Friday, August 9, 2019

Συμπληρώνει τα 90 χρόνια της η Λουτσιάνα Καστελίνα

Μία εμβληματική μορφή της ιταλικής δημοσιογραφίας αλλά και της πολιτικής, η «μεγάλη κυρία» της ιταλικής και ευρωπαϊκής Αριστεράς, η Λουτσιάνα Καστελίνα, συμπληρώνει σήμερα τα 90 χρόνια της.

Κόρη ενός Μιλανέζου επιχειρηματία και μίας Εβραίας από την Τεργέστη, η Καστελίνα γεννήθηκε στη Ρώμη στις 9 Αυγούστου 1929 και ήδη από τα σπουδαστικά χρόνια της ασχολήθηκε ενεργά με την πολιτική. Πάντα στις γραμμές της Αριστεράς, μολονότι η ίδια, χαριτολογώντας, δηλώνει πως ήταν φίλη και έπαιζαν τένις με τη μικρή κόρη του Μουσολίνι, Άννα Μαρία.

Το 1947 συμμετέχει στο Φεστιβάλ Νεολαίας στην Πράγα και αμέσως μετά την αποφοίτησή της από τη Νομική γίνεται ανώτατο στέλεχος της Νεολαίας του ΚΚΙ και διευθύντρια του εβδομαδιαίου περιοδικού της «Νέα Γενιά».

Μετά ένα πέρασμά της ως δημοσιογράφος από την εφημερίδα Il Paese, το 1963 αρχίζει να εργάζεται στο Τμήμα Γυναικών του ΚΚΙ, δίπλα στη σύντροφο του ιστορικού ηγέτη Παλμίρο Τολιάτι, μέχρι που απομακρύνθηκε από τις ηγετικές θέσεις του κόμματος μετά το 11ο Συνέδριο (Φεβρουάριος 1966), ως ανήκουσα στην ανανεωτική πτέρυγα του Πιέτρο Ινγκράο. Από το ΚΚΙ θα διαγραφεί οριστικά το 1968 εξαιτίας του πρωταγωνιστικού ρόλου που έπαιξε στην ίδρυση της ιστορικής εφημερίδας Il Manifesto (μαζί με τους Ροσάνα Ροσάντα, Λούτσο Μάγκρι, Άλντο Νατόλι και Λουΐτζι Πιντόρ). Από το 1974 η εφημερίδα θα ενωθεί με το κόμμα PSIUP του Βιτόριο Φόα και θα δώσει πνοή στη γέννηση του Κόμματος Προλεταριακής Ενότητας για τον Κομμουνισμό.

Η Καστελίνα θα εκλεγεί πολλές φορές δημοτική σύμβουλος στη Ρώμη και στην περιφέρεια του Λατίου, ενώ το 1976 θα εκλεγεί βουλευτής με την Προλεταριακή Δημοκρατία, χρηματίζοντας μάλιστα επικεφαλής της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της. Το 1979 θα εκλεγεί ευρωβουλευτής και έκτοτε είναι πολλές οι φορές που εναλλάξ θα καταλάβει θέση στα έδρανα τόσο του Κοινοβουλίου της χώρας της όσο και στο Στρασβούργο. Στις ευρωεκλογές του περασμένου Μαΐου η Καστελίνα ήταν υποψήφια με το ευρωψηφοδέλτιο του ΣΥΡΙΖΑ σε τιμητική θέση, χωρίς να εκλεγεί.

Το 1990 στο συνέδριο για τη μετονομασία και αλλαγή του ΚΚΙ η Καστελίνα συστρατεύεται στη γραμμή του Ινγκράο, που οδήγησε στην ίδρυση της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης (Rifondazione Comunista), στην οποία εντάχθηκε το 1992 και εγκατέλειψε το 1996. Σήμερα είναι στέλεχος της Ιταλικής Αριστεράς.

Η πλούσια δράση της Καστελίνα δεν περιορίστηκε μόνο στις δημοσιογραφικές και κοινοβουλευτικές παρεμβάσεις της, αλλά εκφράστηκε δυναμικά και στους δρόμους. Στις 14 Ιουλίου 1948 συνελήφθη στις διαδηλώσεις με αφορμή της απόπειρας δολοφονίας του Τολιάτι. Σε παρόμοιες κινητοποιήσεις συνελήφθη το 1950 και το 1956, ενώ το 1963 έμεινε για περίπου δύο μήνες στη φυλακή. Αλλά και στην Ελλάδα, την περίοδο της δικτατορίας, η Καστελίνα συνελήφθη από το καθεστώς των συνταγματαρχών το 1967 και απελάθηκε στην Ιταλία.

Η Καστελίνα έχει χρηματίσει πρόεδρος σε πολλά σημαντικά ιδρύματα για την πολιτική και τον πολιτισμό (είναι επίτιμη πρόεδρος του ευρωπαϊκού περιοδικού Cineuropa για την προώθηση της κινηματογραφικής τέχνης) και είναι επίτιμο μέλος της διοικούσας επιτροπής της σημαντικής οργάνωσης ARCI για την προώθηση του πολιτισμού και των δικαιωμάτων. Έχει γράψει σημαντικά βιβλία για την ιστορία του αριστερού κινήματος και για τις επισκέψεις της σε διάφορες χώρες -όπου πάντοτε απεικονίζονται ζωηρά οι πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες τους, όπως στο Siberiana- ενώ η αυτοβιογραφία της «Η ανακάλυψη του κόσμου» (La scoperta del mondo) ήταν υποψήφια για το σημαντικό στην Ιταλία Βραβείο Στρέγκα.

Η Καστελίνα παντρέυτηκε τον σημαντικό κομμουνιστή πολιτικό Αλφρέντο Ρέικλιν, με τον οποίο χώρισε το 1958 «τότε που κανένας δεν έπαιρνε διαζύγιο», όπως τονίζει χαριτολογώντας, αλλά καταδεικνύοντας την έντονη και παθιασμένη προσωπικότητά της και τον σταθερό φεμινισμό της, στα κινήματα του οποίου πάντοτε πρωτοστάτησε σε ιταλικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Η Καστελίνα έχει δύο παιδιά, αμφότεροι οικονομολόγοι: Τη Λουτσία, που διδάσκει στο London Business School και τον Πιέτρο, που διδάσκει στο Παν/μιο LUISS Guido Carli της Ρώμης.

Σε πρόσφατη βιντεοσκοπημένη συνέντευξή της στην εφημερίδα La Repubblica για τα 90ά γενέθλιά της, η Καστελίνα πέρα από την αφήγηση της πλούσιας ζωής της, δεν παρέλειψε να δώσει στις γυναίκες μία συμβουλή που φέρει το απόσταγμα της δικής της εμπειρίας: «Η αγάπη διαρκεί περισσότερο όταν αγαπάμε από απόσταση». Κάτι που όμως δεν ισχύει, όπως αποδεικνύει η ίδια η ζωή της και για την πολιτική.

Πηγή: ΑΠΕ - ΜΠΕ, La Repubblica, Wikipedia

Wednesday, August 7, 2019

Η Εθνική Αστέγων στο Μαξίμου

Της Βίβιαν Ευθυμιοπούλου

Ούτε συμβολική ούτε “δράση επικοινωνίας” ήταν η επίσκεψη της Εθνικής Ομάδας Ποδοσφαίρου των Αστέγων στο Μέγαρο Μαξίμου τη Δευτέρα.

Όσοι παρακολουθούμε τις θέσεις της Νέας Δημοκρατίας για τη φτώχεια και τις εκδηλώσεις που έχει διοργανώσει από το 2016 (κι εμείς στο Φιλελεύθερο αλλά κι εδώ στο Liberal έχουμε αναφερθεί διεξοδικά σε αυτό), δεν νιώσαμε καμία έκπληξη όταν ανακοινώθηκε η συνάντηση.

Έκπληξη είχαμε νιώσει νωρίτερα, πίσω στο Δεκέμβριο του 2017, όταν πληροφορηθήκαμε ότι το βράδυ της δεύτερης μέρας των Χριστουγέννων ο Κυριάκος Μητσοτάκης πήρε τους στενούς του συνεργάτες και το γιο του και πήγαν στο υπνωτήριο αστέγων των Γιατρών του Κόσμου στο Βοτανικό. Εκεί άκουσε ιστορίες Ελλήνων όπως αυτή του Γιώργου ο οποίος βρέθηκε στο δρόμο γιατί οι υπηρεσίες του ελληνικού κράτους καθυστέρησαν για 1,5 χρόνο να εκδώσουν τη σύνταξή του και από τότε που αποκαταστάθηκε η ζωή του βοηθάει ως εθελοντής άλλους αστέγους.

Μέχρι εκείνη τη στιγμή κανένας άλλος πολιτικός αρχηγός δεν είχε επισκεφθεί υπνωτήριο αστέγων για ν’ ακούσει τα πάθη των φτωχών και κοινωνικά αποκλεισμένων συμπολιτών μας. Και ήταν μόνον η αρχή γιατί ακολούθησαν οι ημερίδες του Ινστιτούτου Δημοκρατίας “Κωνσταντίνος Καραμανλής”, οι εκδηλώσεις μέσα στους οικισμούς Ρομά στη Θεσσαλονίκη, οι συναντήσεις με βαριά τοξικομανείς, πάλι βράδυ κάποιο Χριστουγέννων.

Η Νέα Δημοκρατία πήγε εκεί που βρίσκονται άνθρωποι και προβλήματα για τα οποία όλοι οι υπόλοιποι μιλάνε από απόσταση και οχυρωμένοι πίσω από την οθόνη του υπολογιστή τους.

Βέβαια, πίσω από τον Κυριάκο Μητσοτάκη υπήρχε ένα πρόσωπο που έκανε σιωπηλά τη δουλειά του και το οποίο δυσκολευτήκαμε να εντοπίσουμε γιατί αποφεύγει τη δημοσιότητα. Ο νυν Γενικός Γραμματέας Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Καταπολέμησης της Φτώχειας, Γιώργος Σταμάτης είναι ο άνθρωπος που συνέδεσε τη Νέα Δημοκρατία με την κοινωνία των πολιτών.

Τώρα που η Νέα Δημοκρατία έγινε κυβέρνηση “το κοντέρ” έχει μηδενιστεί αφού πλέον περιμένουμε να δούμε τις εξαγγελίες να υλοποιούνται. Παρ’όλα αυτά όμως, αν και οι φτωχοί, οι άστεγοι, οι κοινωνικά αποκλεισμένοι δεν έχουν φωνή, δεν μπορούν να κάνουν μια απεργία για να τραβήξουν την προσοχή του Τύπου και της κοινής γνώμης, ο Κυριάκος Μητσοτάκης πήγε σε αυτούς ενώ αν δεν το είχε κάνει κανείς δεν θα το παρατηρούσε. Έμαθε τον κόσμο της Νέας Δημοκρατίας κι εμάς τους υπόλοιπους να έχουμε απαιτήσεις από το κόμμα του και σ’αυτόν τον τομέα.

Γι' αυτό αν είμαστε για κάτι σίγουροι για την κυβέρνηση Μητσοτάκη είναι ότι σε αυτό δεν θα μας διαψεύσει.

Άλλωστε δεν υπάρχει περιθώριο για κάτι τέτοιο. Όπως είχε πει στην ομιλία του στην εκδήλωση για τη φτώχεια στο Ινστιτούτο Δημοκρατίας ο Πρωθυπουργός, “Για μας ελευθερία σημαίνει αλληλεγγύη. Γιατί χωρίς αλληλεγγύη δεν υπάρχει κοινωνία”.

Πηγή: Liberal.gr

Saturday, July 6, 2019

Εκλογές μαντινάδα...

«Ζήτω η Ελλάδα και καθετί μοναχικό στον κόσμο αυτό
Ελασσώνα Λειβαδιά Μελβούρνη Μόναχο
Αλαμάνα και Γραβιά Αμέρικα
Βελεστίνο Άγιοι Σαράντα Εσκι Σεχήρ
Κώστας Κώστας Μανώλης Πέτρος Γιάννης Τάκης
Πλατεία Ναυαρίνου Διοικητηρίου κι Εξαρχείων
Αλέκος Βασίλης Άγγελος
Μπιζανίου κι Αναλήψεως Αγίας Τριάδος κι 25ης Μαρτίου
η Ελλάδα που αντιστέκεται η Ελλάδα που επιμένει
κι όποιος δεν καταλαβαίνει δεν ξέρει που πατά και που πηγαίνει»

Ψηφίζω από το 1982, τότε που το ΠαΣοΚ έδωσε ψήφο στα 18. Ψηφίζω από τα 18 μόνο Αριστερά. ΚΚΕ Εσωτερικού, ΚΚΕ Εσωτερικού-Ανανεωτική Αριστερά, Αριστερή Πρωτοβουλία, ΣΥΝασπισμό, Μαχόμενη Αριστερά, ΣΥΡΙΖΑ, ΜΕ.Ρ.Α, ΔΗΜΑΡ. Φυσικά και αύριο θα ψηφίσω. Όμως για να γράψω δυο λόγια χρειάστηκε τη «βοήθεια» του Διονύση Σαββόπουλου βλέπεις: «Όταν πέφτει το σκοτάδι στα υπόγεια τα ρεύματα βουίζουν την αλήθεια ποιος θα μάθει ένορκοι πληρωμένοι θα με κρίνουν. Η ζωή μου έχει γεμίσει μυστικά, στους διαδρόμους ψευδομάρτυρες καπνίζουν και οι φίλοι με κερνούν ναρκωτικά και το κόμμα με τραβάει απ’ το μανίκι». Δυστυχώς (;) κόμμα να με τραβάει από το μανίκι δεν υπάρχει πλέον. Από το μακρινό 2013 ανένταχτος, ανέστιος, «ανώνυμος» αριστερός. Αναζητώντας όπως ο διψασμένος το νερό στην έρημο. Όμως όπως και ο διψασμένος έτσι και εγω (και πάρα πολλοί…) πέφτω πυκνά συχνά σε… πολιτική οφθαλμαπάτη. Και συνεχίζω τη πορεία. Το Γενάρη του 2015 η Αριστερά (;) πήρε την εξουσία. Με ψεκασμένους παρέα. «Αναγκαστηκά λογω μνημονίων» μας έλεγαν. Σύντομα όμως μας είπαν: «Τα πόδια μου καήκανε σ’ αυτή την ερημιά η νύχτα εναλλάσσεται με νύχτα
τα νέα που σας έφερα σας χάιδεψαν τ’ αυτιά μα απέχουνε πολύ απ’ την αλήθεια…» Και εμείς αντί να του πούμε: «Αμέσως καταλάβαμε τι πήγαινε να πει και του `παμε να φύγει μουδιασμένα αφού δεν είχε νέα ευχάριστα να πει καλύτερα να μην μας πει κανένα…»
, κάποιοι τον ξαναψηφίσαν…
Και πέρασαν τα χρόνια και ήρθε η αυριανή Κυριακή. Εθνικές εκλογές. Από το 1982 ψηφίζω μόνο Αριστερά. Σας το είπα ε? Το λεω για να το ακούω… Μεγάλωσα. Χάθηκαν οι βεβαιότητες. Χάθηκαν οι σιγουριές. Χάθηκε το κόμμα, η «γραμμή». Κάτι όμως έμεινε. Η ηθική, η αξιοπρέπεια. Η δική μου αριστερή ψήφο ήταν πάντα συνυφασμένη με την ηθική του παλιού αριστερού. Εκείνου που τον έστηναν στο εκτελεστικό απόσπασμα με τον Α.Ν. 509/1947 και του έκοβαν τη ζωη μόνο και μόνο επειδή ηταν μέλος του ΚΚΕ. Με την ηθική των Λαμπράκηδων και των Ρηγάδων της δικτατορίας. Με την ηθική του Μπάμπη Δρακόπουλου, του Γιάννη Μπανιά, του Αγγελου Ελεφάντη, του Γιώργου Γράψα, του Λεοντα Αυδή. Αυτή την ηθική που τσαλαπάτησαν πολλοί υπουργοί και βουλευτές του Σύριζα, που σήμερα ασθμαίνοντας μας ζητάνε να σταματήσουμε (με τη ψηφο μας) τη δεξιά.
Με αυτή την ηθική αύριο στη κάλπη: «Να πούμε λόγια άγρια, παράξενα κι ατόφια σάβανα και χώματα στη μούρη της τη τζούφια η φωνή της η σκληρή λιώνει σαν μεγάλο σώμα
μέσα στο δικό μου στόμα».

ΥΓ Οσο για την "δεξιά" που έρχεται (και που ο Τσίπρας και η κυβερνηση του βοήθησε πάρα πολύ για να «αποκατασταθεί» στα μάτια χιλιάδων πολιτών) ο Νιόνιος στο «Κούρεμα» τα έχει πει μια χαρά: «Το μητσοτάκ, το μητσοτάκ, άνθρωπος μουλιάπας, χαρά Θεού, στίχος παιδιού, στίχος τρελού, του φασουλή μου του κωμικού, με μουσική αντί αντί πολιτική, αντιπολιτική τ’ όνομά μου κι ο δρόμος μου γραμμή, όλο ζικ - ζακ το μητσοτάκ, το μητσοτάκ».
ΥΓ 2 Καλό βόλι…
ΥΓ 3 Ακολουθεί άρθρο του σύντροφου και φίλου Μάνου Ματσαγγάνη με μια άλλη επιλογή!

Μπροστά στις κάλπες: μια προσωπική τοποθέτηση


Τα γεγονότα των τελευταίων ημερών - η επίθεση των παρακρατικών στην Athens Voice, το σκίτσο "Δεν Ξεχνώ" του ανεπίσημου οργάνου του καθεστώτος, και κυρίως οι συνεντεύξεις και ομιλίες του Πρωθυπουργού, με τους χαρακτηρισμούς ("γιος του αποστάτη", "νύφη του Μπακογιάννη"), τις δικαιολογίες ("οι άλλοι ήταν πιο προετοιμασμένοι"), και την απίστευτη ακόμη και με τα δικά του standards έλλειψη στοιχειώδους σοβαρότητας απέναντι στις ανθρώπινες ζωές που χάνονται (αεροπορικό δυστύχημα στη Μαδρίτη), με την Πολιτεία της οποίας υποτίθεται ότι ηγείται σε πλήρη αποδιοργάνωση (πυρκαγιά στο Μάτι) - δείχνουν με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ποιο είναι το καθήκον κάθε δημοκρατικού πολίτη στις κάλπες της Κυριακής: η αποφασιστική αποδοκιμασία της χειρότερης κυβέρνησης της Μεταπολίτευσης, η απομάκρυνση ενός ντροπιαστικού ανθρώπου από το πρωθυπουργικό μέγαρο, η εκδίωξη μιας αδίστακτης ηγετικής ομάδας από τις θέσεις ευθύνης που σήμερα κατέχει.

Μια κατ' ελάχιστον αξιοπρεπής κεντροαριστερά, στο ύψος των περιστάσεων, με συναίσθηση του πολιτικού διλήμματος της συγκυρίας, σταθερά προσανατολισμένη στη στρατηγική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ, έτοιμη να συνεισφέρει στην αλλαγή σελίδας, να δράσει ως αντίβαρο στις πιθανές ακρότητες της εθνικιστικής "λαϊκής δεξιάς" (που παρά την περιθωριοποίησή της είναι ακόμη ζωντανή), να προτάξει τις εθνικές προτεραιότητες (αποκατάσταση του κύρους των δημοκρατικών θεσμών, επανεκκίνηση της οικονομίας, επούλωση των πληγών της κρίσης), θα μπορούσε να είναι μια ελκυστική επιλογή για τους δημοκρατικούς πολίτες που έχουν αποφασίσει να τιμωρήσουν στις κάλπες το απερχόμενο καθεστώς, χωρίς ωστόσο να εκφράζονται από τη ΝΔ. Οι πρόσφατες επιλογές της ηγεσίας του ΚΙΝΑΛ δείχνουν ότι μια τέτοια κατ' ελάχιστον αξιοπρεπής κεντροαριστερά σήμερα δεν υπάρχει. Η αποδοκιμασία του ΚΙΝΑΛ στην κάλπη είναι προϋπόθεση για να υπάρξει.

Για τον δημοκρατικό πολίτη που δεν θέλει να ρισκάρει ένα μετεκλογικό τοπίο με το ΣΥΡΙΖΑ ρυθμιστή των εξελίξεων, η ψήφος στη ΝΔ είναι αναπόφευκτη. Για όσους από εμάς προέρχονται από την εκσυγχρονιστική κεντροαριστερά, και αισθάνονται ότι ανήκουν ακόμη σε αυτήν (παρά τις άοκνες προσπάθειες της ηγεσίας της), η επιλογή αυτή είναι ομολογουμένως κάπως παράξενη. Η σημερινή ηγεσία της ΝΔ - η πιο φιλελεύθερη, μετριοπαθής, κοσμοπολίτικη και προοδευτική από την ίδρυση αυτού του κόμματος - διευκολύνει την επιλογή μας. Οι ανοιχτόμυαλοι και δημιουργικοί άνθρωποι, με χιούμορ και φρέσκες ιδέες (θα αναφέρω μόνο τον Χρήστο Ταραντίλη στο ψηφοδέλτιο Επικράτειας, την Αλεξάνδρα Χαριτάτου στην Α' Αθηνών, τη Νιόβη Παυλίδου στην Α' Θεσσαλονίκης, ελπίζοντας ότι δεν αδικώ δεκάδες άλλους αντίστοιχου επιπέδου), που σήμερα κοσμούν τα ψηφοδέλτια της ΝΔ, και αύριο ας ελπίσουμε τη Βουλή των Ελλήνων, κάνουν την επιλογή μας αυτή ακόμη πιο ελκυστική.

Με το ξέσπασμα της κρίσης, μερικές εκατοντάδες άνθρωποι της γενιάς μου και μεγαλύτεροι, παλιοί αριστεροί (Ρηγάδες και άλλοι) που με την ολοκλήρωση της οκταετίας Σημίτη είχαν βρεθεί χωρίς εκπροσώπηση, αποφάσισαν να ασχοληθούν ξανά με την ενεργό πολιτική για να σταματήσουν την επέλαση του αντιμνημονιακού συρφετού που απειλούσε να μετατρέψει την Ελλάδα σε Βενεζουέλα. Οι κομματικές επιλογές μας - ΔΗΜΑΡ, Ποτάμι, ΚΙΝΑΛ - δεν δικαιώθηκαν (για να το πω ήπια). Αλλά το μείζον επιτεύχθηκε: η Ελλάδα παρέμεινε ευρωπαϊκή χώρα, και σήμερα που ο λαϊκισμός απειλεί τις δημοκρατικές κατακτήσεις και αλλού, είναι έτοιμη να ηγηθεί μιας πανηπειρωτικής επιστροφής στην κανονικότητα, αναγκαία αν και όχι ικανή συνθήκη για την ανανέωση του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Όλα αυτά δεν συνέβησαν βέβαια μόνο χάρη σε μας, ούτε καν κυρίως χάρη σε μας. Αλλά συμβάλαμε και εμείς, με τις μικροσκοπικές δυνάμεις μας. Ας είμαστε υπερήφανοι για αυτό.

Το όνειρο μιας Ελλάδας ευρωπαϊκής, σύγχρονης και δυναμικής, χώρας ήρεμης και ασφαλούς, μαγνήτη για τους εκατοντάδες χιλιάδες νέους ανθρώπους που την εγκατέλειψαν τα τελευταία χρόνια, αυτό το όνειρο-καύσιμο της πολιτικής μας δράσης από την αρχή, είναι ακόμη ζωντανό. Η ψήφος αύριο στη ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη έχει ένα υπολογισμένο ρίσκο, αλλά παραμένει το πιο ορθολογικό στοίχημα στο οποίο μπορούμε να ποντάρουμε για να το φέρουμε ένα βήμα πιο κοντά στην πραγματικότητα. Ας έχουμε τη γενναιότητα να το παραδεχθούμε, και ας πράξουμε αναλόγως. Όχι οι άλλοι: εμείς οι ίδιοι.

Friday, July 5, 2019

Οι πιο μελαγχολικές εκλογές της Μεταπολίτευσης

Του Κωνσταντίνου Μπλάθρα

Ξέρετε τι μου θυμίζει η πολιτική κατάσταση της χώρας μας, μία εβδομάδα μόλις πριν τις βουλευτικές εκλογές; Τον οδηγό αυτοκινήτου που έχει ξεφύγει από την πορεία του, βρίσκεται στο αντίθετο ρεύμα, όπου πλησιάζει με ταχύτητα ένα φορτηγό. Στα λίγα δευτερόλεπτα πριν τη σύγκρουση, ο οδηγός δεν έχει άλλη επιλογή από το να προσεύχεται, μειώνοντας ταχύτητα πιθανόν, να γλιτώσει μόνο με σπασμένα κόκκαλα και να μη βρεθεί στο νεκροτομείο!

Με θλίψη παρακολουθούμε τις προσπάθειες του κυβερνώντος ΣΥΡΙΖΑ να επαναφέρει εμφυλιοπολεμική συνθηματολογία, περίπου ταυτόσημη του αλήστου μνήμης «ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει Δεξιά», επιχειρώντας έτσι έναν ψυχολογικό εκβιασμό για να τραβήξει την αντιδεξιά ψήφο πολλών εκ των ψηφοφόρων. Η προσπάθεια για τη δημιουργία πόλωσης, που θα ευνοήσει τον κ. Τσίπρα, φαίνεται ωστόσο να πέφτει στο κενό, αφού ο ίδιος εφάρμοσε με τον καλύτερο τρόπο όλο το πρόγραμμα «εκσυγχρονισμού» της δεξιάς ατζέντας. Με φωτεινές ίσως εξαιρέσεις, που οι περισσότερες περισσότερο λειτούργησαν δημαγωγικά, παρά επί της ουσίας βελτίωσαν τη ζωή των απλών ανθρώπων, ο ΣΥΡΙΖΑ επί τέσσερα και πλέον χρόνια δεν παρέλειψε να τηρήσει κατά γράμμα όλες τις επιταγές αυτής της ατζέντας με ναυαρχίδα τις ιδιωτικοποιήσεις.

Την ίδια στιγμή, η ΝΔ προελαύνει με έναν εντελώς αβάσιμο «αναθεωρητισμό», θυμίζοντας πάλι το σύνθημα του «βρώμικου» 1989, για «απαλλαγή»! Στην πραγματικότητα εδώ και τέσσερα χρόνια έχουν ανάψει πολλές λαμπάδες στον ΣΥΡΙΖΑ, που τους έβγαλε από τον κόπο και το κόστος να προχωρήσουν αυτοί σε «μεταρρυθμίσεις».

Το ίδιο ισχύει και για την Συνθήκη των Πρεσπών. Εκείνα δε, που υπόσχεται ο κ. Μητσοτάκης, είτε έχουν ήδη γίνει, όπως η ποσόστωση απολύσεων-προσλήψεων στο Δημόσιο, είτε είναι προσχήματα για ακόμα μεγαλύτερη διάλυση στην οικονομία. Οι εξαγγελίες για μείωση στη φορολογία, λόγου χάριν, ή θα λειτουργήσουν αρνητικά για όσους υποστούν την ισοστάθμισή των εσόδων που θα «χαθούν», ή απλά είναι μια πομφόλυγα τύπου Τσίπρα, αφού ουσιαστική ελάφρυνση του φορολογικού βραχνά είναι απίθανο να περάσει από τις συμπληγάδες των βλοσυρών Ευρωπαίων της επιτήρησης.

Όσο για τους μικρότερους, που μοιάζει να διεκδικούν ψήφο που θα τους βάλει στη Βουλή, είναι στ’ αλήθεια παρακολούθημα των δύο μεγάλων. Ή του ενός και μόνου μοντέλου πολιτικής, αυτό που ακολουθούν και οι δύο μεγάλοι, για να είμαστε πιο ακριβείς.

Τι να πει κανείς για τον Βαρουφάκη και τις Νεφελοκοκκυγίες του ή για τον Λεβέντη και τη στήριξη που παρείχε στις ευρωπαϊκές «πολιτικές».Η, προς τιμήν του, καταψήφιση της Συμφωνίας των Πρεσπών, δεν τον απαλλάσσει από τη στήριξη που προσέφερε σε μια διακυβέρνηση οριακά (μη) δημοκρατική. Μας απομένει μόνο, στο τέλος, μια ψήφος διαμαρτυρίας, που λίγο θα ωφελήσει την οικτρή μας κατάσταση.

Γιατί, καθώς όλο το κλίμα στην οικονομία, στην παγκοσμιοποίηση, αλλά και στη γειτονιά μας αλλάζει, η Ελλάδα σήμερα έχει ανάγκη μιας σοβαρής και στιβαρής διακυβέρνησης, η οποία δεν θα βαδίζει στα κουτουρού, όπως όλοι οι προηγούμενοι, αλλά με βάση ένα σχέδιο αναζωογόνησης της οικονομίας, της παιδείας, της κοινωνίας, που θα δώσει δυναμική στην Ελλάδα του
σήμερα.Κάτω από αυτό το πρίσμα οι εκλογές της 7ης Ιουλίου δεν είναι, δυστυχώς, οι κρισιμότερες της Μεταπολίτευσης, όπως είπαν κάποιοι κάθε όπως πράγματι θα έπρεπε να είναι, αλλά οι πιο μελαγχολικές των τελευταίων δεκαετιών. Τι άλλο μας μένει;

Με το χέρι στην καρδία, και με προσευχή αν δυνάμεθα, να ρίξουμε την ψήφο μας στα λίγα εκείνα πρόσωπα ή κινήσεις, που θα μας πείσουν ότι δεν έχουν ξεφύγει εντελώς από την πορεία της δημοκρατικής διακυβέρνησης ή που, λίγοι-ελάχιστοι, έχουν πραγματική συνείδηση των απειλών και της σύγκρουσης, στην οποία θα οδηγηθούμε με αυτή την πορεία που έχουμε πάρει. Καλή ψήφο!

Πηγή: Εφημερίδα Χριστιανική

Monday, June 24, 2019

Η διαβολή ως τεχνική πολιτικής πρόκλησης στην αντιπαράθεση Αισχίνη-Δημοσθένη

«…Στις συγκρούσεις τόσων αιώνων ανάμεσα στην ελευθέρια και την εξουσία, ή, με αλλά λόγια, ανάμεσα στην κοινωνική ανισότητα και στις κοινωνικές κάστες, το επίμαχο ζήτημα δεν ήταν πραγματικά οι σχέσεις ανάμεσα στην κοινωνία και το άτομο ή η αύξηση της ανεξαρτησίας του ατόμου σε βάρος του κοινωνικού ελέγχου ή το αντίστροφο. Αφορούσε μάλλον την παρεμπόδιση οποιουδήποτε ατόμου από το να καταπιέζει τα αλλά, την παροχή σε όλους των ιδίων δικαιωμάτων και των ιδίων μέσων δραστηριοποίη­σης. Αφορούσε την αντικατάσταση της πρωτοβουλίας των λίγων, που καταλήγει αναγκαστικά στην καταπίεση όλων των άλλων, με την πρωτοβουλία των πολλών, που καταλήγει, όπως είναι φυσικό, να ωφελεί όλους…» (Ερρίκο Μαλατέστα, "Χωρίς Εξουσία")

Οι επιμέρους πολιτικές τεχνικές, που χρησιμοποιούν οι εκάστοτε εξουσιαστές ή και οι δημαγωγοί, αναδεικνύουν τις προθέσεις και τα ωφέλη που προσδοκούν. Σε κάθε εποχή η εξουσία φροντίζει να διαθέτει ανθρώπους που θα χειρίζονται τον λόγο με τέτοιον τρόπο ώστε να μπορούν να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες τους. Η κατεύθυνση που ο κάθε πολιτικός φορέας είναι στραμμένος φέρει ανθρώπους ή στελέχη ή και ολόκληρες ομάδες που επιμελούνται λεπτομερώς τους λόγους του πολιτικού προσώπου, που υποστηρίζουν. Φυσικά, το φαινόμενο αυτό δεν θα ήταν δυνατό να εκλείπει από την Αθήνα του 4ουαιώνα π.Χ. Το πολιτικό κατασκεύασμα της δημοκρατίας των Αθηνών ανέδειξε δεινούς ρήτορες. Ουσιαστικά, πρόκειται για ανθρώπους που χειρίζονται τον λόγο με άνεση και ευχέρεια και τον πλάθουν, σύμφωνα με τις συνθήκες της πολιτικής που εξυπηρετούν.

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη υπάρχουν τρία είδη ρητορικών λόγων οι συμβουλευτικοί[1], οι δικανικοί[2] και οι επιδεικτικοί[3] (πανηγυρικοί). Με τους λόγους αυτούς εγκω­-μιάζονται ή επικρίνονται πράξεις και πρόσωπα του παρόντος με συχνές αναδρομές στο παρελθόν και προβλέψεις του μέλλοντος.

Η διαμάχη μεταξύ των ρητόρων Αισχίνη και Δημοσθένη, κατά τον 4ο αιώνα π.Χ., σημάδεψε την εξέλιξη της ρητορικής τέχνης και ανέδειξε τους τρόπους και τις πρακτικές που χρησιμοποιούσαν για να γίνουν όσο το δυνατόν πιο πειστικοί στο κοινό. Κατ’ αρχάς, ο Δημοσθένης υπήρξε ένας εκ των σπουδαιότερων ρητόρων της κλασσικής Αθήνας, με έμφαση στην πολιτική ρητορεία. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 384 π.Χ. και πέθανε το 322 π.Χ. Από τον μεγάλο αυτόν ρήτορα σώζεται μεγάλος αριθμός δικανικών και κυρίως συμβουλευτικών λόγων. Από το 355 π.Χ. έτρεφε συμπάθεια στην πολιτική, συντάσσων και εκφωνών πολλούς πολιτικούς λόγους. Ταγμένος στο κόμμα του Εύβουλου, βρέθηκε από νωρίς ενάντια στον Φίλιππο Β΄ της Μακεδονίας. Με τον λόγο του Περί της παραπρεσβείας, ο Δημοσθένης στράφηκε εναντίον του Αισχίνη και της φιλομακεδονικής του πολιτικής. Το 336 π.Χ., ο Κτησιφών πρότεινε να τιμηθεί με χρυσό στέφανο, γεγονός που προκάλεσε την οργή του Αισχίνη. Ο μνημειώδης λόγος του Περί του στεφάνου αποτελεί δείγμα της ρητορικής δεινότητας του Δημοσθένους.

Ο Αισχίνης γεννήθηκε το 389 π.Χ. και καταγόταν από φτωχή οικογένεια. Υπήρξε δεινός ρήτορας και οι συγκρούσεις του με τον Δημοσθένη είναι ενδεικτικές του μεγαλείου αμφοτέρων των ρητόρων. Το κύριο σημείο της αντιπαράθεσής τους ήταν το μακεδονικό ζήτημα. Ο Αισχίνης ανήκε στο φιλομακεδονικό κόμμα σε αντίθεση με τον Δημοσθένη. Το 346 π.Χ. αμφότεροι συμμετείχαν στην επίσκεψη μιας πρεσβείας στον Φίλιππο ως Αθηναίοι. Ο Δημοσθένης κατήγγειλε τον Αισχίνη για παραπρεσβεία. Ουσιαστικά, τον κατηγόρησε μέσω του Τιμάρχου ότι δεν υπερασπίστηκε τα συμφέροντα της Αθήνας. Ο Αισχίνης αντέδρασε με τον λόγο του Κατά Τιμάρχου. Επίσης, για την «παράνομη» απονομή χρυσού στεφάνου στον Δημοσθένη έγραψε τον περίφημο λόγο Κατά Κτησιφώντος. Η ρητορική του διαύγεια αναγνωρίζεται τόσο από τον Δημοσθένη όσο και από το ότι συμπεριελήφθη στον κανόνα των δέκα ρητόρων.

Οι Αθηναίοι ρήτορες στα τέλη του 5ου και 4ου αιώνα π.Χ., συχνά κατέφευγαν στη λοιδορία και στη διαβολή ώστε να μειώσουν την προσωπικότητα του αντιπάλου τους. Όταν άρχισε το 346 π.Χ. η προσπάθεια της Αθήνας για ειρήνη με τον Φίλιππο, έλαβαν χώρα οξύτατες αντιπαραθέσεις μεταξύ των δύο ρητόρων. Οι ρήτορες χρησιμοποιούσαν τη διαβολή με σκοπό να δημιουργήσουν κατηγορίες για την προσωπικότητα του κάθε ρήτορα ξεχωριστά, παρουσιάζοντας κάθε είδους δυσφήμηση, δεν δίσταζαν να προβαίνουν σε προσωπικές αναφορές και χρησιμοποιούσαν κάθε μέσο, ώστε να κερδίσουν τις εντυπώσεις των δικαστών. Δεν δίσταζαν να αναφερθούν στην καταγωγή, στην ανατροφή, στην οικογένεια με ακραίες αντιλογίες. Οι δύο ρήτορες παραμέριζαν τον ουσιαστικό πολιτικό λόγο, στρεφόμενοι επί προσωπικού. Αμφότεροι επιδίδονταν σε διαβολή της οικογενειακής ζωής (ο μεν Δημοσθένης για τη φτωχή ζωή του Αισχίνη, ο δε Αισχίνης για τον τρυφηλό βίο του Δημοσθένη). Ο Αισχίνης τον κατηγορούσε για την εύπορη καταγωγή του και τις υποτιθέμενες αγαθοεργίες του, και ο Δημοσθένης τον ανέφερε ως γιο δούλου, ως άτομο επικίνδυνο για την αθηναϊκή δημοκρατία. Επί πλέον, χρησιμοποιούσαν την ειρωνεία και στρέφονταν σε προσωπικές επιθέσεις έως τον πλήρη εξευτελισμό του αντιπάλου. Ο Αισχίνης, στον λόγο του Κατά Κτησιφώντος, χαρακτήριζε τον Δημοσθένη ως κίναιδο, άνθρωπο φοβισμένο, με αδυναμίες, μαλθακότητα, δειλό αλλά και πονηρό. Σε αντιδιαστολή, ο Δημοσθένης, στον λόγο του Περί του στεφάνου, χλεύαζε τις ασχολίες του Αισχίνη, χαρακτηρίζοντάς τον ως αλαζόνα, ειρωνευόμενος και διακωμωδώντας τον.

Η δύναμη και η αίγλη ενός ρητορικού λόγου ήταν η ύψιστη ικανότητα που καθόριζε τις πολιτικές και δικαστικές αποφάσεις. Οι δικανικοί λόγοι του Δημοσθένη εναντίον του Αισχίνη με σκληρούς και προσωπικούς χαρακτηρισμούς (όχι μόνο για τους προγόνους αλλά και για τις σεξουαλικές προτιμήσεις) αποσπούσαν εξ ολοκλήρου την αισθητική του κοινού. Ο Δημοσθένης, όντας φιλαθη­ναίος, υπερασπίζεται τα ιδανικά του μπροστά στον Φίλιππο. Ο ίδιος κατηγόρησε ακόμη και για δωροδοκία από τους Μακεδόνες τον Αισχίνη. Σε αντιδιαστολή, ο Αισχίνης κατηγόρησε για εκφραστική αδυναμία απέναντι στον Φίλιππο τον αντίπαλό του.

Ο Αισχίνης ήταν υπέρμαχος μιας ειρηνευτικής πολιτικής με τον Φίλιππο. Η διαβολή με την οποία καταπιάνονται αμφότεροι οι ρήτορες σκοπεύει να πλήξει και να διασύρει την εικόνα του αντιδίκου τους. Η λοιδωρία, ο χλευασμός, οι αλλεπάλληλες ύβρεις και τα ειρωνικά σχόλια δημιουργούν μια έντονη συγκινησιακή φόρτιση στους δικαστές. Οι ρήτορες, πίσω από την όψιμη πολιτική τους διαμάχη για τη Μακεδονία, κατρακυλούν σε προσωπικές λεκτικές διαμάχες για να επωφεληθούν και να παρασύρουν το ακροατήριο σύμφωνα με τις διαθέσεις τους. Αξιοσημείωτο γεγονός είναι ό,τι η διαβολή δεν αποτελεί βασικό στοιχείο του λόγου εντούτοις, καθίσταται ολοένα και πιο αισθητή, κυρίως στον χώρο της πολιτικής. Επί πλέον, διευκολύνει το ρήτορα να περάσει τα μηνύματά του και να χειραγωγήσει το ακροατήριό του. Ενδεικτική ως προς αυτό είναι η αύξηση της συχνότητας εμφάνισης της διαβολής και η διευρυμένη χρήση της στους λόγους του Δημοσθένη και του Αισχίνη, όπου οι αρχικές της μορφές και οι τόποι που συναντάμε στο Λυσία καλλιεργούνται, εμπλουτίζονται και αποκτούν δριμύτητα και καυστικότητα.

Στην οξύτατη διαμάχη Αισχίνη – Δημοσθένη, χρησιμο­ποιείται εκατέρωθεν η διαβολή ως τακτική για να δια­βρωθεί η προσωπικότητα του αντιπάλου. Η λοιδωρία και οι ύβρεις, που ανταλλάσουν οι δύο ρήτορες, επισκιά­ζουν το πολιτικό ζήτημα μεταξύ Αθήνας και Μακεδονίας, που αποτελεί τη βάση της πολιτικής τους διαμάχης, και αναλώνονται σε μικρότητες. Η διαβολή αποτέλεσε στρατηγική λεκτική επιλογή κάθε ρήτορα και πολιτικού. Η εξελικτική της πορεία φαίνεται ότι ακολουθείται από την αρχαιότητα έως και τις ημέρες μας.

«…Κοντολογίς, είναι πάντα το ζήτημα τού να δοθεί ένα τέλος στην κυριαρχία κι εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, με έναν τέτοιο τρόπο που να ενδιαφέρονται όλοι για την ευημερία του συνόλου και που η ατομική δύναμη του καθένα, αντί να καταπιέζει, να αντιμάχεται και να καταστέλλει άλλους, να ανακαλύψει τη δυνατότητα της πλήρους ανάπτυξης και ο καθένας να επιδιώκει να ενωθεί με άλλους για την μεγαλύτερη ωφελεία όλων…» (Ερρίκο Μαλατέστα, Χωρίς Εξουσία)

Χ.Μ.

[1]. Οι συμβουλευτικοί είναι λόγοι πολιτικοί που εκφωνούνται στις συνελεύσεις του λαού. Οι συμβουλευτικοί: με αυτούς παρέχονται συμβουλές για το μέλλον. Ο ρήτορας προτρέπει ή αποτρέπει τον λαό με σκοπό την επίτευξη του συμφέροντος ή την αποφυγή πολιτικών σφαλμάτων.

[2]. Δικανικοί λόγοι είναι οι εκφωνούμενοι στα δικαστήρια και αφορούν πράξεις που τελέστηκαν στο παρελθόν. Αφορούν κατηγορίες ή απολογίες και έχουν σκοπό την απόδειξη της ενοχής ή της αθωότητας τού κατηγορουμένου με βάση τον νόμο και το αίσθημα του δικαίου.

[3]. Οι Επιδεικτικοί ή πανηγυρικοί λόγοι, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι επιτάφιοι, ήταν οι εκφωνούμενοι σε διάφορες εορτές και συγκεντρώσεις.

Πηγή: Διαδρομή Ελευθερίας φ. 182

Friday, May 31, 2019

Στην εποχή των κομμάτων "σούπερ μάρκετ"


Μερικές σκέψεις με αφορμή την σημερινή ανακοίνωση υποψηφίων βουλευτών της ΝΔ (όπου είδαμε την Τώνια Μωροπούλου, διπλα στον κ. Μπογδάνο). Εχουμε μπεί κανονικότατα στην εποχή των κομμάτων σούπερ μάρκετ (τσίρκο μου λένε φίλοι μου Πετραλωνίτες αλλά δεν τους πιστευω😎). Στις ευρωεκλογές η ΝΔ σε αντίθεση με τον Σύριζα ήταν πιο προσεκτική. Παρουσίασε ένα ψηφοδέλτιο πολύ κοντά στα κεντροδεξιά (ή νεοδημοκρατικά...) στάνταρ με έμπειρους βουλευτές (Μεϊμαράκη, Ασημακοπούλου), φυσικά τους εκλεγμένους ευρωβουλευτές και υποψήφιους από την κοινωνία (Κιμπουρόπουλος, Φλέσσα, Μαλλιάς, Γούλα κ.α) που δεν είχαν κομματική σχέση με τη ΝΔ. Αντίθετα ο Σύριζα το τερμάτισε. Οχι απλά σούπερ μάρκετ. Και την δεν είχε μέσα. Κινηματική & κοινωνική Αριστερά (Λάμπρου, Γραικός, Νάσση, Πλουμπίδης, Μάλαμα, Κούνεβα), "Ψεκασμένη" Ανελ (Κουντουρά), life style (Γεωργούλης, Χρηστίδου), Ανανεωτική Αριστερά + πρώην Δημαρ (Βαλντέν, Αρσενη, Παπαδημητριου, Σπουρδαλάκης, Σκοπούλη, Καλπάκης), πρωην υπουργους (Κουρουμπλής, Μουζάλας, Κονιόρδου), επιχειρηματία (Π. Κοκκαλης), φυσικα τους Παπαδημούλη, Κούλογλου, είχε και Ρός Ντέιλι και Μουχαμάντι και Μπελιά και Μουσταφα και Λουτσιάνα Καστελίνα. Τα πάντα όλα! Ευνοήθηκε ο Συριζα από αυτό το ψηφοδέλτιο? Οχι. Εκτός από την τιμωρητική ψηφο λόγω κυβέρνησης ένα μεγάλο κομμάτι ψηφοφορών, οχι των κομματικών μελών, των ανθρώπων που λόγω Ευρωβουλής επέλεγαν τα ψηφοδέλτια της Ανανεωτικής Αριστεράς (ΚΚΕ Εσωτερικού, ΣΥΝασπισμός, Συριζα) πολύ πριν γίνει κυβερνηση, γυρισαν τη πλάτη στο ψηφοδέλτιο "σούπερ μάρκετ" και έτσι εκλέχθηκαν οι πιο "γνωστοί" με αποτέλεσμα στους 6 ευρωβουλευτές τρεις να μην έχουν καμία σχεση με το αριστερό κόμμα Σύριζα (Μήπως όμως αυτός ήταν ο στόχος;). Σοβαρα τώρα η κ. Κουντουρά, ο κ. Γεωργούλης και ο κ. Κοκκαλης θα ενταχθούν στην ομάδα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς? Ομως η αφορμή για την ανάρτηση ήταν οι ανακοινωσεις της ΝΔ για τις εθνικές εκλογές. Σ' αυτές λοιπόν το κόμμα του κ. Μητσοτάκη αποφάσει να δείξει ότι και αυτό έχει τη δυνατότητα σε ψηφοδέλτια "σούπερ μάρκετ". Με το κόμμα της κεντροδεξιάς θα "εκτεθούν" πρώην αριστεροί (Τατσόπουλος, Ψαριανός), "ηρωϊκές" μορφές του Πασοκ (Τόνια Μωροπούλου), Μηντιακοί σταρ (Μπογδάνος, Παπαδημητρίου), ο συμπαθής Τάκης Φύσσας, η κυρία Χριστίνα Τσιλιγκίρη από τον Ολυμπιακό. Και έχουμε ακόμα δρόμο μέχρι την επίσημη ανακοίνωση όλων των ψηφοδελτίων.
Το σίγουρο ειναι ότι στη πορεία προς τις εθνικές εκλογές θα δούμε και άλλα "ανοίγματα". Επίσης το σίγουρο είναι ότι έτσι δεν γίνονται πολυσυλλεκτικά κόμματα. Είναι κόμματα "σούπερ μάρκετ", όπου ο "αρχηγός" είναι το παν και χωράνε όλοι ανεξάρτητα τι λένε ή από προέρχονται πολιτικά, ιδεολογικα, κομματικά. Θυμίζω ότι όπως τα κανονικά σούπερ μάρκετ, "πουλούν" προϊόντα με ημερομηνία λήξης, κάνουν προσφορές, έτσι "δουλεύουν" και τα κόμματα "σούπερ μάρκετ". Απλά οι προσφορές διαρκούν λίγες μέρες και τα προϊόντα που λήγει η διάρκεια τους καταλήγουν στη... χωματερή!

Sunday, April 7, 2019

Οι ιδέες. Στην αρχή του λαϊκισμού: άτομο κατά του πολίτη

Του Mark Lilla

Πολλοί νέοι σήμερα, και όχι μόνον στις Ηνωμένες Πολιτείες, βλέπουν τη δημοκρατία υπό το φως των ταυτοτήτων. Δεν θεωρούν τους εαυτούς τους δημοκράτες πολίτες αλλά άτομα, το καθένα με μια δική του ταυτότητα που το καθιστά διαφορετικό από τους άλλους. Σήμερα πολλοί νέοι στις Ηνωμένες Πολιτείες περιορίζουν την πολιτική τους ενεργοποίηση στα κοινωνικά προβλήματα που θεωρούν ότι αναφέρονται στην ταυτότητά τους. Σε ένα πρόσωπο σαν και μένα, που μεγάλωσε στη διάρκεια των ιδεολογικών μαχών του Ψυχρού Πολέμου, προκαλεί αμηχανία το να βλέπει τόσους νέους επικεντρωμένους έτσι στα προσωπικά ζητήματα αυτού του είδους και με ελάχιστο ενδιαφέρον για τα ζητήματα οικονομικής δικαιοσύνης ή εξωτερικής πολιτικής. Οι μεγάλες ιδεολογίες και οι αφηγήσεις που προσπαθούσαν να εξηγήσουν τα πάντα είχαν προβλήματα, αλλά τουλάχιστον συνέβαλλαν στο να κατανοήσουμε πως τα πράγματα συνδέονταν μεταξύ τους.

Το αποτέλεσμα όλων αυτών είναι ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες η ριζοσπαστική Αριστερά αντιτίθεται στον οικονομικό νεοφιλελευθερισμό και προωθεί αυτό που θα μπορούσαμε να ορίσουμε ως κοινωνικό νεοφιλελευθερισμό. Η οικοδόμηση της αλληλεγγύης δεν είναι ο πρωταρχικός της στόχος. Ενισχύει μόνον τον ριζικό ατομικισμό των καιρών μας. Οι επιπτώσεις της οικονομικής παγκοσμιοποίησης έχουν αποσταθεροποιήσει τις κυβερνήσεις σε όλα τα μέρη του κόσμου και έχει διευρυνθεί το χάσμα ανάμεσα σε μια πλούσια και μορφωμένη ελίτ και σε μια αυξανόμενη και δυσαρεστημένη υπο-τάξη, στερούμενη ελπίδας. Εξάλλου, ο κοινωνικός νεοφιλελευθερισμός παρήγαγε ένα ψυχολογικό αποτέλεσμα και αποδυνάμωσε τους κοινωνικούς δεσμούς. Οι νέοι αναβάλλουν τον γάμο ή επιλέγουν να ζουν μόνοι τους. Συνεχίζουν να αυξάνονται οι περιπτώσεις κατάθλιψης και αυτοκτονίας. Αυτό δεν συμβαίνει επειδή λείπουν το χρήμα και οι ευκαιρίες, αλλά επειδή γίνονται αυτό που ο Μισέλ Ουελμπέκ στα τρομακτικά του μυθιστορήματα αποκάλεσε «στοιχειώδη σωματίδια».

Οι δημοκρατικές κοινωνίες κατακερματίζονται. Κυβερνήσεις ανίκανες να ελέγξουν τις επιπτώσεις της παγκόσμιας οικονομίας ή την παράνομη μετανάστευση εμφανίζονται αδύναμες και ανεπαρκείς. Αυτό οδηγεί τους εκλογείς να αλλάζουν συνέχεια ηγέτες και κόμματα, που επαγγέλλονται ότι θα κατορθώσουν να ελέγξουν αυτές τις δυνάμεις, αλλά δεν είναι ικανά να το κάνουν. Οπως δείχνουν οι εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες, η χώρα μου είναι διαιρεμένη σε δύο «φυλές» που νιώθουν βαθιά δυσπιστία η μια για την άλλη. Από τη μια μεριά υπάρχει μια φιλελεύθερη και μορφωμένη κοσμοπολίτικη ελίτ, η οποία θέτει έμφαση στα ζητήματα προσωπικής ταυτότητας, περιφρονεί τη θρησκεία και θέλει να αποδεχτούμε τους μετανάστες, νόμιμους ή μη, σε μια περισσότερο πολυπολιτισμική κοινωνία. Αυτή η ελίτ κυριαρχεί στους πολιτιστικούς μας θεσμούς, στα πανεπιστήμια, στα μέσα μαζικής επικοινωνίας και στο Χόλιγουντ. Η δεξιά «φυλή», αντίθετα, συνενώνει τους λιγότερο μορφωμένους, τους περισσότερο θρησκευόμενους, τους λευκούς και τους άνδρες. Καθώς νιώθει περιφρόνηση για τις πολιτιστικές ελίτ, αυτή η «φυλή» υποστηρίζει τη δική της πολιτική ταυτότητας προκειμένου να ανταγωνίζεται με τις άλλες ομάδες.

Οι λαϊκιστές κατόρθωσαν να την πείσουν ότι αυτή είναι ο αληθινός αμερικανικός «λαός» και όχι οι ελίτ, και ότι η χώρα τους έχει κλαπεί από αυτές τις ελίτ. Αυτή η αμερικανική Δεξιά ελέγχει σήμερα όλα τα επίπεδα της κυβέρνησης. Και επικεφαλής της είναι ένας δαιμονισμένος και επιδέξιος δημαγωγός, που συσσωρεύει εξουσίες στρέφοντας τους μισούς Αμερικανούς εναντίον των άλλων μισών. Τι μπορούμε να κάνουμε; Μακροπρόθεσμα θα πρέπει να ανακαλύψουμε εκ νέου τις αρετές της ιδιότητας του πολίτη.

Σήμερα οι κοινωνίες μας είναι πολύ διαφορετικές. Ζούμε μια ιδιωτική ζωή περισσότερο ατομικιστική σε σχέση με το παρελθόν. Ωστόσο, η μοίρα μας είναι κοινή. Υπάρχει ένα κοινό καλό το οποίο πρέπει να προστατεύεται προς το συμφέρον όλων. Και αν θέλουμε να ζητήσουμε από τους ανθρώπους να το προστατέψουν, οφείλουμε να στηριχτούμε όχι σε μια επιθυμία, αλλά μάλλον σε ένα κοινωνικό δεδομένο: όποιες και αν είναι οι διαφορές μας ή η «φυλή» μας, αυτό που έχουμε κοινό είναι η ιδιότητα του πολίτη. Εχουμε όλοι γεννηθεί ή πολιτογραφηθεί πολίτες και δικαιούμαστε ισότιμη μεταχείριση. Και πρέπει να θυμόμαστε ότι το να είναι κανείς πολίτης δεν σημαίνει μόνον ότι έχει δικαιώματα, αλλά ότι έχει και υποχρεώσεις, ο ένας έναντι του άλλου και έναντι της δημοκρατίας μας.

Είναι πολύ δύσκολο να διατηρεί κανείς μια αίσθηση των υποχρεώσεών του ως πολίτη. Γι’ αυτό και, ήδη από την αρχαιότητα, οι δημοκρατίες υπέφεραν από εντροπία. Το μοναδικό πράγμα που αληθινά τις διατηρεί ενωμένες είναι η ενεργοποίηση της ιδιότητας του πολίτη. Αν αυτός ο δεσμός δεν στηρίζεται σε ισχυρά θεμέλια ή αποδυναμώνεται, η πολιτική δομή διαλύεται. Μια παρόμοια κατάσταση είναι ορατή στην Ανατολική Ευρώπη. Μετά την πτώση του Τείχους, το 1989, δημιουργήθηκαν δημοκρατικοί θεσμοί, αλλά αυτό που οι θεμελιωτές αυτών των θεσμών δεν μπορούσαν να δημιουργήσουν ήταν μια συναίσθηση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που απορρέουν από την ιδιότητα του πολίτη.

Η δημιουργία αυτής της συναίσθησης προϋποθέτει την αλληλοδιαδοχή διάφορων γενεών. Σήμερα βλέπουμε, αντίθετα, την Πολωνία και την Ουγγαρία να υιοθετούν και να εξυμνούν αυτό που ο Ούγγρος πρόεδρος ορίζει ως «μη φιλελεύθερη δημοκρατία». Σε αυτές τις χώρες και στην Ιταλία, την Αυστρία και τη Γαλλία, υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις που εδραιώνουν αυτό που φαίνεται να είναι ένα νέο Λαϊκό Μέτωπο, αυτή τη φορά με τη μορφή της ριζοσπαστικής Δεξιάς. Είναι δύσκολο να μην έχουμε την εντύπωση ότι αυτή είναι μια ταινία που την έχουμε ήδη δει. Οι δημοκρατίες χωρίς δημοκράτες δεν διαρκούν. Αποσυντίθενται μετατρεπόμενες σε ολιγαρχίες, θεοκρατίες, εθνοτικούς εθνικισμούς, αυταρχικά συστήματα ή και σε ένα μείγμα όλων αυτών των στοιχείων. Δεν υπερβάλλω όταν λέω ότι οι ενδείξεις όλων αυτών των παθολογιών είναι ορατές στην τωρινή αμερικανική δημοκρατική ζωή. Και με θλίβει η σκέψη ότι και η Ιταλία μπορεί πολύ σύντομα να υποφέρει από την ίδια τη δική μας ασθένεια.

Πηγή: La Repubblica

Πολιτικός επιστήμονας και ιστορικός των ιδεών, ο Μαρκ Λίλα είναι καθηγητής Ανθρωπιστικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης. Στη γλώσσα μας κυκλοφορούν τα βιβλία του «Η σαγήνη των Συρακουσών» (The Athens Review of Books, 2014) και «Κάποτε φιλελεύθερος και πάλι φιλελεύθερος» (Επίκεντρο, 2018).
Σύμφωνα με τον Λίλα, η αμερικανική φιλελεύθερη διανόηση και το Δημοκρατικό Κόμμα υιοθέτησαν μια πολιτική των ταυτοτήτων και γι’ αυτό εστίαζαν το ενδιαφέρον τους στα δικαιώματα των μειονοτήτων και σε θέματα όπως οι διακρίσεις σε βάρος των Αφροαμερικανών ή των ομοφυλοφίλων κ.λπ. Παραγνώριζαν επομένως την ανάγκη της κοινής πάλης για ισότητα και κοινωνική δικαιοσύνη

Friday, March 22, 2019

Λησμονημένα διδάγματα του 1821

Του Ανδρέα Σταλτίδη

Το πρώτο φιλελεύθερο Σύνταγμα του κόσμου συντάχθηκε στην Επίδαυρο στις 1.1.1822. Απαγόρευε ρητά την δουλεία, τα βασανιστήρια, την δήμευση περιουσίας και την φυλάκιση χωρίς δικαστική απόφαση. Την ίδια εποχή στην Γαλλία, στις ΗΠΑ, στην Αγγλία, στη Ρωσία και αλλού, η δουλεία και τα βασανιστήρια ήταν ακόμη νόμιμα και κοινωνικά αποδεκτά.

Η Επανάσταση ξέσπασε έξι χρόνια μετά τη συγκρότηση της Ιεράς Συμμαχίας, η οποία είχε κύριο μέλημά της την κατάπνιξη κάθε επαναστατικής κίνησης στην Ευρώπη. Ειδικότερα: η πανίσχυρη Αυστρία του Μέττερνιχ ήθελε να αναχαιτίσει το παράδειγμα της ελληνικής εξέγερσης στις δικές της κατακτήσεις, η Γαλλία δεν επιθυμούσε να τρωθεί η Οθωμανική Αυτοκρατορία και να επωφεληθεί η Ρωσία, η Αγγλία απευχόταν έξοδο του Ρώσικου ναυτικού στη Μεσόγειο από τα στενά που φυλούσαν οι Οθωμανοί, και η Ρωσία ήθελε να αποφύγει πάτημα αγγλογάλλων κοντά της σε περίπτωση αποδυνάμωσης των Οθωμανών.

Ήταν λοιπόν μία τρέλα. Οι πρώτες νίκες των Ελλήνων έδωσαν ένα ξεκάθαρο μήνυμα: η Αυτοκρατορία δεν ήταν άτρωτη. Ο Υπ. Εξωτερικών Τζωρτζ Κάνιγκ το αντιλήφθηκε αμέσως: εμείς νομίζουμε ότι μπορούν να συγκρατήσουν τους Ρώσους, κι αυτοί δεν μπορούν να συμμαζέψουν μία χούφτα Έλληνες, σκέφτηκε. Έτσι, παρέσυρε Γάλλους και Ρώσους σε έναν ανταγωνισμό προσεταιρισμού των Ελλήνων. Ιδού λοιπόν ένα δίδαγμα: το πάθος του ξεσηκωμού απέναντι στη λογική και στις πιθανότητες, στο οποίο οφείλεται η στροφή των δυνάμεων της εποχής.

Δεύτερον, είναι κατάντια να υποχρεωνόμαστε να επαναλαμβάνουμε το αυτονόητο: η Επανάσταση δεν έγινε ούτε για φορολογικούς λόγους, ούτε απέναντι σε ομοεθνείς. Ως και οι Τούρκοι Ιστορικοί δέχονται την ύπαρξη Ελλήνων πριν το 1821 ως διακριτή εθνότητα. Στην ιστοριογραφία τους εκφράζουν το παράπονο ότι παρά την καλλιέργεια και τα προνόμια ορισμένων (πχ γενιτσάρων από παιδομαζώματα), οι Έλληνες δεν ήταν ευχαριστημένοι και επαναστάτησαν. Μόνο μία δράκα συγχρόνων Ελλήνων ιστορικών μιλάει για «εθνογένεση» το 1821.

Οι αναθεωρητές τονίζουν τη σφαγή στην Τριπολιτσά το 1821. Την συμψηφίζουν μάλιστα με την Μικρασιατική Καταστροφή και σχεδόν αποφαίνονται «ισοπαλία βίας» σε μία παντελώς ανιστόρητη σύγκριση, που αγνοεί 4 αιώνες καταδυνάστευσης. Ο Σαράντος Καργάκος συχνά ρωτά: από ποιους μάθαμε για την Τριπολιτσά; Μήπως από τρίτους; Και απαντά: όχι! Από τα απομνημονεύματα των ιδίων των αγωνιστών. Όχι ως καύχημα, αλλά ως στίγμα. Ιδού ένα ακόμα δίδαγμα με παιδαγωγικές προεκτάσεις.

Λίγους μήνες αργότερα, στην κατάληψη του Ναυπλίου, όχι μόνο δεν έγιναν σφαγές αμάχων, αλλά προσφέρθηκαν πλοία Ελλήνων να στείλουν σώο τον τούρκικο πληθυσμό στα παράλια! Το ίδιο είχε ήδη γίνει νωρίτερα, στην πολιορκία της Μονεμβασίας, όταν εστάλησαν οι Τούρκοι με ελληνικά καράβια στο Κουσάντασι. Γιατί αποσιωπούνται αυτά;

Ασφαλώς, η διχόνοια υπήρξε η αιώνια κατάρα των Ελλήνων. Όταν όμως αποβιβάστηκε ο Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο, αποφασίστηκε το 1825 η αποφυλάκιση του Κολοκοτρώνη και του παρεδόθη η αρχιστρατηγεία του αγώνα! Ακολούθως, η προέλαση του Κιουταχή στη Ρούμελη έκανε τον Ζαΐμη να χρίσει το 1826 ως αρχιστράτηγο Στερεάς Ελλάδας τον μεγάλο του εχθρό, τον Καραϊσκάκη. Συνεπώς, υπάρχουν και έξοχα διδάγματα ομόνοιας.

Επίσης θα πρέπει κάποτε να αποκατασταθούν λησμονημένες περιοχές του Αγώνα. Τα ολοκαυτώματα της Σαμοθράκης (1821) και Νάουσας (1822) ήταν όχι μόνο τραγικά, αλλά ίσως βιαιότερα κι από τη σφαγή της Χίου. Ειδικά στη Σαμοθράκη, αφανίστηκε όλος ο πληθυσμός του νησιού.

Τέλος, ναι, ο π.Π. Γερμανός δεν όρκισε τους αγωνιστές στο λάβαρο του Σταυρού στη Μονή Αγίας Λαύρας στις 25 Μαρτίου. Το έκανε όμως εκεί στις 17 Μαρτίου, στη γιορτή του Αγίου Αλεξίου, όπου και η κάρα του. Τους όρκισε στον Σταυρό ξανά στις 22 Μαρτίου στην Πάτρα. Αναμφισβήτητο είναι ότι η 25η Μαρτίου είχε οριστεί πολύ νωρίτερα από τη Φιλική Εταιρεία ως ημέρα έναρξης, όμως τα γεγονότα την πρόλαβαν.

Πηγή: Εφημερίδα ΕΣΤΙΑ

Monday, July 30, 2018

Η μεγάλη ευθύνη

Του Χ. Γεωργούλα

Τρεις λέξεις βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη: ανάληψη ευθύνης και παραίτηση. Η συχνότητα με την οποία ακούγονται και η ένταση με την οποία απαιτούνται, δείχνουν ότι πρόκειται για την έκφραση μιας ισχυρής βούλησης ή της βούλησης των ισχυρών.
Είναι η γραμμή που, μέχρι στιγμής, θέλουν να επιβάλουν συγκεκριμένα κέντρα, όχι απαραίτητα αμιγώς πολιτικά. Και αξίζει να επισημάνουμε ότι τόσο η πρώτη δήλωση του κ. Μητσοτάκη (που μιλούσε για διαχρονική αδυναμία του κράτους, αλλά και για την ανάγκη ενότητας και αλληλεγγύης και όχι για την απόδοση ευθυνών αυτή την ώρα), όσο και η κίνησή του να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τον πρωθυπουργό σηματοδοτούν μια διαφορετική τακτική. Ίσως και εξαιτίας της πεποίθησης ότι θα κερδίσει τις επόμενες εκλογές.
Οι άλλοι, όμως, επιμένουν και αγωνιούν: ανάληψη ευθύνης και παραίτηση. Αν είναι και ολόκληρης της κυβέρνησης, ακόμα καλύτερα. Γιατί, άραγε, επιμένουν τόσο; Την απάντηση θα τη βρούμε, όταν διαπιστώσουμε ότι ο μύχιος αυτός πόθος τους να ξεμπλέκουν μ΄ αυτή την ασύμμετρη κυβέρνηση έχει εκδηλωθεί πάμπολλες φορές, από την επομένη των εκλογών του 2015 και κάθε φορά που πήγαινε να κλείσει μια αξιολόγηση, αλλά και σε κάθε άλλη ευκαιρία. Και τούτη τη φορά, τα δεκάδες ανθρώπινα θύματα είναι γι΄ αυτούς μια ακόμη ευκαιρία για να εκφράσουν την έμμονη επιθυμία τους. Τίποτε άλλο.

Αν όχι αυτή η κυβέρνηση, ποιος;
Υπερβολή που μαρτυράει εμπάθεια, θα σκεφτεί ίσως κάποιος. Ας το συζητήσουμε. Πόσες φορές μια «ανάληψη ευθύνης» έχει διορθώσει κάποια κακώς κείμενα; Τις πιο πολλές φορές, αν όχι πάντοτε, λειτουργεί σαν άφεση αμαρτιών. Πάντως, την κατάσταση που γέννησε την ευθύνη, δεν τη διορθώνει στο ελάχιστο. Είναι ο καλύτερος τρόπος για να μείνουν ως έχουν τα πράγματα. Το ίδιο και η «παραίτηση». Αυτή, μάλιστα, έχει και το «προσόν» ότι λειτουργεί εξιλεωτικά· και επειδή διαθέτει και συμβολική ισχύ, δεν αποκλείεται να βοηθάει τον παραιτούμενο και το κόμμα του να κερδίσουν πόντους στις εκλογές.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κανείς πολιτικός δεν πρέπει να παραιτείται ή και να αποχωρεί από την πολιτική, όταν νιώθει να τον βαραίνει μια σοβαρή ευθύνη. Για τη συγκεκριμένη, πάντως, περίπτωση, το αίσθημα ευθύνης θα έπρεπε να υποχρεώσει τους υπουργούς, τον πρωθυπουργό και την κυβέρνηση στο σύνολό της να κάνουν στους επόμενους μήνες που μένουν από την τετραετία, όσα δεν έγιναν από άλλους επί τέσσερις δεκαετίες στο κρισιμότατο αυτό ζήτημα της προστασίας τόσο του δάσους όσο και της ζωής και της περιουσίας των πολιτών. Τουλάχιστον στο πεδίο της νομοθετικής θωράκισης και των θεσμών.

Ανάληψη μιας άλλης ευθύνης
Αν κάτι έχουμε καταλάβει αυτές τις μέρες από τον βομβαρδισμό των πληροφοριών, των εικόνων και των παντοειδών σχολίων, είναι ότι οι θάνατοι των συμπολιτών μας στο Μάτι είχαν προαναγγελθεί: ήταν βέβαιο ότι θα συμβούν, ήταν αβέβαιο πότε ακριβώς. Η συσσώρευση είκοσι χιλιάδων και πλέον ανθρώπων σε μια έκταση χωρίς πολεοδόμηση,χωρίς ρυμοτομία, χωρίς σχέδιο, χωρίς άδεια οικοδομής συχνά, χωρίς διέξοδο στη θάλασσα –αλλά μέσα στην καρδιά ενός πυκνού και εύφλευκτου πευκοδάσους– δεν μπορεί να χαρακτηριστεί απλώς ασύγγνωστη αμέλεια. Είναι ένα διαρκές έγκλημα δεκαετιών, που οι συνέπειές του χρειάστηκαν λίγα λεπτά για να φανούν. Αυτή την ευθύνη ποιος θα την αναλάβει; Ποιος θα τοποθετήσει πάλι την ιερότητα της ζωής λίγο πιο πάνω από την ιερότητα της ιδιοκτησίας;
Και μη νομίσετε ότι αυτό το ερώτημα αφορά κάποιους άλλους, ανύπαρκτους σήμερα, ή τους πολιτικούς κληρονόμους τους, που διέπρεψαν στην οικοδόμηση της πελατειακής σχέσης: εγώ θα κάνω τα στραβά μάτια κι εσύ θα με αναπαράγεις πολιτικά με τα μάτια κλειστά. Αφορά αυτούς που σήμερα κυβερνούν και ιδίως όσους μπορεί να σκέφτονται ότι με μια «ανάληψη ευθύνης» ή με μια παραίτηση μπορεί να βγουν από τη δύσκολη θέση.
Η δήλωση του κ. Μητσοτάκη, στην οποία αναφερθήκαμε στην αρχή, είχε κι ένα σημείο ενδιαφέρον. Μας καλούσε όλους να αφήσουμε τα εύκολα και να καταπιαστούμε με τα δύσκολα. Το εύκολο στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι η πολιτική κερδοσκοπία. Το δύσκολο είναι η ανατροπή μιας κατάστασης που μοιάζει αδύνατον να ανατραπεί, και δεν αφορά μόνο το Μάτι, αλλά δεκάδες «Μάτια» ανά την Ελλάδα.

Από τα εύκολα στα δύσκολα
Ας πιαστεί, λοιπόν, η κυβέρνηση από αυτή την αναφορά του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης για τα δύσκολα κι ας επιχειρήσει να τα κάνει εφικτά ζητώντας τη συναίνεσή του. Αλλά κι αν δεν την εξασφαλίσει, ας προχωρήσει χωρίς δισταγμούς –πράγμα που δεν έχει φανεί ότι κάνει μέχρι σήμερα :
• Θα διαχωρίσει με ισχυρά και απαραβίαστα θεσμικά τείχη τα δάση από τις περιοχές κατοικίας;
• Θα προστατέψει αποτελεσματικά τα δάση και τους πολίτες από την αυθαιρεσία της δόμησης μέσα στα δάση;
•Θα αναθεωρήσει τις ίδιες τις δικές της ρυθμίσεις για τις «οικιστικές πυκνώσεις» μέσα στα δάση, που προαναγγέλλουν τη γέννηση νέων «Ματιών»;
•Θα ρυμοτομήσει -πολεοδομήσει εκ βάθρων τα «Μάτια» της ελληνικής επικράτειας, σαν να μπαίνουν τώρα, αδόμητα στο σχέδιο πόλης;
• Θα μεταφέρει παράνομους οικισμούς από τα δάση σε άλλες, νόμιμες περιοχές κατοικίας;
•Θα σταματήσει άμεσα την επέκταση παράνομων οικισμών, που βρίσκονται σήμερα εν τη γενέσει τους, καταπατώντας κάθε έννοια νομιμότητας, δικαίου, και ασφάλειας;
• Θα επιβάλει ειδικό φόρο σε όσους πρόλαβαν σε περιοχές φιλέτα να βιάσουν τα αττικά δάση και σήμερα είναι δύσκολο νομικά να μεταφερθούν, ώστε να καταστεί ασύμφορη μακροπρόθεσμα η συνέχιση του βιασμού που έχουν διαπράξει;
Και άλλα, που μπορεί να προτείνουν αρμοδιότεροι και ειδικοί. Από αυτά θα κριθεί η κυβέρνηση, όχι από τα εύκολα. Και σ΄ αυτή τη βάση, την ουσιαστική, μπορεί να διεκδικήσει μια ηγεμονική θέση σε μια αντιπαράθεση, που πάει να στηθεί στα μέτρα εκείνων που θέλουν ν΄ αλλάξουν την κυβέρνηση, για να μην αλλάξει τίποτα. Αν δεν το τολμά σκεπτόμενη το εκλογικό κόστος, ας σκεφτεί επίσης ότι ευκολότερα χάνει τη μάχη, όποιος δεν την δίνει, γιατί φοβάται μην τη χάσει.

Πηγη: Η Εποχή

Saturday, June 30, 2018

Καβάλα στον Βουκεφάλα…

Σαρώνει (διαβάζω…) στις δημοσκοπήσεις η Νέα Δημοκρατία. Το κόμμα του κ. Μητσοτάκη, με αιχμή τη διαφωνία της στη συμφωνία των Πρεσπών κάνει την τελική επίθεση για την ανάληψη της εξουσίας. Αφήνοντας την άκρη το γεγονός ότι ΟΛΕΣ οι ελληνικές κυβερνήσεις έχουν αποδεχθεί τη σύνθετη ονομασία για την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, ο κ. Μητσοτάκης και η ΝΔ ανακαλύπτουν (;) την απορριπτική στάση και δηλώνουν ότι δεν θα ψηφίσουν την συμφωνία των Πρεσπών για «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας», όποτε αυτή φτάσει στην ελληνική βουλή.
Στην προσπάθειά του ο κ. Μητσοτάκης να γίνει πρωθυπουργός επενδύει στα ψυχωεθνικιστικά συναισθήματα μερίδας του ελληνικού λαού και συντάσσεται πίσω από το σχήμα: «Η κυβέρνηση τα έδωσε όλα στους Σκοπιανούς, είναι μια προδοτική συμφωνία». Θα αφήσω στην άκρη το γεγονός ότι οι Εθνικιστές του VMRO στην FYROM είναι αντίθετοι με την συμφωνία των Πρεσπών και ότι ο πρόεδρος Ιβανόφ παίζει όλα τα χαρτιά του για να σταματήσει τη συμφωνία. Αυτά έχουν γραφτεί κατ’ επανάληψη. Δεν θα σχολιάσω τα «αστεία» περί παράδοσης της γλώσσας και της εθνικότητας γιατί πραγματικά είναι αστείο να λες ότι είναι αλυτρωτικό το Macedonian/citizen of the Republic of North Macedonia (αντί του σημερινού σκέτο «Macedonian») και δεν είναι το «Northmacedonian»; Οσο για τη γλώσσα ξεκαθαρίζεται ότι η αναγνωρισμένη από τον ΟΗΕ «Macedonian language» ανήκει στην οικογένεια των Νότιων Σλαβικών γλωσσών και ότι διαχωρίζεται από τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό και την ελληνική-μακεδονική γλωσσική κληρονομιά. Αλλά είπα αυτά στην άκρη. Θα μείνω στο πολιτικό σχέδιο του κ. Μητσοτάκη (ή του κ. Σαμαρά άραγε;).

Η ακροδεξιά ατραπός…
Η υιοθέτηση ακροδεξιάς, εθνικιστικής ατζέντας από τη μεριά της ΝΔ, που θέλει να πλασάρεται ως η ευρωπαϊκή κεντροδεξιά, με αφορμή την αξιοπρεπέστατη κατά την άποψη μου συμφωνία για την επίλυση του Μακεδονικού βάζει το κόμμα του κ. Μητσοτάκη σε επικίνδυνους ατραπούς. Και αν ήταν να «χαθεί» η ΝΔ δεν θα με πείραζε και πολύ. Τα κόμματα έρχονται και παρέρχονται. Και κυρίως «ζουν» όταν εξυπηρετούν κοινωνικές ανάγκες. Το πρόβλημα είναι ότι η ακροδεξιά-εθνικιστική στροφή της ΝΔ δημιουργεί αντίστοιχο κλίμα στην ελληνική κοινωνία. Δίνει ζωτικό χώρο στους φασίστες και νομιμοποιεί την ακροδεξιά βία. Στα συλλαλητήρια για τη Μακεδονία είδαμε τους νεοναζί της Χρυσής Αυγής να κυκλοφορούν «άνετα» ανάμεσα στους διαδηλωτές και ο Μίκης Θεοδωράκης (μόνο θλίψη προκαλούν οι τοποθετήσεις του) να τους αποκαλεί… πατριώτες. Είδαμε οπαδούς του ΠΑΟΚ να καίνε την κατάληψη Libertatia στη Θεσσαλονίκη. Είδαμε να βεβηλώνεται το μνημείο του Εβραϊκού Ολοκαυτώματος. Είδαμε να τραμπουκίζονται πλέον σε καθημερινή βάση πολίτες που προσέρχονται σε συζητήσεις για το Μακεδονικό, μετανάστες που αμέριμνοι περπατούν στο δρόμο, ενώ στη Θεσσαλονίκη μετά από κάθε συγκέντρωση για το Μακεδονικό εξαπολύεται πογκρόμ σε δρόμους και πλατείες. Ακούσαμε (από τύπους που βάζουν μέσον για να υπηρετήσουν τη θητεία τους δίπλα στη μαμά τους…) συνθήματα: «Στα όπλα, στα όπλα να πάρουμε τα … Σκόπια», αλλά και «Αλήτες, προδότες, πολιτικοί» (κλασσικό χρυσαυγιτικό σύνθημα), «Τσίπρα, προδότη, κομιτατζή η Μακεδονία είναι ελληνική». Φαντάζομαι ότι λιαν συντόμως το ρεπερτόριο των… πατριωτών θα ενισχυθεί με συνθήματα για «Εαμοβούλγαρους», «Εαμοσλαυους» κλπ
Η ακροδεξιά με αφορμή το Μακεδονικό και την «πολιτική» νομιμοποίηση της ΝΔ έχει (ξανα)βγει στο δρόμο και δείχνει το αποκρουστικό της πρόσωπο. Βέβαια η διαχείριση της εθνικιστικής ατζέντας δεν θα είναι καθόλου εύκολη για τον κ. Μητσοτάκη. Αρκεί να δει πως φυλλοροεί η κυβερνητική πλειοψηφία Σύριζα-Ανελ με βουλευτές του επίσης όψιμου μακεδονομάχου κ. Καμμένου να φεύγουν τρέχοντας μπας και σώσουν την βουλευτική τους έδρα.

Μια ματιά στην Ευρώπη…
Όμως δεν είναι μόνο αυτό. Τα παιχνίδια με την ακροδεξιά είναι πολιτικά παιχνίδια με την «φωτιά». Θα πρότεινα στον κ. Μητσοτάκη και τους συμβούλους να (ξανα)ρίξουν μια ματιά στα τελευταία εκλογικά αποτελέσματα στην Γαλλία, την Ολλανδία, την Ιταλία. Εκεί θα έβλεπαν ότι όταν τα κόμματα της κεντροδεξιάς (τα λεγόμενα χριστιανοδημοκρατικά…) που επέλεξαν να υιοθετήσουν την ατζέντα των ακροδεξιών (με την γελοία δικαιολογία ότι έτσι θα μειώσουν τις δυνάμεις των φασιστών…) τα αποτελέσματα ήταν συντριπτικά σε βάρος τους. Η Λεπέν ξεπέρασε άνετα το κόμμα του Σαρκοζί, η Λέγκα του βορρά έκανε πάρτι με τον Μπερλουσκόνι, ενώ το νεοφασιστικό κόμμα της Ελευθερίας στην Ολλανδία είναι «εύκολα» στη δεύτερη θέση, αφήνοντας πίσω του τα χριστιανοδημοκρατικά κόμματα. Να τους θυμίσω το πάθημα του Κάμερον; Έδωσε χώρο στους ακραίους ευρωσκεπτικιστές με το δημοψήφισμα και τώρα η Βρετανία τρέχει και δεν φτάνει με το Brexit. Είναι πλέον ολοφάνερο. Η αντιμετώπιση της λαϊκίστικης ακροδεξιάς δεν μπορεί (και δεν πρέπει…) να γίνεται με την ενσωμάτωση των φασιστικών απόψεων στα φιλοευρωπαϊκά κόμματα. Η ακροδεξιά θέλει πολιτικό, κοινωνικό & πολιτιστικό ιδεολογικό μέτωπο. Θέλει πολιτικές «ανοιχτής κοινωνίας» και φιλίας με τις γειτονικές χώρες. Απ’ όλες τις εκδοχές του πολιτικού συστήματος. Κάθε απόπειρα «ενσωμάτωσης» ή «χαϊδέματος» (από την εποχή της Βαϊμάρης) έχει τραγικά αποτελέσματα. Τις περισσότερες φορές οι λαϊκιστές ψηφοφόροι επιλέγουν την αυθεντική έκφραση των ακροδεξιών-ρατσιστικών απόψεων. Με δυσάρεστα αποτελέσματα για τις κοινωνίες και την συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών.

Εν κατακλείδι
Η επιλογή του κ. Μητσοτάκη να… καβαλήσει τον Βουκεφάλα θεωρώντας ότι έτσι θα φτάσει πιο γρήγορα στην πρωθυπουργική καρέκλα φαίνεται να του αποδίδει δημοσκοπικά. Ο ίδιος και το κόμμα του φαίνεται να αδιαφορεί για τις επιπτώσεις που έχει στην ελληνική κοινωνία η ταύτιση της ΝΔ με τις πιο ακραίες εθνικιστικές απόψεις. Όμως πολύ φοβάμαι ότι μέχρι να φτάσουμε στις κάλπες (που είναι και οι πραγματικές εκλογές) οι φασιστικές καβαλίνες θα έχουν «λερώσει» πάρα πολύ τη κοινωνία και σ’ αυτό οι αριστεροί, προοδευτικοί πολίτες αυτής της χώρας δεν πρέπει να μείνουμε αμέτοχοι. Δεν πρέπει να αφήσουμε να «λιμνάσουν» τα φασιστικά βοθρολύματα στη κοινωνία μαςΝα μην δηλητηριαστεί ακόμα περισσότερο από το εθνικιστικό φαρμάκι…

ΥΓ1 Ούτε η ΕΡΕ στην πιο αντικομμουνιστική της περίοδο δεν πορεύθηκε σε εκλογές με αιχμή «εθνικό» θέμα.

ΥΓ2 Εντάξει τα λιγούρια της δεξιάς θέλουν να επιστρέψουν στην εξουσία (στις μίζες, τους διορισμούς, την εξυπηρέτηση ημετέρων…) με κάθε τρόπο. Αυτό έκαναν τόσα χρόνια, αυτό ξέρουν, αυτό θέλουν να κάνουν πάλι.

ΥΓ 3 Εκείνοι που το 1992 υπέγραφαν κείμενα υπερ της λύσης με σύνθετη ονομασία για την FYROM, που λοιδορήθηκαν, που τους έλεγαν προδότες και «γυφτοσκοπιανούς» πως μπορούν και δεν μιλάνε σήμερα;

ΥΓ4 Υπενθυμιζω ότι από το 1995 η γειτονική χώρα ονομάζεται με τη σύμφωνη γνώμη της Ελλάδας: Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, поранешна Југословенска Република Македонија, Former Yugoslav Republic of Macedonia.

Tuesday, May 29, 2018

Δέκα χρόνια χωρίς τον Άγγελο Ελεφάντη

Ας οξύνει ο καθένας –έκαστος εφ ω ετάχθη- την κριτική του εκεί που βρίσκεται. Θα ενωθούν, πιστεύω, στο τέλος εκείνοι που θα ξεπεράσουν τη σημερινή ήττα των δυνάμεων του σοσιαλισμού, εκείνοι που αποτελεσματικά θα καταπολεμήσουν τους πάσης φύσεως καρεκλορήτορες του «Λαϊκού κινήματος». Άγγελος Ελεφάντης, 1983

Του Αγγελου Ελεφάντη

Η περίοδος είναι μεταβατική. Οι ανακατατάξεις στο πολιτικό σύστημα της χώρας δεν έχουν βρει ακόμα τις αποκρυσταλλωμένες τους μορφές, εκείνες που θα επικρατήσουν στη νέα δάση, ενόψει του 1992. Οι τάσεις ωστόσο είναι ευδιάκριτες. Ουσιαστικά τείνουμε σε ένα νέο δικομματικό σύστημα όπου από τη μια μεριά θα υπάρχει το υπό σοσιαλδημοκρατικοποίηση ΠΑΣΟΚ και η υπό σοσιαλδημοκρατικοποίηση Αριστερά σε αντιστοιχία με τις ευρωπαϊκές, ανατολικές και δυτικές, σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις. Από την άλλη η φιλελεύθερη συντηρητική παράταξη της ΝΔ με τους συμμάχους της.

[…]Η προγραμματική ομοιότητα των δυο μπλοκ θα αποτρέπει την πόλωση, θα επιτρέπει την εναλλαγή, θα διευκολύνει τη συνεργασία, θα καλλιεργεί τη συναίνεση. Αν η αντιπροσωπευτική δημοκρατία προϋποθέτει και συνεπάγεται κόμματα που είναι σε θέση να εκφράζουν όλη τη διαφορετικότητα και την πολυφωνία των κοινωνικών στρωμάτων και τάξεων, αλλά και τη θεσμοποιημένη σύγκρουση μεταξύ τους, η συναινετική δημοκρατία προς την οποία τείνουμε, ακριβώς επειδή απορρέει από τη συναίνεση, την ενσωμάτωση και την κοινωνική ειρήνευση και την υποβάθμιση των αντιπροσωπευτικών στρωμάτων (Βουλή, τοπική αυτοδιοίκηση, συνδικάτα κλπ) προϋποθέτει κόμματα και διαμορφώνει τα κόμματα της συναίνεσης, της ενσωμάτωσης, της κοινωνικής ειρήνευσης. Κόμματα «διαλόγου», δηλαδή, ενός διαλόγου όχι με την κοινωνία, γιατί από κει μπορεί να προκύψουν και κακοφωνίες∙ διαλόγου μεταξύ τους βέβαια, που αναγορεύει σε θεμελιώδη αν και άτυπο θεσμό, τα κομματικά και διακομματικά διευθυντήρια. Διευθυντήρια στηριγμένα σε ισχυρές κομματικές γραφειοκρατίες που προεκτείνονται μέσα στην κρατική γραφειοκρατία εγκαθιδρύοντας μια οργανική σχέση συμπληρωματικότητας και επιβάλλοντας μιαν υψηλού βαθμού πολιτική αδιαφάνεια. Κόμματα χωρίς λειτουργούσα βάση εξάλλου, αλλά με πειθήνια συναινούσα βάση. Αν η βάση δεν συναινεί και ενίοτε επιδεικνύει σημάδια απείθειας ή ρέπει προς υπερβολικές αξιώσεις που τις υπαγορεύουν το συντεχνιακό πνεύμα, η κοινωνική ανασφάλεια ή η συσσώρευση κοινωνικών και οικονομικών προβλημάτων, ο αυταρχισμός της δημοκρατίας αυτής είναι εδώ για να προλαβαίνει, να καταστέλλει και, προπάντων, να ενσωματώνει. Η εικόνα και η καλωδιωμένη ζωή θα διδάσκουν την ουσία του εκσυγχρονισμού. Από κάτω, ο από κάτω κόσμος, θα σιγοβράζει όπως πάντα. Θα χρειαστούν πολλές αντιφάσεις και αντιστάσεις ώστε το σιγοβράσιμο να γίνει βρασμός. Τίποτα δεν έρχεται μόνο του, τίποτε δεν είναι νομοτελειακό.

Χρειάστηκε μια ολόκληρη δεκαπενταετία για να φτάσουμε στο σημείο αυτό. Από την ηγεσία της Δεξιάς ως την ηγεμονία του ΠΑΣΟΚ και τη σημερινή αβέβαιη μεταξύ τους ισορροπία ο δρόμος ήταν μακρύς. Δρόμος γεμάτος προβλήματα που έμειναν άλυτα μεσοστρατίς και νέα που περιέπλεξαν ακόμα περισσότερο την κατάσταση. Η Ελλάδα έζησε εφτά χρόνια διδκτατορίας, άλλα επτά κάτω από μιαν αφερέγγυα ΝΔ κι άλλα οκτώ χρόνια με οργανώτρια δύναμη τον πασοκικό λαϊκισμό. Ξεστρατισμένη μια ολόκληρη ζωή. Τέτοιο πλήγμα θα μπορούσε να τσακίσει ακόμη και τον διαυγέστερο και τον ανθεκτικότερο λαό∙ πολύ περισσότερο που αυτό το παρατεταμένο ξεστράτισμα γινόνταν σε μια εποχή που η κοινωνία μας άλλαζε ριζικά. Από φτωχή γίνεται πλούσια, από καθυστερημένη σύγχρονη, από απομονωμένη χώρα της καπιταλιστικής περιφέρειας κομπάζει κι αυτή στη χορεία της ευρωπαϊκής μητρόπολης.

Ωστόσο, την επιφάνεια της ευμάρειας συνόδευε η ιδεολογική ευτέλεια και η πολιτιστική αποπτώχευση, που χαράχτηκαν βαθιά στα κύτταρα της κοινωνία, τόσο ώστε να ξεχάσει τις καταβολές της, το δικό της τέλος πάντων τρόπο να υπάρχει, που, όσο κι αν αντιμετώπιζε τα προβλήματα με τα μέσα των κατ’οικονομία λύσεων, με μπαλώματα δηλαδή, δεν είχε παρά ταύτα την αίσθηση της ιδιαιτερότητας και της ιστορικότητάς της. Πριν από τη στρατιωτική δικτατορία, στις αρχές της δεκαετίας του ’60, ο τόπος έβγαινε βασανιστικά από την μετεμφυλιοπολεμική τραγωδία και τη μετεμφυλιοπολεμική λευκή τρομοκρατία, ανίχνευε τους δρόμους μιας νέας πολιτικής, κοινωνικής και πολιτιστικής προοπτικής. Τα σημάδια της νέας ανθοφορίας ήταν πολλά. Η εθνικοφροσύνη, ως κυρίαρχη τότε ιδεολογία με αποπνικτικές πρακτικές, που καθοδηγούσε τα βήματα των νικητών του Εμφυλίου, χρεωκοπούσε σε όλα τα επίπεδα στη συνείδηση του κόσμου. Αυτή ήταν η μεγάλη νίκη της αριστεροδημοκρατικής παράταξης, όπου το βαθύ αίτημα του πολιτικού εκδημοκρατισμού συνόδευε και ενδυνάμωνε ένα βαθύ αίτημα του πολιτιστικής αναγέννησης. Το μαρτυράν η μουσική, το μυθιστόρημα, το θέατρο, ο κινηματογράφος, λόγιες και λαϊκές εκφράσεις που προδικτατορικά θα γνωρίζουν μια ελπιδοφόρα άνθιση. Ήρθαν ύστερα η σιωπή και οι βαθιές στρεβλώσεις της δικτατορίας.

Μεταδιδακτορικά ζήσαμε με κραυγές και συνθήματα. Επείσακτες ιδεολογίες καταχώνιασαν για τα καλά τα αυτόχθονα στοιχεία. Αν τα δεύτερα αντιπροσώπευαν το πνεύμα της αντίστασης που έλεγε ο Νίκος Σβορώνος, τα πρώτα είναι το πνεύμα της ευκολίας, του πανικού, που βιώνεται ως βασική νεοελληνική αρετή. «Να τη βρούμε», να η ιαχή. Ο δημοκρατικός κόσμος, καίγοντας τα φανάρια, πήρε το δρόμο για «το σοσιαλισμό στις 18» που του υπεδείκνυαν τα ανδρεοπαπανδρεϊκά λαϊκιστικά ιδεολογήματα πριν ακόμα κατοχυρώσει το δημοκρατικό θεσμό. Άρκεσαν τα πλαστικά σημαιάκια προς τούτο. Ο αριστερός κόσμος ακολουθούσε προσφέροντας αφυδατωμένες αναμνήσεις, αντάρτικα τραγούδια, απομνημονεύματα, λαϊκότροπες κατασκευές καθώς και τις τεχνικές του ιστορικού του σταλινισμού που τροφοδότησαν τον πασοκικό λαϊκισμό. Δεν πρόσφερε η Αριστερά σ’αυτή τη φάση την ιδεολογία της, τη σοσιαλιστική προοπτική. Ίσως γιατί δεν την είχε, ίσως γιατί είχε βαθιά αλλοιωθεί. Κάτω από τη λαϊκιστική ιδεολογία εκφυλίστηκε και αυτή. Χάθηκε έτσι το νόημα της αιματοκυλισμένης περιόδου 1940-’50, το νόημα μιας επανάστασης που χάθηκε, όπως έλεγε ο Θανάσης Χατζής. Οι κεντρώοι που την καταπολέμησαν, σε αγαστή συνεργασία με τους βασιλοδεξιούς, όταν επέστρεψαν στην εξουσία το 1981, οικειοποιήθηκαν και την εαμική και την αντιδικτατορική δράση. Αντάλλαξαν την απουσία και την ενοχή με τις συντάξεις στους αντιστασιακούς, οργανώνοντας εθνικές γιορτές στο Γοργοπόταμο και μετονομάζοντας τους δρόμους που έφεραν το όνομα «Ιωάννου Μεταξά» σε «Άρη Βελουχιώτη», «Εθνικής Αντίστασης» και «Ηρώων Πολυτεχνείου». Η Αντίσταση μεταβαπτιστηκε σε εθνική. Ήταν εύκολο το πέρασμα αυτό αφού εκμηδενίστηκε το αντιστασιακό πνεύμα της Αριστεράς, άλλης κοινωνικής και πολιτικής φοράς αυτό.

[…] Στα πρόθυρα του 1992 και του 1996, μέσα στην καρδιά της Ευρώπης και μεις, ζούμε χωρίς την αίσθηση της ταυτότητας και την επίγνωση της διαφοράς. […] Πολύ πριν από την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» καταστράφηκε στον τόπο μας η πίστη στο σοσιαλισμό, ό,τι πολυτιμότερο δηλαδή είχε φτιάξει η ιστορική Αριστερά για και με το λαϊκό κόσμο, παρά τις ήττες, τις στρεβλώσεις της και τους αναχρονισμούς της. Δεν ήταν το τείχος που γκρεμίστηκε στο Βερολίνο που γκρέμισε και την πίστη των αριστερών στο σοσιαλισμό. Οι κατεδαφίσεις είχαν προηγηθεί καθώς τα ανδρεοπαπανδρεϊκά ιδεολογήματα κατακτούσαν τον τόπο και τον κόσμο. Το ΠΑΣΟΚ παρέλαβε κόσμο δημοκρατικό και αριστερό, δεν τον έκανε ούτε πιο αριστερό ούτε πιο δημοκρατικό. Τον έκανε κυνικό. Αυτή ήταν η μεγαλύτερη υπηρεσία του λαϊκισμού στο μεγάλο του αφέντη, τον αστισμό.

Στο πλαίσιο των πολιτικών και κοινωνικών ανακατατάξεων που κάλυψαν τη μακρά μεταπολιτευτική περίοδο η διεκδίκηση μεριδίου του λέοντος στην εθνοσωτήριο εξόντωση της δικτατορίας από επώνυμους και ανώνυμους, η ορμητική είσοδος των νεομικροαστών στο πολιτικό προσκήνιο που, αφού έδωσαν το παρτώον ακίνητο σε αντιπαροχή, τους έλαχε ο κλήρος στη συνέχεια να βάλουν τάξη σ’αυτόν τον τόπο χτίζοντας το ένα πάνω στο άλλο τα πανωσηκώματα, η παρατεταμένη κρίση της Αριστεράς που υποτονθόριζε για το «παραπέρα βάθεμα και πλάτεμα της δημοκρατίας», το ανεχόρταγο τέρας της καπιταλιστικής ανάπτυξης, η αχόρταγη βουλιμία για εξουσία μιας Δεξιάς που φύλαγε τις νέες ιδέες σε θαστερικά σαμσονάιτ, έκοψαν τις γέφυρες με όλες εκείνες τις ζωηφόρες ιστορικές αναφορές που έρχονταν από παλιότερες δοκιμασίες, πολτοποίησαν προθέσεις, διαθέσεις και διαθεσιμότητες. Τη λαχτάρα για μιαν αναγέννηση της ελληνικής κοινωνίας ροκάνισαν λαϊκότροπα είδωλα και νεοπαγείς φαντασιώσεις. Κι έτσι φτιάχτηκε το γενικό μπέρδεμα. Μπαίνοντας στη δημοκρατική φάση βρεθήκαμε από τη μια στιγμή στην άλλη φορτωμένοι του κόσμου τις αλλαγές και την αλλαγή του κόσμου, χωρίς μέτρα και κριτήρια, κι αρχίσαμε το ποδοβολητό μέσα στην περιδίνηση ενός αχαλίνωτου ακτιβισμού προς το πουθενά.

Τώρα, φυραίνουν όχι μόνο οι στατιστικές των οικονομικών μεγεθών αλλά, κυρίως, μέσα στη γενική αρρυθμία, παραδέρνει καθετί που εννοηματώνει τη συλλογική ζωή, καθετί που καθιστά την πολιτική συμμετοχή απόλαυση, πάθος, κίνδυνο, επικοινωνία δημιουργία. Καταναλώνουμε το απείκασμα του εαυτού μας, χορταίνουμε τις συνέπειες των ερήμην μας πολιτικών δρώμενων. Οι αιτίες είναι καλά κρυμμένες και τις σκεπάζουμε ακόμα περισσότερο γιατί η αυτογνωσία συνήθως αποκαλύπτεται σαν το τρομερό πρόσωπο της Μέδουσας.

Η μακρά μεταπολιτευτική περίοδος είχε τελικό αποτέλεσμα να χαθεί η πίστη των ανθρώπων στο σοσιαλισμό. Σε ετούτη τη νέα φάση οι αλλαγές θα πραγματοποιούνται κάτω από την ηγεμονία του νεοσυντηριτισμού. Γινόμαστε και μεις Ευρώπη. Άοπλος ο δημοκρατικός και αριστερός κόσμος βγήκε από τη δικτατορία, άοπλο το ρωμέικο «αποχουντοποιήθηκε» για να εξαχρειωθεί μέσα στον πασοκικό λαϊκισμό. Άοπλο μουλιάζει τώρα μέσα στο νέο συντηρητισμό.

Δεν ήταν νομοτέλεια αυτή η εξέλιξη∙ έτσι παίχθηκαν τα πράγματα.

Αποσπάσματα από το Επίμετρο του Άγγελος Ελεφάντης (1991), Στον αστερισμο του λαϊκισμού, Αθήνα: ο Πολίτης, σελ. 331-352.

Friday, May 18, 2018

Ο Μάης του ‘68 πέρα από τις Επετείους και τις Μνήμες

Συνέντευξη: Yavor Tarinski

Μετάφραση-Εισαγωγικό σημείωμα: Ιωάννα Μαραβελίδη

Η Kristin Ross έδωσε συνέντευξη για το Περιοδικό Βαβυλωνία, ανιχνεύοντας τα νοήματα και τη σημασία του Μάη του ‘68, μισόν αιώνα ακριβώς μετά το ξέσπασμά του. Μπορούν οι σημερινές κοινωνίες να πιάσουν το νήμα από εκεί ακριβώς που το άφησε εκείνος ο μακρινός Μάης; Ένας Μάης που έμελλε να γραφτεί ανεξίτηλα στην παγκόσμια ιστορία των κοινωνικών κινημάτων και που αποτελεί ως τις μέρες μας σημείο διαμάχης και διαφορετικών ερμηνειών μεταξύ κομματιών της Αριστεράς και της Αντιεξουσίας. Σε έναν άλλον Μάη, τον φετινό αυτή τη φορά, στο B-FEST, έχουμε τη μεγάλη χαρά να συνεχίσουμε δια ζώσης τον πολύ ενδιαφέροντα διάλογο που ανοίξαμε με την Kristin Ross καθώς η ίδια θα παρευρίσκεται στην Αθήνα, μεταξύ των ομιλητών του φεστιβάλ.

Η Kristin Ross είναι Αμερικανίδα, καθηγήτρια στο Παν/μιο της Νέας Υόρκης, επηρεασμένη σε μεγάλο βαθμό από τη Γαλλική Φιλοσοφική Σχολή. Ασχολείται εδώ και δεκαετίες με τα κοινωνικά κινήματα και τις αστικές εξεγέρσεις στη Γαλλία. Είναι συγγραφέας πολλών βιβλίων μεταξύ των οποίων τα: “May ’68 and Its Afterlives”, “Communal Luxury: The Political Imaginary of the Paris Commune” και “The Emergence of Social Space: Rimbaud and the Paris Commune”.

Yavor Tarinski: Φέτος συμπληρώνονται 50 χρόνια από τον εξεγερτικό Μάη του ’68, όταν η νεολαία του Παρισιού βγήκε στους δρόμους, αμφισβητώντας τις κυρίαρχες κοινωνικές ιεραρχίες και τους καθιερωμένους μύθους. Ποια είναι, κατά τη γνώμη σας, η σχέση που μπορεί να έχει αυτή η ημερομηνία με εμάς σήμερα;

Kristin Ross: Οι κατηγορίες που χρησιμοποιούνται συχνά, όπως η «παρισινή νεολαία» ή ακόμα και ο «Μάης του ‘68», αποτελούν επί της ουσίας κάποιες αφηγήσεις, τις οποίες προσπάθησα να αμφισβητήσω και να αποδομήσω στο βιβλίο μου Ο Μάης του ’68 και οι Μετέπειτα Ζωές του (May ’68 and Its Afterlives). Ίσως η συνεχιζόμενη χρήση αυτών των όρων να αποτυπώνει και την επιμονή για συγκεκριμένα σχήματα λόγου και εικόνες που εξυπηρετούν στην αντίληψη του κοντινού μας παρελθόντος. Δεν αντιλαμβάνομαι τη «νεολαία» ως το per se πολιτικό υποκείμενο του ’68, δεν βλέπω τα γεγονότα ως αυτά να έλαβαν χώρα βασικά στη γαλλική πρωτεύουσα· ακόμη και το σύνολο των πολιτικών εξεγέρσεων και των κοινωνικών αναταραχών παγκοσμίως, στο οποίο αναφερόμαστε όταν μιλάμε για το «’68», δεν περιοριζόταν μόνο στον μήνα Μάιο.

Επομένως, αν αυτό που ονομάζουμε «Μάης του ’68» φέρει οποιαδήποτε σχέση με εμάς σήμερα, τότε θα πρέπει να την ανιχνεύσουμε έξω από τα όρια της ερώτησης που μου θέσατε, κάτι που θα προσπαθήσω να κάνω και στην ομιλία μου στο B-fest: στη δυτική Γαλλία ίσως ή και στα περίχωρα του Τόκιο· στους καρπούς αναπάντεχων συναντήσεων πολύ διαφορετικών ειδών ανθρώπων –εργαζομένων και αγροτών, λόγου χάρη, ή Γάλλων φοιτητών και Αλγερινών μεταναστών– και στην πολιτική υποκειμενοποίηση που πυροδοτείται από αυτή τη συμπλοκή· στους σπουδαίους «περατεταμένους αγώνες», όπως αυτούς του Λαρζάκ και τoυ εργοστασίου της LIP στη Γαλλία που διαπέρασαν τη μακρά δεκαετία του ’60 (μία πολιτική ακολουθία που εκτείνεται κατά τη γνώμη μου από τα τέλη του ’50 ως τα μέσα του ’70) και αποκτά επομένως μία διάρκεια πολύ μεγαλύτερη από τον μήνα Μάιο.

Y.T.: Η περίοδος αυτή έχει θεωρηθεί από πολλούς ως καθοριστική στην εξέλιξη του επαναστατικού λέγειν και πράττειν. Από τη μία, διέψευσε την ιδέα ενός προκαθορισμένου επαναστατικού υποκειμένου, ήτοι την εργατική τάξη, ενώ από την άλλη αμφισβήτησε τα προνόμια και την ηγεσία των «πεφωτισμένων ειδικών» της επανάστασης, αντιπαραβάλλοντας ριζοσπαστικές μορφές άμεσης δημοκρατίας. Παρ’όλα αυτά, κάποιες φωνές της Αριστεράς είδαν ακριβώς αυτή τη δημοκρατική αποκέντρωση ως το βασικό αίτιο για την αποτυχία της εξέγερσης, αφού κράτησε μακριά τα κοινωνικά κινήματα της εποχής από την κατάληψη της κρατικής εξουσίας. Εσείς από την άλλη, φαίνεται πως διαφωνείτε με μία τέτοια αφήγηση. Τι ήταν τελικά αυτό που έκανε τα εξεγερτικά γεγονότα του Μάη του ’68 να αποτύχουν στην προσπάθειά τους να μετασχηματίσουν ριζικά την κοινωνία, αν δεχτούμε ότι «απέτυχαν»;

K.R.: Προσπαθώ να μην βάζω ποτέ τον εαυτό μου στη θέση του να «μετρήσει» την επιτυχία ή την αποτυχία μίας εξέγερσης ή ενός κοινωνικού κινήματος. Πιστεύω πως η λογική της αποτυχίας ή της επίτευξης μας απομακρύνει από τη μελέτη των παρελθοντικών κινημάτων και πως αποτελεί μία υπερβολικά επίμονη λογική. Θα δώσω ένα παράδειγμα: 2 χρόνια πριν, είχα μία συζήτηση με τον Αλαίν Μπαντιού, κατά τη διάρκεια της οποίας, ο ίδιος επέμενε για την αποτυχία της Παρισινής Κομμούνας. Μπήκα στον πειρασμό να τον ρωτήσω πώς θα έμοιαζε, κατά τη γνώμη του, μία επιτυχημένη Κομμούνα της εποχής εκείνης! Μου φαίνεται πάντα πολύ δύσκολο να ξεχωρίζω τι θεωρείται επιτυχημένο και τι αποτυχημένο. Υπάρχει μία αγγλική έκφραση: Πόσα χελιδόνια φέρνουν το καλοκαίρι;

Τα συμβάντα που με έχουν απασχολήσει –ο Μάης του ’68 και η Παρισινή Κομμούνα– είναι ο παράδεισος αυτών που εγώ αποκαλώ «ενοχλητικούς συνοδηγούς», αυτών δηλαδή των –μετά τα γεγονότα ειδικών– που παρερμηνεύουν τους ιστορικούς πρωταγωνιστές και φτιάχνουν έναν κατάλογο των λαθών τους. Γιατί οι κομμουνάροι δεν κατευθύνθηκαν στις Βερσαλλίες; Γιατί δεν οργανώθηκαν καλύτερα στρατιωτικά; Γιατί σπατάλησαν τον πολύτιμό τους χρόνο, καυγαβίζοντας στο Δημαρχείο του Παρισιού, το Οτέλ ντε Βιλ (υποθέτωντας, βεβαίως, πως γνώριζαν το επικείμενο τέλος που καθιστούσε τον χρόνο τους τόσο πολύτιμο); Γιατί δεν άρπαξαν τα χρήματα από την τράπεζα; Γιατί οι Γάλλοι εργάτες σταμάτησαν την απεργία τους, κατά τη διάρκεια του ’68;

Φαντάζει απίστευτη αυτή η ακλόνητη επιθυμία του είτε να δώσουμε ένα μάθημα στο παρελθόν, είτε να πάρουμε ένα μάθημα από τις παρελθοντικές «αποτυχίες» (που καταλήγει στο ίδιο πράγμα). Με τον Μπαντιού, προσπάθησα με αρκετούς τρόπους να αποφύγω το παιδαγωγικό παράδειγμα που υιοθετούσε ως προς το παρελθόν. Μίλησα για το πώς επιτεύχθηκε μία πραγματική αίσθηση απελευθέρωσης και δικτύου αλληλεγγύης για όσους έζησαν την Κομμούνα. Μίλησα για τις ιδέες που εκφράστηκαν, και μένει να τις αναλογιστούμε, ακριβώς από την ίδια τη δημιουργική φύση του συμβάντος. (Φυσικά οι δύο αυτές παρατηρήσεις ισχύουν και για το ’68). Παρ’ όλα αυτά, το Médiapart, το μέσο που φιλοξένησε τη συζήτησή μας, κυκλοφόρησε τελικώς τη συνέντευξη με τίτλο «Τα μαθήματα της Κομμούνας»!

Αυτό που φαίνεται είναι, νομίζω, το πόσο πολύ η προοδευτική σκέψη της χειραφέτησης λειτουργεί ακόμη σαν να υπάρχουν κάποιοι κοινοί προσυμφωνημένοι στόχοι, που μένουν να επιτευχθούν, και σαν να μπορούν αυτοί οι στόχοι να οριστούν επακριβώς και να εκτιμηθούν αντικειμενικά ως επιτυχημένοι ή αποτυχημένοι, σύμφωνα με τετριμμένες νόρμες ή κριτήρια του 2018. Νομίζω πως οι άνθρωποι απολαμβάνουν να βρίσκονται στη θέση του να καταδεικνύουν μετά από ένα γεγονός τι ήταν δυνατό, αδύνατο, πρόωρο, καθυστερημένο, ξεπερασμένο ή μη ρεαλιστικό στην κάθε χρονική στιγμή. Αυτό όμως που χάνεται, όταν κάποιος υιοθετεί μια τέτοια στάση, είναι κάθε αίσθηση πειραματικής διάστασης της πολιτικής.

Για να καταφέρω να αφουγκραστώ την Κομμούνα ή αυτά που έλαβαν χώρα σε αρκετά μέρη το ’68, ως εργαστήρια πολιτικής εφευρετικότητας, και να δω τις δυνατότητες που τέθηκαν σε κίνηση, όταν καθημερινοί άνθρωποι εργάστηκαν από κοινού για να διαχειριστούν τις κοινές τους υποθέσεις, χρειάστηκε να αποδεσμευτώ εντελώς από κάθε ίχνος αυτού του είδους της λογικής του «ισολογισμού», την οποία περιγράφω.

Y.T.: Στο βιβλίο σας Ο Μάης του ’68 και οι Μετέπειτα Ζωές του, αναφέρετε πως οι ανώνυμοι αγωνιστές, που δραστηριοποιούνταν στην καθημερινή και από τα κάτω πολιτική των γειτονιών, αντικαταστάθηκαν στην «επίσημη» μνήμη από τους αρχηγούς και τους εκπροσώπους που εμφανίστηκαν αργότερα. Ένα παρόμοιο μοτίβο παρατηρείτε και σε μία άλλη επαναστατική στιγμή στο βιβλίο σας Η Κοινοτική Πολυτέλεια: Το Πολιτικό Φαντασιακό της Παρισινής Κομμούνας (Communal Luxury: The Political Imaginary of the Paris Commune). Γιατί συμβαίνει αυτό και πώς θα μπορούσαν οι καταπιεσμένοι να ξαναδιεκδικήσουν την ιστορία τους;

K.R.: Γράφω το κάθε βιβλίο μου προκειμένου αυτό να παρέμβει σε συγκεκριμένες καταστάσεις. Στα τέλη της δεκαετίας του ’90, άρχισα να σκέφτομαι το ’68 και τον τρόπο με τον οποίο αυτό μνημονεύται, συζητιέται, ευτελίζεται και ξεχνιέται με τα χρόνια. Η αιτία του έντονου ενδιαφέροντός μου τότε, με αυτό το ερώτημα, δεν είχε να κάνει σε τίποτα με μία επέτειο ή ακόμη μία τεχνητή ημέρα μνήμης.

Αντιθέτως, αυτό που με παρακίνησε ήταν ο τρόπος με τον οποίο οι εργατικές απεργίες του 1995 στη Γαλλία, που ακολουθήθηκαν από τις πορείες κατά της παγκοσμιοποίησης στο Σιάτλ και τη Γένοβα, ενέπνευσαν νέες εκδηλώσεις πολιτικής έκφρασης στη Γαλλία και αλλού, και νέες μορφές ενός σθεναρού αντικαπιταλισμού, μετά από τη μακρά αδράνεια του ’80. Ήταν αυτό το αναζωογονητικό πολιτικό μομέντουμ που με οδήγησε στη συγγραφή της ιστορίας μου για τις μετέπειτα ζωές του Μάη. Τα εργατικά κινήματα είχαν απομακρύνει ένα αίσθημα λήθης, αν όχι ασημαντότητας, που είχε παγιωθεί για την περίοδο γύρω από το ’68, και ένιωσα την ανάγκη να δείξω τον τρόπο με τον οποίο τα γεγονότα, όσα δηλαδή συνέβησαν συγκεκριμένα σε ένα εκπληκτικά ευρύ φάσμα καθημερινών ανθρώπων σε όλη τη Γαλλία, δεν είχαν απλά αποτραβηχτεί από τη δημόσια προβολή αλλά στην πραγματικότητα είχαν ενεργώς ‘εξαφανιστεί’ πίσω από τείχη μεγαλόπρεπων αφηρημένων εννοιών, ξεπερασμένων κλισέ και αστήριχτων επικλήσεων. Η επανεμφάνιση του εργατικού κινήματος το ’90 ταρακούνησε την ασάφεια γύρω από το ’60, που πήγαζε από όλες τις εικόνες και εκφράσεις που είχαν τεθεί στη Γαλλία και αλλού από έναν συνδυασμό δυνάμεων -τα μίντια, τον θεσμό του εορτασμού της επετείου και τους πρώην αριστεριστές (gauchistes) που ‘μεταλλάχθηκαν’ σύμφωνα με τις επιταγές της αγοράς.

Εκείνη την περίοδο, λίγα μόνο πρόσωπα -όπως ο Bernard Henri-Levy, ο Andre Glucksmann, ο Bernard Kouchner, ο Daniel Cohn-Bendit και ο Alain Finkielkraut- ήταν ορατά και μόνο οι φωνές τους ακούγονταν στον αέρα, εξιστορώντας αυτό που θεωρούνταν ως η επίσημη γνώμη του κινήματος. Αυτοί οι αυτοανακηρυγμένοι και αναγορευμένοι από τα μίντια εκπρόσωποι (έχουμε αντίστοιχους και στις Η.Π.Α.), εκ των οποίων όλοι θα μπορούσαν να αποποιηθούν ξανά και ξανά με το παραμικρό τα νεανικά τους λάθη, είναι αυτοί που στο βιβλίο μου αποκαλώ ως «λειτουργούς της επίσημης μνήμης».

Οι εργατικές απεργίες του χειμώνα του 1995, δεν κατάφεραν μόνο να αναγκάσουν την κυβέρνηση σε υποχώρηση στο θέμα των αλλαγών των συντάξεων για τους δημόσιους υπαλλήλους αλλά και απέσπασαν τον έλεγχο της μνήμης του ’68 από τους επίσημους εκπροσώπους, υπενθυμίζοντας στους ανθρώπους κάτι που όλες οι συνδυασμένες δυνάμεις της λήθης, συμπεριλαμβανομένης και αυτής που παρατηρούμε σήμερα ως ένα είδος αμερικανοποίησης της μνήμης του γαλλικού Μάη, φρόντισαν να τους κάνουν να ξεχάσουν: ότι ο Μάης του ’68 αποτέλεσε το μεγαλύτερο και μαζικότερο κίνημα στη σύγχρονη γαλλική ιστορία, η πιο σημαντική απεργία στην ιστορία του γαλλικού εργατικού κινήματος και η μόνη «γενικευμένη» εξέγερση που βίωσαν οι δυτικές, υπεραναπτυγμένες χώρες από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά.

Σε κάθε μαζικό πολιτικό κίνημα από τα Αριστερά, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος του να συμβεί αυτό που αποκαλώ «προσωποποίηση» -η διαδικασία αυτή όπου οι άνθρωποι που εμπλέκονται σε ένα οριζόντιο κοινωνικό κίνημα μαζικής κλίμακας χωρίς αρχηγούς, επιτρέπουν στις δυνάμεις της τάξης ή στα μίντια να περιορίσουν την «αντιπροσώπευση του κινήματος» και την αναφορά του σε αυτό, σε λίγες μόνο κεντρικές προσωπικότητες. Αυτή, όμως, η μονοπώληση της μνήμης ενός συμβάντος από επίσημους εκπροσώπους δεν συνέβη στην πραγματικότητα τόσο πολύ στην Κομμούνα, όσο το ’68. Μετά από ό,τι συνέβη, πολλοί κομμουνάροι έπεσαν νεκροί στο τέλος της «Ματωμένης Εβδομάδας», οι επιζώντες διασκορπίστηκαν στην Ευρώπη, ακόμα και στις Η.Π.Α.. Παρ’όλη τη λογοκρισία από την πλευρά της γαλλικής κυβέρνησης, οι επιζώντες μπορούσαν να δημοσιεύσουν τα απομνημονεύματα και τις καταγραφές τους, κυρίως στην Ελβετία.

Οι ιστορικοί που γράφουν στον απόηχο της Κομμούνας τείνουν, φυσικά, να εστιάζουν την προσοχή τους στις ίδιες προσωπικότητες: για παράδειγμα στην Louise Michel ή στον Gustave Courbet. Στη σκέψη μου για τις ιστορικές διεργασίες, βρίσκω πως είναι πάντα ενδιαφέρον να τοποθετώ αυτού του είδους τους άνδρες και γυναίκες, που «ηγούνται», σε δεύτερο πλάνο -ακόμη κι αν είναι μόνο για να δούμε το τι καθίσταται πλέον ορατό.


Y.T.: Στο βιβλίο σας Η Ανάδυση του Κοινωνικού Χώρου: Ο Ρεμπώ και η Παρισινή Κομμούνα (TheEmergence of Social Space: Rimbaud and the Paris Commune) περιγράφετε πως η Κομμούνα δεν αποτέλεσε μόνο έναν ξεσηκωμό ενάντια στις πράξεις της Δεύτερης Γαλλικής Αυτοκρατορίας αλλά, ίσως πάνω απ’ όλα, μία εξέγερση ενάντια στις βαθιές μορφές της κοινωνικής οργάνωσης. Για παράδειγμα, ένα στοιχείο που δείχνει να είναι κοινό στην Παρισινή Κομμούνα και στον Μάη του ’68 είναι η σφοδρή επιθυμία των από τα κάτω για τη διάλυση των γραφειοκρατικά επιβαλλόμενων κοινωνικών ρόλων και ταυτοτήτων. Μπορούμε να σκιαγραφήσουμε τέτοιες και άλλες ομοιότητες μεταξύ των δύο αυτών αστικών επαναστατικών εμπειριών;

K.R.: Ναι, πιστεύω πως οι βαθιές μορφές της κοινωνικής οργάνωσης δέχτηκαν επίθεση και στις δύο αυτές στιγμές. Καλλιτέχνες και τεχνίτες στην Κομμούνα κατάφεραν να διαλύσουν, στη ρίζα της, την κεντρική ιεραρχία της καλλιτεχνικής παραγωγής του 19ου αιώνα -την ιεραρχία που προσέφερε στους «καλύτερους» των καλλιτεχνών (γλύπτες και ζωγράφους) τεράστια οικονομικά προνόμια, κύρος και ασφάλεια ως προς τους καλλιτέχνες της διακόσμησης, τους τεχνίτες και τους μάστορες. Και απ΄την άλλη, το ’68 μπορεί κι αυτό να ειδωθεί ως μία μαζική κρίση του φονξιοναλισμού -οι φοιτητές δεν λειτουργούν πια ως φοιτητές, οι αγρότες σταματούν να καλλιεργούν και οι εργάτες σταματούν να δουλεύουν.

Υπάρχει μία ωραία φράση του Maurice Blanchot, μεταξύ άλλων, που συνοψίζει την κατάσταση με αρκετή ακρίβεια. Η ιδιαίτερη δύναμη του Μάη, έγραψε, προήλθε από το γεγονός ότι «σε αυτή την επονομαζόμενη φοιτητική δράση, οι φοιτητές δεν έδρασαν ποτέ ως φοιτητές αλλά ως φανερωτές μιας ολικής κρίσης, ως αγγελιοφόροι μιας δύναμης της ρήξης που έθεσε υπό ερώτηση το καθεστώς, το Κράτος, την κοινωνία». Το ίδιο μπορεί να λεχθεί και για τους αγρότες της εποχής -έδρασαν ως αγρότες αλλά και ως πολλά παραπάνω απ’ ό,τι μόνο ως αγρότες· σκεφτόντουσαν την κατάστασή τους και το ερώτημα της γεωργίας με τρόπο πολιτικό, όχι απλά κοινωνιολογικό.


Y.T.: Το 1988, γράψατε πως αν δεν επιτρέπεται στους εργάτες να μεταβάλλουν τον χώρο και χρόνο που τους αντιστοιχεί, τότε η επανάσταση δεν συνίσταται στην αλλαγή της νομικής μορφής που κατανέμει τον χώρο και τον χρόνο, αλλά στο να μεταβληθεί συνολικά η ίδια η φύση του χώρου και του χρόνου. Τέτοια χαρακτηριστικά παρατηρήθηκαν και στον Μάη του ’68 και στην Κομμούνα. Βλέπετε να υπάρχουν παρόμοιες επαναστατικές προοπτικές στη σύγχρονη εποχή όπου η πολιτική απάθεια, ο άκριτος καταναλωτισμός και ο γενικευμένος κυνισμός φαίνεται να κυριαρχούν;

K.R.: Ο Μάης του ’68 δεν έχει, κατά τη γνώμη μου, κανένα ενδιαφέρον παραμόνο εάν μπορεί να σχηματοποιήσει το υπάρχον και να ρίξει φως στην τρέχουσα κατάσταση. Αν δεν το κάνει αυτό, τότε θα έχουμε δίκιο να τον στείλουμε στον κάδο των αχρήστων. Όπως τοποθετήθηκαν και μία ομάδα ριζοσπαστών ιστορικών στον απόηχο του ’68, «Σκέψου το παρελθόν πολιτικά για να σκεφτείς το παρόν ιστορικά». Το μήνυμά τους ήταν μια διττή επίθεση. Πρώτον: σκέψου το παρόν ως σύγκρουση αλλά και ως κάτι που μπορεί να αλλάξει. Δεύτερον: η ιστορία είναι ένα πολύ σημαντικό ζήτημα, για να αφεθεί στους ιστορικούς.

Κάθε ανάλυση ενός ιστορικού γεγονότος, και ειδικά της περιόδου του ’60, εκφράζει και μία κριτική της τωρινής κατάστασης. Όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με μία προσπάθεια του να ερμηνεύσουμε τη δεκαετία του ’60, θα πρέπει να αναρωτιόμαστε τι είναι αυτό που διεκδικείται στο παρόν, ποιο είναι αυτό που προστατεύεται σήμερα. Αυτές είναι οι ερωτήσεις, με τις οποίες σκοπεύω να ασχοληθώ στην ομιλία μου στην Αθήνα.


*Η παρούσα συνέντευξη δημοσιεύεται στο καινούργιο τεύχος της Βαβυλωνίας #20.

Thursday, May 3, 2018

Μαρούλια

Tου Μιχάλη Μητσού 

Δεν είναι η πρώτη φορά. Ο ταλαντούχος συνάδελφος έχει ασχοληθεί και στο παρελθόν με αυτή την εφημερίδα. Της έχει επιτεθεί, την έχει ειρωνευτεί, την έχει λοιδορήσει, την έχει κατηγορήσει ότι «αναζητεί πελάτες ανάμεσα στα πιο καθυστερημένα, αγριεμένα από την κρίση στρώματα της ελληνικής κοινωνίας». Εχει προαναγγείλει με άγριο ενθουσιασμό το τέλος της. Δεν του βγήκε.
Αλλά τότε ήταν ένας απλός αρθρογράφος. Και στο όνομα της ελευθερίας της έκφρασης μπορούσε να λέει ό,τι θέλει, να χρησιμοποιεί όποιο λεκτικό σχήμα του φαινόταν χαριτωμένο: για τον «Κούλη», τον Στουρνάρα «που δεν είναι στουρνάρι αλλά αντιδραστικός πολιτικός», τα λασπο-ΜΜΕσα και τα ΜαριΝΕΑ. Εδώ μιλούσε μετά την καταστροφή του Τσερνόμπιλ για «αντισοβιετικό νέφος», βεβαιώνοντας ότι μπορούμε να τρώμε άφοβα μαρούλια, και θα δίσταζε να μας καλέσει να στηρίξουμε «την πρώτη κυβέρνηση που προσπαθεί να κερδίσει όσο γίνεται περισσότερα για το καλό της χώρας», αφού όλα δεν τα κέρδισαν «ούτε ο Λένιν ούτε ο Φιντέλ ούτε ο Χο Τσι Μινχ»;
Τώρα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Ο Θανάσης Καρτερός είναι διευθυντής του γραφείου Τύπου του Πρωθυπουργού. Αυτά που γράφει λοιπόν έχουν θεσμική βαρύτητα, έστω κι αν πρόκειται για αναρτήσεις στο Facebook. Το μέτωπο δεν είναι πλέον μεταξύ ενός εμμονικού δημοσιογράφου και ενός ενοχλητικού επιχειρηματία, αλλά μεταξύ του επίσημου εκπροσώπου του Πρωθυπουργού και ενός ιστορικού δημοσιογραφικού ομίλου.
Δεν πρόκειται να υπερασπιστώ εδώ τον εκδότη, όπως δεν «ξελαρυγγιάστηκα» ποτέ για τον προηγούμενο. Δεν είναι αυτή η δουλειά μου, δεν «εκπροσωπώ» και δεν με «εκπροσωπεί» κανείς. Δεν έχουν ανάγκη υπεράσπισης ούτε οι συνάδελφοί μου, εκτίθενται κάθε μέρα υπεύθυνα και επώνυμα απέναντι στους μοναδικούς τους κριτές, τους αναγνώστες. Ενα έχει σημασία αυτή τη στιγμή: να πληροφορηθούν όσο το δυνατόν περισσότεροι πολίτες ότι μετά τον κυβερνητικό εκπρόσωπο που μας χαρακτήρισε «σκουπιδότοπο», ήρθε ο πρωθυπουργικός εκπρόσωπος να μας χαρακτηρίσει «συστοιχία χημικού και βιολογικού πολέμου», «πυροβολαρχία θανάτου» και «νεκρές ψυχές». Εμάς, τους εργαζομένους, όχι τον εκδότη.
Πώς απαντάς σε ένα παραλήρημα; Με ακόμη χειρότερες ύβρεις; Με κοινοτοπίες ακόμη πιο γελοίες από τις δύο Ελλάδες που συγκρούονται ή τη γυναίκα που παραμονεύει να τη βιάσει ο «πρώτος τυχόν τυχοδιώχτης»; Οχι. Η μόνη απάντηση στη χυδαιότητα, απ' όπου κι αν προέρχεται, ήταν, είναι και θα είναι η δουλειά μας.
Σε ένα δικαιώθηκε ο Καρτερός: όταν έγραψε κάποτε ότι «θα έπρεπε τη μοίρα των ΜΜΕ να την καθορίζουν η ιστορία τους, τα ονόματα που υπέγραψαν κατά καιρούς τις στήλες τους, ο ρόλος τους στις δύσκολες περιόδους, η ποιότητά τους». Surprise, αυτό ακριβώς συνέβη. Και συνέβη κόντρα στη θέληση, στις μηχανορραφίες και στις ίντριγκες των επίδοξων Λένιν, Φιντέλ και Χο Τσι Μινχ. Γιατί όταν εκείνοι υμνούσαν τη Σοβιετική Ενωση και έτρωγαν μολυσμένα μαρούλια, εμείς ρουφούσαμε τη σοφία ενός Καραπαναγιώτη.

Πηγή: Εφημερίδα Τα Νέα