μεταναστες

μεταναστες

Monday, May 25, 2009

Άγγελος Ελεφάντης: Τα χρόνια του Παρισιού

Tην επόμενη Παρασκευή, 29 Mαΐου, κλείνει ένας χρόνος χωρίς τον Άγγελο Ελεφάντη -- την απουσία του την έχουμε νιώσει, όλο αυτό το διάστημα, πολλές φορές, βαριά και οδυνηρά. Για να τιμήσουμε τη μνήμη του, αλλά και θέλοντας να σκεφτούμε πώς μπορούμε να αξιοποιήσουμε το έργο του ως ζωντανή παρακαταθήκη προβληματισμού και δράσης, και όχι ως μνημειακό σώμα, οργανώσαμε μια μεγάλη συζήτηση.

Σε αυτήν, αντάμωσαν και κουβέντιασαν τρεις άνθρωποι στενά συνδεδεμένοι --ο καθένας με τον δικό του τρόπο-- με τον Άγγελο, και με τις δικές τους, μοναδικές στον χώρο τους διαδρομές: ο ιστορικός Σπύρος Ασδραχάς, ο συνταγματολόγος Αντώνης Μανιτάκης και ο ιστορικός της τέχνης Νίκος Χατζηνικολάου. Έχουν τις πιο θερμές ευχαριστίες μας, για την προθυμία και τον ενθουσιασμό με την οποία ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμά μας.

Σε μια πλούσια συζήτηση, που κράτησε πάνω από πέντε ώρες, οι τρεις συνομιλητές κουβέντιασαν αρχικά για τα χρόνια του Παρισιού, τις ιδέες και τους ανθρώπους που διαμόρφωσαν τη σκέψη του νεαρού κομμουνιστή διανοούμενου, ενώ στη συνέχεια επικεντρώθηκαν στο μεγάλο θέμα της Ευρώπης. Παρά τη διάρκεια της συζήτησης, πολλά βασικά θέματα δεν μπόρεσαν, κατ' ανάγκην, να καλυφθούν: λ.χ., οι θεωρητικές απόψεις του Α. Ελεφάντη για το έθνος και τον εθνικισμό, το μεγάλο ζήτημα της παιδείας, καθώς και όλη η μεταπολιτευτική δραστηριότητά του, με επίκεντρο τον Πολίτη, έργο ζωής του Άγγελου Ελεφάντη. Καθώς θα χρειαζόμασταν πολλαπλάσιο χώρο ή πολλές συνέχειες στα "Ενθέματα", όλα αυτά, με τη συμφωνία και των τριών συνομιλητών, τα παραπέμψαμε σε μια επόμενη συζήτηση.

Η ΑΥΓΗ δημοσίευσε χθες Κυριακή την πρώτη ενότητα, που αφορά τα χρόνια του Παρισιού. Την επόμενη Κυριακή, θα ακολουθήσει το δεύτερο μέρος, με θέμα την Ευρώπη.

Τη συζήτηση, που έγινε στον φιλόξενο χώρο των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ), οργάνωσε, απομαγνητοφώνησε και επιμελήθηκε (με τη βοήθεια των τριών συνομιλητών) η συντακτική ομάδα των "Ενθεμάτων" και η Μαρίνα Κόντη.

Η "Κόκκινη Πιπεριά" μεταφέρει ένα απόσπασμα από την εξαιρετική συζήτηση. Ολη μπορείτε να την διαβάσετε εδώ

Σβορώνος και Πουλαντζάς

Ν. Χατζηνικολάου: Πρώτ' απ' όλα, θέλω να αναφερθώ στον Σβορώνο. Υπήρχε από τη μεριά μας ένας θαυμασμός και μια αγάπη, με όλη τη σημασία της λέξης, χωρίς να έχουμε ιδιαίτερα μεγάλη επαφή. Το έφεραν οι συνθήκες; Να ένας εύσχημος τρόπος για να αποφύγουμε το πρόβλημα. Ενώ τον θαυμάζαμε και τον αγαπούσαμε, ο Σβορώνος δεν έπαιξε τότε ρόλο στη σκέψη μας, σχεδόν κανένα. Νομίζω ότι αυτό ισχύει και για τον Άγγελο. Ειδικά όσον αφορά το Βυζάντιο, που ήταν ένα από τα κυριότερα αντικείμενα ενασχόλησής του, δεν είχαμε ασχοληθεί και δεν μας ενδιέφερε. Μας ενδιέφερε ο νεότερος ελληνισμός εξού και το ενδιαφέρον μας για το Εμπόριο της Θεσσαλονίκης τον 18ο αιώνα (το οποίο όμως δεν ήμασταν σε θέση να εκτιμήσουμε) και το μικρό Que sais-je? που είχε κυκλοφορήσει στη Γαλλία για τη νεοελληνική ιστορία. Πρέπει βέβαια να λάβουμε υπόψη μας και τι ήταν προσιτό εκείνα τα χρόνια. Τα δεδομένα άλλαξαν μετά το 1974. Για τον Νικολάκη, όπως τον λέγαμε (ο Άγγελος τον έλεγε μπαρμπα-Νίκο), ήμουν υπερβολικά απόλυτος, γι' αυτό και μου είχε βγάλει το παρατσούκλι "Ο Χατζηχατζάρας". Είχαν δει πολλά τα μάτια του. Είχε πολιτική πείρα. Εδώ τίθεται έμμεσα και το ζήτημα της ηλικίας, χωρίς αυτό να αναιρεί άλλες ουσιαστικές διαπιστώσεις. Όσοι είχαν ζήσει συνειδητά τη δεκαετία 1940-1950 ανήκαν σε άλλον αστερισμό από εμάς.
Ο Σβορώνος, που τα έζησε όλα αυτά, είχε μια απέχθεια για τις εύκολες ακρότητες. Μας κοίταζε με συμπάθεια, με πολλή συμπάθεια θα έλεγα, αλλά δεν ήμασταν συνομιλητές του. Ακόμα, είχε μια κομματικότητα, που εμείς δεν είχαμε. Ο Φίλιππος, ο Σπύρος και ο Βασίλης ήταν μια ενδιάμεση "γενιά", και είχαν πιο στενές σχέσεις μαζί του, παρόλο που κι εκεί θα ήταν ενδιαφέρον να κοιτάζαμε τις διαφορές αλλά και τις διαφοροποιήσεις του καθενός απέναντί του μέσα στον χρόνο.
Ο Πουλαντζάς, τώρα, ένας άνθρωπος της ηλικίας μας, με γερή παιδεία και μεγάλη ευφυΐα, μέλος της οργάνωσης και της συντακτικής επιτροπής του Αγώνα, θα μπορούσε να παίξει καταλυτικό ρόλο στη σκέψη μας. Δεν είχε όμως ιστορική συνείδηση.

Α. Μανιτάκης: Ούτε ο Αλτουσέ...Μεθοδολογικά, συνειδητά.

Σ. Ασδραχάς: Αυτό του το καταλόγιζαν οι Ιταλοί.

Ν. Χατζηνικολάου: Διαφωνούμε. Σε ένα παλιό τεύχος του Πολίτη είχα ασχοληθεί με την έννοια της ιστορίας στον Αλτουσέρ, ο οποίος από τη δεκαετία του '50 παρακολουθούσε προσεχτικά τις συζητήσεις στον χώρο των ιστορικών. Θα στο στείλω.

Α. Μανιτάκης: Έχουμε συγκρουστεί επανειλημμένα με τον Άγγελο επ' αυτού, έχω υποφέρει…
Ν. Χατζηνικολάου: Ο Πουλαντζάς είχε όλα τα εφόδια για να γίνει ένας από τους κορυφαίους θεωρητικούς του καπιταλιστικού κράτους, συμβάλλοντας με το κύρος του στη διαμόρφωση και στη συνένωση όλων εκείνων που ασχολούνταν με τον μαρξισμό στην Ελλάδα. Και ήταν πολλοί. Δεν έγινε κάτι τέτοιο, ακριβώς επειδή δεν είχε καθόλου τη διάσταση του ιστορικού μέσα του…
Κάποτε είχαμε ένα ακτίφ, οι γάλλοι κομμουνιστές μάς έδιναν ένα κτίριο του συνδικάτου των μεταλλουργών στην οδό Jean-PierreTimbaud στην Μπελβίλ για να συνεδριάζουμε. Η συνεδρίαση είχε πάει πολύ καλά, υπήρχε μια ομοψυχία ασυνήθιστη, μια ευεξία. Μετά πήγαμε σε μια ταβέρνα εκεί κοντά να φάμε και το ρίξαμε στο τραγούδι. Και ο Δημήτρης Δεσποτίδης (ένας άνθρωπος καθόλου αντιδιανοούμενος, το αντίθετο μάλιστα, και τον Νίκο τον συμπαθούσε ιδιαίτερα και τον θαύμαζε) σε μια στιγμή αρχίζει να τραγουδάει: "Πουλαντζά μου ανσενιάν μου [δηλαδή δάσκαλέ μου], πες μας τι είν' ο φασισμός" (στο ρυθμό της "Ντερμπεντέρισσας" του Τσιτσάνη). Η ταβέρνα σείστηκε από τα γέλια. Ο Νίκος έγινε κατακόκκινος. Είμαι βέβαιος ότι ο Δεσποτίδης δεν το έκανε με κακία. Αναρωτιέμαι όμως ακόμα πού οφείλονταν, έστω υποσυνείδητα, η ειρωνεία. Είχε εκδοθεί το Fascisme et Dictature [1970]. Μήπως εκεί; Στην απουσία μιας ιστορικής ανάλυσης της κατάστασης σ' ένα βιβλίο αφιερωμένο στον φασισμό και στη στάση της Γ΄ Διεθνούς απέναντί του;
Μετά την εξουθενωτική κριτική του Ραλφ Μίλιμπαντ, στο New Left Review στα τέλη του 1973 [τχ. 82] για το Πολιτική εξουσία και κοινωνικές τάξεις, ο Νίκος κυριολεκτικά κατέρρευσε. Τον είχα συναντήσει τυχαία στο δρόμο και μου μίλησε γεμάτος απογοήτευση, αποδεχόμενος σε μεγάλο βαθμό την κριτική.

Α. Μανιτάκης: Ήταν όμως μέχρι τέλους κριτικός ο Άγγελος απέναντι στον Πουλαντζά; Διότι αναφερόταν στη σκέψη του σε κείμενά του που είχε δημοσιεύσει στον Πολίτη. Αντλούσε απ' ό,τι θυμάμαι στοιχεία από τον Πουλαντζά και τα αξιοποιούσε στα κείμενά του με τον πρωτότυπο τρόπο που ο ίδιος γνώριζε. Θυμάμαι, επίσης, την ομιλία του στο συνέδριο της Ελληνικής Εταιρείας Πολιτικής Επιστήμης για τον Πουλαντζά, το 1999, όπου ο Άγγελος έλεγε: "Ο Πουλαντζάς ήταν ένας δικός μας, ήταν από τους δικούς μας". Κι ακόμα ότι εισηγήθηκε και επιμελήθηκε την επανέκδοση των βιβλίων του Φασισμός και δικτατορία και Η κρίση των δικτατοριών, που έκανε το Ινστιτούτο "Νίκος Πουλαντζάς", το 2006.

Ν. Χατζηνικολάου: Φυσικά και ήταν δικός μας ο Πουλαντζάς. Ήταν μέλος της οργάνωσης και όχι μόνο στα χρόνια που ήμασταν κι εμείς στο ΚΚΕ (Εσωτ.). Εκείνος παρέμεινε μετά την αποχώρησή μας, μέχρι τον θάνατό του. Υπάρχει όμως και η ουσιαστική πολιτική-θεωρητική διάσταση. Ο Άγγελος στηρίχτηκε στα σημαντικά "περί σχετικής αυτονομίας" (της πολιτικής και της ιδεολογίας από την οικονομία, του κράτους από την κυρίαρχη τάξη κτλ.), και γενικότερα στην κριτική του οικονομισμού της Γ΄ Διεθνούς. Χρήσιμες ήταν για τον Άγγελο, όπως για όλους μας, οι θεωρητικές αναλύσεις του πολιτικού πεδίου από τον Πουλαντζά. Θεωρητικές αναλύσεις του πολιτικού, και όχι πολιτικές αναλύσεις μιας συγκυρίας. Σ' ένα γράμμα από την Αθήνα της 14ης Δεκεμβρίου 1977, ο Άγγελος μού έγραφε στο Παρίσι: "Όπως έλεγε ο φίλος μας ο Βασίλης [Παναγιωτόπουλος] 'δεν περνάει ο μαρξισμός'. Θα μπορούσε να αραδιάσει κανείς σωρό τα παραδείγματα. Τόσο το χειρότερο που το φάρμακο είναι πικρό. Όμως 'οι μαρξιστές όταν είναι κομμουνιστές και οι κομμουνιστές όταν είναι μαρξιστές' είναι λίγοι και, παρά τα λεγόμενα του Louis [Althusser], γίνονται ολοένα και λιγότεροι. Δεν ξέρω τι σκέφτεσαι εσύ, αλλά αν π.χ. διαβάσεις το τελευταίο βιβλίο του Πουλαντζά (είδα σε δοκίμια ένα μέρος του) θα φρίξεις. Θυμήθηκε τώρα τη Ρόζα και την έβαλε να πολεμάει τον Λένιν, πατέρα του Στάλιν κατά τον Νικολάκη, που σίγουρα δεν είναι ο χειρότερος και τον αναφέρω απλώς σαν παράδειγμα". Θα ήταν ενδιαφέρον να συγκρίνουμε αυτή την εκτίμηση με άλλες, υστερότερες, τοποθετήσεις του Άγγελου, πριν και μετά τον θάνατο του Νίκου.

2 comments:

Anonymous said...

Σβήνουμε τα σχόλια;
Γιατι;

Κόκκινη Πιπεριά said...

Γιατί δεν δείχνουν σεβασμό..