μεταναστες

μεταναστες

Saturday, January 23, 2010

Πού έκανε λάθος ο Ομπάμα

Του Αnatole Κaletsky

Γιατί η Αριστερά δεν μπορεί ποτέ να νικήσει; Σε ολόκληρο τον κόσμο η εκλογή του Μπαράκ Ομπάμα ενέπνευσε ελπίδα για μια νέα εποχή προοδευτικής πολιτικής η οποία πράγματι ήρθε μετά τη θεαματική αποτυχία του ακραίου συντηρητισμού της προεδρίας του Τζορτζ Μπους. Ωστόσο την περασμένη Τρίτη, μόλις έναν χρόνο μετά την ορκωμοσία του αμερικανού προέδρου, οι ίδιες ελπίδες εξανεμίστηκαν.

Η παταγώδης ήττα της Δημοκρατικής υποψηφίου για τη διαδοχή του εκλιπόντος Εντουαρντ Κένεντι στην έδρα της Γερουσίας της Μασαχουσέτης δεν αποδυνάμωσε μόνο τις ελπίδες του κ. Ομπάμα για την υπερψήφιση της μεταρρύθμισης για την Υγεία, βασικό στόχο για το πρώτο έτος της θητείας του. Το χειρότερο είναι ότι, καθώς η Μασαχουσέτη αποτελεί ακλόνητο «κάστρο» των Δημοκρατικών στις ΗΠΑ, προμηνύεται ήττα στις ενδιάμεσες εκλογές του ερχόμενου Νοεμβρίου για τη Γερουσία.

Το συμπέρασμα είναι ότι η Αμερική και ολόκληρος ο κόσμος θα πρέπει τώρα να προετοιμαστούν για την πιο ανίσχυρη προεδρία στην Ιστορία. Μια περίοδος που θα διαρκέσει τουλάχιστον ως τις εκλογές του 2012 και ίσως ως το 2016 στο πιθανό ενδεχόμενο μιας δεύτερης θητείας του Μπαράκ Ομπάμα παράλληλα με μια Γερουσία που θα κυριαρχείται από τους Ρεπουμπλικανούς και θα στέκεται εμπόδιο σε κάθε ιδέα του προέδρου. Και την ώρα που η ανάγκη για μια αποτελεσματική αμερικανική κυβέρνηση στο εσωτερικό και οι προκλήσεις για την παγκόσμια ηγεμονία των ΗΠΑ είναι μεγαλύτερες από ποτέ, μια τέτοια προοπτική συνιστά εν δυνάμει καταστροφή.

Υπάρχει μια ελπίδα. Τα κεντροαριστερά κόμματα σε όλον τον κόσμο ίσως διδαχθούν από αυτή την καταστροφή. Ισως αρχίσουν να καταλαβαίνουν γιατί ο συντηρητισμός σε όλες τις προοδευτικές δημοκρατίες έχει ένα σύμφυτο πλεονέκτημα και γιατί η παραλίγο κατάρρευση του καπιταλιστικού συστήματος δεν έπληξε ουσιαστικά τα συντηρητικά κόμματα. Τα προοδευτικά κόμματα μπορούν να ελπίζουν ότι θα τα ξεπεράσουν όλα αυτά μόνο με επικέντρωση σε συγκεκριμένους στόχους και με ενότητα.

Το πλεονέκτημα των Συντηρητικών είναι απλό: γνωρίζουν επακριβώς τι θέλουν να κατακτήσουν. Επιδιώκουν να διατηρήσουν τις υπάρχουσες δομές των οικονομικών προνομίων, της εξουσίας και των κοινωνικών παραδόσεων. Και αυτό συνεπάγεται ασφαλώς τη διατήρηση του καπιταλιστικού συστήματος. Οσο περισσότερο εμφανίζεται να κινδυνεύει ο καπιταλισμός, τόσο θα διογκώνεται ο φόβος της αλλαγής στους κόλπους μιας μειοψηφίας που σχηματίζεται φυσιολογικά σε κάθε ευημερούσα κοινωνία και η βασική της προτεραιότητα παραμένει η διατήρηση των προνομίων και του τρόπου ζωής που απολαμβάνουν. Προκειμένου να το πετύχουν αυτό, οι συντηρητικοί είναι πρόθυμοι να ενταφιάσουν και την παραμικρή ιδεολογική διαφορά, να χρησιμοποιήσουν κάθε διαθέσιμο μηχανισμό ώστε να κρατηθούν στην εξουσία. Αντιθέτως, οι προοδευτικοί είναι ενωμένοι μόνο ως προς αυτό που αντιπαλεύουν. Δεν τους αρέσει το υπάρχον άδικο κατά τους ιδίους καθεστώς. Από την ώρα όμως που αναλαμβάνουν την εξουσία επιδίδονται σε συγκρούσεις. Ο μόνος τρόπος για να κερδίσουν και να διατηρηθούν στην εξουσία τα προοδευτικά κόμματα στις σύγχρονες δημοκρατίες είναι πρώτα να συνενωθούν με πειθαρχία γύρω από μια ξεκάθαρη και συγκεκριμένη ατζέντα και μετά να επιτεθούν κατά των συντηρητικών αντιπάλων τους.

Η αποτυχία των Δημοκρατικών να αποκομίσουν οφέλη από την οικονομική κρίση θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως δίδαγμα προκειμένου να αποφευχθεί κάτι αντίστοιχο στο μέλλον. Αντί να επιρρίπτουν όλη την ευθύνη στη διακυβέρνηση Μπους και στον ακραίο οικονομικό φιλελευθερισμό των Ρεπουμπλικανών γερουσιαστών, οι Δημοκρατικοί προσπαθούν να υιοθετήσουν μια δικομματική, συναινετική προσέγγιση στην Ουάσιγκτον και στρέφουν τα πυρά τους εναντίον των τραπεζιτών της Γουόλ Στριτ. Οι Ρεπουμπλικανοί συντάχθηκαν ικανοποιημένοι με τις λεκτικές επιθέσεις στους τραπεζίτες, καθώς οι ίδιοι απαλλάσσονταν από τις ευθύνες τους ως υπαίτιοι της καταστροφής.

Οι Δημοκρατικοί θα έπρεπε να υποστηρίζουν ότι αυτό που μετέτρεψε την ανοδική πορεία της στεγαστικής αγοράς στη μεγαλύτερη χρηματοοικονομική καταστροφή της Ιστορίας ήταν η ανικανότητα της κυβέρνησης Μπους και η ιδεολογική της άρνηση να παρέμβει πολύ νωρίτερα στις αγορές ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων και στο τραπεζικό σύστημα.

Αντί αυτού ο κ. Ομπάμα αθώωσε ουσιαστικά τη διακυβέρνηση Μπους αναλαμβάνοντας προσωπικά την ευθύνη για την κρίση από τη στιγμή που ανήλθε στην εξουσία. Επρόκειτο για γενναία πλην απερίσκεπτη ενέργεια. Τώρα οι ψηφοφόροι κατηγορούν τους Δημοκρατικούς και όχι τους Ρεπουμπλικανούς για την ανεργία. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι το πρόγραμμα των 800 δισ. δολαρίων των Δημοκρατικών για την απασχόληση και την αναθέρμανση της οικονομίας συγχέεται με το μισητό πακέτο των 780 δισ. δολαρίων που διέθεσαν οι Ρεπουμπλικανοί υπό την ηγεσία Μπους για τη διάσωση των τραπεζών.

Μοιάζει λοιπόν αμφίβολο το κατά πόσον ο κ. Ομπάμα και οι Δημοκρατικοί θα αποκομίσουν εκλογικά οφέλη από την ανάκαμψη της οικονομίας. Εχοντας κερδίσει την έδρα στη Μασαχουσέτη, οι Ρεπουμπλικανοί δεν θα έχουν κανένα πρόβλημα να ισχυριστούν ότι η οικονομία διασώθηκε λόγω των συντηρητικών ανακλαστικών. Και αυτή ακριβώς την εκδοχή της πραγματικότητας θα πιστέψει ο αμερικανός ψηφοφόρος αν οι Δημοκρατικοί δεν καταφέρουν να τους αντιμετωπίσουν.

Πηγή: Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ

1 comment:

Πολυβώτης said...

Ο Ομπάμα έκανε ό,τι μπορούσε από τη στιγμή της εκλογής του για να απογοητεύσει τη liberal (δε λέω «φιλελεύθερη» γιατί το «liberal» έχει άλλα συμφραζόμενα στην Αμερική) βάση που τον στήριξε στην εκλογή του. Έτσι, ενώ προεκλογικά απέφυγε την «πεπατημένη» του «μεσαίου δρόμου» - η οποία οδήγησε τόσο τον Κέρρυ όσο και τη Χίλαρυ στην ήττα - μετά την εκλογή του ακολούθησε ακριβώς αυτήν την πεπατημένη με τα γνωστά αποτελέσματα. Πού ήταν τα κινήματα που τον στήριξαν όταν η δεξιά διοργάνωνε τα «tea parties» κατά της υγειονομικής μεταρρύθμισης; Γιατί εμπιστεύθηκε τη διαχείρηση της οικονομικής κρίσης σε αυτούς που είχαν ευθύνη για τη δημιουργία της (όπως ο σύμβουλός του Summers) και έρχεται τώρα καθυστερημένα να ζητήσει μέτρα για τον έλεγχο των τραπεζών από μία αποδυναμωμένη πλειοψηφία στη Γερουσία; Νομίζω ότι το βασικό δίδαγμα αυτής της ιστορίας είναι ότι ο «μεσαίος δρόμος» των δήθεν «συναινέσεων» είναι πιο αναποτελεσματικός, ακόμα και ως προς τις υποτιθέμενες συναινέσεις, από το θαρραλέο δρόμο των καθαρών στόχων, συγκρούσεων και μεταρρυθμίσεων.