Sunday, September 15, 2013

Ο θάνατος του παρελθόντος σημαίνει και θάνατο της ιδέας ενός διαφορετικού μέλλοντος

Συνέντευξη της Λουτσιάνα Καστελίνα στον Γιώργο Σουβλή και την Ντανιέλα Κιρόνι

Η Λουτσιάνα Καστελίνα μιλάει στα «Ενθέματα» για την εμπειρία του Il Manifesto, τον Λ. Μάγκρι, τη σημασία του Γκράμσι και τα συμβούλια του 21ου αιώνα. Επίσης, για τον κομβικό ρόλο ενός σύγχρονου αριστερού κόμματος στην υπέρβαση των ασυνεχειών του κινήματος, και τους κινδύνους της άμεσης δημοκρατίας. Και, τέλος, εκτιμά ότι η εκλογική επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί κορυφαίο γεγονός για ολόκληρη την ευρωπαϊκή Αριστερά.

ΤΗΝ ΕΠΟΧΉ ΤΟΥ “IL MANIFESTO”
 Υπήρξατε ένα από τα ιδρυτικά μέλη της ομάδας που συσπειρώθηκε γύρω από την εφημερίδα Il Manifesto, έναν από τους σημαντικότερους πυρήνες διαφωνούντων κομμουνιστών στην Ευρώπη μετά το 1968. Θεωρείτε ότι υπάρχει κάτι στη συγκεκριμένη ιστορική εμπειρία το οποίο μπορεί να εμπνεύσει την σύγχρονη ευρωπαϊκή ριζοσπαστική Αριστερά;
Κάθε εποχή έχει την ιδιαιτερότητά της. Θα ήταν λάθος να σκεφτούμε ότι αυτό το οποίο κάναμε με την εφημερίδα IlManifesto και το Κόμμα Προλεταριακής Ενότητας για τον Κομμουνισμό (PdUP), τη δεκαετία του 1970, μπορεί να επαναληφθεί σήμερα. Είχαμε τότε την τύχη να βρισκόμαστε σε μια ιστορική συγκυρία όπου: Πρώτον, οι συσχετισμοί δύναμης για την Αριστερά, στην Ιταλία και στον υπόλοιπο κόσμο, ήταν ιδιαιτέρως ευνοϊκοί. Δεύτερον, έπειτα από τη δεκαετία του 1960, πλούσια σε εμπειρίες αγώνων, πολιτισμικών ζυμώσεων και θεωρητικών συζητήσεων, υπήρχε επιτέλους το πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη ιδεών που υπερέβαιναν τις ορθόδοξες και αποστεωμένες εκδοχές του μαρξισμού. Γι’ αυτό τον λόγο το Ιταλικό 1968, του οποίου αποτελούσαμε μέρος –παρότι διαφοροποιούμασταν σε σχέση με τις άλλες ομάδες της Νέας Αριστεράς, καθώς η ηγετική ομάδα μας είχε προηγουμένως υπηρετήσει επί μακρόν στις τάξεις του ΚΚΙ– ήταν ένα κίνημα καλλιεργημένο, καθόλου ενστικτώδες ή πρωτόγονο όπως ισχυρίστηκαν ορισμένοι. Και, τρίτον, υπήρχε στην ιταλική πολιτική σκηνή ένα κυρίαρχο αριστερό κόμμα (ΚΚΙ), έναντι του οποίου τηρούσαμε κριτική στάση, έχοντας, ταυτόχρονα, απόλυτη συνείδηση του κομβικού του ρόλου. Γι’ αυτό και πάντα είχαμε την αυτοαντίληψη μιας προσωρινής οργάνωσης: βασική μας επιδίωξη δεν ήταν να δημιουργήσουμε ένα μεγάλο κόμμα, ένα νέο κομμουνιστικό κόμμα, αλλά να συμβάλουμε σε μια επανίδρυση ολόκληρης της Αριστεράς. O στόχος αυτός δεν επετεύχθη: εν μέρει λόγω των λαθών μας, και σε μεγάλο βαθμό επειδή η σημαντικότερη πολιτική δύναμη την οποία είχαμε ως σημείο αναφοράς, το ΚΚΙ, μετά τον θάνατο του Μπερλινγκουέρ ήταν ανίκανη να αντιληφθεί τις νέες αντιφάσεις της εποχής (το περιβαλλοντικό ζήτημα, το ζήτημα του φύλου κλπ.) υπέστη μια εκφυλιστική διαδικασία, μέχρι τη διάλυση του. Και όμως, πιστεύω ότι η υπόθεση για την οποία αγωνιστήκαμε ήταν σωστή και βοήθησε να αποφύγουμε οποιουδήποτε είδους σεχταριστική ή αυτοαναφορική συμπεριφορά.

Και όσον αφορά την ευρωπαϊκή Αριστερά σήμερα;
Σε αντίθεση με τις πολιτικές δυνάμεις που γεννήθηκαν από το κύμα του 1968, τα αριστερά κόμματα και κινήματα της Ευρώπης δρουν σήμερα με δεδομένη τη βαριά ήττα της Αριστεράς, σε μια κατάσταση δυσμενή λόγω της εγγενούς αδυναμίας της αλλά και της εσκεμμένης αυτοκτονίας που διέπραξε. Κάθε κομμουνιστική εμπειρία, πλέον, έχει ακυρωθεί, σαν ο 20ός αιώνας να ήταν μόνο μια συσσώρευση λαθών και φρικαλεοτήτων, παραγνωρίζοντας εντελώς το ότι ήταν επίσης μια εποχή σημαντικών κατακτήσεων και επαναστάσεων (οι οποίες, αν και τελείωσαν με άδοξο τρόπο, όπως στην περίπτωση της Σοβιετικής Ένωσης, είναι πολύ καλύτερο που συνέβησαν καθώς μας βοηθούν να σκεφτούμε το αδιανόητο, πηγαίνοντάς μας πέρα από τα λιμνάζοντα ύδατα του παρόντος).

Ποτέ το χάσμα γενεών δεν ήταν τόσο μεγάλο όσο αυτό που βιώνουμε σήμερα. Αυτό είναι ένα πολύ μεγάλο βάρος, γιατί το παρελθόν πρέπει να επανεξεταστεί κριτικά, όχι να παραγνωριστεί. Η παραγνώριση του παρελθόντος είναι χρήσιμη μόνο σε αυτούς οι οποίοι ισχυρίζονται ιδιοτελώς ότι δεν υπάρχει τίποτε άλλο πέραν του παρόντος· ο θάνατος του παρελθόντος είναι ταυτόσημος με τον θάνατο της ιδέας ενός διαφορετικού μέλλοντος. Μόνο με την κατανόηση του τι συνέβη και πώς αυτό κατέστη εφικτό μπορούμε να δημιουργήσουμε όρους και προϋποθέσεις χειραφέτησης. Η «αρχαιολογία», και όχι η μελλοντολογία, είναι η οδός πρόσβασης στο παρόν, όπως σωστά έχει επισημάνει ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν.

Σήμερα, ωστόσο, είμαστε αντιμέτωποι όχι μόνο με τη γενικευμένη κρίση των μαζικών κομμάτων τα οποία σφράγισαν τον 20ό αιώνα αλλά και με μια βαθιά κρίση της δημοκρατίας, η λειτουργία της οποίας βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στην ύπαρξη των κομμάτων αυτών και η οποία, παρ’ όλους τους περιορισμούς της, διασφάλιζε κάτι αναγκαίο: την πολιτικοποίηση των ανθρώπων. Αυτό το μοντέλο δεν λειτουργεί πλέον, και γι’ αυτό πρέπει να σκεφτούμε από την αρχή το ζήτημα της δημοκρατικής εκπροσώπησης. Είναι αναγκαίο, παρότι γνωρίζουμε ότι ο προηγμένος καπιταλισμός δεν προάγει την κοινωνική συσπείρωση –πέρα των μικρών διαστημάτων των εκδηλώσεων διαμαρτυρίας– αλλά κατακερματίζει το κοινωνικό σώμα, χρησιμοποιώντας μορφές χειραγώγησης πιο καταπιεστικές από ποτέ. Στις μέρες μας, ένα κατακερματισμένο πλήθος δεν μπορεί να υπερισχύσει παρά μόνο να εξεγερθεί. Για αυτό πρέπει να επιμείνουμε στο ζήτημα της οικοδόμησης μιας οργάνωσης η οποία να επιτρέπει το ρίζωμα σε εθνική κλίμακα αποφεύγοντας τις ασυνέχειες των κινημάτων, να διασφαλίζει την εσωτερική δημοκρατία αλλά να μην αρνείται την ανάγκη της ηγεσίας, μιας κοινής γνώσης, μιας κοινής κοσμοθέασης, ενός προγράμματος το οποίο θα μπορεί να απαντήσει αποτελεσματικά στην απώλεια νοήματος την οποία βιώνουμε σήμερα (και όχι μόνο να επιχειρεί να αποσπάσει τη συναίνεση σαν κάποιο τηλεοπτικό πρόγραμμα στη βάση κριτηρίων του τύπου «Μου αρέσει — Δεν μου αρέσει»).
 
Η ΛΟΥΤΣΙΆΝΑ ΚΑΣΤΕΛΊΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΛΟΎΤΣΙΟ ΜΆΓΚΡΙ
Ο Πέρυ Άντερσον, στη νεκρολογία του για τον Λούτσιο Μάγκρι υποστήριξε πως υπήρξε ο μόνος σημαντικός επαναστάτης στοχαστής του καιρού του, η σκέψη του οποίου ήταν αδιαχώριστη από την πορεία των μαζικών κινημάτων. Συμφωνείτε;
Νομίζω ότι ο Άντερσον έχει δίκιο: η πιο σημαντική πτυχή της πολιτικής δράσης του Μάγκρι ήταν η συνεχής του προσπάθεια να συμβάλει, με κάθε πρόταση ή στρατηγική του, στην προαγωγή της θέσης του συλλογικού υποκειμένου. Συνεχής προτροπή του ήταν, παρότι ήμασταν ένα μικρό κόμμα (PdUP), οι επιλογές του οποίου κατέληξαν να έχουν επουσιώδη σημασία, να αντιλαμβανόμαστε τους εαυτούς μας σαν να ήμασταν μια μεγάλη δύναμη που είχε συναίσθηση των συνεπαγωγών των αποφάσεων που λάμβανε. Αυτό, προκειμένου μην εθιστούμε στη λογική της μειοψηφίας, της απλής προπαγάνδισης και της ιδεολογικής αφαίρεσης.

Θεωρείτε ότι η εκλογική επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να πυροδοτήσει την αναγέννηση και άλλων κομμάτων της ευρωπαϊκής Αριστεράς;
Η εκλογική επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ είναι μοναδική στο είδος της (πάντως, παρότι γνωρίζω καλά την παλιά ελληνική αριστερά, ξέρω λίγα πράγματα για τη νέα, και λυπάμαι πολύ γι’ αυτό). Είμαι λιγότερο αισιόδοξη για τα υπόλοιπα κόμματα της ευρωπαϊκής Αριστεράς. Το Die Linke στη Γερμανία εμφανίστηκε σαν θαύμα, αλλά δυστυχώς λαβώθηκε γρήγορα από τη φθοροποιό εσωτερική κρίση. Επίσης, οι νίκες στην Ολλανδία ήταν πολύ ασταθείς. Πιστεύω ότι το να βρούμε τους νέους όρους ανασύνταξης του κόμματος είναι μια μακρά διαδικασία.

Ο Ταρίκ Αλί έχει επισημάνει ότι ο πραγματικός κίνδυνος για την Ευρώπη, στην παρούσα φάση, είναι η κυριαρχία «του εξτρεμιστικού κέντρου»: το αμάλγαμα των εφαρμοζόμενων νεοφιλελεύθερων πολιτικών από σοσιαλδημοκρατικά και χριστιανοδημοκρατικά κόμματα. Θεωρείτε ότι η λογική του «εξτρεμιστικού κέντρου» και οι κίνδυνοι για τα υπάλληλα στρώματα από τα μέτρα λιτότητας που επιβάλλει ισχύουν και για τις τελευταίες ιταλικές κυβερνήσεις;

Δεν νομίζω ότι στην περίπτωση της Ιταλίας ο πραγματικός κίνδυνος είναι το «εξτρεμιστικό κέντρο». Ο κίνδυνος είναι κάτι πολύ σοβαρότερο: το τέλος της δημοκρατίας, και αυτό όχι βέβαια επειδή ανακαλύφθηκε κάποιο ανώτερο μοντέλο. Η κοινοβουλευτική μετα-δημοκρατία σήμερα θεωρητικοποίεται, ιδίως στο επίπεδο των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων, με τη ρητορική επίφαση ότι τα παγκόσμια προβλήματα πλέον είναι τόσο σύνθετα που δεν μπορούν να αφεθούν στα κοινοβούλια. Υποστηρίζουν ότι το παν είναι οι τεχνοκράτες, ότι ο δημοκρατικός διάλογος μπορεί να φτάσει το πολύ μέχρι το επίπεδο των τοπικών κοινωνιών. Η μεγαλύτερη ζημιά που προξένησε η κυβέρνηση Mόντι –υποστηριζόμενη από το παραδοσιακό δημοκρατικό κατεστημένο, όχι από τα φασιστοειδή και τους φασίστες– ήταν ότι νομιμοποίησε αυτή τη λογική στα μάτια μεγάλου μέρους της κοινής γνώμης. Όπως έγραφαν οι εφημερίδες, ήταν ένας ηγέτης που δεν ήταν μπλεγμένος με το κοινοβουλευτικό status quo, κάποιος ο οποίος δεν ενδίδει στις πιέσεις της κοινής γνώμης. Μια τέτοια επιχειρηματολογία, που πριν κάποια χρόνια θα ήταν παντελώς απορριπτέα, σήμερα είναι ευρέως αποδεκτή.

Η Αριστερά δεν έχει καταφέρει να αρθρώσει έναν πειστικό και συνεκτικό αντίλογο, όπως διαπιστώνει κανείς εύκολα από τα αποθαρρυντικά αποτελέσματα των εκλογών, τη γεωμετρική αύξηση της αποχής και τα φαινόμενα τύπου Μπέπε Γκρίλο. Υπάρχουν πολλοί σήμερα, που παλιότερα ψήφιζαν Αριστερά, οι οποίοι λένε: –Εμένα τι μου χρειάζεται η δημοκρατία; Κοστίζει πολλά και δεν μου προσφέρει τίποτα! Γιατί να δίνω τόσα λεφτά για να μπορούν αυτοί οι «κύριοι» να φλυαρούν στο κοινοβούλιο; Εάν χρειαστεί, θα αντιδράσω μόνος μου.[1]Πηγαίνουμε λοιπόν έναν αιώνα πίσω, όταν η διαμαρτυρία κατέληγε στο κάψιμο του δημαρχείου ως μεμονωμένη και παραδειγματική πράξη. Έχει έρθει το τέλος της πολιτικής διαμεσολάβησης, της συλλογικής δράσης, των κομμάτων, των συνδικάτων και των δημοκρατικών θεσμών; Αυτά τα φαινόμενα είναι πολύ πιο επικίνδυνα από προσωπικότητες όπως ο Μπερλουσκόνι ή ορισμένες νεοφασιστικές ομάδες.

Ποια θεωρείτε ότι είναι τα αίτια αυτής της κατάστασης;
Βασικός λόγος είναι ότι επιτρέπουμε η δημοκρατία να συρρικνώνεται ολοένα και περισσότερο, να μαραζώνει, να ανάγεται σε μια μεμονωμένη εκλογική στιγμή, κάτι σαν τη ιερή στιγμή της Θείας Λειτουργίας. Σε αυτή την διαδικασία εκφυλισμού της δημοκρατίας, καθοριστικός υπήρξε και ο ρόλος των κομμάτων της Αριστεράς.

Ωστόσο, πιστεύω ότι τα νέα κινήματα, όπως οι «Αγανακτισμένοι», πρέπει να είναι προσεκτικά. Είναι σωστό να λένε ότι «κανένας δεν μας εκπροσωπεί», αλλά όταν προσθέτουν, συχνά, «Δεν θέλουμε κανέναν να μας εκπροσωπεί», επικαλούμενοι μια απίθανη άμεση δημοκρατία νεο-αναρχικής έμπνευσης, ξεχνάνε κάτι βασικό: ότι είναι κομβικό να ανασυγκροτήσουμε σταθερές μορφές αντιπροσώπευσης και συμμετοχής, να δώσουμε ζωή σε νέες μορφές πολιτικής, αν δεν θέλουμε να καταλήξουμε σε μια λογική Οθωμανικής Αυτοκρατορίας όπου στο τοπικό επίπεδο, όπως στα χαλιφάτα, υπήρχε σχετική αυτονομία, αλλά όλες οι κρίσιμες αποφάσεις λαμβάνονταν από την κεντρική εξουσία στην Κωνσταντινούπολη.

Έχετε μιλήσει για τη σημασία του Γκράμσι, και στη συγκεκριμένη συγκυρία…
Ο Γκράμσι μπορεί να μας φανεί εξαιρετικά χρήσιμος. Ενώ εκθείαζε την προτεραιότητα της πολιτικής, επισημαίνοντας ότι το προλεταριάτο την είχε πολύ περισσότερο ανάγκη από ό,τι η αστική τάξη, την ίδια στιγμή είχε συνείδηση ότι υπήρχε ο κίνδυνος να μετατραπεί σε ένα νέο καταναγκασμό, μια αυτονομημένη δύναμη, μια γραφειοκρατία, μια ιδιοκτησία του κράτους από τις πολιτικές ελίτ. Γι’ αυτό δεν θεωρούσε τα εργοστασιακά συμβούλια ούτε όργανα εξέγερσης (όπως τα σοβιέτ) ούτε μεταβατικά όργανα που δημιουργούνται από τον αυθορμητισμό του κινήματος, αλλά όργανα άμεσης δημοκρατίας.

Με άλλα λόγια, τα θεωρούσε μέσα για τη σταδιακή απονέκρωση του κράτους, δηλαδή μια μορφή μόνιμης οργάνωσης η οποία ολοένα και περισσότερο θα καταλαμβάνει τον χώρο της πραγματικής διακυβέρνησης, της διεύθυνσης της κοινωνίας. Για τους παραπάνω λόγους, τα κόμματα είναι δύσκολο να μη λειτουργούν ως «πρωτοπορία», επικεντρωμένα στο ζήτημα της κεντρικής εξουσίας, αλλά ως «συλλογικοί διανοούμενοι», με στόχο τη μείωση της απόστασης μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων, το γεφύρωμα του χάσματος, το οποίο υπάρχει σήμερα –αλλά και πάντα– μεταξύ αυτών που γνωρίζουν, των περίφημων ειδικών, και αυτών που δεν γνωρίζουν. Ο Γκράμσι έθεσε το συγκεκριμένο ζήτημα με ρεαλιστικούς όρους, μη περιοριζόμενος στο επίπεδο της θεωρίας, πλησιάζοντας πολύ στην περίφημη ρήση του Λένιν, για «ένα κράτος όπου η κάθε μαγείρισσα θα μπορεί να το κυβερνά». Αυτή η αλλαγή πρέπει να γίνει και εντός του ίδιου του κόμματος: ο μόνος τρόπος να μετασχηματίσουμε τα κόμματα προς το καλύτερο είναι ακριβώς η καλλιέργεια του καθενός ξεχωριστά, η μείωση της απόστασης μεταξύ ηγεσίας και βάσης, η οποία σήμερα έχει γίνει μεγαλύτερη από ποτέ.

Αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να ανακτήσουμε εκ νέου τα δημόσια αγαθά που έχουν κλαπεί. Εάν ασκούσα μια κριτική στο εξαιρετικά σημαντικό κίνημα ενάντια στην ιδιωτικοποίηση του νερού, εδώ στην Ιταλία, και γενικότερα στους αγώνες σχετικά με την επανάκτηση των κοινών αγαθών, είναι το ότι δεν έχουν σκεφτεί επαρκώς την ανάγκη επαναδημιουργίας τέτοιων συμβουλίων, τα οποία θα είναι σε θέση να διαχειριστούν τα κεκτημένα των συγκεκριμένων αγώνων. Εάν δεν συμβεί κάτι τέτοιο σύντομα, θα κατασπαραχθούν από τους πεινασμένους γραφειοκράτες και τα μεγάλα ιδιωτικά συμφέροντα.

(1) Στην Ιταλία οι εκδηλώσεις διαμαρτυρίας «Κάντο μόνο σου» πολλαπλασιάζονται: λ.χ. οδηγοί φορτηγών ή ταξί, εργάτες ανεβαίνουν σε καμινάδες διαμαρτυρόμενοι.

Πηγή: ΕΝΘΕΜΑΤΑ  Εφημερίδα Αυγή

No comments: