μεταναστες

μεταναστες

Thursday, June 26, 2014

Οι τεταρτοεξουσιαστές και τα συνώνυμα του κακού

Του Παντελή Μπουκάλα

Δεν έχουν όλα τα ποιήματα θυμική αφορμή και ρίζα σε αυθεντική συγκίνηση. Πολλά είναι φιλολογικές κατασκευές και επιδείξεις τεχνικής επάρκειας· διεκπεραιώνονται με τη μνήμη των δαχτύλων μόνο και δίχως βαθύτερη ταραχή. Τέτοια έχει αρκετά η Παλατινή Ανθολογία. Λογικό, αφού καλύπτει μια χιλιετία στιχουργικής παραγωγής. Οι μιμητές και οιεπιπολαιογράφοι δεν έλειψαν ποτέ στην ιστορία των γραμμάτων. Ανάμεσα στα συμποτικά επιγράμματα της Παλατινής ας πούμε, ορισμένα υιοθετούν και αναπαράγουν --άνευρα-- παλιά μοτίβα, ο γραφιάς τους όμως φαίνεται σαν να μη δοκίμασε ποτέ τις χαρές του Διόνυσου. Σαν να τις είχε απλώς ακουστά. Αλλά έτσι δεν γίνεται δουλειά. Ούτε ποίηση.

Ένα πάντως από τα συμποτικά είναι ξεκάθαρο πως έχει πραγματική αφορμή και επίσης πραγματικό θυμό μέσα του. Το έγραψε ο Αντίπατρος από τη Θεσσαλονίκη, επιγραμματοποιός της εποχής του Αυγούστου. Τέσσερις στίχοι είναι όλοι κι όλοι:

Ού μοι Πληϊάδων φοβερή δύσις, ουδέ θαλάσσης
ωρύον στυφελώ κύμα περί σκοπέλω,
ουδ' όταν αστράπτη μέγας ουρανός, ως κακόν άνδρα
ταρβέω, και μύθων μνήμονας υδροπότας.


Μεταφράζω, προσημειώνοντας πως με τη δύση της Πούλιας, τον δικό μας Νοέμβριο, οι αρχαίοι κρατούσαν τα πλοία τους αραγμένα στα λιμάνια, από το φόβο της φουρτούνας:

Δεν με τρομάζει η Πούλια στο βασίλεμά της ουδέ το κύμα
που ωρύεται σπώντας σε βράχους κοφτερούς ούτε του απέραντου
ουρανού οι αστραπές, όσο ένας άνθρωπος κακόψυχος
κι οι νεροπότες, που τα μεθυσμένα λόγια μας θυμούνται.


Τι θέλει να πει ο ποιητής; Απλό: Με τη φύση, όσο άγριες κι αν είναι οι εκδηλώσεις της, θα βρεις έναν τρόπο να τα βγάλεις πέρα. Αλλά με τον «κακόν άνδρα» (συνώνυμα του «κακός» κατά Liddell-Scott: ανάξιος, μηδαμινός, ελεεινός, άθλιος, πονηρός, φαύλος) θα δυσκολευτείς πολύ περισσότερο, γιατί η κακότητά του, βαθιά ριζωμένη, ένα σύστημα ζωής πια, ένα επάγγελμα, είναι σκέτος φόβος. Και είναι φόβος και τρόμος, χειρότερος δηλαδή και από τις τρικυμίες και από τους κακόψυχους, ο αγύρτης που, ενόσω η παρέα πίνει και ελευθερώνεται, αυτός πίνει νερό, ώστε, νηφάλιος, να κρατάει λεπτομερείς σημειώσεις για το τι λέει ο καθένας. Και να έχει έτσι υλικό για να τους εκβιάζει την επομένη· να τους απειλεί ότι θα τους εκθέσει ανεπανόρθωτα στα μάτια των οικείων τους ή των αντιπάλων τους, αν, εξαναγκασμένοι, δεν του κάνουν κάποιο χατίρι. Σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα, οι νεροπότες ήταν εντεταλμένοι χαφιέδες των αρχόντων.

Δεν μπορεί, κάποιον κακό μπελά θα είχε βρει ο Αντίπατρός μας ύστερα από μεθύσι του. Γι' αυτό και ξεσπάει, σαν «ωρύον κύμα» κι αυτός, πάνω στον αγύρτη «υδροπότη»· που ίσως να άκουσε σε κάποιο συμπόσιο τον εκ Θεσσαλονίκης ποιητή, τον καιρό που δούλευε δάσκαλος στη Ρώμη, να λέει, λέμε τώρα, κάτι πειραχτικό για τον Αύγουστο ή κάτι απαξιωτικό γενικά για τους Ρωμαίους. Και σκέφτηκε να τον επαναφέρει στον ίσιο δρόμο μ' έναν ωραίο εκβιασμό. Να γιατί οι αρχαίοι μισούσαν τους μνησίκακους υδροσυμπότες όχι σαν πονηρούς αλλά σαν δυνάμει εκβιαστές· σαν ανήθικους δολιοφθορείς των απλών, απλούστατων κανόνων που ορίζουν τα του ιδιωτικού βίου, διαχωρίζοντάς τον από τον δημόσιο. Τη σχετική παροιμία, που προφανώς συμπυκνώνει μακρόχρονη κοινωνική πείρα, την καταγράφει και ο Πλούταρχος και ο Λουκιανός -- κι έχουν βέβαια τους λόγους τους: «μισέω τον μνάμονα συμπόταν».

Ένας άνθρωπος, το ξέρουμε, μπορεί να μεθύσει από αλκοόλη αλλά και δίχως να πιει γουλιά. Να μεθύσει δηλαδή από μοναξιά, από θλίψη, από έρωτα, ακόμα και από νάρκισσο έρωτα, από στιγμιαία παρόρμηση προς την υπερβολή. Και να παραφερθεί εν λόγω ή έργω· να πει ή να κάνει πράγματα που την επομένη θα του προκαλούν θλίψη και ντροπή. Τις στιγμές αυτές είναι τρωτός, ευάλωτος, απολύτως έκθετος. Σε κοινωνίες ανθρώπινες, σ' αυτές δηλαδή που βασίζονται προπαντός στους άγραφους νόμους, το εν παραφορά μέθης πρόσωπο θα πρέπει να αντιμετωπίζεται σχεδόν σαν ιερό. Πολύ περισσότερο αν, ώς το τέλος της «μέθης» του, δεν αδικεί, δεν εκθέτει και δεν φθείρει κανέναν άλλον πλην του εαυτού του· και, δεύτερον, αν η υπερβολή του περιορίζεται στην ιδιωτική του ήπειρο, τμήμα της οποίας, απολύτως προστατευτέο, είναι πλέον και οι διαδικτυακοί μικροχώροι, που οφείλουν την ύπαρξη και τη λειτουργία τους ακριβώς στον προϋποτιθέμενο απόρρητο χαρακτήρα τους· μετέχεις εκεί βάσει ενός άγραφου συμβολαίου που δεσμεύει κι εσένα και τους άλλους στο σεβασμό των ατομικών δεδομένων.

Εύκολα φαντάζεται κανείς πόσο έχει προοδεύσει η πανάρχαιη τέχνη του εκβιασμού από την εποχή που οι ύπουλοι νεροπότες έπαψαν να έχουν στη διάθεσή τους παπύρους και περγαμηνές για να κρατάει σημειώσεις η αυτών δολιότης και απέκτησαν μαγνητοφωνάκια. Και κάμερες βέβαια, λίγο αργότερα. Με τα ποικίλα παντοδύναμα τεχνήματα καταλήξαμε να περνάμε τη ζωή μας μέσα σε ένα ασφυκτικό Πανοπτικόν και Πανακουστικόν, διαρκώς έκθετοι. Όση ελευθερία υπόσχονται ότι θα μας δώσουν («απεριόριστος χρόνος», «απεριόριστες διεθνείς κλήσεις», «άμεση επαφή με οποιονδήποτε οποιουδήποτε»), άλλη τόση --τουλάχιστον-- μας κλέβουν, μ' εμάς τούς ίδιους συνεργούς τους. Και τα πράγματα βάρυναν ακόμα περισσότερο με την εγκαθίδρυση τα τελευταία χρόνια --με την εισαγωγή όλο και πιο εξελιγμένων τεχνημάτων επικοινωνίας-- μιας νέου τύπου ιδιωτικότητας αλλά και δημοσιότητας. Το υποψιαζόμασταν, κι ήρθε ο Σνόουντεν να επαληθεύσει τους χειρότερους φόβους μας.

Θα ονόμαζα, χάριν συνεννοήσεως και μόνο, ιδιωτική δημοσιότητα, δίνοντας το βάρος στην πρώτη λέξη του ζεύγους, εκείνη στην οποία ο ίδιος ο ιδιώτης δεν ενδιαφέρεται αν το προσωπικό του, και το πιο κρυφό, γίνεται κοινό κτήμα. Δεν τον πειράζει για παράδειγμα να μιλάει στο κινητό του ενόσω ταξιδεύει με τρένο, καράβι ή λεωφορείο και να τον ακούνε όλοι οι διπλανοί του, την ώρα που μπορεί να τσακώνεται με τη μάνα του, να ερωτοτροπεί με την καλή του, να εξιστορεί λεπτομερώς στον κολλητό του την έκτακτη σεξική περιπετειούλα του, «με μια Αγγλίδα, ξέρεις τώρα». Δεν τον πειράζει επίσης να μοιράζεται προσωπικά του μυστικά με τους υπόλοιπους φεϊσμπουκίστες· και αυτοί, άλλωστε, οφείλουν να ανακοινώνουν δικά τους μυστικά, αφού ακριβώς αυτή η δημοσιοποίηση είναι το διαβατήριο, το ειδικό εισιτήριο που τους επιτρέπει να μπουν σε ξένες μονοατομικές επικράτειες. Καινούριος κόσμος, πράγματι.

Από την άλλη, ως δημόσια ιδιωτικότητα, με το βάρος και πάλι στην πρώτη λέξη του ζευγαριού, εννοώ την παραβιασμένη ιδιωτικότητα. Στην περίπτωση αυτή το ιδιωτικό καταντάει δημόσιο όχι με τη συναίνεση ή έστω την αδιαφορία του ιδιώτη αλλά ερήμην του και εις βάρος του· επειδή κάποιοι καταχρώνται την εξουσία τους και, αδιάφοροι λόγω ισχύος και ονόματος για τα γραπτά και τα άγραφα νόμιμα, κοινοποιούν αυτό που πρέπει να μείνει απόρρητο, διότι τέτοια είναι η φύση του αλλά και τέτοια η επιθυμία του πρωταγωνιστή του.

Υποτίθεται πως η τέταρτη εξουσία υπάρχει για να ελέγχει τις καταχρήσεις των τριών θεσμοθετημένων εξουσιών. Μύθος. Η τέταρτη εξουσία, έτσι όπως την «υπηρετούν» επί δεκαετίες κεφαλαιόδελτοι Δημοσιογράφοι που η σεμνότητά τους τούς υποχρεώνει να μιλούν σε τρίτο πρόσωπο για τον εαυτό τους, και οι οποίοι μετρούν τις επιτυχίες τους με το πόσους κατεστραμμένους ανθρώπους αφήνουν στο αγέρωχο διάβα τους, υπάρχει για να καταχράται τη δοτή ισχύ της. Και για να ασκείται επ' ωφελεία (οικονομική και άλλη) του κατόχου της, όχι του κοινού, όχι του δήμου. Δεν είναι μύθος πάντως το ότι η ηθικολογούσα ανηθικότητα παραμένει η απεχθέστερη εκδοχή του αμοραλισμού.

Θυμάμαι εδώ και θυμίζω τα συνώνυμα του «κακού» που αντέγραψα παραπάνω: ανάξιος, μηδαμινός, ελεεινός, άθλιος, πονηρός, φαύλος. Το λεχρίτης; Όχι, αυτό δεν το χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι· είναι μεταγενέστερο δημιούργημα, γνωστού περιεχομένου πλην αγνώστου ετύμου.

Πηγή: Η Αυγή

No comments: