μεταναστες

μεταναστες

Monday, February 18, 2008

Η ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ

Γιατί πρέπει να αλλάξουμε πολιτική
Αρθρο του Κώστα Σημίτη στο "Βήμα της Κυριακής"

Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις έχουν αποτελματωθεί. Το έδειξαν τόσο η στασιμότητα των «διερευνητικών επαφών» όσο και η πρόσφατη επίσκεψη του κ. Καραμανλή στην Αγκυρα. Πρόοδος δεν φαίνεται στον ορίζοντα. Και οι δύο χώρες τηρούν στάση αναμονής. Αναμονής ως προς την εξέλιξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας.
Η Τουρκία δεν έχει λόγο ούτε τώρα ούτε αργότερα να παραχωρήσει οτιδήποτε ώσπου να έρθει η στιγμή που οι διαπραγματεύσεις θα έχουν φτάσει στη θετική κατάληξή τους. Δεν χάνει τίποτε, κρατώντας τα θέματα ανοιχτά. Θα προβεί σε παραχωρήσεις μόνο όταν είναι βέβαιο ότι θα λάβει το αντάλλαγμα που επιδιώκει, την ένταξη.
Σύμφωνα με το σχέδιο της ελληνικής κυβέρνησης η Ελλάδα θα ζητήσει την επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών όταν έρθει η περίοδος της ολοκλήρωσης των ενταξιακών διαπραγματεύσεων. Η επίλυσή τους θα είναι προϋπόθεση της συμφωνίας της Ελλάδας στην ένταξη.

* Η αιτία της μεταστροφής


Εστω ότι τα πράγματα εξελίσσονται σύμφωνα με αυτή την πρόβλεψη. Πρέπει να διαπιστώσουμε πρώτα από όλα ότι η αισιοδοξία της ελληνικής πλευράς είναι υπέρμετρη. Οταν οι κύριες χώρες της Ενωσης θα έχουν υπερβεί σε επίπονες διαπραγματεύσεις διαρκείας ετών τις ενστάσεις των άλλων κρατών, πιθανόν είναι να αντιδράσουν αρνητικά στις νέες αντιρρήσεις της Ελλάδας στο τέλος της διαδικασίας. Θα τις ξεπεράσουν με υποσχέσεις μελλοντικών διαβουλεύσεων και επίκληση του γεγονότος ότι οι φόβοι της Ελλάδας είναι υπερβολικοί και τα αιτήματά της υπέρμετρα σε σχέση με το μείζον διακύβευμα της ένταξης της Τουρκίας. Και πράγματι το θέμα δεν θα είναι ώριμο για τελική επίλυση αφού επί τόσα χρόνια Ελλάδα και Τουρκία θα έχουν αποφύγει οποιαδήποτε συγκεκριμένη συζήτηση και θα είναι ακόμη εκκρεμείς όλες οι διαφωνίες.
Ο σχεδιασμός αυτός της ελληνικής πλευράς δεν είναι ούτως ή άλλως ρεαλιστικός. Η ένταξη της Τουρκίας δεν είναι πλέον πιθανή. Στην κοινή γνώμη της Ενωσης υπάρχουν έντονες αντιρρήσεις να γίνει η Τουρκία μέλος της. Στην Τουρκία υπάρχει σθεναρή αντίσταση στην αποδοχή του συνόλου του κοινοτικού κεκτημένου. Ευρώπη και Τουρκία εδώ και καιρό δεν δείχνουν να συγκλίνουν. Το κλίμα είναι τώρα τελείως διαφορετικό από ό,τι ήταν τη δεκαετία του 1990. Η κύρια αιτία της μεταστροφής είναι ότι η κοινή γνώμη της ΕΕ θεωρεί την ένταξη της Τουρκίας ως δυσβάστακτη και επικίνδυνη επιβάρυνση για την εσωτερική ζωή και το μέλλον της Ενωσης.
Η Τουρκία θα έχει σε λίγες δεκαετίες πληθυσμό εκατό εκατομμυρίων κατοίκων. Θα είναι τότε η χώρα της Ενωσης με τον μεγαλύτερο πληθυσμό. Θα έχει ή θα διεκδικεί τις περισσότερες ψήφους στο Συμβούλιο και τον μεγαλύτερο αριθμό ευρωβουλευτών. Η πολιτική της Ενωσης θα επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από ό,τι απασχολεί την Τουρκία. Η Τουρκία θα αναδεικνύεται ως κλειδί των εξελίξεων. Θα πρόκειται για μια πορεία αντιφατική σε σχέση με την αρχική επιδίωξη μιας σύγχρονης Ευρώπης των πιο ανεπτυγμένων κρατών του κόσμου. Σύμφωνα με τις τρέχουσες δημοσκοπήσεις καμιά κοινωνία των 27 κρατών-μελών δεν συμφωνεί με την προοπτική της ένταξης της Τουρκίας στην Ενωση.


* Μια σχέση «οιονεί μέλους»


Οι δυσκολίες αυτές οδήγησαν ορισμένους από τους ηγέτες των κρατών-μελών στο να συζητούν μια «ειδική σχέση» με την Τουρκία. Με την έκφραση αυτή υποδεικνύεται μια σχέση στενότερη εκείνης η οποία προκύπτει από μια Συμφωνία Σύνδεσης ή την Πολιτική Γειτονίας, που ισχύει για όλους τους γείτονες της Ενωσης όπως η Τουρκία. Είναι μια σχέση «οιονεί μέλους» που θα περιλαμβάνει όσα κεφάλαια του κοινοτικού κεκτημένου δεν δημιουργούν πρόβλημα, με αδιευκρίνιστο ακόμη το αν και το πώς της συμμετοχής στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων.
Η Τουρκία δεν επιθυμεί την ειδική σχέση και θα αντιδράσει έντονα, αν δεν γίνει δεκτή η αίτησή της για ένταξη. Αναμενόμενο είναι επίσης η Ενωση να προτείνει μια σειρά ευνοϊκές ρυθμίσεις για να ξεπεράσει τις αντιδράσεις και να «χρυσώσει το χάπι». Η τύχη των θεμάτων που αφορούν την Ελλάδα μπορούν να επηρεασθούν από αυτή την προσπάθεια εξευμενισμού. Να υποστούμε πιέσεις για να αποδεχθούμε ρυθμίσεις με τις οποίες δεν συμφωνούμε. Ιδίως αν οδηγηθούμε σε μια κατάληξη συμφωνίας όπου Ενωση και Τουρκία θα ικανοποιούν τις μείζονες προτεραιότητές τους και θα μένει ανοιχτό μόνο το θέμα της υφαλοκρηπίδας.

* Η χαμένη ευκαιρία του 2004

Στη Σύνοδο Κορυφής του 2004 οπότε αποφασίστηκε η έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Τουρκία η Ελλάδα έχασε την ευκαιρία που της παρείχαν οι συμφωνίες του Ελσίνκι να καθορίσει επ' ωφελεία της το πλαίσιο και τις διαδικασίες για τη διευθέτηση του θέματος της υφαλοκρηπίδας. Ο κ. Καραμανλής δέχτηκε την έναρξη των διαπραγματεύσεων, απεμπολώντας τον μοχλό πίεσης που παρείχε το Ελσίνκι. Η εξέλιξη αυτή έδωσε χρόνο στην Τουρκία για να δημιουργήσει τις συνθήκες ώστε να εξεταστούν ευνοϊκά σε διεθνές επίπεδο οι απαιτήσεις της. Ερευνητικά πλοία, πολεμικά πλοία και αεροπλάνα επιδιώκουν ήδη και θα μπορούν για πολλά χρόνια ακόμη να δημιουργούν δεδομένα στο Αιγαίο ώστε να αμφισβητηθούν οι ελληνικοί ισχυρισμοί. Οι παραβιάσεις του εναέριου και του θαλάσσιου χώρου είναι ένδειξη της εφαρμογής της πολιτικής αμφισβήτησης από την Τουρκία.
Η Τουρκία έχει τηρήσει άτεγκτη στάση στα θέματα του αμέσου ενδιαφέροντός της στη διάρκεια των ενταξιακών διαπραγματεύσεων. Δεν δέχεται, για παράδειγμα, να εφαρμόσει το κράτος δικαίου και τα ανθρώπινα δικαιώματα όταν κατά την άποψή της τίθεται σε κίνδυνο η ενότητα του κράτους. Η στάση αυτή δεν προδικάζει συμφωνίες στα θέματα που ενδιαφέρουν την Ελλάδα την κρίσιμη στιγμή. Η Τουρκία θα διαπραγματευτεί την κάθε λεπτομέρεια, παρουσιάζοντάς την ως ουσιώδη υποχώρηση. Αλλωστε οι συμφωνίες του Ελσίνκι θα είναι τότε μακρινό παρελθόν και η επίκλησή τους θα έχει αποδυναμωθεί από τη στάση της ελληνικής κυβέρνησης.
Η επιτυχία του Ελσίνκι ήταν ότι κατέστησε σαφές σε όλα τα μέλη της Ενωσης ότι οι ελληνοτουρκικές σχέσεις είναι και θέμα κοινοτικό για την επίλυση του οποίου πρέπει να ενδιαφερθεί και η Ενωση. Η στάση της ελληνικής κυβέρνησης μετά το 2004 καθιστά όλο και πιο πιθανό οι κοινοτικοί εταίροι μας να θεωρήσουν ότι πρόκειται για διμερές θέμα και να δηλώσουν ότι δεν θέλουν να ασχοληθούν με αυτό.

* Τι πρέπει να κάνουμε

Το ερώτημα είναι τι πρέπει να κάνει η χώρα μας αντιμέτωπη με αυτή τη συγκυρία.
Η χώρα μας δεν πρέπει να απομονωθεί, δεν πρέπει, π.χ., να επιμείνει μέχρι τέλους για την ένταξη της Τουρκίας παρ' όλο που η πλειοψηφία της Ενωσης θα έχει ταχθεί κατά. Θα πρέπει έγκαιρα να καταστήσει σαφές ότι δεν δεσμεύεται σε συγκεκριμένη κατεύθυνση και η στάση της θα εξαρτηθεί από τις εξελίξεις. Να συζητήσει με όσους προτείνουν την ειδική σχέση πώς μπορούν να ρυθμιστούν τα θέματα που την απασχολούν. Να αναδείξει και πάλι ότι υπάρχουν εκκρεμότητες των οποίων περιμένει την επίλυση.
Μερικοί πιστεύουν ότι οποιαδήποτε ελληνική κίνηση στην κατεύθυνση της συζήτησης της ειδικής σχέσης θα αποτελούσε αδικαιολόγητη επάνοδο στην εποχή των εχθρικών σχέσεων με την Τουρκία, στην αποδοχή της άποψης των «κακών Τούρκων».
Πρέπει να διακρίνουμε με σαφήνεια δύο διαφορετικά θέματα. Το πρώτο είναι η σχέση καλής γειτονίας με την Τουρκία, η φιλία των λαών μας, η συνεχής προσπάθεια για στενότερη σύνδεση των κοινωνιών μας. Στα θέματα αυτά δεν μπορεί να υπάρχει αλλαγή στάσης. Θα πρέπει να συνεχίσουμε να επιδιώκουμε την επαφή, τη συνεννόηση, τον αμοιβαίο σεβασμό, την ειρηνική επίλυση διαφορών. Αν υπάρξει «ειδική σχέση» δεν θα υπάρξει διαφορετική στάση σε όλα αυτά τα θέματα από ό,τι στην περίπτωση της ένταξης. Από μας και την Τουρκία θα εξαρτάται η πορεία τους. Και μπορούμε και πρέπει να κάνουμε ακόμη μεγάλα και σημαντικά βήματα.
Το δεύτερο θέμα είναι η επίλυση της εκκρεμότητας που έχουμε στο Αιγαίο. Η Ελλάδα είναι υπέρ της ειρηνικής διευθέτησής της, υπέρ της εφαρμογής του διεθνούς δικαίου, κατά των απειλών πολέμου και της πολιτικής που παίζει με τη δύναμη των όπλων. Η Ελλάδα έχει προτείνει την προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο. Εφόσον τα μέσα που εξασφάλιζαν την πορεία προς την ειρηνική διευθέτηση αποδειχθούν για διάφορους λόγους ατελέσφορα έχει υποχρέωση να δοκιμάσει άλλους δρόμους, ειρηνικούς και αυτούς, για να επιτύχει το αποτέλεσμα, όπως η διαπραγμάτευση, με αφορμή την ειδική σχέση.

* Ο τρίτος κύκλος προβλημάτων

Υπάρχει και ένας τρίτος κύκλος προβλημάτων που δεν αφορά τη σχέση μας με την Τουρκία. Είναι θέματα που συνδέονται με την εξέλιξη της Ενωσης. Εμείς επιδιώκουμε μια Ενωση η οποία δεν θα περιορίζεται στη διαχείριση μιας ενιαίας αγοράς και στην αντιμετώπιση ορισμένων θεμάτων που θα καθορίζει η διακυβερνητική συνεργασία, όπως είναι σήμερα το κοινό νόμισμα, τα διαρθρωτικά προγράμματα ή η μετανάστευση. Θέλουμε μια Ενωση που θα διαμορφώνει κοινές πολιτικές και θα εμβαθύνει ουσιαστικά στην ενοποίηση. Είναι ο τρόπος να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά μεγάλα προβλήματα, όπως οι επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης, η ενεργειακή επάρκεια και η ενίσχυση του κοινωνικού κράτους. Η ένταξη της Τουρκίας ενισχύει τη θέση της Ενωσης στη Μέση Ανατολή. Αλλά δεν συμβάλλει στον χειρισμό άλλων θεμάτων και στην πορεία ενοποίησης. Η μεγάλη απόσταση της Τουρκίας από το επίπεδο ανάπτυξης της υπόλοιπης Ενωσης θα καταστήσει εξαιρετικά δύσκολη μια κοινή προσπάθεια. Με την ένταξη της Τουρκίας θα ενισχυθεί η επιδίωξη ορισμένων κρατών-μελών να αρκεστεί η ενοποιητική διαδικασία με τη λειτουργία μιας κοινής αγοράς, στην οποία βαθμιαία θα προστεθούν και άλλες αγορές, όπως της Ουκρανίας, με κριτήριο αποκλειστικά τις γεωπολιτικές σκοπιμότητες.
Μερικοί υποστηρίζουν ότι αυτό το ευρύτερο πρόβλημα της Ενωσης δεν θα είναι πλέον επίκαιρο, όταν ενταχθεί η Τουρκία. Σε δέκα ή δεκαπέντε χρόνια, όταν πραγματοποιηθεί η ένταξη, η Ενωση θα έχει πάρει την οριστική μορφή της. Η άποψη αυτή παραβλέπει ότι η Τουρκία, όπως το έχει δηλώσει, υπολογίζει σε σύντομη κατάληξη των διαπραγματεύσεων και δεν πρόκειται να δεχτεί τόσο μακροχρόνια αναμονή. Παραβλέπει επίσης ότι κάθε σημαντικό βήμα της Ενωσης απαιτεί πολύ χρόνο. Η τρέχουσα συνταγματική αναθεώρηση ξεκίνησε το 2001 και πρόκειται να ολοκληρωθεί, στην εφαρμογή της, το 2017.
Η Ελλάδα είχε θεωρήσει το 1998 μαζί με άλλες χώρες, όπως η Γαλλία και Γερμανία, ως μικρότερης σημασίας το ευρύτερο πρόβλημα που έθετε η ένταξη της Τουρκίας. Την ίδια την ενδιέφερε κυρίως η ειρήνη στην περιοχή και η διασφάλιση των δικαιωμάτων της. Από τη στιγμή όμως που η λύση η οποία είχε επιλεγεί στο Ελσίνκι το 1999 ματαιώθηκε, πρέπει να αναπροσανατολίσει την πολιτική της. Να συνεκτιμήσει τη σημερινή ευρωπαϊκή πραγματικότητα αλλά και την προοπτική της Ενωσης στη στάθμιση των επιδιώξεών της. Και να μη δεχτεί μια εξέλιξη που οδηγεί σε δεσμεύσεις χωρίς ανταλλάγματα.



No comments: