μεταναστες

μεταναστες

Friday, May 18, 2018

Ο Μάης του ‘68 πέρα από τις Επετείους και τις Μνήμες

Συνέντευξη: Yavor Tarinski

Μετάφραση-Εισαγωγικό σημείωμα: Ιωάννα Μαραβελίδη

Η Kristin Ross έδωσε συνέντευξη για το Περιοδικό Βαβυλωνία, ανιχνεύοντας τα νοήματα και τη σημασία του Μάη του ‘68, μισόν αιώνα ακριβώς μετά το ξέσπασμά του. Μπορούν οι σημερινές κοινωνίες να πιάσουν το νήμα από εκεί ακριβώς που το άφησε εκείνος ο μακρινός Μάης; Ένας Μάης που έμελλε να γραφτεί ανεξίτηλα στην παγκόσμια ιστορία των κοινωνικών κινημάτων και που αποτελεί ως τις μέρες μας σημείο διαμάχης και διαφορετικών ερμηνειών μεταξύ κομματιών της Αριστεράς και της Αντιεξουσίας. Σε έναν άλλον Μάη, τον φετινό αυτή τη φορά, στο B-FEST, έχουμε τη μεγάλη χαρά να συνεχίσουμε δια ζώσης τον πολύ ενδιαφέροντα διάλογο που ανοίξαμε με την Kristin Ross καθώς η ίδια θα παρευρίσκεται στην Αθήνα, μεταξύ των ομιλητών του φεστιβάλ.

Η Kristin Ross είναι Αμερικανίδα, καθηγήτρια στο Παν/μιο της Νέας Υόρκης, επηρεασμένη σε μεγάλο βαθμό από τη Γαλλική Φιλοσοφική Σχολή. Ασχολείται εδώ και δεκαετίες με τα κοινωνικά κινήματα και τις αστικές εξεγέρσεις στη Γαλλία. Είναι συγγραφέας πολλών βιβλίων μεταξύ των οποίων τα: “May ’68 and Its Afterlives”, “Communal Luxury: The Political Imaginary of the Paris Commune” και “The Emergence of Social Space: Rimbaud and the Paris Commune”.

Yavor Tarinski: Φέτος συμπληρώνονται 50 χρόνια από τον εξεγερτικό Μάη του ’68, όταν η νεολαία του Παρισιού βγήκε στους δρόμους, αμφισβητώντας τις κυρίαρχες κοινωνικές ιεραρχίες και τους καθιερωμένους μύθους. Ποια είναι, κατά τη γνώμη σας, η σχέση που μπορεί να έχει αυτή η ημερομηνία με εμάς σήμερα;

Kristin Ross: Οι κατηγορίες που χρησιμοποιούνται συχνά, όπως η «παρισινή νεολαία» ή ακόμα και ο «Μάης του ‘68», αποτελούν επί της ουσίας κάποιες αφηγήσεις, τις οποίες προσπάθησα να αμφισβητήσω και να αποδομήσω στο βιβλίο μου Ο Μάης του ’68 και οι Μετέπειτα Ζωές του (May ’68 and Its Afterlives). Ίσως η συνεχιζόμενη χρήση αυτών των όρων να αποτυπώνει και την επιμονή για συγκεκριμένα σχήματα λόγου και εικόνες που εξυπηρετούν στην αντίληψη του κοντινού μας παρελθόντος. Δεν αντιλαμβάνομαι τη «νεολαία» ως το per se πολιτικό υποκείμενο του ’68, δεν βλέπω τα γεγονότα ως αυτά να έλαβαν χώρα βασικά στη γαλλική πρωτεύουσα· ακόμη και το σύνολο των πολιτικών εξεγέρσεων και των κοινωνικών αναταραχών παγκοσμίως, στο οποίο αναφερόμαστε όταν μιλάμε για το «’68», δεν περιοριζόταν μόνο στον μήνα Μάιο.

Επομένως, αν αυτό που ονομάζουμε «Μάης του ’68» φέρει οποιαδήποτε σχέση με εμάς σήμερα, τότε θα πρέπει να την ανιχνεύσουμε έξω από τα όρια της ερώτησης που μου θέσατε, κάτι που θα προσπαθήσω να κάνω και στην ομιλία μου στο B-fest: στη δυτική Γαλλία ίσως ή και στα περίχωρα του Τόκιο· στους καρπούς αναπάντεχων συναντήσεων πολύ διαφορετικών ειδών ανθρώπων –εργαζομένων και αγροτών, λόγου χάρη, ή Γάλλων φοιτητών και Αλγερινών μεταναστών– και στην πολιτική υποκειμενοποίηση που πυροδοτείται από αυτή τη συμπλοκή· στους σπουδαίους «περατεταμένους αγώνες», όπως αυτούς του Λαρζάκ και τoυ εργοστασίου της LIP στη Γαλλία που διαπέρασαν τη μακρά δεκαετία του ’60 (μία πολιτική ακολουθία που εκτείνεται κατά τη γνώμη μου από τα τέλη του ’50 ως τα μέσα του ’70) και αποκτά επομένως μία διάρκεια πολύ μεγαλύτερη από τον μήνα Μάιο.

Y.T.: Η περίοδος αυτή έχει θεωρηθεί από πολλούς ως καθοριστική στην εξέλιξη του επαναστατικού λέγειν και πράττειν. Από τη μία, διέψευσε την ιδέα ενός προκαθορισμένου επαναστατικού υποκειμένου, ήτοι την εργατική τάξη, ενώ από την άλλη αμφισβήτησε τα προνόμια και την ηγεσία των «πεφωτισμένων ειδικών» της επανάστασης, αντιπαραβάλλοντας ριζοσπαστικές μορφές άμεσης δημοκρατίας. Παρ’όλα αυτά, κάποιες φωνές της Αριστεράς είδαν ακριβώς αυτή τη δημοκρατική αποκέντρωση ως το βασικό αίτιο για την αποτυχία της εξέγερσης, αφού κράτησε μακριά τα κοινωνικά κινήματα της εποχής από την κατάληψη της κρατικής εξουσίας. Εσείς από την άλλη, φαίνεται πως διαφωνείτε με μία τέτοια αφήγηση. Τι ήταν τελικά αυτό που έκανε τα εξεγερτικά γεγονότα του Μάη του ’68 να αποτύχουν στην προσπάθειά τους να μετασχηματίσουν ριζικά την κοινωνία, αν δεχτούμε ότι «απέτυχαν»;

K.R.: Προσπαθώ να μην βάζω ποτέ τον εαυτό μου στη θέση του να «μετρήσει» την επιτυχία ή την αποτυχία μίας εξέγερσης ή ενός κοινωνικού κινήματος. Πιστεύω πως η λογική της αποτυχίας ή της επίτευξης μας απομακρύνει από τη μελέτη των παρελθοντικών κινημάτων και πως αποτελεί μία υπερβολικά επίμονη λογική. Θα δώσω ένα παράδειγμα: 2 χρόνια πριν, είχα μία συζήτηση με τον Αλαίν Μπαντιού, κατά τη διάρκεια της οποίας, ο ίδιος επέμενε για την αποτυχία της Παρισινής Κομμούνας. Μπήκα στον πειρασμό να τον ρωτήσω πώς θα έμοιαζε, κατά τη γνώμη του, μία επιτυχημένη Κομμούνα της εποχής εκείνης! Μου φαίνεται πάντα πολύ δύσκολο να ξεχωρίζω τι θεωρείται επιτυχημένο και τι αποτυχημένο. Υπάρχει μία αγγλική έκφραση: Πόσα χελιδόνια φέρνουν το καλοκαίρι;

Τα συμβάντα που με έχουν απασχολήσει –ο Μάης του ’68 και η Παρισινή Κομμούνα– είναι ο παράδεισος αυτών που εγώ αποκαλώ «ενοχλητικούς συνοδηγούς», αυτών δηλαδή των –μετά τα γεγονότα ειδικών– που παρερμηνεύουν τους ιστορικούς πρωταγωνιστές και φτιάχνουν έναν κατάλογο των λαθών τους. Γιατί οι κομμουνάροι δεν κατευθύνθηκαν στις Βερσαλλίες; Γιατί δεν οργανώθηκαν καλύτερα στρατιωτικά; Γιατί σπατάλησαν τον πολύτιμό τους χρόνο, καυγαβίζοντας στο Δημαρχείο του Παρισιού, το Οτέλ ντε Βιλ (υποθέτωντας, βεβαίως, πως γνώριζαν το επικείμενο τέλος που καθιστούσε τον χρόνο τους τόσο πολύτιμο); Γιατί δεν άρπαξαν τα χρήματα από την τράπεζα; Γιατί οι Γάλλοι εργάτες σταμάτησαν την απεργία τους, κατά τη διάρκεια του ’68;

Φαντάζει απίστευτη αυτή η ακλόνητη επιθυμία του είτε να δώσουμε ένα μάθημα στο παρελθόν, είτε να πάρουμε ένα μάθημα από τις παρελθοντικές «αποτυχίες» (που καταλήγει στο ίδιο πράγμα). Με τον Μπαντιού, προσπάθησα με αρκετούς τρόπους να αποφύγω το παιδαγωγικό παράδειγμα που υιοθετούσε ως προς το παρελθόν. Μίλησα για το πώς επιτεύχθηκε μία πραγματική αίσθηση απελευθέρωσης και δικτύου αλληλεγγύης για όσους έζησαν την Κομμούνα. Μίλησα για τις ιδέες που εκφράστηκαν, και μένει να τις αναλογιστούμε, ακριβώς από την ίδια τη δημιουργική φύση του συμβάντος. (Φυσικά οι δύο αυτές παρατηρήσεις ισχύουν και για το ’68). Παρ’ όλα αυτά, το Médiapart, το μέσο που φιλοξένησε τη συζήτησή μας, κυκλοφόρησε τελικώς τη συνέντευξη με τίτλο «Τα μαθήματα της Κομμούνας»!

Αυτό που φαίνεται είναι, νομίζω, το πόσο πολύ η προοδευτική σκέψη της χειραφέτησης λειτουργεί ακόμη σαν να υπάρχουν κάποιοι κοινοί προσυμφωνημένοι στόχοι, που μένουν να επιτευχθούν, και σαν να μπορούν αυτοί οι στόχοι να οριστούν επακριβώς και να εκτιμηθούν αντικειμενικά ως επιτυχημένοι ή αποτυχημένοι, σύμφωνα με τετριμμένες νόρμες ή κριτήρια του 2018. Νομίζω πως οι άνθρωποι απολαμβάνουν να βρίσκονται στη θέση του να καταδεικνύουν μετά από ένα γεγονός τι ήταν δυνατό, αδύνατο, πρόωρο, καθυστερημένο, ξεπερασμένο ή μη ρεαλιστικό στην κάθε χρονική στιγμή. Αυτό όμως που χάνεται, όταν κάποιος υιοθετεί μια τέτοια στάση, είναι κάθε αίσθηση πειραματικής διάστασης της πολιτικής.

Για να καταφέρω να αφουγκραστώ την Κομμούνα ή αυτά που έλαβαν χώρα σε αρκετά μέρη το ’68, ως εργαστήρια πολιτικής εφευρετικότητας, και να δω τις δυνατότητες που τέθηκαν σε κίνηση, όταν καθημερινοί άνθρωποι εργάστηκαν από κοινού για να διαχειριστούν τις κοινές τους υποθέσεις, χρειάστηκε να αποδεσμευτώ εντελώς από κάθε ίχνος αυτού του είδους της λογικής του «ισολογισμού», την οποία περιγράφω.

Y.T.: Στο βιβλίο σας Ο Μάης του ’68 και οι Μετέπειτα Ζωές του, αναφέρετε πως οι ανώνυμοι αγωνιστές, που δραστηριοποιούνταν στην καθημερινή και από τα κάτω πολιτική των γειτονιών, αντικαταστάθηκαν στην «επίσημη» μνήμη από τους αρχηγούς και τους εκπροσώπους που εμφανίστηκαν αργότερα. Ένα παρόμοιο μοτίβο παρατηρείτε και σε μία άλλη επαναστατική στιγμή στο βιβλίο σας Η Κοινοτική Πολυτέλεια: Το Πολιτικό Φαντασιακό της Παρισινής Κομμούνας (Communal Luxury: The Political Imaginary of the Paris Commune). Γιατί συμβαίνει αυτό και πώς θα μπορούσαν οι καταπιεσμένοι να ξαναδιεκδικήσουν την ιστορία τους;

K.R.: Γράφω το κάθε βιβλίο μου προκειμένου αυτό να παρέμβει σε συγκεκριμένες καταστάσεις. Στα τέλη της δεκαετίας του ’90, άρχισα να σκέφτομαι το ’68 και τον τρόπο με τον οποίο αυτό μνημονεύται, συζητιέται, ευτελίζεται και ξεχνιέται με τα χρόνια. Η αιτία του έντονου ενδιαφέροντός μου τότε, με αυτό το ερώτημα, δεν είχε να κάνει σε τίποτα με μία επέτειο ή ακόμη μία τεχνητή ημέρα μνήμης.

Αντιθέτως, αυτό που με παρακίνησε ήταν ο τρόπος με τον οποίο οι εργατικές απεργίες του 1995 στη Γαλλία, που ακολουθήθηκαν από τις πορείες κατά της παγκοσμιοποίησης στο Σιάτλ και τη Γένοβα, ενέπνευσαν νέες εκδηλώσεις πολιτικής έκφρασης στη Γαλλία και αλλού, και νέες μορφές ενός σθεναρού αντικαπιταλισμού, μετά από τη μακρά αδράνεια του ’80. Ήταν αυτό το αναζωογονητικό πολιτικό μομέντουμ που με οδήγησε στη συγγραφή της ιστορίας μου για τις μετέπειτα ζωές του Μάη. Τα εργατικά κινήματα είχαν απομακρύνει ένα αίσθημα λήθης, αν όχι ασημαντότητας, που είχε παγιωθεί για την περίοδο γύρω από το ’68, και ένιωσα την ανάγκη να δείξω τον τρόπο με τον οποίο τα γεγονότα, όσα δηλαδή συνέβησαν συγκεκριμένα σε ένα εκπληκτικά ευρύ φάσμα καθημερινών ανθρώπων σε όλη τη Γαλλία, δεν είχαν απλά αποτραβηχτεί από τη δημόσια προβολή αλλά στην πραγματικότητα είχαν ενεργώς ‘εξαφανιστεί’ πίσω από τείχη μεγαλόπρεπων αφηρημένων εννοιών, ξεπερασμένων κλισέ και αστήριχτων επικλήσεων. Η επανεμφάνιση του εργατικού κινήματος το ’90 ταρακούνησε την ασάφεια γύρω από το ’60, που πήγαζε από όλες τις εικόνες και εκφράσεις που είχαν τεθεί στη Γαλλία και αλλού από έναν συνδυασμό δυνάμεων -τα μίντια, τον θεσμό του εορτασμού της επετείου και τους πρώην αριστεριστές (gauchistes) που ‘μεταλλάχθηκαν’ σύμφωνα με τις επιταγές της αγοράς.

Εκείνη την περίοδο, λίγα μόνο πρόσωπα -όπως ο Bernard Henri-Levy, ο Andre Glucksmann, ο Bernard Kouchner, ο Daniel Cohn-Bendit και ο Alain Finkielkraut- ήταν ορατά και μόνο οι φωνές τους ακούγονταν στον αέρα, εξιστορώντας αυτό που θεωρούνταν ως η επίσημη γνώμη του κινήματος. Αυτοί οι αυτοανακηρυγμένοι και αναγορευμένοι από τα μίντια εκπρόσωποι (έχουμε αντίστοιχους και στις Η.Π.Α.), εκ των οποίων όλοι θα μπορούσαν να αποποιηθούν ξανά και ξανά με το παραμικρό τα νεανικά τους λάθη, είναι αυτοί που στο βιβλίο μου αποκαλώ ως «λειτουργούς της επίσημης μνήμης».

Οι εργατικές απεργίες του χειμώνα του 1995, δεν κατάφεραν μόνο να αναγκάσουν την κυβέρνηση σε υποχώρηση στο θέμα των αλλαγών των συντάξεων για τους δημόσιους υπαλλήλους αλλά και απέσπασαν τον έλεγχο της μνήμης του ’68 από τους επίσημους εκπροσώπους, υπενθυμίζοντας στους ανθρώπους κάτι που όλες οι συνδυασμένες δυνάμεις της λήθης, συμπεριλαμβανομένης και αυτής που παρατηρούμε σήμερα ως ένα είδος αμερικανοποίησης της μνήμης του γαλλικού Μάη, φρόντισαν να τους κάνουν να ξεχάσουν: ότι ο Μάης του ’68 αποτέλεσε το μεγαλύτερο και μαζικότερο κίνημα στη σύγχρονη γαλλική ιστορία, η πιο σημαντική απεργία στην ιστορία του γαλλικού εργατικού κινήματος και η μόνη «γενικευμένη» εξέγερση που βίωσαν οι δυτικές, υπεραναπτυγμένες χώρες από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά.

Σε κάθε μαζικό πολιτικό κίνημα από τα Αριστερά, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος του να συμβεί αυτό που αποκαλώ «προσωποποίηση» -η διαδικασία αυτή όπου οι άνθρωποι που εμπλέκονται σε ένα οριζόντιο κοινωνικό κίνημα μαζικής κλίμακας χωρίς αρχηγούς, επιτρέπουν στις δυνάμεις της τάξης ή στα μίντια να περιορίσουν την «αντιπροσώπευση του κινήματος» και την αναφορά του σε αυτό, σε λίγες μόνο κεντρικές προσωπικότητες. Αυτή, όμως, η μονοπώληση της μνήμης ενός συμβάντος από επίσημους εκπροσώπους δεν συνέβη στην πραγματικότητα τόσο πολύ στην Κομμούνα, όσο το ’68. Μετά από ό,τι συνέβη, πολλοί κομμουνάροι έπεσαν νεκροί στο τέλος της «Ματωμένης Εβδομάδας», οι επιζώντες διασκορπίστηκαν στην Ευρώπη, ακόμα και στις Η.Π.Α.. Παρ’όλη τη λογοκρισία από την πλευρά της γαλλικής κυβέρνησης, οι επιζώντες μπορούσαν να δημοσιεύσουν τα απομνημονεύματα και τις καταγραφές τους, κυρίως στην Ελβετία.

Οι ιστορικοί που γράφουν στον απόηχο της Κομμούνας τείνουν, φυσικά, να εστιάζουν την προσοχή τους στις ίδιες προσωπικότητες: για παράδειγμα στην Louise Michel ή στον Gustave Courbet. Στη σκέψη μου για τις ιστορικές διεργασίες, βρίσκω πως είναι πάντα ενδιαφέρον να τοποθετώ αυτού του είδους τους άνδρες και γυναίκες, που «ηγούνται», σε δεύτερο πλάνο -ακόμη κι αν είναι μόνο για να δούμε το τι καθίσταται πλέον ορατό.


Y.T.: Στο βιβλίο σας Η Ανάδυση του Κοινωνικού Χώρου: Ο Ρεμπώ και η Παρισινή Κομμούνα (TheEmergence of Social Space: Rimbaud and the Paris Commune) περιγράφετε πως η Κομμούνα δεν αποτέλεσε μόνο έναν ξεσηκωμό ενάντια στις πράξεις της Δεύτερης Γαλλικής Αυτοκρατορίας αλλά, ίσως πάνω απ’ όλα, μία εξέγερση ενάντια στις βαθιές μορφές της κοινωνικής οργάνωσης. Για παράδειγμα, ένα στοιχείο που δείχνει να είναι κοινό στην Παρισινή Κομμούνα και στον Μάη του ’68 είναι η σφοδρή επιθυμία των από τα κάτω για τη διάλυση των γραφειοκρατικά επιβαλλόμενων κοινωνικών ρόλων και ταυτοτήτων. Μπορούμε να σκιαγραφήσουμε τέτοιες και άλλες ομοιότητες μεταξύ των δύο αυτών αστικών επαναστατικών εμπειριών;

K.R.: Ναι, πιστεύω πως οι βαθιές μορφές της κοινωνικής οργάνωσης δέχτηκαν επίθεση και στις δύο αυτές στιγμές. Καλλιτέχνες και τεχνίτες στην Κομμούνα κατάφεραν να διαλύσουν, στη ρίζα της, την κεντρική ιεραρχία της καλλιτεχνικής παραγωγής του 19ου αιώνα -την ιεραρχία που προσέφερε στους «καλύτερους» των καλλιτεχνών (γλύπτες και ζωγράφους) τεράστια οικονομικά προνόμια, κύρος και ασφάλεια ως προς τους καλλιτέχνες της διακόσμησης, τους τεχνίτες και τους μάστορες. Και απ΄την άλλη, το ’68 μπορεί κι αυτό να ειδωθεί ως μία μαζική κρίση του φονξιοναλισμού -οι φοιτητές δεν λειτουργούν πια ως φοιτητές, οι αγρότες σταματούν να καλλιεργούν και οι εργάτες σταματούν να δουλεύουν.

Υπάρχει μία ωραία φράση του Maurice Blanchot, μεταξύ άλλων, που συνοψίζει την κατάσταση με αρκετή ακρίβεια. Η ιδιαίτερη δύναμη του Μάη, έγραψε, προήλθε από το γεγονός ότι «σε αυτή την επονομαζόμενη φοιτητική δράση, οι φοιτητές δεν έδρασαν ποτέ ως φοιτητές αλλά ως φανερωτές μιας ολικής κρίσης, ως αγγελιοφόροι μιας δύναμης της ρήξης που έθεσε υπό ερώτηση το καθεστώς, το Κράτος, την κοινωνία». Το ίδιο μπορεί να λεχθεί και για τους αγρότες της εποχής -έδρασαν ως αγρότες αλλά και ως πολλά παραπάνω απ’ ό,τι μόνο ως αγρότες· σκεφτόντουσαν την κατάστασή τους και το ερώτημα της γεωργίας με τρόπο πολιτικό, όχι απλά κοινωνιολογικό.


Y.T.: Το 1988, γράψατε πως αν δεν επιτρέπεται στους εργάτες να μεταβάλλουν τον χώρο και χρόνο που τους αντιστοιχεί, τότε η επανάσταση δεν συνίσταται στην αλλαγή της νομικής μορφής που κατανέμει τον χώρο και τον χρόνο, αλλά στο να μεταβληθεί συνολικά η ίδια η φύση του χώρου και του χρόνου. Τέτοια χαρακτηριστικά παρατηρήθηκαν και στον Μάη του ’68 και στην Κομμούνα. Βλέπετε να υπάρχουν παρόμοιες επαναστατικές προοπτικές στη σύγχρονη εποχή όπου η πολιτική απάθεια, ο άκριτος καταναλωτισμός και ο γενικευμένος κυνισμός φαίνεται να κυριαρχούν;

K.R.: Ο Μάης του ’68 δεν έχει, κατά τη γνώμη μου, κανένα ενδιαφέρον παραμόνο εάν μπορεί να σχηματοποιήσει το υπάρχον και να ρίξει φως στην τρέχουσα κατάσταση. Αν δεν το κάνει αυτό, τότε θα έχουμε δίκιο να τον στείλουμε στον κάδο των αχρήστων. Όπως τοποθετήθηκαν και μία ομάδα ριζοσπαστών ιστορικών στον απόηχο του ’68, «Σκέψου το παρελθόν πολιτικά για να σκεφτείς το παρόν ιστορικά». Το μήνυμά τους ήταν μια διττή επίθεση. Πρώτον: σκέψου το παρόν ως σύγκρουση αλλά και ως κάτι που μπορεί να αλλάξει. Δεύτερον: η ιστορία είναι ένα πολύ σημαντικό ζήτημα, για να αφεθεί στους ιστορικούς.

Κάθε ανάλυση ενός ιστορικού γεγονότος, και ειδικά της περιόδου του ’60, εκφράζει και μία κριτική της τωρινής κατάστασης. Όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με μία προσπάθεια του να ερμηνεύσουμε τη δεκαετία του ’60, θα πρέπει να αναρωτιόμαστε τι είναι αυτό που διεκδικείται στο παρόν, ποιο είναι αυτό που προστατεύεται σήμερα. Αυτές είναι οι ερωτήσεις, με τις οποίες σκοπεύω να ασχοληθώ στην ομιλία μου στην Αθήνα.


*Η παρούσα συνέντευξη δημοσιεύεται στο καινούργιο τεύχος της Βαβυλωνίας #20.

Thursday, May 3, 2018

Μαρούλια

Tου Μιχάλη Μητσού 

Δεν είναι η πρώτη φορά. Ο ταλαντούχος συνάδελφος έχει ασχοληθεί και στο παρελθόν με αυτή την εφημερίδα. Της έχει επιτεθεί, την έχει ειρωνευτεί, την έχει λοιδορήσει, την έχει κατηγορήσει ότι «αναζητεί πελάτες ανάμεσα στα πιο καθυστερημένα, αγριεμένα από την κρίση στρώματα της ελληνικής κοινωνίας». Εχει προαναγγείλει με άγριο ενθουσιασμό το τέλος της. Δεν του βγήκε.
Αλλά τότε ήταν ένας απλός αρθρογράφος. Και στο όνομα της ελευθερίας της έκφρασης μπορούσε να λέει ό,τι θέλει, να χρησιμοποιεί όποιο λεκτικό σχήμα του φαινόταν χαριτωμένο: για τον «Κούλη», τον Στουρνάρα «που δεν είναι στουρνάρι αλλά αντιδραστικός πολιτικός», τα λασπο-ΜΜΕσα και τα ΜαριΝΕΑ. Εδώ μιλούσε μετά την καταστροφή του Τσερνόμπιλ για «αντισοβιετικό νέφος», βεβαιώνοντας ότι μπορούμε να τρώμε άφοβα μαρούλια, και θα δίσταζε να μας καλέσει να στηρίξουμε «την πρώτη κυβέρνηση που προσπαθεί να κερδίσει όσο γίνεται περισσότερα για το καλό της χώρας», αφού όλα δεν τα κέρδισαν «ούτε ο Λένιν ούτε ο Φιντέλ ούτε ο Χο Τσι Μινχ»;
Τώρα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Ο Θανάσης Καρτερός είναι διευθυντής του γραφείου Τύπου του Πρωθυπουργού. Αυτά που γράφει λοιπόν έχουν θεσμική βαρύτητα, έστω κι αν πρόκειται για αναρτήσεις στο Facebook. Το μέτωπο δεν είναι πλέον μεταξύ ενός εμμονικού δημοσιογράφου και ενός ενοχλητικού επιχειρηματία, αλλά μεταξύ του επίσημου εκπροσώπου του Πρωθυπουργού και ενός ιστορικού δημοσιογραφικού ομίλου.
Δεν πρόκειται να υπερασπιστώ εδώ τον εκδότη, όπως δεν «ξελαρυγγιάστηκα» ποτέ για τον προηγούμενο. Δεν είναι αυτή η δουλειά μου, δεν «εκπροσωπώ» και δεν με «εκπροσωπεί» κανείς. Δεν έχουν ανάγκη υπεράσπισης ούτε οι συνάδελφοί μου, εκτίθενται κάθε μέρα υπεύθυνα και επώνυμα απέναντι στους μοναδικούς τους κριτές, τους αναγνώστες. Ενα έχει σημασία αυτή τη στιγμή: να πληροφορηθούν όσο το δυνατόν περισσότεροι πολίτες ότι μετά τον κυβερνητικό εκπρόσωπο που μας χαρακτήρισε «σκουπιδότοπο», ήρθε ο πρωθυπουργικός εκπρόσωπος να μας χαρακτηρίσει «συστοιχία χημικού και βιολογικού πολέμου», «πυροβολαρχία θανάτου» και «νεκρές ψυχές». Εμάς, τους εργαζομένους, όχι τον εκδότη.
Πώς απαντάς σε ένα παραλήρημα; Με ακόμη χειρότερες ύβρεις; Με κοινοτοπίες ακόμη πιο γελοίες από τις δύο Ελλάδες που συγκρούονται ή τη γυναίκα που παραμονεύει να τη βιάσει ο «πρώτος τυχόν τυχοδιώχτης»; Οχι. Η μόνη απάντηση στη χυδαιότητα, απ' όπου κι αν προέρχεται, ήταν, είναι και θα είναι η δουλειά μας.
Σε ένα δικαιώθηκε ο Καρτερός: όταν έγραψε κάποτε ότι «θα έπρεπε τη μοίρα των ΜΜΕ να την καθορίζουν η ιστορία τους, τα ονόματα που υπέγραψαν κατά καιρούς τις στήλες τους, ο ρόλος τους στις δύσκολες περιόδους, η ποιότητά τους». Surprise, αυτό ακριβώς συνέβη. Και συνέβη κόντρα στη θέληση, στις μηχανορραφίες και στις ίντριγκες των επίδοξων Λένιν, Φιντέλ και Χο Τσι Μινχ. Γιατί όταν εκείνοι υμνούσαν τη Σοβιετική Ενωση και έτρωγαν μολυσμένα μαρούλια, εμείς ρουφούσαμε τη σοφία ενός Καραπαναγιώτη.

Πηγή: Εφημερίδα Τα Νέα

Sunday, March 25, 2018

1821:Μύθος, θρύλος και αλήθεια

Για το 1821, στο ντέφι: Νίκος Ψυρούκης, Βασίλης Σφυρόερας, Βασίλης Παναγιωτόπουλος (φωτο Στ. Ελληνιάδης)
Του Νίκου Ψυρούκη

Τo ’21 είναι για μένα ένα πολύ σύνθετο και περίπλοκο φαινόμενο. Δεν είναι απλό. Υπήρξε η πρωταρχική γραμμή, ας πούμε, του Παπαρρηγόπουλου, που το ’βλεπε σαν μια εξέλιξη της εθνικής ιδέας. Μετά ήρθε ο Κορδάτος που χτύπησε, με την κοινωνική σημασία της επανάστασης, την πιο πάνω γραμμή, για να δείξει ότι η επανάσταση είχε κοινωνικό χαρακτήρα, σαν αντίβαρο. Και το ίδιο το ’21 είναι και κοινωνική επανάσταση, γιατί πήγε να βγάλει απ’ την Οθωμανική φεουδαρχία τον Ελληνισμό, και εθνικοαπελευθερωτική επανάσταση γιατί έβγαζε τους υπόδουλους από τον ξένο ζυγό, από την εθνική καταπίεση. Πάντοτε επιμένω ότι το έθνος είναι ένας παράγοντας που δεν μπορούμε να τον αγνοήσουμε. Αν τον αγνοήσουμε παραμορφώνονται τα πράγματα, γιατί έθνος και κοινωνική πραγματικότητα εφάπτονται και οριζόντια και κάθετα. Δηλαδή, και η γλώσσα και τα ήθη και τα έθιμα κ.λπ. αποτελούν κοινωνική πραγματικότητα. Δεν ξέρω μετά από είκοσι χιλιάδες χρόνια, αλλά στην εποχή που ζούμε, η ανθρωπότητα είναι χωρισμένη σε έθνη. Λοιπόν, όταν δεν μπορείς να αναπτύξεις ελεύθερα τη γλώσσα σου, δεν μπορείς να αναπτύξεις ελεύθερα τα ήθη και τα έθιμά σου, τον πολιτισμό σου, τότε δεν μπορείς και ελεύθερα να σκεφτείς, αισθάνεσαι καταπίεση, δεν μπορείς και κοινωνικά να απελευθερωθείς. Το ένα είναι δεμένο με το άλλο πολύ σφικτά.

Το 1821, ήταν, λοιπόν, και κοινωνική και εθνικοαπελευθερωτική επανάσταση. Και εντάσσεται μέσα στο μεγάλο αυτό σύνολο των επαναστάσεων του 19ου αιώνα και είναι ένας απ’ τους πιο σημαντικούς σταθμούς. Γιατί σπάει την Ιερά Συμμαχία, τουλάχιστον στην Ευρώπη∙ δεν μιλάω για Λατινική Αμερική γιατί έχουμε και στη Λατινική Αμερική εκείνη την περίοδο κινήματα εθνικής ανεξαρτησίας και τα λοιπά, αλλά για να βγάλουν τους λαούς της απευθείας από τον αποικιακό ζυγό. Το 1821 φέρει τεράστια αναστάτωση στην εξέλιξη του Ανατολικού ζητήματος, που είναι η διείσδυση της αποικιοκρατίας σ’ αυτό το χώρο, και από την άλλη πάει να δημιουργήσει ένα κράτος, με πρωταγωνιστές το ελληνικό έθνος και την ελληνική αστική τάξη. Η αστικοποίηση που γίνεται στην Ευρώπη, στην Ελλάδα γίνεται εκτός Ελλάδας. Αυτό είναι γνωστό και το λέμε όλοι. Δηλαδή, δεν δημιουργήθηκε το άστυ εδώ, και έχουμε τους φωτισμένους αστούς μας στις παροικίες που έρχονται προς τα εδώ και φέρνουν τις αστικοδημοκρατικές ιδέες προς ένα λαό που είναι σχεδόν αγροτικός. Γι’ αυτό είναι και αγροτικός πόλεμος το ’21.

Έτσι, το 1821 εντάσσεται και στον προβληματισμό των αγροτικών πολέμων. Δεν είναι, δηλαδή, το ’21 ένα φαινόμενο, ένα γεγονός σαν αυτό της Γαλλίας όπου ο αστισμός αναπτύχθηκε εσωτερικά. Στη Γαλλία υπήρχε το πρόβλημα της πολιτικής εξουσίας της νέας αστικής τάξης και της εξάλειψης των φεουδαρχών από την πολιτική εξουσία. Εδώ είχαμε να συντρίψουμε τον Οθωμανό φεουδάρχη, να αντιμετωπίσουμε την αποικιοκρατική διείσδυση των μεγάλων αποικιοκρατικών δυνάμεων, να κάνουμε κοινωνικό μετασχηματισμό και να αστικοποιηθούμε εκ των υστέρων.
Γη και ελευθερία
Κοινός στόχος των εξεγερμένων είναι, των μεν χωρικών, απ’ τη μια μεριά να πάρουν τη γη, απ’ την άλλη να διώξουν τον άπιστο κατακτητή. Αυτό είναι το εθνικό τους. Κοινός στόχος των αστών μας ήταν να δημιουργήσουν ένα σύγχρονο αστικό κράτος, με εθνική χροιά. Αλλά επειδή οι ίδιοι μεγάλωσαν και ανατράφηκαν σε μεγάλα αστικά κέντρα του εξωτερικού, είναι και φορείς εξωτερικών επιδράσεων. Δηλαδή, έχουμε, κάτι που βγαίνει μετά: τους αγγλόφιλους, τους γαλλόφιλους, τους ρωσόφιλους κ.λπ. Γιατί συνδέονται με διάφορα συμφέροντα αυτοί οι άνθρωποι.

Τώρα, τι έμεινε κατά τη γνώμη μου σαν μύθος. Έμεινε σαν μύθος, μέσα στην αγροτιά, όλοι αυτοί οι ωραίοι τύποι, όπως τους εμφανίζει η λαϊκή παράδοση. Από κοντά δεν τους έζησε κανένας μας για να έχει προσωπική γνώμη. Γεγονός είναι ότι πάλεψαν για τη λευτεριά. Έμεινε σαν παράδοση ο αγώνας για την ελευθερία, που είναι πολύ βασικό πράγμα για τον άνθρωπο. Γιατί νομίζω ότι η κοινωνία κινείται από την ανάγκη που έχει ο άνθρωπος για τη λευτεριά του, είτε απέναντι στη φύση είτε απέναντι στην κοινωνία την ίδια που τον έφτιαξε. Αυτό τον κινάει. Δεν τον κινάει τίποτ’ άλλο. Και έμειναν και αρνητικές παραδόσεις και δημιουργήθηκαν και αρνητικοί μύθοι. Ο μύθος των προστάτιδων δυνάμεων. Δεν είναι μόνο θετικοί οι μύθοι.

Από την άλλη ήθελα να πω, σαν πρώτη επαφή του ζητήματος, η απομυθοποίηση νομίζω ότι είναι νιχελισμός. Ο μύθος είναι ο μόνος τομέας όπου ο λαός –ακόμα, δεν ξέρω αργότερα τι θα κάνει– δεν έχει όρια στην ελευθερία της φαντασίας του. Στον τομέα αυτό είναι ακόμα ελεύθερος. Οι ήρωες της επανάστασης είναι αυτοί που ζουν μέσα στον κόσμο. Δηλαδή, ο μύθος των ηρώων αυτών, είναι οι παραστάσεις που ζουν μέσα στον κόσμο. Είναι ο Διάκος, ο Παπαφλέσσας, ο Κολοκοτρώνης, έτσι όπως τους φαντάζεται ο λαός. Θέλει να φαντάζεται ωραίο τον Κολοκοτρώνη, δεν μπορεί να τον εμποδίσει κανένας. Δεν μπορείς να του καταστρέφεις αυτή την ικανότητα που έχει… Δηλαδή, δεν μπορείς να του την καταστρέφεις ό,τι και να κάνεις. Γιατί το έχει ανάγκη. Κι εκεί μπορεί ελεύθερα να φανταστεί. Βέβαια, με την αστικοποίηση της Ελλάδας, ιδιαίτερα μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και την υποχώρηση του αγροτικού κόσμου, είναι επόμενο να υποχωρεί ο μύθος του ’21. Μα δεν χάνεται. Η ανάγκη της ελευθερία δεν ξεριζώνεται.

(αποσπάσματα από πολύωρη συζήτηση μεταξύ των ιστορικών Βασίλη Σφυρόερα, Βασίλη Παναγιωτόπουλου και Νίκου Ψυρούκη, στα γραφεία του περιοδικού, με ερωτήσεις του Γιώργη Έξαρχου και του Στέλιου Ελληνιάδη, ντέφι, τ. 14)

Πηγή: Δρόμος της Αριστεράς

Friday, March 23, 2018

Αυτά που έλεγεν ο Ρήγας*

Συντάκτης: Ευτύχης Μπιτσάκης

Βούλγαροι κι Αρβανίτες και Σέρβοι και Ρωμιοί...(από τον Θούριο)


Περίπου διακόσια χρόνια μετά τον θάνατο του Ρήγα (1753-1798) και τον Θούριο, κήρυγμα για μια Βαλκανική Ομοσπονδία, οι εθνικισμοί οξύνονται στα Βαλκάνια. Πολυεθνικά κράτη, όπως η Γιουγκοσλαβία, βομβαρδίζονται και διαλύονται σε νέα «κράτη» στα οποία μάχονται διαφορετικές εθνότητες, ενώ οι Αμερικανοί εγκαθιστούν μια τεράστια πολεμική βάση στο Κόσοβο, όπου κυριαρχεί η φτώχεια και συνεχίζεται ο εμφύλιος.

Και στα καθ’ ημάς: Η Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, η ΠΓΔΜ, αυτοπροσδιορίζεται ως συνέχεια της αρχαίας Μακεδονίας. Θεωρεί ομοεθνή τον Μέγα Αλέξανδρο και του στήνει ανδριάντα. Ονομάζει δρόμους, πλατείες και αεροδρόμια με ελληνικά ονόματα.

Πρώτο ερώτημα: Τι γλώσσα μιλούσαν στο βασίλειο της Αρχαίας Μακεδονίας; Και ο Αριστοτέλης, δάσκαλος του Μεγάλου Αλεξάνδρου, συνομιλούσε με τον μαθητή σε κάποια σλαβική γλώσσα; Τα προηγούμενα είναι και φαίνονται γελοία. Αλλά αποτελούν στοιχεία της κρατικής προπαγάνδας και του λαϊκού φαντασιακού.

Το βασίλειο της Μακεδονίας εκτεινόταν σε πολύ ευρύτερη περιοχή απ’ ό,τι η σημερινή ελληνική Μακεδονία. Οι Μακεδόνες ήταν Ελληνες και μιλούσαν ελληνικά. Οι νοτιότεροι Ελληνες τους θεωρούσαν βαρβάρους, χωρίς να αμφισβητούν το γεγονός ότι ήταν και αυτοί Ελληνες.

Πού βρέθηκαν λοιπόν οι Σλάβοι, κάτοικοι της σημερινής ΠΓΔΜ, η οποία αποτελεί τμήμα της Ιστορικής Μακεδονίας; Οι Σλάβοι άρχισαν να εποικίζουν μακεδονικά εδάφη κατά τον έκτο, έβδομο και όγδοο αιώνα. Προχωρώντας προς Νότο, έφτασαν μέχρι την Πελοπόννησο, εκχριστιανίστηκαν, αφομοιώθηκαν γλωσσικά, άφησαν όμως τα σημάδια τους σε Ηπειρο, Δυτική Ελλάδα και Πελοπόννησο: Ζαγοροχώρια, Ζαγορά (πίσω από το βουνό), Στάρα Ζαγορά (παλιά αγορά) κ.λπ. κ.λπ.

Η γεωγραφικά ενιαία Μακεδονία ήταν μωσαϊκό από λαούς Ελληνες, Σλάβους, Αλβανούς, Σαρακατσαναίους, Βλάχους, Εβραίους κ.λπ. Η ενιαία Μακεδονία διαιρέθηκε το 1912-1913 σε τρία μέρη: Το μεγαλύτερο αποτέλεσε τη σημερινή ελληνική Μακεδονία, ένα άλλο τμήμα αποτέλεσε τη γιουγκοσλαβική και το μικρότερο ενσωματώθηκε στη Βουλγαρία.

Στη «μακεδονική σαλάτα» συγκροτήθηκαν έθνη-κράτη και άρχισαν εθνικοί ανταγωνισμοί. Οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν αντέδρασαν για το όνομα «Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας», επειδή δεν επρόκειτο για ανεξάρτητο «μακεδονικό κράτος». Αλλά τι είδους μόρφωμα ήταν η ΠΓΔΜ; Τι είδους εθνότητα συγκροτούσε ο πληθυσμός της;

Τι γλώσσα μιλούσαν; Είχαν δική τους γλώσσα; Η πλειοψηφία των κατοίκων ήταν Σλάβοι. Υπήρχε και μια ισχυρή μειοψηφία Αλβανών. Και ως προς τη γλώσσα, κατά τους ειδικούς, αλλά και κατά τον γνώστη Ευάγγελο Αβέρωφ, «στα Σκόπια ομιλείται η μακεδονική γλώσσα, η οποία έχει και γραμματική και συντακτικό». Η Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας είχε συνεπώς συγκροτημένη γλώσσα. Οχι όμως τη μακεδονική, αλλά μια γλώσσα που ανήκε στην οικογένεια των σλαβικών γλωσσών.

Πρώτα κατάτμηση της ιστορικής-ενιαίας Μακεδονίας. Ακολούθησε η διάλυση της πολυεθνικής Γιουγκοσλαβίας, με τους βομβαρδισμούς και με τα χημικά, και η δημιουργία ανεξάρτητων κρατών. Αλλά τα νέα κράτη πρέπει να συγκροτήσουν μια «μυθολογία» για την καταγωγή τους, για τη γεωγραφία τους, για την πολιτισμική τους παράδοση, για τα πολεμικά κλέη τους. Η ΠΓΔΜ συγκρότησε και αυτή τη «μυθολογία» της, θεμέλιο του εθνικισμού και του «αλυτρωτισμού» της. Αλλά οι βασικές θέσεις της «μυθολογίας» της δεν έχουν σχέση με την ιστορική αλήθεια.

Και οι Ελληνες; Φανατισμός των λαϊκών στρωμάτων από την κρατική και την προπαγάνδα των ΜΜΕ. Αλλά μόνον αυτό; Διαπρεπείς προσωπικότητες από τον χώρο του πολιτισμού (Ελύτης, Μερκούρη, Τσάτσος, Γεωργάκης, Μάνεσης, Αρβελέρ) δημοσίευσαν το 1992 ανοιχτή επιστολή προς την ΕΟΚ, όπου δήλωναν: «Η ψυχή μας είναι το όνομά μας». Δηλώσεις, προπαγάνδα, συλλαλητήρια, ένας νέος εθνικισμός, μίγμα πατριωτισμού και ενός κυρίαρχου ρεύματος δεξιού και ακροδεξιού φανατισμού.

Μέχρι και ο γιος του αρχιβασανιστή της Μακρονήσου, Σκαλούμπακα, τόλμησε να ταυτίσει την ακροδεξιά, ρατσιστική προπαγάνδα με την ατυχή αλλά πατριωτική ομιλία του Μίκη Θεοδωράκη. Συλλαλητήριο στην Αθήνα. Συλλαλητήρια στη Θεσσαλονίκη και συνθήματα όπως: Η Μακεδονία είναι Ελλάδα. Η Ελλάδα είναι Μακεδονία. Επίσης: Ελλάδα σημαίνει ορθοδοξία. Κατά την προπαγάνδα, η ύπαρξη της ΠΓΔΜ σημαίνει εθνική καταστροφή, εθνική ταπείνωση κ.λπ.

Φωνή βοώντος εν τη ερήμω. Σαράντα χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, αναγνώρισαν την ύπαρξη γλώσσας της ΠΓΔΜ. Εν τω μεταξύ περίπου εκατό χώρες αναγνώρισαν την ΠΓΔΜ ως Μακεδονία χωρίς άλλο προσδιορισμό. Και ο χορός καλά κρατεί!

Και τώρα τι; Σλάβοι είχαν εποικίσει μέρος της εσωτερικής Μακεδονίας. Εχουν το δικαίωμα να ζήσουν στη νέα πατρίδα τους. Να οργανώσουν τη ζωή τους και να αναπτύξουν τον δικό τους πολιτισμό. Και το όνομα, το οποίο έχει καταστεί αίτιο ατέλειωτων διχογνωμιών; Προτάσεις: Βόρεια Μακεδονία, Σλαβική Μακεδονία (και οι συμπατριώτες Αλβανοί;), Γιουγκοσλαβική Μακεδονία του Βορρά, Μακεδονία του Βαρδάρη, Δημοκρατία της Μακεδονίας.

Κυρίαρχη είναι η άποψη του ονόματος με γεωγραφικό προσδιορισμό. Κάποτε θα λυθεί το πρόβλημα. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Δεύτερο πρόβλημα: η αλλαγή του Συντάγματος, ώστε να μην τροφοδοτεί τον αλυτρωτισμό. Ομως μέχρι την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές (7 Μαρτίου) ο πρωθυπουργός γειτονικής χώρας αρνείται την αλλαγή του Συντάγματος.

Είναι αυτονόητο ότι η οποιαδήποτε συμφωνία δεν πρέπει να είναι ετεροβαρής. (Στην περίφημη αγορά, γίνεται ανταλλαγή ισοδυνάμων.) Υπόθεση πρώτη: Αλλάζουν ονόματα δρόμοι, πλατείες, απομακρύνονται αγάλματα, σταματάει η προπαγάνδα. Αλλά σ’ αυτή την περίπτωση, η Ελλάδα παραιτείται από το βέτο. Η γειτονική χώρα γίνεται μέλος της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ.

Ανταλλαγή ισοδυνάμων; Είχαμε απολαύσει τα «κέρδη» από την Ε.Ε., τώρα θα έχουμε και την «προστασία» του ΝΑΤΟ από τον Βορρά. Υπόθεση δεύτερη: Τα προηγούμενα, συν την αλλαγή του Συντάγματος. Η γειτονική Δημοκρατία δεν χάνει τίποτα ουσιαστικό, μπαίνει στην Ε.Ε. και στο ΝΑΤΟ, και εμείς συμβάλλουμε στην επέκταση των δύο φιλάνθρωπων οργανισμών στη γειτονιά μας. Επιπλέον, προσφέρουμε επιχειρήματα στους εθνικιστές μας, στους υπερπατριώτες και στους χουντικούς.

Αλλά το πρόβλημα δεν είναι μόνο πρόβλημα Ελλάδας-ΠΓΔΜ. Οι Αμερικανοί είναι αμέτοχοι; Ας θυμίσουμε τα έργα τους: Αφγανιστάν, Λιβύη, Συρία, Μέση Ανατολή, διάλυση της Γιουγκοσλαβίας κ.λπ. Στρατηγική που αποβλέπει στην παγκόσμια κυριαρχία των ΗΠΑ. Δίπλα στο Κόσοβο δεν θα ήταν επιθυμητό να υπάρξει και δεύτερο εξαρτημένο κράτος και δεύτερη αμερικανική βάση;

Αδιέξοδο; Ας θυμηθούμε τον Ρήγα: Πολιτική αμοιβαίου σεβασμού των λαών της Βαλκανικής. Συνεργασία ισότιμη και αμοιβαία επωφελής. Στην πορεία του χρόνου, προσπάθεια για προοδευτικές κυβερνήσεις. Σήμερα δεν υπάρχουν προϋποθέσεις για ισότιμη συνεργασία των λαών της Βαλκανικής. Πολύ περισσότερο για τη δημιουργία της Ενωσης των Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών της Χερσονήσου.

Αλλά η Ιστορία δεν έχει τελειώσει. Ας αρχίσουμε από το ελάχιστο, αγωνιζόμενοι ταυτόχρονα για μια Βαλκανική ειρήνης, δημοκρατίας και σοσιαλισμού.

Και μια προσωπική εμπειρία. Το 1948 βρέθηκα κρατούμενος στη Γυάρο, στο διαμέρισμα των ανηλίκων. Στη Γυάρο υπήρχαν πολλοί Σλαβομακεδόνες: ενήλικοι και ανήλικοι. Οι ίδιοι ονόμαζαν τους εαυτούς τους Μακεδόνες.

Μακεδόνες ονομάζονταν και σύμφωνα με την καθοδήγηση. Δεν χώνευα αυτή τη διαστρέβλωση της Ιστορίας. Υποστήριζα συνεπώς ότι οι αγαθοί, πράοι και ευγενείς συγκρατούμενοί μας, οι σύντροφοί μας ήταν Σλαβομακεδόνες. Συνέπειες της παραφωνίας; Τώρα μιλάμε για σήμερα και για το μέλλον.

*Το άρθρο αυτό περιλαμβάνεται στο τεύχος 124 του περιοδικού «Ουτοπία», που θα κυκλοφορήσει τον Απρίλιο. Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών

Tuesday, March 20, 2018

Grexit… τώρα!


Ακολουθώντας τη (λανθασμένη…) πεπατημένη των προκατόχων του ο υφυπουργός αθλητισμού Γιώργος Βασιλειάδης προχώρησε στην διακοπή του ποδοσφαιρικού πρωταθλήματος, μετά τα θλιβερά επεισόδια στο γήπεδο της Τούμπας, όπου ο Ιβάν Σαββίδης επιτέθηκε στον διαιτητή του ΠΑΟΚ – ΑΕΚ Κομίνη με το περίστροφο σε κοινή θέα. Και όμως μόλις πριν από έναν χρόνο ο προκάτοχός του, Σταύρος Κοντονής, είχε διακόψει δυο φορές το πρωτάθλημα, ενώ παλαιότερα και ο υφυπουργός αθλητισμού της κυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ κ. Ανδριανός είχε διακόψει και αυτός δυο φορές τα ποδοσφαιρικά πρωταθλήματα. Αποτέλεσμα; Μηδέν. Οι «διακοπές» δεν εμπόδισαν ούτε παλαιότερα τους χουλιγκάνους να κάνουν «τα δικά τους» σε διάφορα γήπεδα, ούτε βέβαια «παράγοντες-επενδυτές» να εισβάλουν στους αγωνιστικούς χώρους.

Αποτυχημένη συνταγή

Το ελληνικό επαγγελματικό ποδόσφαιρο είναι βαριά «άρρωστο», δεν μιλάμε για «κρυολόγημα». Τόσο βαριά που συχνά πυκνά αυτή αρρώστια μεταδίδεται, μέσω «παραγόντων-επενδυτών» και οπαδικών στρατών, σ’ άλλα αθλήματα όπως το μπάσκετ, το βόλεϊ ακόμα και το χάντμπολ.
Διαφωνώ με τη διακοπή του πρωταθλήματος γιατί είναι μια αποτυχημένη συνταγή. Πέρυσι το πρωτάθλημα «σταμάτησε» δυο φορές αλλά στον τελικό του κυπέλλου στο Βόλο, ΠΑΟΚ-ΑΕΚ, οι χουλιγκάνοι μαχαιρώθηκαν στις πεζογέφυρες. Λοιπόν αρχικά περίμενα την εφαρμογή των νόμων, του Κανονισμού Αγώνων Ποδοσφαίρου. Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο. Θα ήταν σαφέστατο μήνυμα προς όλες τις κατευθύνσεις. Θα ήθελα άμεσο εντοπισμό των υπεύθυνων για τα επεισόδια (κάτι που είδαμε όλοι μέσα από την τηλεοπτική κάμερα), απόδοση ευθυνών όμως και στην αστυνομία για πλημμελή έλεγχο (δεν είναι δυνατόν να μπαίνει ένοπλος ο ιδιοκτήτης της ΠΑΕ μέσα στον αγωνιστικό χώρο συνοδεία «φουσκωτών») και τιμωρία φυσικά στην ΠΑΕ με «κλείσιμο» της έδρας για να «πονέσει» χρηματικά. Δυστυχώς, επαναλαμβάνω, ο Γιώργος Βασιλειάδης ακολούθησε την πεπατημένη και προχώρησε στη διακοπή του πρωταθλήματος και φοβάμαι ότι αυτό έγινε γιατί η κυβέρνηση δεν έχει εναλλακτικό σχέδιο αντιμετώπισης των φαινομένων βίας και διαφθοράς στο ποδόσφαιρο. Είναι εύκολο όταν είσαι αντιπολίτευση να καταγγέλλεις (κάτι που έτρεξε να κάνει και η ΝΔ) όμως όταν έχεις εσύ την ευθύνη διακυβέρνησης πρέπει να έχεις σχέδιο και προτάσεις για άμεση εφαρμογή. Και σχέδιο, δυστυχώς, δεν βλέπω…

Επιχειρηματική ασπίδα

Το κομβικό πρόβλημα του ελληνικού επαγγελματικού ποδοσφαίρου είναι οι «παράγοντες» του. Ο κ. Σαββίδης που την περασμένη Κυριακή έμπαινε «ως ταύρος σε υαλοπωλείο» στη Τούμπα πριν από μερικά χρόνια δήλωνε: «Δεν μπορώ να καταλάβω πώς είναι δυνατόν, έχοντας την ευθύνη για το πιο δημοφιλές άθλημα στη χώρα και σ’ όλο τον κόσμο, να αφήνεις το ποδόσφαιρο, που υποτίθεται ότι αγαπάς, να κατρακυλά όχι μόνο στις συνειδήσεις των φιλάθλων, αλλά και στην ευρωπαϊκή κατάταξη, να χάνει την υπόληψή του, να γίνεται εθνική ντροπή;» (16/5/ 2016). Ο κ. Μαρινάκης που είχε επιτεθεί στον Τζιμπρίλ Σισέ μιλάει για «πολιτική επίθεση στον Ολυμπιακό» και ο κ. Μελισσανίδης προβάλλεται ως εξυγιαντής. Και όμως όλοι γνωρίζουμε ότι οι περισσότεροι χρησιμοποιούν το ποδόσφαιρο ως επιχειρηματική ασπίδα με τους «ισχυρότερους» (βλέπε ΠΟΚ+ΠΑΟΚ) να έχουν βρει στα ευρωπαϊκά κύπελλα μια (πολύ) καλή πηγή εσόδων. Εκεί βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, η «αχίλλειος πτέρνα» του παραγοντισμού στην Ελλάδα. Το μόνο που θα τους «πονέσει» είναι το Grexit! Τρία (ή και περισσότερα) χρόνια εκτός Ευρωπαϊκών διοργανώσεων. Έξωση από την Ευρώπη σημαίνει ότι το ελληνικό ποδόσφαιρο επιστρέφει στα… βαλκανικά κυβικά του. Στο πραγματικό του μέγεθος δηλαδή. Τέλος οι ομάδες με 10 ξένους στην 11αδα. Τέλος οι «απίθανοι» ξένοι προπονητές. Ευρωπαϊκή «έξωση» σημαίνει ότι «αναγκαστικά» οι ομάδες θα στραφούν στην εγχώρια «παραγωγή». Στην αναζήτηση ταλέντων από τις ομάδες της γειτονιάς, της πόλης, του χωριού. Σημαίνει ότι όσοι αποφασίσουν να ασχοληθούν με το ποδόσφαιρο θα έχουν (σε μεγάλο βαθμό…) μόνο αθλητικό κίνητρο. Το κλείσιμο των ποδοσφαιρικών συνόρων όμως θα βάλει το ελληνικό ποδόσφαιρο στη φυσική του διάσταση. Έστω και «βίαια»…
Ο Αλέξης Τσίπρας υποστηρίζει ότι δεν τον ενδιαφέρει το πολιτικό κόστος, «… αυτή η ιστορία θα τελειώσει και όλοι θα βρεθούν προ των ευθυνών τους», έλεγε στους στενούς του συνεργάτες. Ας τολμήσει λοιπόν να βάλει το «μαχαίρι στο κόκκαλο».

Υ.Γ. Η φωτογραφία με τον Αντελίνο Βιεϊρίνια να αρνείται στον έξαλλο Ιβαν Σαββίδη να αποχωρήσει ο ΠΑΟΚ από το γήπεδο θα πρέπει να αποτελέσει τη βάση για την μεγάλη αλλαγή που χρειάζεται το ελληνικό ποδόσφαιρο.

Πηγη: Η Εποχή

Monday, February 26, 2018

“Δεν υπάρχει ούριος άνεμος για όποιον δεν ξέρει πού πηγαίνει”

Του Μπάμπη Δρακόπουλου
(Από την απολογία του για παραβίαση του Α.Ν. 509, στο 5μελές Εφετείο, Γενάρης 1973)
Θεμελιώδης στρατηγικός σκοπός του ΚΚΕ εσωτ. είναι η ανατροπή της παρούσας δικτατορικής κυβέρνησης και η αποκατάσταση και διασφάλιση της δημοκρατίας. Γιατί χωρίς τη δημοκρατία δεν είναι δυνατόν να συντελεστεί καμιά πραγματική πρόοδος της χώρας. Γι’ αυτό, όλη μας η δραστηριότητα, πολιτική, οργανωτική, ιδεολογική αυτό το σκοπό υπηρετεί.

Όλες οι κατακτήσεις του λαού είναι αποτέλεσμα της πάλης
Όλες οι πολιτισμένες χώρες, μικρές και μεγάλες, αναπτύχθηκαν με την κινητοποίηση του λαϊκού παράγοντα, με την πάλη των αντίθετων κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων, που αποτελεί ισχυρό μοχλό προόδου, που κινεί τον τροχό της ιστορίας. Όλες οι μεγάλες και μικρές δημοκρατικές κατακτήσεις, για τις οποίες υπερηφανεύονται οι δημοκρατικές χώρες και όλες οι κατακτήσεις των εργαζομένων είναι αποτέλεσμα λαϊκών κινητοποιήσεων, οικονομικών, πολιτικών και ιδεολογικών αγώνων. Η ίδια η γέννηση του ελεύθερου νεοελληνικού κράτους και η πορεία του προς τη δημοκρατία είναι αποτέλεσμα σκληρών αγώνων κι άπειρων θυσιών. Είναι αποτέλεσμα πολλών «αταξιών». Η Ελληνική Επανάσταση του ’21 ήταν ένα πλήγμα στην έννοια της ησυχίας και της τάξης που είχε εγκαθιδρύσει η Ιερά Συμμαχία στον ευρωπαϊκό χώρο. Ήταν μια μεγάλη αταξία και ένα χωρίς προηγούμενο χάος. Όμως χάρη σ’ αυτήν την αταξία και σ’ αυτό το χάος υπάρχουμε σήμερα σαν ελεύθερο έθνος.
Η αναζήτηση αυτή της ελευθερίας, σ’ όλες τις διαστάσεις, βρήκε την έκφρασή της στη λογοτεχνία μας. Το δημοτικό μας τραγούδι κι έπειτα όλοι οι μεγάλοι ποιητές του Έθνους την ελευθερία και τη δημοκρατία με την πιο πλατιά και ουσιαστική έννοια δόξασαν στο έργο τους. Ποτέ την τυραννία.

Για τη δημοκρατική αναγέννηση της χώρας
Από την πλευρά μας υποστηρίζουμε πως η πολιτική δημοκρατία πρέπει να διευρυνθεί και να επεκταθεί στον οικονομικό και κοινωνικό τομέα, να συνδυασθεί δηλαδή με την οικονομική και κοινωνική δημοκρατία, με την ανεξαρτησία, με την εξασφάλιση των όρων για μια ολόπλευρη ανάπτυξη της χώρας προς όφελος του λαού. Αυτό είναι το αίτημα των καιρών, το αίτημα σήμερα όλων των εργατικών και πραγματικά σοσιαλιστικών δυνάμεων των καπιταλιστικών χωρών της Ευρώπης.
Πρόκειται, για μια βαθειά μεταβολή, για μια επανάσταση δημοκρατικού - αντιμονοπωλιακού - αντιιμπεριαλιστικού χαρακτήρα με κατεύθυνση το σοσιαλισμό που πιστεύουμε πως θα οδηγήσει στη δημοκρατική αναγέννηση της χώρας και θ’ ανοίξει το δρόμο στο σοσιαλισμό. Προϋποθέτει την άνοδο στην εξουσία των αντιμονοπωλιακών δυνάμεων με τη μορφή μιας πλατιάς συμμαχίας της εργατικής τάξης, που είναι η πρωτοπόρα δύναμη αυτής της αλλαγής, με την εργαζόμενη αγροτιά, τη διανόηση και τα άλλα μεσαία στρώματα, ακόμα και με τμήματα της μη μονοπωλιακής αστικής τάξης, δηλαδή τις άλλες κοινωνικές δυνάμεις που έχουν συμφέρον και ενδιαφέρονται γι’ αυτήν.

Κατοχύρωση, διεύρυνση και βάθεμα της δημοκρατίας
Στη δημοκρατία προς την οποία αποβλέπει το πρόγραμμά μας όχι μόνο δεν θα περιοριστούν, αλλά αντίθετα θα επεκταθούν και θα γίνουν πιο ουσιαστικά τα δημοκρατικά δικαιώματα και οι λαϊκές ελευθερίες. Στην περίοδο της Δημοκρατικής Αναγέννησης θα διατηρηθούν όλες οι δημοκρατικές ελευθερίες και τα ατομικά δικαιώματα που κατάκτησε ο λαός μας μέσα από πολύχρονους αγώνες στη διάρκεια της νεώτερης ιστορίας του. Από την συνοικία, τον Δήμο, την επιχείρηση, το Ίδρυμα, ως την κεντρική εξουσία, σ’ όλους τους τομείς: πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό, πολιτιστικό - και παράλληλα την άσκηση του λαϊκού ελέγχου σ’ όλες τις δημόσιες λειτουργίες. Θα προσπαθήσει, μ’ ένα λόγο, να εξασφαλίσει την έμμεση και άμεση συμμετοχή του λαού στην διεύθυνση της κοινωνίας και του κράτους. Θα αποκλεισθεί κάθε παρέμβαση του κράτους, άμεση είτε έμμεση, στην πνευματική και καλλιτεχνική δημιουργία.
Το κράτος δεν θα έχει επίσημη κρατική φιλοσοφική κοσμοθεωρία. Ακόμη, θα είναι χωρισμένο από τα κόμματα που θα συμμετέχουν στην οικοδόμηση της νέας κοινωνίας.
Γενική τάση θα είναι η μεταβίβαση όλο και περισσότερης εξουσίας προς τα όργανα που βρίσκονται πιο κοντά στο λαό και ελέγχονται πιο άμεσα απ’ αυτόν. Η έννοια της αυτοδιοίκησης, όχι μόνο στο γεωγραφικό επίπεδο, αλλά και στο επίπεδο των οικονομικών μονάδων που έχουν περάσει στο δημόσιο τομέα και των συνεταιριστικών, στο πλαίσιο των γενικών κατευθύνσεων που με την έγκριση του λαού χαράζει η κεντρική δημοκρατική εξουσία, μετατρέπεται σε μια γενικότερη καθοδηγητική αρχή στην ανάπτυξη της δημοκρατίας, που η επέκταση της εφαρμογής της συμβαδίζει με τις προόδους και τα βήματα προς τα μπρος που σημειώνονται στον τομέα των κοινωνικών σχέσεων.

Στο δρόμο του σοσιαλισμού
Αναμφισβήτητα η μεταβολή που θα σημειωθεί με τη Δημοκρατική Αναγέννηση της χώρας ανοίγει το δρόμο για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της που είναι για μας η φυσιολογική συνέχεια, η κατάληξη και η προοπτική της. Ο σοσιαλισμός είναι το σύστημα εκείνο στο οποίο κοινωνικοποιούνται τα βασικά μέσα παραγωγής και διανομής, καταργείται η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη της δημοκρατίας σε βάθος και τη σταθερή πορεία για την πνευματική και ηθική απελευθέρωση του ανθρώπου.
Ο σοσιαλισμός στη χώρα μας θα είναι ένας Ελληνικός Σοσιαλισμός, βαθειά ριζωμένος στο εθνικό έδαφος. Ο δρόμος γι’ αυτόν δεν θα χαραχτεί μόνο από το ΚΚΕ (αν και εμείς έχουμε τις απόψεις μας και τις προτάσεις μας γι’ αυτόν), αλλά και από τις άλλες δυνάμεις που προσβλέπουν προς τη σοσιαλιστική αλλαγή, με την πλατειά συμμετοχή των εργαζομένων της χώρας μας. Θα πάρουμε υπόψη μας την πείρα από την ως τώρα οικοδόμηση του σοσιαλισμού, καθώς και των προσπαθειών για ανοίγματα προς το σοσιαλισμό στις διάφορες χώρες, τόσο τη θετική όσο και την αρνητική.
Κάθε βήμα παραπέρα προς την κοινωνικοποίηση των βασικών μέσων παραγωγής, κάθε βήμα προς τη σοσιαλιστική ανάπλαση της κοινωνίας θα συμβαδίζει με τη διεύρυνση και το βάθεμα της πολιτικής και οικονομικής δημοκρατίας. Η οικονομική ανάπτυξη παύει να γίνεται αυτοσκοπός που εξυπηρετεί τα συμφέροντα των λίγων, αλλά μέσο για την ευτυχία του ανθρώπου. Ο Σοσιαλιστικός Ανθρωπισμός, θ’ αρχίσει ως η διαδικασία της απελευθέρωσης του ανθρώπου από τους καταναγκασμούς και τις μεγάλες ιστορικές αλλοτριώσεις, της πνευματικής και ηθικής απολύτρωσης.
Δεν επιδιώκουμε την επιβολή δικτατορίας οποιασδήποτε μορφής. Το καθεστώς στο οποίο αποβλέπει το πρόγραμμά μας είναι ο αντίποδας της δικτατορίας. Είναι ένα γνήσιο δημοκρατικό καθεστώς, όπου η δημοκρατία θα αποκτήσει το αληθινό της νόημα με κατάληξη ένα δημοκρατικό σοσιαλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο στη διάρκεια του οποίου το κράτος θα γίνει κράτος όλου του εργαζόμενου λαού, όπου ο ίδιος θα ασκεί την εξουσία.

Η πορεία προς τη δημοκρατική αναγέννηση και οι δυνάμεις της αλλαγής στη χώρα μας
Επιδιώκουμε να πραγματοποιήσουμε τους σκοπούς αυτούς όχι με την ένοπλη βία, αλλά με δημοκρατικές μέθοδες, μέσω της ανάπτυξης των λαϊκών αγώνων για συγκεκριμένους πολιτικούς και κοινωνικούς στόχους στο πλαίσιο των δημοκρατικών θεσμών, μέσω της πλατειάς οργάνωσης του λαού, με την κατάκτηση της πλειοψηφίας του λαού στο πρόγραμμα του κόμματος.
Το πρόβλημα όμως είναι αν υπάρχουν οι δυνατότητες σήμερα μιας τέτοιας δημοκρατικής πορείας στη χώρα μας. Δεν πιστεύαμε ανέκαθεν στη δυνατότητα μιας τέτοιας πορείας, αν και η άνοδος στην εξουσία από το δημοκρατικό δρόμο ήταν πάντα ευκταία και επιθυμητή από τους θεμελιωτές της Μαρξιστικής θεωρίας και απ’ τον Λένιν.
Οι αντιδημοκρατικές και μιλιταριστικές τάσεις του σύγχρονου μονοπωλιακού κράτους διογκώνουν τις λαϊκές αντιδράσεις και το μέτωπο των δυνάμεων που ζητάνε αλλαγή πλάι στην εργατική τάξη. Πλαταίνουν έτσι οι πολιτικές δυνάμεις της σοσιαλιστικής αλλαγής. Οι εξελίξεις αυτές ανοίγουν πρόσθετες δυνατότητες στη διεύρυνση και αποτελεσματικότητα του μετώπου των δυνάμεων που παλεύουν με επικεφαλής την εργατική τάξη για μια ριζική αλλαγή του συστήματος, παρά το ότι παράλληλα ορθώνουν νέες δυσκολίες στο δημοκρατικό δρόμο.
Αυτές οι αλλαγές επέβαλαν επίσης την ανανέωση και τον πλουτισμό της Μαρξιστικής θεωρίας και πρακτικής, την υπερνίκηση του δογματισμού και των γραφειοκρατικών παραμορφώσεων, που ζημίωναν πάρα πολύ το διεθνές εργατικό κίνημα στις σοσιαλιστικές χώρες και τα Κομμουνιστικά Κόμματα από την περίοδο του Στάλιν. Όπως επίσης έκαναν αναγκαία την ενίσχυση της δημοκρατικής διάστασης του σοσιαλισμού που είχε παραμορφωθεί, και την αναζήτηση σε κάθε χώρα από την εργατική τάξη και το κόμμα της του δικού της εθνικού δρόμου για το σοσιαλισμό.

Οι κοινωνικές δυνάμεις της αλλαγής
Κύριες κοινωνικές δυνάμεις μιας τέτοιας αναγεννητικής προσπάθειας στη χώρα μας θεωρούμε ότι είναι η εργατική τάξη, με την ευρύτερη έννοια που της δίνουμε σήμερα, οι αγρότες, η διανόηση (σπουδαστές - διανοούμενοι), οι βιοτέχνες και επαγγελματίες, σε συνεργασία με το μικρό και μεσαίο κεφάλαιο, δηλαδή όλα τα μη μονοπωλιακά στρώματα, η καταπληκτική πλειοψηφία του πληθυσμού της χώρας. Αναμφισβήτητα, η συμμαχία των εργαζομένων της πόλης και του χωριού με τους εργαζόμενους του πνεύματος θα αποτελούσε το θεμέλιο αυτής της μεγάλης εθνικής συμμαχίας. Η συμμαχία αυτή με τη μορφή της συνεργασίας των πολιτικών δυνάμεων που εκφράζουν τα συμφέροντα και τη θέληση των στρωμάτων αυτών, θα μπορούσε, αν ανέβαινε στην εξουσία, να αλλάξει την όψη της χώρας και τη ζωή του λαού μας, εφαρμόζοντας ένα τολμηρό πρόγραμμα μιας δημοκρατικής αντιμονοπωλιακής ανάπτυξης.
Αλλά και μέχρι να κερδίσει τη λαϊκή πλειοψηφία, η πολιτική αυτή συνεργασία των αντιμονοπωλιακών δυνάμεων θα μπορούσε να αποσπάσει δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις, να γίνει ένας ισχυρός μοχλός προόδου προς τα μπρος, αλλά και να αποτελέσει ένα ισχυρό φραγμό στις δυνάμεις της οπισθοδρόμησης που θα επιδιώκουν να οδηγήσουν τη χώρα σ’ ένα αντιδημοκρατικό δρόμο.
Η πορεία αυτή δεν αποτελεί ουτοπική κατεύθυνση. Από την πλευρά μας επιθυμούμε το δρόμο και το πρόγραμμα για τη δημοκρατική ανανέωση της χώρας να τον χαράξουμε και να τον επεξεργαστούμε μαζί μ’ όλες τις δυνάμεις που έχουν έναν παραπλήσιο προσανατολισμό. Για μας είναι σημείο των καιρών και ελπιδοφόρο μήνυμα για το μέλλον το γεγονός ότι κι άλλες δυνάμεις, εκτός της Μαρξιστικής Αριστεράς, ενδιαφέρονται σήμερα για ένα πρόγραμμα πολιτικών και κοινωνικών μεταρρυθμίσεων με σοσιαλιστική προοπτική.
Οι πιο στέρεες προϋποθέσεις γι’ αυτή τη συνεργασία δημιουργούνται σήμερα με τη σφυρηλάτηση αγωνιστικών δεσμών στη διάρκεια της Αντίστασης. Δημιουργούνται βάσιμες ελπίδες ότι αυτή τη φορά θα βγει αληθινή η μεγαλόπρεπη ευχή και προτροπή που εξέφρασε κάποτε ο Κωστής Παλαμάς για τον τόπο μας σε μια άλλη περίοδο εθνικής ανάτασης, γεμάτης ελπίδες και προσδοκίες: “Να γίνουν αδέλφια τα όνειρα και τα έργα”.
Αποβλέπουμε, πράγματι, σε ένα βαθύ μετασχηματισμό του σημερινού κοινωνικού καθεστώτος και την αντικατάστασή του από ένα δημοκρατικότερο, ορθολογικότερο, δικαιότερο και ανθρωπινότερο καθεστώς, σε μια επανάσταση με την έννοια μιας ποιοτικής αλλαγής του σημερινού στάτους κβο, αλλά επιδιώκουμε η αλλαγή αυτή να γίνει σύμφωνα με τη θέληση του λαού με δημοκρατικά μέσα. Βεβαίως, η επικράτηση αυτού του δημοκρατικού δρόμου προς τις αλλαγές που έχει ανάγκη η χώρα προϋποθέτε σεβασμό απ’ όλους της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας. Γιατί στην περίπτωση που μια πολιτική ή στρατιωτική ομάδα θα επιχειρούσε να επιβάλλει τη θέλησή της στην πλειοψηφία του λαού με τη βία, όπως γίνεται σήμερα, τότε η αντίσταση στη βία, και αν χρειαστεί η προσφυγή στη βία, αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα του λαού, κατακυρωμένο στη διεθνή συνείδηση και ακόμα ιερή υποχρέωση για κάθε λαό που θέλει να ζήσει και να δημιουργήσει, που για να εκπληρωθεί προϋποθέτει ανάλογη οργάνωση και προετοιμασία των εργατικών και δημοκρατικών δυνάμεων της χώρας. Εμείς, πάντως, μένουμε σταθερά προσηλωμένοι στην επιδίωξη μιας δημοκρατικής πορείας για την επίτευξη των αλλαγών που έχει ανάγκη η χώρα.

Η θέση μας απέναντι στις σοσιαλιστικές χώρες
Η Επανάσταση του Οκτώβρη αποτέλεσε ένα άλμα της ανθρωπότητας προς τα μπρος, το πιο μεγάλο στην Ιστορία της. Ωστόσο, οι δυσμενείς συνθήκες είχαν σαν αποτέλεσμα να παρουσιαστούν σοβαρές δυσκολίες και αντιφάσεις στην ανάπτυξη αυτών των χωρών και δημιούργησαν ευνοϊκό έδαφος για την εμφάνιση και ανάπτυξη αντιδημοκρατικών μεθόδων τόσο στη λειτουργία του κόμματος όσο και στην άσκηση της κρατικής εξουσίας. Πέρα από τα μέτρα που ήταν αναγκαία για την εξουδετέρωση της αντίδρασης και των αντεπαναστατικών στοιχείων, σημειώθηκαν σοβαρές παρεκκλίσεις από τον Μαρξισμό και γραφειοκρατικές παραμορφώσεις από την περίοδο του Στάλιν που δεν δικαιολογούνταν από τις αντικειμενικές εξελίξεις και συνθήκες.
Σήμερα μπαίνουμε σε μια νέα φάση όπου ο σοσιαλισμός, οικοδομούμενος σε κάθε χώρα με βάση τις δικές της ανάγκες και ιδιομορφίες, θα δείξει όλες τις δυνατότητες που κρύβει για να αναπτύξει ταυτοχρόνως τις σύγχρονες παραγωγικές δυνάμεις, το βιοτικό επίπεδο του λαού και τον ηθικοπνευματικό πολιτισμό της χώρας σε νέα ύψη και ταυτόχρονα να προβάλει σ’ όλο της το βάθος τη δημοκρατική του διάσταση και το ανθρώπινο πρόσωπό του. Υλοποίηση μιας τέτοιας κατεύθυνσης στάθηκε ο δρόμος που χάραζε το Κ.Κ. Τσεχοσλοβακίας μ’ επικεφαλής τον Ντούμπτσεκ.

Εξωτερικές οικονομικές σχέσεις
Η οικονομική θέση της Ελλάδας είναι σήμερα σε πρώτη γραμμή στην Ευρώπη και στα Βαλκάνια. Η σύνδεσή της με την ΕΟΚ 10 χρόνια ύστερα από τη συμφωνία σύνδεσης του 1962 προς την οποία αντιταχτήκαμε είναι σήμερα μία πραγματικότητα, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι σήμερα η ΕΟΚ είναι όργανο των Ευρωπαϊκών μονοπωλίων και ότι με τη συμφωνία αυτή δεν εξασφαλίστηκαν τα συμφέροντα της χώρας μας. Η τυχόν ανατροπή της σήμερα θα ζημίωνε τα συμφέροντα της χώρας.
Το ΚΚΕ εσωτ. αντιλαμβάνεται τις διαδικασίες προς ευρύτερες ενότητες και ολοκληρώσεις σαν στοιχείο που πρέπει να οδηγεί όχι στην οργάνωση κλειστών και ανταγωνιστικών περιοχών που κυριαρχούνται από τα μονοπώλια και τις μεγαλύτερες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, αλλά στην όλο και μεγαλύτερη ενότητα και συνεργασία ανάμεσα σε ισότιμα και ανεξάρτητα έθνη προς όφελος των εργαζομένων, προς όφελος των λαών. Αποβλέπει σε μια ενωμένη σοσιαλιστική Ευρώπη.
Είμαστε οπαδοί της αρχής της ειρηνικής συνύπαρξης κρατών με διαφορετικά κοινωνικά συστήματα. Αλλά είμαστε αντίθετοι στην ερμηνεία αυτής της αρχής προς την κατεύθυνση τις αποκρυστάλλωσης του στάτους κβο. Είμαστε αντίθετοι στην ιδέα των ζωνών επιρροής. Σαν έθνος ανήκουμε στον εαυτό μας, και εμείς μόνο καθορίζουμε την τύχη μας.

Παιδεία και πολιτισμός
Αξιόλογη είναι η συμβολή του κόμματός μας και γενικότερα της Μαρξιστικής Αριστεράς και των αριστερών πνευματικών ανθρώπων στην πνευματική και πολιτιστική ανάπτυξη του τόπου μας. Όλοι αυτοί, ο καθένας με τον τρόπο του, εμπνεύστηκαν από τη Μαρξιστική - Λενινιστική θεωρία και από τους μεγάλους κοινωνικούς, πολιτικούς και εθνικούς αγώνες, από το αριστερό λαϊκό κίνημα, που κύριος φορέας τους και οργανωτής τους στάθηκε το Κόμμα μας. Χωρίς την προσφορά των αριστερών πνευματικών ανθρώπων η φιλοσοφία, η παιδεία, η τέχνη θα ήταν στον τόπο μας πολύ φτωχότερες.

Οι βαθύτερες αιτίες της διάσπασης
Η κατάλυση της δημοκρατίας από τα πραξικόπημα της 21ης Απριλίου και η ανεπάρκεια που έδειξε το Κόμμα μας στην αντιμετώπισή του και στην ορθή αντιμετώπιση των νέων προβλημάτων που ορθώνονταν στον ελληνικό χώρο αποτέλεσαν έναν καταλύτη που επιτάχυνε την εσωτερική του κρίση. Η βαθύτερο αιτία της διάσπασης, που έγινε το 1968 μέσα στο ΚΚΕ και σε όλο το χώρο της ελληνικής Μαρξιστικής Αριστεράς, βρίσκεται στο γεγονός ότι το κόμμα αυτό με την τότε πολιτική του κατεύθυνση, το θεωρητικό του οπλισμό, τις οργανωτικές του δομές και τη μεθοδολογία του δεν ήταν σε θέση να ανταποκριθεί στα νέα μεγάλα καθήκοντα και τις τεράστιες απαιτήσεις.
Η αντικειμενική αυτή τάση προσδιόρισε την ιστορική απαίτηση να ανανεωθεί σε βάθος το κόμμα της εργατικής τάξης και όλη η Μαρξιστική Αριστερά στη χώρα μας για να γίνει ικανό να ανταποκριθεί στα νέα του ιστορικά καθήκοντα. Έκφραση της ιστορικής αυτής απαίτησης να υπάρξει ένα ανανεωτικό κίνημα μέσα στο χώρο της Αριστεράς είναι το έργο που έχει αναλάβει το ΚΚΕ εσωτ. μαζί με τις άλλες ανανεωτικές δυνάμεις της Αριστεράς για τη δημιουργία μιας νέας και αποτελεσματικής συλλογικής θέλησης, ενός ζωντανού πολιτικού οργανισμού των εργαζομένων. Η προσωνυμία Εσωτερικό που πηγαία και αυθόρμητα μετά τη διάσπαση δόθηκε στο Κόμμα μας από τους κομμουνιστές, τους αριστερούς, τους εργαζόμενους της χώρας μας, αλλά γενικότερα την κοινή γνώμη, είναι ενδεικτική του τι αντιπροσωπεύει και για τα βασικά χαρακτηριστικά του.
Με την ελεύθερη διακίνηση και διαπάλη των ιδεών, κάθετα (από πάνω προς τα κάτω και αντίστροφα) και οριζόντια μέσα στο Κόμμα και με την παραδοχή της πολυμορφίας των απόψεων, όπως επίσης με την αρχή της υποχρεωτικότητας για όλους των δημοκρατικά παρμένων αποφάσεων. Στηρίζεται σε μια σύγχρονη αντίληψη του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού που κατά τον Γκράμσι αναζητάει στην ενότητα στη διαφορά και στην ποικιλομορφία και στις αντιθέσεις των απόψεων το κοινό που τις ενώνει. Ο Δημοκρατικός Συγκεντρωτισμός είναι για μας όχι μια στατική αλλά εξελισσόμενη έννοια, που σήμερα απαιτεί να ενισχυθεί η δημοκρατική του διάσταση. Ακόμα, η ενότητα και η λειτουργία του Κόμματός μας στηρίζεται σε μια συνεχή πάλη κατά των γραφειοκρατικών τάσεων και στον ουσιαστικό έλεγχο όχι μόνο από τα πάνω αλλά κι από τα κάτω. Στην ανάδειξη της ηγεσίας από τη βάση του Κόμματος.
Υπερνικήσαμε από καιρό την παλιά αντίληψη για τον καθοδηγητικό ρόλο του Κόμματος σε μια συμμαχία αριστερών και δημοκρατικών δυνάμεων και γενικότερα στις σχέσεις του με τα άλλα συναλλαζόμενα κόμματα και ομάδες. Ο καθοδηγητικός ρόλος του Κόμματος δεν είναι για μας ούτε δοσμένος, ούτε επιβάλλεται. Αποβλέπουμε σε μια πρωτοποριακή συμβολή που είναι μια ευγενική επιδίωξη που απορρέει από τον ιστορικό ρόλο της εργατικής τάξης, στη σοσιαλιστική ανάπλαση της κοινωνίας. Προσπαθούμε όμως να την εκπληρώσουμε μόνο με τις ορθές προτάσεις μας και με τη δράση μας στις πρώτες γραμμές του εργατικού και δημοκρατικού κινήματος.
Το Κόμμα μας, το ΚΚΕ εσωτ. παραμένοντας πάντα κόμμα της εργατικής τάξης και όλων των εργαζομένων δεν ξεχνά τα νέα στρώματα που μπαίνουν σήμερα στο χώρο της εργατικής τάξης, συμπλέκονται με το βιομηχανικό πυρήνα του και τον περιβάλλουν, τα στρώματα της σπουδάζουσας νεολαίας και των διανοουμένων.

Μόνο μια τέτοια δράση μπορεί να αξιοποιήσει τις αντιθέσεις του δικτατορικού καθεστώτος, όλες τις ευνοϊκές εσωτερικές και διεθνείς συνθήκες που υπάρχουν σήμερα και θα διαμορφώνονται κάθε φορά στην πορεία του αγώνα. Μόνο μια τέτοια συνειδητή και σκόπιμη δράση μπορεί να αξιοποιήσει τον ούριο άνεμο της ιστορίας για να οδηγήσει το καράβι της χώρας μας στο ποθητό λιμάνι της δημοκρατίας. Γιατί όπως λέγει και ο Σενέκας: “Δεν υπάρχει ούριος άνεμος για όποιον δεν ξέρει πού πηγαίνει”.

Πηγή: Αναγνώσεις (Κυριακάτικη Αυγή)

Sunday, September 17, 2017

Το τέλος της αρχής

Του Μάνου Ματσαγγάνη

Οι προκριματικές εκλογές για την ανάδειξη του επόμενου ηγέτη της κεντροαριστεράς έχουν αναθερμάνει το ενδιαφέρον για όσα συμβαίνουν σε έναν χώρο που μέχρι πρόσφατα φαινόταν να είναι σε κώμα. Ιδίως όσων πολιτών – και είναι πολλοί – απορρίπτουν τη σημερινή κυβέρνηση για τη διαχειριστική μετριότητα και τη διχαστική ρητορική (και πρακτική) της, χωρίς να αναγνωρίζονται στο κόμμα της Νέας Δημοκρατίας (η κυβέρνηση του οποίου, ας μην ξεχνάμε, χρεωκόπησε τη χώρα, επιδιδόμενη σε ένα όργιο σπατάλης που εκτόξευσε το έλλειμμα του προϋπολογισμού από 6,7% του ΑΕΠ το 2007 σε 15,1% το 2009). Ευλόγως λοιπόν η διαφαινόμενη δημιουργία των προϋποθέσεων για την ανασυγκρότηση της κεντροαριστεράς έχει αναπτερώσει τις ελπίδες όσων είχαν υποστηρίξει εγκαίρως την ενότητα και ανανέωση του χώρου (στόχος, θυμίζω, της «Πρωτοβουλίας των ‘58» το μακρινό 2013).

Ο «ενδιάμεσος χώρος» πλήρωσε τα σπασμένα της βαθιάς και παρατεταμένης οικονομικής κρίσης της τελευταίας δεκαετίας. Εν μέρει δικαίως. Το ΠΑΣΟΚ – ιδίως της προ Σημίτη εποχής – συνέβαλε καθοριστικά στην εδραίωση της πεποίθησης ότι για να γίνει πλουσιότερος ένας λαός αρκεί να εκλέξει μια αρκούντως κιμπάρικη κυβέρνηση. Ανεξαρτήτως του εάν η οικονομία της λειτουργεί, εάν οι επιχειρήσεις της παράγουν αγαθά και υπηρεσίες καλής ποιότητας σε συμφέρουσες τιμές, ώστε να θέλουν αρκετοί καταναλωτές (από την Ελλάδα και κυρίως το εξωτερικό) να τα αγοράσουν. Και ανεξαρτήτως του εάν τα σχολεία λειτουργούν, ή εάν τα πανεπιστήμια μορφώνουν ανθρώπους ικανούς να σταθούν στην σύγχρονη εποχή. Πρόκειται για ένα είδος μαζικής παράκρουσης, η οποία δύσκολα θα μπορούσε να επικρατήσει σε ένα έθνος λιγότερο πεισμένο για τη φυλετική ανωτερότητά του, πεδίο στο οποίο το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα διακρίθηκε ιδιαιτέρως.

Αλλά φυσικά δεν φταίει μόνο το ΠΑΣΟΚ. Εάν η κυβέρνηση ΓΑΠ μπορεί να κατηγορηθεί για τα αργά ανακλαστικά και τις σπασμωδικές αντιδράσεις της, η ευθύνη για τη χρεωκοπία βαραίνει την κυβέρνηση Καραμανλή. Κάθε άλλο παρά αθώα είναι και η αριστερά, παρότι δεν είχε κυβερνήσει (μέχρι το 2015): σε ολόκληρη τη μεταπολίτευση, κάθε χρόνο καταψήφιζε τελετουργικά τον προϋπολογισμό της κυβέρνησης ως «αντιλαϊκό και αντιαναπτυξιακό», ζητώντας λιγότερους φόρους και περισσότερες δαπάνες (δηλ. ακόμη μεγαλύτερα ελλείμματα). Όσο για την «ευγενή μας τύφλωσι», αυτή απλώνεται σε όλο το πολιτικό φάσμα.

Κάποιοι αναγνώστες ίσως σκέφτονται: «Παλιά είναι αυτά. Τώρα τι κάνουμε.» Να με συμπαθάνε, μα κάνουν λάθος. Η περιθωριοποίηση της κεντροαριστεράς (σε όλες της τις εκδοχές) τα χρόνια της κρίσης βασίστηκε στην αποσιώπηση του τι πραγματικά συνέβη. Μια εναλλακτική πραγματικότητα εδραιώθηκε, όπου την κρίση την έφερε το Μνημόνιο και όχι το αντίθετο, και όπου για τα προβλήματά μας δεν φταίει ούτε ο Καραμανλής (ο οποίος παραμένει «κεφάλαιο για τη χώρα»), ούτε ο Χατζηγάκης με τις παράνομες αγροτικές αποζημιώσεις, ούτε ο Παυλόπουλος με τους αθρόους διορισμούς συμβασιούχων και τις αντισυνταγματικές μονιμοποιήσεις ημετέρων, αλλά ο Παπακωνσταντίνου και ο Γεωργίου. Όλα αυτά θέλουν να τα ξεχάσουμε τόσο οι ίδιοι ενδιαφερόμενοι (η καραμανλική δεξιά), όσο και οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ (που έριξαν την προηγούμενη κυβέρνηση για να κάνουν Πρόεδρο της Δημοκρατίας τον υπουργό εσωτερικών του Καραμανλή). Κοινός στόχος τους: η κατασυκοφάντηση της κεντροαριστεράς ως εθνικού μειοδότη. Για αυτό πρέπει να τα θυμόμαστε.

«ΟΚ. Και τώρα τι κάνουμε;» Είναι προφανές τι πρέπει να κάνουμε όσοι από εμάς αναγνωριζόμαστε στον ενδιάμεσο χώρο: ό,τι περνά από το χέρι του καθενός ώστε να γίνει η εκλογή του Νοεμβρίου απαρχή για την ανάκαμψή του. Κάτι τέτοιο προϋποθέτει κυρίως δύο πράγματα: υψηλού επιπέδου επιχειρηματολογία εκ μέρους των υποψηφίων, και στη συνέχεια μαζική συμμετοχή στις κάλπες εκ μέρους των πολιτών.

Το πώς θα επιχειρήσουν να ανακόψουν την ανάκαμψη του ενδιάμεσου χώρου οι αντίπαλοί του, φαίνεται ήδη: διαβάλλοντας την κεντροαριστερά ως «δεκανίκι της ΝΔ». Αμφίβολο εάν θα τα καταφέρουν. Όχι μόνο επειδή δεκανίκι του ΣΥΡΙΖΑ είναι οι υπερ-συντηρητικοί ακραίοι εθνικιστές των ΑΝΕΛ (με τον πρόεδρό τους και τον πρωθυπουργό να συνδέονται με φανερή «χημεία»), κόντρα σε ό,τι θα υπαγόρευε η λογική της πολιτικής γεωγραφίας που τώρα επικαλούνται. Αλλά επειδή τα πολιτικά κόμματα έχουν το δικαίωμα να πορεύονται με αυτονομία, προτάσσοντας κάθε φορά τη μια ή την άλλη προτεραιότητα, κρίνοντας εάν προέχει η κανονικότητα της πολιτικής γεωγραφίας ή αντίθετα κάποιος εθνικός στόχος (π.χ. η υπεράσπιση του κράτους δικαίου). Αυτό εξ άλλου δεν έκανε ο ενιαίος Συνασπισμός, με το ΚΚΕ του Χαρίλαου Φλωράκη μέσα, επιλέγοντας το 1989 να οδηγήσει τον Ανδρέα Παπανδρέου στο Ειδικό Δικαστήριο συμμαχώντας με τη ΝΔ του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη;

Ο εθνικός στόχος σήμερα είναι η επαναφορά της χώρας στην ομαλότητα: επιστροφή στην Ευρώπη, υπεράσπιση του κράτους δικαίου, αποκατάσταση της σταθερότητας (χωρίς την οποία δεν μπορεί να βγει η οικονομία από την κρίση), απομόνωση των θιασωτών της «ανελεύθερης δημοκρατίας» τύπου Ουγγαρίας ή Βενεζουέλας (κάποιοι εκ των οποίων κατέχουν υψηλά κυβερνητικά πόστα). Με το βλέμμα στο στόχο αυτό θα πολιτευθεί ο ηγέτης της κεντροαριστεράς που θα αναδειχθεί από τις προκριματικές εκλογές του Νοεμβρίου. Γνωρίζοντας ότι η επίτευξή του προϋποθέτει τη στρατηγική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ, καθώς και την αποφασιστική απόρριψη της εναλλακτικής πραγματικότητας που τον έφερε στην εξουσία. Το ότι η ήττα του ΣΥΡΙΖΑ είναι επίσης προϋπόθεση για την ανάκαμψη της κεντροαριστεράς θα διευκολύνει τις επιλογές του, αφού ευθυγραμμίζει το στενό συμφέρον της παράταξης με το ευρύτερο συμφέρον του τόπου.

Είδα πρόσφατα την «Δουνκέρκη» του Κρίστοφερ Νόλαν, οπότε ας μου συγχωρέσουν οι αναγνώστες την κάπως βαρύγδουπη κατάληξη. Αλλά σκέφτομαι ότι με λίγη τύχη, στη φάση στην οποία θα βρισκόμαστε μετά τον Νοέμβριο θα ταιριάζουν τα λόγια του Γουίνστον Τσώρτσιλ μετά τη μάχη του Ελ Αλαμέιν. Δεν θα είναι το τέλος της ελληνικής κρίσης. Δεν θα είναι καν η αρχή του τέλους. Αλλά θα είναι, ίσως, το τέλος της αρχής.

Πηγή: Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ

Monday, August 28, 2017

Ανιστόρητοι και φανατικοί οι αντικομμουνιστές

Σοσιαλισμός ναι, Κατοχή όχι!, αφίσα που κυκλοφόρησε στην Πράγα
μετά την εισβολή των δυνάμεων του Συμφώνου της Βαρσοβίας
Του Σταύρου Κοντονή

Το πρόσφατο συνέδριο στην Εσθονία ανέδειξε τελικά την περιθωριοποίηση εκείνων των δυνάμεων, τόσο στην Ελλάδα, όσο κυρίως στην Ευρωπαϊκή Ενωση, οι οποίες επιθυμούν να ανοίξουν με ρεβανσιστική διάθεση έναν νέο κύκλο αντικομμουνιστικών και αντιμαρξιστικών ιδεολογικών αφηγήσεων. Και αυτό προκύπτει ευθέως, όχι μόνο από τη μειωμένη συμμετοχή υπουργών της Ε.Ε., αλλά κυρίως από τις αντιδράσεις που προκλήθηκαν ακόμη και στο εσωτερικό της φιλοξενούσας χώρας.

Νεοσυντηρητικές, κεντροδεξιές αλλά και ακροδεξιές δυνάμεις επιδιώκουν να ταυτίσουν τον ναζισμό/φασισμό με την κομμουνιστική ιδεολογία και τα χειραφετητικά κινήματα της Αριστεράς σε όλο τον 20ό αιώνα, τον αγώνα των εργαζομένων και των απλών ανθρώπων του λαού για δημοκρατία, κοινωνική αναδιανομή και για έναν σοσιαλισμό ελεύθερο και δημοκρατικό. Προσπαθούν να προκαλέσουν ιστορική απελπισία και αίσθημα ματαιότητας, να ταυτίσουν την πάλη για την πρόοδο της ανθρωπότητας και την κοινωνική δικαιοσύνη κατά του απάνθρωπου καπιταλιστικού συστήματος με τα μοναδικά στην Ιστορία εγκλήματα των ναζί σε βάρος των Εβραίων, των κομμουνιστών, των δημοκρατών, σε βάρος λαών ολόκληρων με γενοκτονικό τρόπο.

Είναι ενδιαφέρον ότι αυτός ο ιστορικός αναθεωρητισμός, ο οποίος δίνει πανευρωπαϊκά ένα σωρό ελαφρυντικά στους δωσίλογους και τους συνεργάτες των ναζί, εκφέρεται ειδικά στην Ελλάδα από τη Νέα Δημοκρατία και άλλα συντηρητικά και νεοφιλελεύθερα κόμματα, όπως και από επιφανή στελέχη της εγχώριας Σοσιαλδημοκρατίας. Σε μια χώρα δηλαδή όπου το αυταρχικό μετεμφυλιακό κράτος της Δεξιάς και η συνέχειά του, η επτάχρονη δικτατορία, δεν στήθηκαν από τους «οπαδούς του κομμουνισμού», αλλά αντίθετα από τους οπαδούς του πιο ξέφρενου ψυχροπολεμικού αντικομμουνισμού, που ακριβώς επικαλούνταν τον νεφελώδη «κομμουνιστικό κίνδυνο» για να οργανώσουν στρατόπεδα συγκέντρωσης για τους αριστερούς και δημοκρατικούς πολίτες, αναμορφωτήρια, συνεχές κυνηγητό στην Αριστερά, ξερονήσια και καθεστώς διαρκών αποκλεισμών και διακρίσεων.

Η Ελλάδα μετά τον πόλεμο γνώρισε έναν αντικομμουνιστικό ανάπηρο κοινοβουλευτισμό και μια στυγνή αντικομμουνιστική δικτατορία. Αυτά τα θυμάται, άραγε, η ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας και των άλλων συντηρητικών και νεοφιλελεύθερων κομμάτων; Ή μήπως έχουν γυρίσει σε έναν αντικομμουνισμό, τον οποίο ακόμη και οι πρώην ηγέτες της Ν.Δ. είχαν εξοβελίσει από τον πολιτικό λόγο της συντηρητικής παράταξης μετά το 1974;

Οι σημαιοφόροι ενός όψιμου αντικομμουνισμού δείχνουν υποκριτικά να αγνοούν το γνωστό τοις πάσι, ότι ο χώρος της κομμουνιστικής και ευρύτερης μαρξιστικής Αριστεράς ποτέ, εδώ και δεκαετίες τουλάχιστον, δεν μονοπωλήθηκε από φιλοσταλινικές πολιτικές και ιδεολογικές αντιλήψεις. Αντίθετα, υπήρξαν και υπάρχουν και άλλες παραδόσεις και ρεύματα, όπως το ευρωκομμουνιστικό, το διεθνιστικό κομμουνιστικό, τάσεις αριστερές και ριζοσπαστικές στο παγκόσμιο σοσιαλιστικό ρεύμα.

Το μεγαλύτερο κομμουνιστικό κόμμα στην Ευρώπη, το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, ήδη από τη δεκαετία του 1950 είχε σταματήσει να είναι σταλινικό και πάντοτε ασκούσε κριτική στα καθεστώτα του «Υπαρκτού Σοσιαλισμού». Το ίδιο συνέβη στην Ελλάδα από το 1968 με τη δημιουργία του ΚΚΕ Εσωτερικού.

Θα πρέπει λοιπόν να γνωρίζουν οι φίλοι μας στην Ανατολική Ευρώπη, και αν το γνωρίζουν καλό είναι να μην το αποσιωπούν, ότι στη Δυτική Ευρώπη τα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου τα κόμματα της ανανεωτικής κομμουνιστικής Αριστεράς άσκησαν αταλάντευτη κριτική στο ΚΚΣΕ για τις φρικαλεότητες που γεννούσε το αυταρχικό και αντιδημοκρατικό σύστημα διακυβέρνησης που λειτούργησε στη Σοβιετική Ενωση.

Ηταν τα ΚΚ της Δύσης αυτά που με λαϊκές κινητοποιήσεις και ψηφίσματα διαμαρτύρονταν για τις σοβιετικές επεμβάσεις στην Τσεχοσλοβακία και στο Αφγανιστάν, για τη δικτατορία του Γιαρουζέλσκι, για τη σφαγή στην Τιενανμέν. Οι κομμουνιστές της ανανέωσης και όχι η Δεξιά. Οι κομμουνιστές της ανανέωσης ήταν αυτοί που δεν δίστασαν να έλθουν σε σύγκρουση με τη Μόσχα και να προβάλουν το αίτημα του σοσιαλισμού με ελευθερία, δημοκρατία και ανθρώπινο πρόσωπο, που γεννήθηκε το 1968 στην Πράγα από τον λαό της Τσεχοσλοβακίας και το Κομμουνιστικό Κόμμα. Σήμερα, λοιπόν, πάει πολύ να μας κατηγορεί η Δεξιά για σταλινισμό. Αποτελεί προσβολή της ιστορικής μνήμης του πρόσφατου παρελθόντος αλλά και του παρόντος της ανανεωτικής ριζοσπαστικής Αριστεράς.

Αυτά δεν τα αναφέρω εξισορροπητικά στον σύγχρονο αντικομμουνισμό και στους φορείς του. Ο καθένας έχει τη διαδρομή του, πολύ περισσότερο είναι γνωστές οι διαδρομές των πολιτικών φορέων που υπηρετήσαμε. Τα τονίζω για να δείξω πόσο ανιστόρητες και φθηνές είναι οι αντικομμουνιστικές αιτιάσεις και αφηγήσεις της δεξιάς αντιπολίτευσης, οι οποίες εσχάτως ταυτίζουν ακόμη και το «Κεφάλαιο» του Μαρξ με το «Ο Αγών μου» του Χίτλερ. Αυτές οι ακρότητες αποδεικνύουν ότι οι δυνάμεις αυτές εμφορούνται από έναν ιδεολογικό φανατισμό και μια αδιαλλαξία, που μόνο κακό στη χώρα και στη Δημοκρατία μπορούν να προκαλέσουν.

Για την Ανανεωτική Αριστερά και τον ΣΥΡΙΖΑ ισχύουν πάντα τα λόγια του Νίκου Πουλαντζά: «Ο σοσιαλισμός ή θα είναι δημοκρατικός ή δεν θα υπάρξει». Οπως το ’68, έτσι και σήμερα.

* Ο κ. Σταύρος Κοντονής είναι υπουργός Δικαιοσύνης.
Πηγή: Η Καθημερινή

Wednesday, July 5, 2017

Η Νεολαία ΕΔΕΚ για το Κυπριακό πρόβλημα

Συνεδριακό εγγραφό με θέμα το Κυπριακό Πρόβλημα που κατατέθηκε προς ψήφιση στο Συνέδριο της Νεολαίας ΕΔΕΚ και υπερψηφίστηκε ομόφωνα ως η επίσημη θέση της απο όλους τους συνέδρους.

Το καλοκαίρι του 2015, πραγματοποιήθηκε ένα ιστορικό γεγονός, το Κ.Σ ΕΔΕΚ αποκήρυξε και επισήμως τη Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία. Εγκαινίασε ένα νέο πολιτικό κεφάλαιο για την Κύπρο αλλά και ένα νέο κύκλο διεκδικήσεων , αποτελώντας την νέα, εναλλακτική πρόταση της Αριστεράς για την επίλυση του Κυπριακού. Εμείς, ως η Νεολαία της Αριστεράς, του Ριζοσπαστισμού, της Σοσιαλιστικής ανοικοδόμησης του κόσμου και της κοινωνίας προχωράμε ένα βήμα πάρα πέρα. Αποτινάσουμε τα βαρίδια που μας φόρτωσαν οι εκάστοτε κυβερνώντες, οι πολιτικές Γλαύκου Κληρίδη και Γιώργου Βασιλείου, την κατάπτυστη 23η Μάιου του Δημήτρη Χριστόφια και τις εκτροπές των συνομιλιών μεταξύ του θιασώτη του Σχεδίου ΑΝΑΝ, Νίκου Αναστασιάδη και Μουσταφά Ακιντζί, που έριξαν την Κύπρο στην παγίδα των τουρκικών σχεδίων για πλήρη έλεγχο της Κύπρου.

Εγκαινιάζουμε ένα νέο κύκλο συζητήσεων με το σοσιαλιστικό κίνημα και διεκδικούμε να γίνουμε ο τρίτος δρόμος, η νέα εναλλακτική και ριζοσπαστική πρόταση για την επίλυση του Κυπριακού ζητήματος. Επί δεκαετίες ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ, προσπαθούν να θέσουν τον Κυπριακό λαό επί τετελεσμένων, σχετικά με την επιβολή της ΔΔΟ ως μοναδικής λύσης, για το κυπριακό ζήτημα. Οι πολιτικές του ΑΚΕΛ και του ΔΗΣΥ, ευθυγραμμίζονται πλήρως με την τούρκικη προπαγάνδα όσον αφορά τον τρόπο επίλυσης του Κυπριακού προβλήματος. Είναι δεδομένο ότι η στρατηγική των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων ΗΠΑ – ΝΑΤΟ και κάποιων φιλικά προσκειμένων χωρών της Ε.Ε προς την Τουρκία αλλά και της ίδιας της Τουρκίας για το Κυπριακό πρόβλημα συνδέεται με τα σχέδιά τους για την αποσταθεροποίηση της Μέσης Ανατολής , για να πάρουν τον έλεγχο των πλουτοπαραγωγικών πηγών όπως για παράδειγμα τα κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου – στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή, καθώς και να εξυπηρετήσουν στον μέγιστο βαθμό τα συμφέροντα του μεγαλοαστικού κεφαλαίου.

Για χρόνια λοιπόν οι συζητήσεις στο τραπέζι των «διαπραγματεύσεων» που δεν έχουν φέρει κάποιο αποτέλεσμα μέχρι τώρα, παρά μονάχα παραχωρήσεις στην κατοχική δύναμη, είχαν εσφαλμένα ως βάση λύσης τη ΔΔΟ όπου ουσιαστικά στην εφαρμογή της μετασχηματίζεται σε συνομοσπονδία, σε δυο συνιστώντα κράτη, σύμφωνα με τις πρόνοιες της. Ως Αριστερά, μας ανησυχεί το γεγονός ότι η ΔΔΟ, στο πυρήνα της είναι βαθιά ρατσιστική, διχοτομική και αντιδημοκρατική. Είναι αδιανόητο σε μια λύση να μην διασφαλίζονται οι τέσσερις βασικές ελευθερίες των πολιτών, είναι αδιανόητο ο σφετεριστής των προσφυγικών περιουσιών να έχει περισσότερα δικαιώματα από τον νόμιμο κληρονόμο, είναι αδιανόητο τα πολιτικά δικαιώματα των πολιτών, να μην διασφαλίζονται σε ολόκληρη την επικράτεια. Είναι εκ των ων ουκ άνευ το δικαίωμα της λαϊκής κυριαρχίας να εκχωρείται σε ένα ξένο δικαστή για να καθορίζει με τη ψήφο του σημαντικές αποφάσεις λειτουργίας του κράτους. Ακόμη οι αποφάσεις στο ανώτατο νομοθετικό όργανο που είναι η Γερουσία (και η οποία θα συγκροτείται στη βάση εθνοτικής προέλευσης 20 + 20 γερουσιαστές) θα λαμβάνονται με ξεχωριστή πλειοψηφία. Είναι απορίας άξιον σε ποια δημοκρατική χώρα το ανώτατο νομοθετικό σώμα συγκροτείται στη βάση εθνοτικής προέλευσης 50-50. Θα υπάρχει η παγκόσμια πρωτοτυπία μια πρόταση να συγκεντρώνει 75% των ψήφων (30 στους 40 γερουσιαστές) αλλά επειδή στη μια πλευρά θα ψηφίζουν μόνο οι 10 να απορρίπτεται και μια πρόταση που θα συγκεντρώνει το 55% των ψήφων (11+11) να εγκρίνεται. Ωστόσο, από την παραμονή των 50.000 εποίκων επί Χριστόφια σήμερα διπλασιάστηκαν και η παραμονή των εποίκων διευρύνεται πέραν των 115,000. Επίσης έγινε αποδεκτή η παρουσία 10.000 τουρκικών στρατευμάτων για περίοδο μετά τη λύση. Είναι πασιφανές ότι η λύση που προσπαθούν να μας επιβάλουν είναι μια λύση τύπου Απαρτχάιντ που το βραχύχρονο της πιθανής εφαρμογής της θα οδηγήσει μια νέου τύπου Ταϊβάν.

Η Νεολαία ΕΔΕΚ , σπάει τα δεσμά και χαράζει μια νέα στρατηγική διεκδίκησης για το κυπριακό. Το ενιαίο κράτος με κοινοβουλευτική δημοκρατία είναι η μόνη βιώσιμη και λειτουργική λύση για τον λαό αλλά και η μοναδική που εξασφαλίζει τη συνέχιση της Κυπριακής Δημοκρατίας, αφού λειτουργεί και ως αποτρεπτικός παράγοντας για οποιαδήποτε απόσχιση και διάσπαση του κράτους. Με αυτό το είδος λύσης δεν θα διαχωρίζεται ο λαός με βάση την εθνοτική του προέλευση. Είναι μια προοδευτική και ριζοσπαστική προσέγγιση των πραγματικών δεδομένων του κυπριακού ζητήματος απέναντι στον σκοταδισμό και τον αναχρονισμό που προωθεί ο Δικομματισμός . Οι Τ/κ και οι Ε/κ θα απολαμβάνουν ισότιμα δικαιώματα και πλήρως τις τέσσερις βασικές ελευθερίες σε ολόκληρη την κυπριακή επικράτεια. Η Αριστερά, δεν πρέπει να αντιμετωπίζει το λαό ως κοινότητες διαχωρίζοντας τον, σε Τουρκοκυπρίους και Ελληνοκυπρίους αλλά ως ένα ενιαίο κυρίαρχο σύνολο που ορίζει τη μοίρα του, τον Κύπριο πολίτη!

Η Κύπρος έχει ανάγκη μια πολυπολιτισμική κοινωνία και μια δυναμική, διεκδικητική και αδιάσπαστη εργατική τάξη ώστε να μπορέσει να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις του αύριο. Για μας είναι ήσσονος σημασίας αν κάποιος είναι Έλληνας, Τούρκος, Μαρωνίτης, Λατίνος ή Αρμένιος, αλλά μείζονος η ανθρώπινη υπόσταση και η ταξική προέλευσή των πολιτών. Είναι αδιανόητο σε μια χώρα όπως η Κύπρος να επιβάλλεται η εκ περιτροπής προεδρία και η στάθμιση της ψήφου με βάση την φυλετική και θρησκευτική προέλευσή του. Από την στιγμή που θα είμαστε ισότιμοι πολίτες ενός κράτους, μιας κοινωνίας, σάρκα από τη σάρκα του ίδιου λαού , δεν χρειαζόμαστε κανένα εδαφικό κα φυλετικό διαχωρισμό. Ο διαχωρισμός του λαού, είναι προς το συμφέρον του Κεφαλαίου διότι θα μπορεί καλύτερα να ελέγχει το εργατικό κίνημα. Μια συνέργια των Τ/κ και Ε/κ συνδικάτων θα αποτελούσε θανάσιμο κίνδυνος για τον τερματισμό της ασυδοσίας του απέναντι στο λαό. Διότι τα «σπασμένα» της παράνομης εισβολής και κατοχής της Τουρκίας θα τα πληρώσει ο κυπριακός λαός, με δυσβάσταχτα χαράτσια, μειώσεις μισθών και συντάξεων και άλλα πολλά αντιλαϊκά μέτρα, αφήνοντας την Τουρκία στο απυρόβλητο χωρίς να καταβάλει οποιεσδήποτε πολεμικές αποζημιώσεις. Διότι ένας διασπασμένος λαός, μια διαλυμένη εργατική τάξη και μια κατακερματισμένη ασταθής Κύπρος, διευκολύνει τα σχέδια του ιερατείου (ΝΑΤΟ – ΗΠΑ) των καπιταλιστικών κέντρων για να πάρουν υπο τον έλεγχο τους τις πλουτοπαραγωγικές πηγές μας.

Είναι επιτακτική ανάγκη σε αυτή την ιστορική καμπή του Κυπριακού προβλήματος να πούμε στον λαό την αλήθεια για τα επαχθή βάρη της ΔΔΟ και να θέσουμε τέρμα στις αυταπάτες, να επαναφέρουμε ξανά την ξεχασμένη από μερικούς πραγματική διάσταση του Κυπριακού. Δηλαδή το Κυπριακό είναι πρόβλημα, εισβολής, κατοχής, εθνοκάθαρσης, βίαιου ξεριζωμού των Ε/κ και Τ/κ και καταπάτησης ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Καίριο ρόλο στην λύση του Κυπριακού, οφείλει να διαδραματίσει επιτέλους η εξωτερική πολιτική του κράτους μας. Αποτελεί ντροπή για μια χώρα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να αδυνατεί τόσο να προβάλει το Κυπριακό πρόβλημα στην πραγματική του διάσταση όσο και να ενδυναμώνει και να χτίζει διμερείς σχέσεις με τα υπόλοιπα Ευρωπαϊκα κράτη και μη. Η ενίσχυση της διεθνούς διπλωματικής μας δύναμης οφείλει να γίνει πρωταρχικός στόχος της εκάστοτε κυβέρνησης, με στόχο να θέσει την Τουρκία στο εδώλιο του κατηγορουμένου και επιτέλους να ασκηθούν πιέσεις εναντίον της. Με την ανακάλυψη υδρογονανθράκων και την προσέλκυση «μεγαθήριων» στο τομέα της ενεργειακής εκμετάλλευσης μας παρουσιάζεται ένα από τα ισχυρότερα διπλωματικά χαρτιά τα τελευταία 43 χρόνια, ιδιαίτερα από την στιγμή που η Ευρωπαϊκή Ένωση παλεύει με νύχια και με δόντια να απεξαρτηθεί από τις Ρωσικές πηγές ενέργειας.

Εμείς συνεχίζουμε να απαιτούμε από τον πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας να καλέσει τον λαό σε δημοψήφισμα και να θέσει καθαρό ερώτημα για την απόρριψη ή την αποδοχή της ΔΔΟ ως βάση συνομιλιών για την επίλυση του Κυπριακού ζητήματος ώστε να πάρει εκ νέου τη λαϊκή νομιμοποίηση για την συνέχιση των συνομιλιών επ’ αυτής της βάσης.

Η εφαρμογή του δόγματος ενιαίο κράτος – ένας λαός θα διασφαλιστεί με ρυθμίσεις του Συντάγματος οι οποίες θα προνοούν τα εξής:
Το υφιστάμενο σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι το μοναδικό σύνταγμα στον κόσμο που δεν υπάρχει καμία αναφορά σε λαό αλλά σε κοινότητες. Εμείς ζητάμε, την μετατροπή του από ένα «δικοινοτικό» σύνταγμα, αφού αναφέρεται σε δύο κοινότητες την Ε/κ και Τ/κ σε ένα σύνταγμα που αναφέρεται σε ολόκληρο τον κυπριακό λαό χωρίς να τον διαιρεί φυλετικά και θρησκευτικά σε κοινότητες.
Αφαίρεση της παραγράφου 3 Άρθρον 2 του Συντάγματος του 60’ που αναφέρεται ότι κάποιος μπορεί να επιλέγει σε ποια κοινότητα επιθυμεί να ανήκει. Αυτό το θεωρούμε διχοτομικό και αντιδημοκρατικό. Στόχος είναι ο πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας να υπάγεται σ ‘ αυτήν και όχι σε κοινότητες. Η Κυπριακή Δημοκρατία θα πρέπει να καταλύσει οποιαδήποτε φυλετική και θρησκευτική διάκριση. Σε ένα ενιαίο κράτος, πολυπολιτισμικού χαρακτήρα οφείλει να διασφαλίζεται ο σεβασμός κάθε ανθρώπινης οντότητας στο έδαφός του.
Αφαίρεση του δικαιώματος άσκησης βέτο από τον Τ/κ Αντιπρόεδρο , διότι δεν θα χρειάζεται να υπάρχει βέτο αφού η πραγματική δημοκρατία θα πηγάζει από τον λαό. Το πολίτευμα θα μετασχηματιστεί σε προεδρευόμενη δημοκρατία. Ουσιαστικά θα λειτουργεί μέσα στα πλαίσια της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας με απλή αναλογική, ούτως ώστε να διασφαλίζεται η εκπροσώπηση όλων των κομμάτων – συμπεριλαμβανομένων και των τ/κ κομμάτων – στο κυπριακό κοινοβούλιο.
Ζωτικής σημασίας είναι η αποχώρηση όλων των ξένων στρατευμάτων και βάσεων από το νησί καθώς και η κατάργηση πάσης φύσεως και προελεύσεως στρατιωτικών εγγυήσεων. Η συνέχεια της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν χρειάζεται ούτε τις αγγλικές βάσεις, ούτε τον τούρκικο στρατό, ούτε τον ελληνικό στρατό.

Να σημειωθεί πως οι πιο πάνω ρυθμίσεις θα υπάρξουν μετά από διαβουλεύσεις με την Τουρκία, την Ελλάδα και την Μεγάλη Βρετανία, στα αποκλειστικά πλαίσια συζήτησης της διεθνούς πτυχής του κυπριακού προβλήματος, με μοναδικό στόχο και περιεχόμενο την κατάργηση της Συνθήκης Εγγυήσεων καθώς και την αποχώρηση των τουρκικών κατοχικών στρατευμάτων και της ΕΛΔΥΚ. Αφού επιτευχθεί αυτό, τότε οι πιο πάνω ρυθμίσεις θα κατατεθούν σε ένα ενιαίο (όχι δικοινοτικό) δημοψήφισμα .

Στο μεταβατικό στάδιο από την συμφωνία λύσης μέχρι την ολοκληρωμένη εγκαθίδρυση της, η διεθνής κοινότητα οφείλει να υποβοηθήσει στα μέγιστα την προσπάθεια διατήρησης της ασφάλειας και ενσωμάτωσης των δύο κοινοτήτων έπειτα από τόσα χρόνια διαίρεσης:
Παραμονή συγκεκριμένης ειρηνευτικής δύναμης του Ο.Η.Ε. για προκαθορισμένο χρονικό διάστημα που να διασφαλίζει την ομαλή μετάβαση στο ενιαίο κράτους.
Οικονομική βοήθεια μέσω της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που να εγγυάται την οικονομική βιωσιμότητα του νησιού αλλά και τις απαραίτητες χρηματο-οικονομικές δυνατότητες που να ανεβάσουν το βιοτικό επίπεδο του συνόλου του Κυπριακού λαού. Τέλος η Τουρκία πρέπει να πληρώσει πολεμικές αποζημιώσεις στην Κυπριακή Δημοκρατία

Καλούμε κάθε δημοκράτη Τ/κ και Ε/κ να συνασπιστεί μαζί μας σε νέους αγώνες για μια Κύπρο ελεύθερη ενιαία ανεξάρτητη και σοσιαλιστική. Όπου ο λαός της θα είναι κυρίαρχος και αφέντης του τόπου του! Στην πρωτοπορία των αγώνων για απελευθέρωση του τόπου η Αριστερά δείχνει το δρόμο στον λαό! Νικάμε την Σκύλλα και την Χάρυβδη και ανατρέπουμε τα δεδομένα γιατί αυτός ο λαός κουβαλά μέσα του την ιστορική γνώση χιλιάδων χρόνων και θα επιβιώσει!

Tuesday, June 27, 2017

Τα σκουπίδια, το ιδιωτικό και το δημόσιο

Tου Γιώργου Ρακκά

Η αντιπαράθεση κυβέρνησης-Δήμων-συμβασιούχων για το ζήτημα των μονιμοποιήσεων καθώς και το υγειονομικό αδιέξοδο που δημιούργησαν οι σωροί των σκουπιδιών από την απεργία της ΠΟΕ – ΟΤΑ έθεσε επί τάπητος ξανά το συνολικότερο ζήτημα της διαχείρισης των απορριμμάτων από την σκοπιά της τοπικής αυτοδιοίκησης.

Τα τελευταία χρόνια, το ζήτημα αυτό αντιμετωπίζεται στον δημόσιο διάλογο της χώρας υπό την σκοπιά της αντιπαράθεσης κρατισμού και νεοφιλελευθερισμού: Έτσι, το ζήτημα ανάγεται αποκλειστικά στο δίλημμα «ποιός θέλετε να μαζεύει τα σκουπίδια, ο Δήμος ή οι ιδιώτες», και γίνεται μέρος του ευρύτερου πολιτικού διπολισμού που καθορίζει την εγχώρια πολιτική σκηνή.

Έχουμε τονίσει πολλάκις, ότι αυτός ο διπολισμός είναι εξόχως αντιπαραγωγικός. Συγκεκριμένα ως προς το ζήτημα των απορριμμάτων, η εμπειρία των πρόσφατων δεκαετιών από την τοπική αυτοδιοίκηση έχει αποδείξει πως επί του παρόντος δεν μπορεί να λειτουργήσει διαφανώς, ορθολογικά και αποτελεσματικά κανένας από τους δυο προτεινόμενους τρόπους: Ο κρατικισμός σκοντάφτει πάντοτε στην υπεργραφειοκρατικοποίηση, την αδράνεια, και την εκτόξευση του λειτουργικού κόστους από την ύπαρξη «αντι-οικονομιών» κλίμακας. Ακόμα χειρότερα, μιλάμε για θεσμικούς μηχανισμούς που διαποτίζονται από οργανωτικές λογικές της δεκαετίας του… 1950, οι οποίοι υποστελεχώνονται από ένα προσωπικό που συνήθως είναι άνω των 50 ετών, και διοικούνται από διοικητικούς και πολιτικούς προϊσταμένους ελλιπούς ή ανύπαρκτης συγκρότησης, διαποτισμένους από τις κυρίαρχες κατά την μεταπολίτευση νοοτροπίες κομμάτων καρτέλ, πελατειακών δικτύων και ρεμούλας.

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, οι συνδικαλιστικοί/συντεχνιακοί παράγοντες που καλούνται να κινητοποιηθούν προς υπεράσπιση του δημόσιου χαρακτήρα θεμελιωδών αγαθών και υπηρεσιών, σχεδόν πάντοτε κινητοποιούνται για τις διεκδικήσεις τους με τρόπο που μεταβιβάζει το κύριο κόστος της κινητοποίησης στην κοινωνία, και όχι στον φορέα της άδικης πολιτικής. Για τα απορρίμματα, επί του προκειμένου, η κυρίαρχη συνδικαλιστική νοοτροπία θέλει τους κινητοποιούμενους να δημιουργούν συνθήκες υγειονομικής ασφυξίας σε μια ολόκληρη πόλη, κρατώντας όμηρους τους κατοίκους της, για να απαντήσουν στις κούφιες υποσχέσεις της κυβέρνησης.

Οι νεοφιλελεύθεροι, δηλαδή, καθώς επικαλούνται αυτές τις τρανταχτές αδυναμίες και τα αδιέξοδα του δημοσίου τομέα ‘κλέβουν εκκλησία’ καθώς είναι ηλίου φαεινότερο ότι ένα ολόκληρο σύστημα θεσμών που σφράγισε την λειτουργία της Τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας, βρίσκεται –μαζί με την τελευταία– σε φάση ψυχορραγήματος. Ωστόσο, ποιός θα μπορούσε να δικαιώσει τις «ιδιωτικοποιήσεις ως πανάκεια»; Με δεδομένες τις θανάσιμες αδυναμίες του υπάρχοντος πολυδαίδαλου νομικού πλαισίου, και καθώς κράτος και δήμοι αδυνατούν στις περισσότερες των περιπτώσεων να επιτελέσουν έστω και τις στοιχειώδεις λειτουργίες επίβλεψης, και ελέγχου των ΣΔΙΤ (συμπράξεις ιδιωτικού-δημοσίου τομέα), αυτό που ονομάζουμε ‘ιδιωτικοποιήσεις’ σέρνουν μαζί τους τις δικές τους αμαρτίες διαπλοκής, διαφθοράς και διασπάθισης του δημοσίου πλούτου. Δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, ότι η ίδια η ‘πιάτσα’ της αγοράς θεωρεί τις εταιρείες που επιβιώνουν από τις κρατικές εργολαβίες ένα είδος παρακολουθήματος’ του δημοσίου που φέρουν αυτούσιες τις αμαρτίες του τελευταίου, όντας εξόχως παρασιτικές και διαποτισμένες από την λογική της ‘δημιουργικής’ διαχείρισης των κρατικών προμηθειών. Γι’ αυτό και πολύ συχνά κρατικές αναθέσεις και εργολαβίες παραπέμπονται στους ελεγκτικούς μηχανισμούς, ή ακόμα και παίρνουν τη δικαστική οδό, με το ερώτημα της απιστίας.

Έτσι «κράτος» και «ιδιώτες», στην Ελλάδα παίρνουν κάτω από την βάση. Πέραν, βεβαίως, εξαιρέσεων οι οποίες όμως δεν μπορούν να γείρουν την πλάστιγγα υπέρ της μίας ή της άλλης πλευράς, – διότι συνήθως όπου έχουμε ισχυρή, άρτια και λειτουργική δημόσια υπηρεσία έχουμε και σωστές Συμπράξεις Δημοσίου-Ιδιωτικού Τομέα για την ανάθεση των έργων της. Άρα, το ισχυρό δημόσιο δεν είναι αποτρεπτικός παράγοντας για τις συμπράξεις κράτους/δήμων και ιδιωτών, όπως ισχυρίζονται σήμερα ιδεοληπτικά κάποιοι, αλλά αντίθετα η εύρυθμη λειτουργία της πολιτείας αποτελεί την μόνη εγγύηση για την κοινωνική αποδοτικότητα (κοινωνική προστιθέμενη αξία, το λένε στην ορολογία των σύγχρονων κρατικών λειτουργών) των εν λόγω συμπράξεων. Ούτως ή άλλως, η αρχική λογική αυτών των σχημάτων δεν ήταν να αποκαταστήσουν το κράτος, αλλά αντίθετα, να το βοηθήσουν να προεκτείνει τις παρεμβάσεις του μέσω της μόχλευσης του ιδιωτικού κέρδους, προκειμένου να παράγει επιπλέον κοινωνική ωφέλεια δίχως να αυξήσει το ίδιο λειτουργικό και γραφειοκρατικό κόστος.

Αυτά ως προς τις μορφές διαχείρισης που συγκρούονται σήμερα με επίδικο το ζήτημα ‘απορρίμματα’. Ωστόσο, ειδικά για το συγκεκριμένο ζήτημα, η υστέρηση της δημόσιας συζήτησης δεν σταματάει στη μορφή, αλλά αντίθετα αγγίζει βαθιά και το περιεχόμενο. Δηλαδή τα σκουπίδια:

Μπορεί η ανακύκλωση να καταλαμβάνει ολοένα και μεγαλύτερο χώρο στην ρητορική της τοπικο-αυτοδιοικητικής πολιτικής, λόγω των κατευθύνσεων που δίνουν σε αυτήν οι ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις, αλλά και εξαιτίας των όχι και τόσο καθαρών επιχειρηματικών συμφερόντων που έχουν αναπτυχθεί στον συγκεκριμένο κλάδο. Ωστόσο, η συντριπτική πλειοψηφία των δημάρχων και των αντιδημάρχων που αρέσκονται να την επικαλούνται, αγνοούν παντελώς την μεγάλη καινοτομία που αυτή θα εισάγει στο πεδίο της τοπικής πολιτικής: Ότι, δηλαδή, ένα πολύ μεγάλο μέρος των παραγόμενων από τις τοπικές κοινωνίες απορριμμάτων δεν είναι «σκουπίδια» αλλά… πρώτη ύλη, σημαντικής οικονομικής αξίας, που ανοίγει σημαντικά πεδία για την ανάπτυξη της δημοτικής/κοινωνικής οικονομίας.

Η λογική της ανακύκλωσης, δηλαδή, ανατρέπει την παραδεδομένη αντίληψη ότι τα σκουπίδια αποτελούν «πρόβλημα», την μετασχηματίζει, καλύτερα, εισάγοντας πρακτικές που τα μεταβάλουν σε «επένδυση». Επένδυση, μάλιστα, παραγωγική, της κοινωνικής οικονομίας, δυο στοιχεία που λείπουν όσο τίποτε άλλο στην χώρα μας. Τα πεδία δραστηριοποίησης της κοινωνικής επιχειρηματικότητας στην ανακύκλωση είναι πάμπολλα, άλλα υπόσχονται αμεσότερα αποτελέσματα, και άλλα προϋποθέτουν μεγαλύτερες και συντονισμένες προσπάθειες.

Για παράδειγμα, αυτήν την στιγμή τα ελαιοαπόβλητα από τον κλάδο της εστίασης στην Θεσσαλονίκη, παραδίδονται σε ιδιώτη και εξάγονται, την ίδια στιγμή που η μεταποίησή τους σε καύσιμα που χρησιμοποιούνται για τα κτήρια ευθύνης του Δήμου είναι σχετικά εύκολο εγχείρημα, όπως απέδειξε πρόσφατο πιλοτικό πρόγραμμα που υλοποιήθηκε από τον Δήμο Συκεών. Φυσικά, στην περίπτωση που θα υπήρχε βούληση από την πλευρά του κεντρικού δήμου της Θεσσαλονίκης, η εξοικονόμηση του κόστους θα ήταν άμεση και σημαντική, ενώ επιπρόσθετα η δραστηριότητα θα απέδιδε και θέσεις εργασίας σε μια πόλη που γονατίζει από την ανεργία και την ετεροαπασχόληση.

Με την ίδια λογική, θα μπορούσαν να λειτουργούν και μικρές μονάδες διαχείρισης των οργανικών αποβλήτων, που θα μπορούσαν να μετατραπούν σε κομπόστ, και να συμβάλουν στην επέκταση των πάρκων και την αναβάθμιση του αστικού πρασίνου.

Για τους μεγάλους όγκους ανακυκλώσιμων υλικών, ο δήμος σε συνεργασία με τους μικρούς και μεσαίους, νόμιμους«ανακυκλωσάδες», και όχι με την πολυεθνική μαφία που έχει εσχάτως αναπτυχθεί για την αξιοποίησή τους, στέλνοντας εκατοντάδες ανθρώπους που τελούν σε συνθήκες σύγχρονης δουλείας για την διαλογή των υλικών μέσα από τους κάδους, θα μπορούσε να συγκροτήσει ένα δίκτυο μικρών και μεσαίων «πράσινων σημείων». Τα πράσινα σημεία, είναι επί της ουσίας χώροι συλλογής ανακυκλώσιμων υλικών, που ανακατευθύνονται κατόπιν στους μεγάλους χώρους επεξεργασίας. Η λογική των διάσπαρτων σημείων μεσαίας δυναμικότητας υπηρετεί μιαν αντίληψη ότι η τοπική αυτοδιοίκηση πρέπει να παρεμβαίνει για την ανακύκλωση στο μικρότερο δυνατό πολιτικό κύτταρο της δομής της (τις δημοτικές κοινότητες, πρώην διαμερίσματα) και από εκεί να ενθαρρύνει/οργανώνει τους πολίτες, ώστε αυτοί να ανταποκριθούν στην ανάγκη διαλογής στην πηγή.

Φυσικά, αξίζει να διερευνηθεί και το ενδεχόμενο ανάπτυξης μορφών κοινωνικής/δημοτικής επιχειρηματικότητας και στον τομέα της μεταποίησης/κατεργασίας ανακυκλώσιμων υλικών, καθώς η χώρα διαθέτει και το απαραίτητο επιστημονικό δυναμικό (το οποίο την εγκαταλείπει λόγω ανεργίας), και λόγω της ευαισθησίας που υπάρχει σε επίπεδο Ε.Ε. για το ζήτημα, είναι δυνατή η εύρεση πόρων προς αυτήν την κατεύθυνση.

Ο κατάλογος των δυνατοτήτων για την ανάπτυξη της κοινωνικής επιχειρηματικότητας στον τομέα των απορριμμάτων, πραγματικά δεν έχει τέλος. Κι αυτό γιατί βρισκόμαστε σε μια φάση, όπου οικονομικοί-κρατικοί γίγαντες, όπως η Κίνα έχουν αρχίζει να αντιμετωπίζουν το πρόβλημα, καθώς η ακραία μόλυνση που επισώρευσαν οι δεκαετίες τρελών ρυθμών ανάπτυξης απειλεί την βιωσιμότητα του «κινέζικου θαύματος». Έτσι, λόγου χάρη, διαβάζουμε για την ύπαρξη αυτόματων δεκτών πλαστικών μπουκαλιών εντός των μεγάλων κινέζικων πόλεων, που παραδίδουν το αντίτιμό τους σε εισιτήρια μέσων μαζικής μεταφοράς· μια καινοτόμος πρακτική που εισάγει και την λογική της άμεσης ανταποδοτικότητας από την ανακύκλωση. Προς την ίδια κατεύθυνση, θα μπορούσαν να εκπονηθούν προγράμματα και στην χώρα μας, για παράδειγμα μέσω της χορήγησης ηλεκτρονικού μητρώου ανακύκλωσης, όπου θα προβλέπεται έκπτωση από τα δημοτικά τέλη για τους πολίτες που ανακυκλώνουν στο επιθυμητό ποσοστό επί του συνόλου της κατά κεφαλήν ετήσιας παραγωγής απορριμμάτων που τους αντιστοιχεί. Και ανάλογα κίνητρα, θα μπορούσαν να δοθούν σε μεγάλες επιχειρήσεις, για παράδειγμα σούπερ-μάρκετ, που λειτουργούν ως κόμβοι ανακύκλωσης, ή που προάγουν τον περιορισμό χρήσης της πλαστικής σακούλας κ.ο.κ.

Πραγματικά, το να δει αυτήν την στιγμή η τοπική αυτοδιοίκηση τα απορρίμματα ως ευκαιρία, ως δυνατότητα… οικολογικής παραγωγικής ανασυγκρότησης, και να επιστρατεύσει έξυπνους τρόπους ώστε να ανταποκριθεί αποτελεσματικά στις ανάγκες των κοινωνικών επενδύσεων, είναι κάτι που μόνο οφέλη θα μπορούσε να προσφέρει στην τοπική αυτοδιοίκηση. Χώρια που, η ανάπτυξη μορφών κοινωνικής επιχειρηματικότητας μπορεί να αποτελέσει και μέσο για την εμπλοκή εργαζομένων «νέας μορφής», σε οργανωτικά σχήματα που θα τελούν σε αλληλεπίδραση με την τοπική αυτοδιοίκηση, πράγμα που εκ των πραγμάτων θα ενθαρρύνει την εισαγωγή οργανωτικών και διοικητικών καινοτομιών στους κουρασμένους Δήμους: Από το περιβάλλον ενός ράθυμου μηχανισμού, που έχει ξεχάσει να κινητοποιείται καθώς τείνει να εκχωρήσει ολοένα και περισσότερες από τις λειτουργίες του σε παράσιτα-ιδιώτες, θα περάσουμε σταδιακά σε ένα δυναμικό περιβάλλον όπου ο δήμος θα καλείται να συντονιστεί με ένα σμήνος μικρών και μεσαίων συνεταιρισμών, συμπράξεων ιδιωτών, ή και μικροϊδιοκτητών, που οργανώνουν την αναπαραγωγή της πρώτης ύλης.

Όλα αυτά είναι ενδεικτικά, για να υπομνηματίσουν την δυνατότητα που κυοφορεί μια «αλλαγή παραδείγματος», δηλαδή μια ριζική μεταβολή, μια «επαναστατική μεταρρύθμιση» στις νοοτροπίες και στις λογικές που κυβερνούν την τοπική αυτοδιοίκηση. Αυτό έχει ανάγκη η χώρα, και όχι από τις σκιαμαχίες των κρατιστών και νεοφιλελεύθερων ταγών της πολιτικής ζωής, που έχουν κάνει ως παρασιτική κάστα κατάληψη στον δημόσιο διάλογο της κοινωνίας μας. Αυτά τα διλήμματα, στο μόνο που χρησιμεύουν, είναι να δικαιώνουν κατ’ αντιπαράθεση τον λόγο ύπαρξης της μιας ή της άλλης πλευράς. Στην πραγματικότητα όμως, όπως μπορεί να διαπιστώσει οποιοσδήποτε άνθρωπος έλθει σε συγχρωτισμό μαζί τους, και ο οποίος αγωνίζεται για να βγάλει το ψωμί του μέσα στην σημερινή κατάσταση, αυτό το «αντιθετικό ζεύγος» των δημοσιολογούντων δεν μπορεί να διαχειριστεί ούτε περίπτερο. Πόσο μάλλον, τις συλλογικές μας τύχες…