάρει για όλους τους απλούς ποδοσφαιρόφιλους του πλανήτη που ψάχνουν έναν ακόμα λόγο να αγαπήσουν αυτό το παιχνίδι με το οποίο μεγάλωσαν, η Λέστερ πρέπει να ολοκληρώσει αυτό το ονειρικό ταξίδι και να πάρει αυτό το πρωτάθλημα για όλους τους Ρομπ της κερκίδας της αλλά και για τους Ρομπ όλου του κόσμου, που κάποτε επέλεξαν να στηρίξουν μέχρι τέλους μια μικρή ομάδα, ξέροντας καλά πως τους μεγάλους τελικούς και τα παιχνίδια που κρίνουν τίτλους θα τα βλέπουν από την τηλεόραση.

Πηγή: El Sombrero