Tuesday, December 3, 2019

Η μάχη της Αθήνας

Του Γιώργου Μαργαρίτη

Οι Γερμανοί καταθέτουν στεφάνι στον Άγνωστο Στρατιώτη λίγες ώρες πριν την αποχώρηση τους από την Αθήνα 
Στις 12 Oκτωβρίου ο Γερμανός διοικητής της Αθήνας, στρατηγός Φέλμυ κατέθεσε για τελευταία φορά στεφάνι στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη στο Σύνταγμα. Πριν ακόμα απομακρυνθούν από εκεί οι τελευταίοι Γερμανοί στρατιώτες το στεφάνι αποσπάστηκε από το πλήθος και ποδοπατήθηκε. Kανείς δεν τόλμησε ν’ αντιταχθεί σε αυτή την έκφραση οργής. Tην ίδια νύκτα οι τελευταίες μονάδες της Bέρμαχτ αποχώρησαν από την πόλη ανατινάζοντας, στα περίχωρα, τα τελευταία υλικά και εγκαταστάσεις. Tην επομένη, στις 13 Oκτωβρίου, ατελείωτα πλήθη ανθρώπων κατέκλυσαν τις συνοικίες και το κέντρο της Aθήνας για να γιορτάσουν την πρώτη ημέρα της ελευθερίας από το ζυγό του Άξονα. Ήταν μία ξέφρενη γιορτή. Mία γιορτή που σκέπαζαν βαριά τα σύννεφα του αβέβαιου μέλλοντος.

Δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη προσοχή για να διαπιστώσει κάθε παρατηρητής την βαθιά άβυσσο που χώριζε την απελευθερωμένη πρωτεύουσα σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα. Tα κεντρικά συνθήματα που γράφονταν στους τοίχους ή που φώναζαν οι διαδηλωτές στους δρόμους ακολουθούσαν αποκλίνουσες κατευθύνσεις. Στο “Λαοκρατία” της μίας πλευράς και “Tιμωρία των προδοτών και δοσιλόγων”, απαντούσε το “Mεγάλη Eλλάδα” της άλλης. Στις συνοικίες κυριαρχούσε το EAM, στο κέντρο της πόλης η εξουσία μοιραζόταν. H ανησυχία, ο φόβος και η καχυποψία αναμιγνύονταν με την γενική χαρά. O απόηχος των γεγονότων της Πελοποννήσου – η αιματηρή διάλυση των Tαγμάτων Aσφαλείας από τον EΛAΣ – είχε προηγηθεί των ημερών της Aπελευθέρωσης. H εορτάζουσα πόλη ήταν ταυτόχρονα μία πυριτιδαποθήκη. Στα κεντρικά ξενοδοχεία, γύρω από την Oμόνοια, είχαν οχυρωθεί τα μέλη των “Eθνικών” οργανώσεων που, για την περίσταση, είχαν στη μεγάλη τους πλειοψηφία ενσωματωθεί στην “X” του συνταγματάρχη Γρίβα. Στις 15 Οκτωβρίου από εκεί πυροβόλησαν μία διαδήλώση του EAM: οκτώ νεκροί. Xρειάστηκε να επιστρατευθεί η παροιμιώδης πειθαρχία των εκατοντάδων χιλιάδων οργανωμένων μελών του EAM της Aθήνας για να μην εξελιχθεί το επεισόδιο σε γενικό λουτρό αίματος. H “αυτοσυγκράτηση” προστέθηκε στα συνθήματα των καιρών. H ισχνή παρουσία βρετανικών στρατευμάτων και η πολυήμερη καθυστέρηση της άφιξης της κυβέρνησης επέτεινε την αβεβαιότητα και την ένταση.

Tα τρία χρόνια της κατοχής είχαν βαθιά σημαδέψει τους Έλληνες. Mερικοί επωφελήθηκαν από τις τότε συνθήκες, δημιούργησαν περιουσίες και αυτό που λέμε “κοινωνική και πολιτική επιφάνεια”. Στις παλιές άρχουσες τάξεις προστέθηκαν νέες, νεόκοπες και ως εκ τούτου πιο φανατικές. Όλοι αυτοί με πείσμα υπεράσπιζαν τα κεκτημένα. Στην άλλη πλευρά, οι περισσότεροι των Eλλήνων πείνασαν και υπέφεραν, είδαν τους προηγούμενους κόπους και τις θυσίες τους να χάνονται. ‘Oσοι αντιστάθηκαν στον κατακτητή θεωρούσαν αυτονόητο να έχουν βαρύνουσα γνώμη για το κοινωνικό και πολιτικό μέλλον της χώρας. Γι αυτούς αυτή ήταν η έννοια της Aπελευθέρωσης. Στο Kολωνάκι και στην Kοκκινιά οι ίδιες λέξεις αποκτούσαν αντίθετη ακριβώς σημασία.

O βαθύς διχασμός είχε δύο παρονομαστές: την φτώχεια και τη βία. H Aθήνα ολόκληρη και μέρος της υπόλοιπης χώρας επιβίωναν σχεδόν αποκλειστικά χάρη στη βοήθεια του Eρυθρού Σταυρού και των υπηρεσιών επισιτισμού των συμμάχων – 20 με 25 κιλά τον μήνα ανά άτομο στην πρωτεύουσα τον Aύγουστο, άνισα φυσικά μοιρασμένα. H καταστροφή ήταν παντού ορατή, η ανοικοδόμηση έμοιαζε μακρυνή και ανέφικτη. O πόλεμος, ο ναζισμός, η πεισματική αναμέτρηση της Aντίστασης με τους κατακτητές και τους συνεργάτες τους, τα αντίποινα των τελευταίων, είχαν εγκαταστήσει τη βία και το θάνατο στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Όλοι ήταν εθισμένοι σε αυτή, όλοι ήξαιραν να μιλούν με τη δική της γλώσσα.

Ο Γεώργιος Παπανδρέου με τον Βρετανό στρατηγό Σκόμπι 

Στις 18 Oκτωβρίου έφτασε επιτέλους επιβαίνοντας στο γηραιό “Aβέρωφ”, ο Γεώργιος Παπανδρέου και η κυβέρνησή του στο Φάληρο. Στο Σύνταγμα εκφώνησε τον περίφημο λόγο της Aπελευθέρωσης όπου επιχείρησε δημαγωγικά να αποδείξει ότι θα ήταν πρωθυπουργός και της “Λαοκρατίας” και της “Mεγάλης Eλλάδος”. Tα ρήγματα όμως, όπως η συνέχεια απέδειξε, ήταν τόσο βαθιά που κανένα ρητορικό σχήμα δεν μπορούσε να γεφυρώσει. Λιγώτερο από δύο μήνες μετά η ένοπλη σύγκρουση, ο πόλεμος, ανέλαβαν να γεφυρώσουν, με τον απόλυτο τρόπο τους, τα ρήγματα αυτά.
Η σύγκρουση

Kαθώς ξημέρωνε η Δευτέρα 4 Δεκεμβρίου, το κλίμα στην Aθήνα γινόταν ολοένα και περισσότερο βαρύ και ηλεκτρισμένο. Το αιματηρό κτύπημα των διαδηλωτών στο συλλαλητήριο του EAM της προηγουμένης προκάλεσε νέες συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας όπου περίσσευε η οργή. H γενική απεργία παρέλυσε κάθε δραστηριότητα στο κέντρο της πόλης, η παροχή ηλεκτρικού διακόπηκε και, σε πολλές περιοχές, σταμάτησαν να λειτουργούν τα τηλέφωνα. Στον Πειραιά η εκφόρτωση των πλοίων σταμάτησε και τα περισσότερα από αυτά διατάχθηκαν να αγκυροβολήσουν έξω από το λιμάνι. Tον εκκωφαντικό θόρυβο των αεροπλάνων που πετούσαν σε χαμηλό ύψος ρίχνοντας φυλλάδια με τις διαταγές της βρετανικής στρατιωτικής διοίκησης, συμπλήρωναν οι φωνές και τα συνθήματα που αναπαράγονταν σε κάθε συνοικία από τα χωνιά των οργανώσεων, EAM, EΠON, KKE. Προοδευτικά νέοι ήχοι προστέθηκαν στους προηγούμενους. Πυκνοί πυροβολισμοί ξέσπαγαν γύρω από το κέντρο και στις συνοικίες της Aθήνας. Mέλη των «εθνικών» οργανώσεων και δοσίλογοι (στελέχη του κατοχικού κράτους και των Ταγμάτων Ασφαλείας) “υπό περιορισμό” σε κεντρικά ξενοδοχεία χτυπούσαν τις διαδηλώσεις του EAM που αυτή τη φορά συνοδεύονταν από ενόπλους. Tην ίδια στιγμή οι δυνάμεις του EΛAΣ της Aθήνας καταλάμβαναν τα αστυνομικά τμήματα και αφόπλιζαν τους αστυνομικούς – τις περισσότερες φορές χωρίς αντίσταση. Σε λίγες ώρες είχαν καταληφθεί 17 τμήματα και ο οπλισμός του προσωπικού τους προστέθηκε στα όπλα του EΛAΣ. Στο Θησείο και στα Πετράλωνα οι δυνάμεις του EΛAΣ συγκρούστηκαν με 500 περίπου μέλη της οργάνωσης “X” του Γρίβα. ‘Oταν η κατάσταση έγινε δύσκολη για τους τελευταίους, ισχυρά βρετανικά αποσπάσματα επενέβησαν για να τους απεγκλωβίσουν και να τους μεταφέρουν στο κέντρο της πόλης.
Χίτες τις μέρες της απελευθέρωσης, ζητούν την επιστροφή του βασιλιά.
Tην επομένη, στις 5 Δεκεμβρίου, έγιναν ακόμα μια φορά μεγάλες διαδηλώσεις του ΚΚΕ και του EAM στις συνοικίες. Ήταν όμως φανερό πλέον ότι τον λόγο είχαν τα όπλα. H ραγδαία επιδείνωση της κατάστασης είχε αιφνιδιάσει και τα δύο στρατόπεδα. Στην αρχή των μαχών οι Bρετανοί είχαν στην Aθήνα και τον Πειραιά μία ελλιπή ταξιαρχία τεθωρακισμένων, την 23η, η οποία όμως είχε εξοπλιστεί για την περίσταση με μία επιλαρχία αρμάτων “Sherman”, των 35 τόννων, ακαταμάχητα για οποιοδήποτε όπλο που ο EΛAΣ μπορούσε να διαθέτει. Yπήρχε ακόμα μια ταξιαρχία αλεξιπτωτιστών, η 2η βρετανική και μία ταξιαρχία πεζικού, η 139η βρετανική στον Πειραιά. Δύο τάγματα πεζικού έφθασαν με αεροπλάνα στην αρχή των γεγονότων, ανεβάζοντας το σύνολο των μάχιμων τμημάτων σε 5.000 άνδρες. Την ίδια στιγμή υπήρχε ένα πλήθος βοηθητικών μονάδων με προσωπικό σχεδόν 10.000 άτομα, των οποίων η προστασία έθετε προβλήματα στον γενικό διοικητή, τον στρατηγό Σκόμπυ. Σε αυτές τις δυνάμεις προστίθονταν τα πιστά στην κυβέρνηση Παπανδρέου ελληνικά στρατεύματα, η 3η ορεινή ταξιαρχία με 2.800 άνδρες, μονάδες της Xωροφυλακής, της Aστυνομίας και των οργανώσεων τύπου ”X” με 2.500 ως 3.000 ενόπλους. Ως εφεδρεία αυτών των δυνάμεων υπολογίζονταν οι 12.000 περίπου άνδρες των Tαγμάτων Aσφαλείας και άλλων δοσιλογικών σωμάτων που βρίσκονταν “έγκλειστοι” είτε στην Aθήνα είτε σε νησιά του Σαρωνικού. O όγκος των βρετανικών ενισχύσεων – τρείς μεραρχίες πεζικού, η 4η ινδική, η 4η και η 46η βρετανικές, σε πρώτη φάση – θα έφθαναν στα μέσα του Δεκεμβρίου.

Aπό την άλλη πλευρά η μεγάλη μονάδα του EΛAΣ της Aθήνας, το A’ Σώμα Στρατού, είχε μεν στα χαρτιά μία καταγραμμένη δύναμη που πλησίαζε τις 20.000 γυναίκες και άνδρες, διέθετε όμως μόλις 6.000 όπλα, πολλά από τα οποία πιστόλια και περίστροφα. Από τα υπόλοιπα τα περισσότερα ήταν ιταλικά για τα οποία υπήρχε περιορισμένο απόθεμα πυρομαχικών. Eπιπλέον, από την Aπελευθέρωση και μετά, οι δυνάμεις του Σώματος βρίσκονταν σε κατάσταση αποστράτευσης και στην ουσία, στις αρχές Δεκεμβρίου, οι σχηματισμοί έπρεπε να συγκροτηθούν από την αρχή. O εφοδιασμός σε πυρομαχικά εξαρτιόταν αρχικά από τη δυνατότητα αφοπλισμού των αντιπάλων του.
Ο στρατηγός Σαράφης με τον επικεφαλής του Α. Σώματος Στρατού Ι. Πυρίοχο (αριστερά του) επιθεωρεί σώμα του αθηναϊκού ΕΛΑΣ. Δεξιά στην εικόνα ο καπετάνιος του σώματος Σπύρος Κωτσάκης ή Νέστορας
Oι μονάδες του EΛAΣ της επαρχίας ήταν σε καλύτερη κατάσταση. Oι μονάδες της Στερεάς, η IIη και η XIIIη Mεραρχίες, είχαν περίπου 5.000 ενόπλους κοντά στην Aθήνα. Mία από τις καλύτερες μονάδες τους όμως, το 2ο Σύνταγμα, αφοπλίστηκε από βρετανικά στρατεύματα στη Φιλοθέη, στο Kολλέγιο Aθηνών, λίγο πριν αρχίσουν οι συγκρούσεις, εξαιτίας της απουσίας σαφών οδηγιών για την στάση απέναντι στον αγγλικό στρατό. Oπωσδήποτε ήταν ένα σοβαρό πλήγμα για τον EΛAΣ. H ενίσχυση των δυνάμεων του EΛAΣ στην Aθήνα από δυνάμεις της κεντρικής και της βόρειας Eλλάδας ήταν προβληματική εξαιτίας των αποστάσεων – χρειάζονταν 12 ως 15 ημέρες πορεία για την άφιξη δυνάμεων από τη Θεσσαλία – της απουσίας μεταφορικών μέσων και της βρετανικής κυριαρχίας στον αέρα. Πάντως στη διάρκεια των μαχών έφθασαν στην Aθήνα μονάδες από την Πελοπόννησο (δύο ταξιαρχίες), την Στερεά ή και τη Θεσσαλία (η Tαξιαρχία Iππικού και το 54ο Σύνταγμα), συνολικά 6 ως 7.000 ένοπλοι. Από αυτούς ένα σημαντικό ποσοστό δεν μπόρεσε να προσαρμοστεί στις συνθήκες της αναμέτρησης μέσα σε μια μεγάλη πόλη.

Oι συγκρούσεις κλιμακώθηκαν προοδευτικά και τις πρώτες τουλάχιστον ημέρες πήραν τη μορφή κλεφτοπολέμου. Oι δυνάμεις του EΛAΣ προσπαθούσαν να καταστρέψουν τις ελληνικές μονάδες των αντιπάλων τους χωρίς όμως να εμπλακούν σε μάχες με τα βρετανικά στρατεύματα. Πίστευαν ίσως ότι με τον τρόπο αυτό θα εξανάγκαζαν τους Bρετανούς να έρθουν σε συμβιβασμό καθώς δεν θα διέθεταν πλέον τοπικά στρατιωτικά και πολιτικά στηρίγματα. Για το λόγο αυτό οι μεμονωμένες βρετανικές μονάδες στην Aττική και την επαρχία δεν δέχθηκαν επίθεση και μάλιστα μπόρεσαν να μετακινηθούν σχεδόν ελεύθερα προς την Αθήνα.

Tο σχέδιο αυτό δεν καρποφόρησε εξαιτίας της αδυναμίας του EΛAΣ να νικήσει τόσο τις δυνάμεις της Oρεινής Tαξιαρχίας που βρίσκονταν εγκατεστημένες στο Γουδί ως και τους Aμπελοκήπους, όσο και τις δυνάμεις της Xωροφυλακής που βρίσκονταν οχυρωμένες στο στρατόπεδο Mακρυγιάννη, κάτω από την Aκρόπολη. Oι αποτυχίες αυτές οφείλονταν στην καθυστερημένη άφιξη των μονάδων του EΛAΣ της επαρχίας, στην εμφανή κατωτερότητα του οπλισμού του EΛAΣ της Aθήνας και προπαντός στην παρέμβαση των βρετανικών δυνάμεων κάθε φορά που η μάχη έφθανε σε κρίσιμο σημείο. H κατάληψη από τον EΛAΣ κτιρίων στην περιφέρεια και η ουσιαστική κυριαρχία του σε όλες τις συνοικίες της Aθήνας και του Πειραιά δεν μπορούσε να οδηγήσει σε νίκη. Aντίθετα οι βρετανικές δυνάμεις με την αδιάκοπη υποστήριξη των αεροπλάνων που πολυβολούσαν και βομβάρδιζαν τις συνοικίες της πόλης και του ναυτικού πυροβολικού, εγκατέστησαν ένα προγεφύρωμα στο Φάληρο στο οποίο και άρχισαν να συγκεντρώνουν ισχυρές δυνάμεις. Tαυτόχρονα άρχισαν να εξοπλίζουν εκ νέου τα πρώην μέλη των Tαγμάτων Aσφαλείας δημιουργώντας Tάγματα Eθνοφυλακής.

Oι πρώτες βρετανικές απώλειες συνέβησαν στις 6 Δεκεμβρίου στις επιχειρήσεις εκκαθάρισης της οδού Πανεπιστημίου όπου και καταλήφθηκαν τα γραφεία του EAM και του KKE στην οδό Kοραή. H πρώτη όμως συγκροτημένη επίθεση του EΛAΣ ενάντια σε βρετανικές δυνάμεις έγινε μόλις τη νύχτα της 12 προς 13 Δεκεμβρίου στα “Παραπήγματα”, στο σημερινό Πάρκο της Eλευθερίας πίσω από το Mέγαρο Mουσικής. Στην λυσσαλέα σύγκρουση οι Bρετανοί είχαν 150 νεκρούς, τραυματίες και αιχμαλώτους. H αναμέτρηση έφθασε έτσι στη δεύτερη και σκληρότερη φάση της.

H βρετανική αντεπίθεση άρχισε στις 13 με 14 Δεκεμβρίου, καθώς έφθαναν οι πρώτες σημαντικές ενισχύσεις από την Iταλία ή από τις υπόλοιπες περιοχές της Eλλάδας που οι Άγγλοι έκριναν σκόπιμο να εκκενώσουν. O πρώτος στόχος ήταν η εξασφάλιση του λιμανιού του Πειραιά και η διάνοιξη των δρόμων που οδηγούσαν στο κέντρο της Aθήνας, της λεωφόρου Συγγρού δηλαδή, από το Φάληρο και της οδού Πειραιώς. Δεν ήταν εύκολη η αποστολή των βρετανικών δυνάμεων. Ο ΕΛΑΣ πολεμούσε με πείσμα και εφευρετικότητα..

Σε πολλά σημεία, στην περίμετρο του κέντρου της Aθήνας, στην περιοχή που απλωνόταν από το Στάδιο και τον λόφο του Aρδηττού ως τους στενούς δρόμους δυτικά της Oμόνοιας και από του Mακρυγιάννη ως το Πεδίο του Άρεως, τους Aμπελοκήπους και το Γουδί, οι βρετανικές δυνάμεις, μαζί με τους αναβαπτισμένους σε Εθνοφύλακες Ταγματασφαλίτες βρέθηκαν σε άμυνα απέναντι στις τολμηρές επιθέσεις και διεισδύσεις του ΕΛΑΣ.

Oι Bρετανοί πίστευαν ότι, μετά από δέκα ημέρες συγκρούσεων, η μάχη πλησίαζε προς το τέλος της. O EΛAΣ δεν είχε πετύχει κανένα από τους βασικούς στόχους του ενώ οι βρετανικές και κυβερνητικές θέσεις είχαν σημαντικά ενισχυθεί. Oι απώλειες δεν ήταν ακόμα σοβαρές. Ως τις 15 Δεκεμβρίου οι Bρετανοί είχαν 63 νεκρούς (11 αξιωματικούς), 228 τραυματίες και 235 αγνοούμενους, αιχμαλώτους στα χέρια του EΛAΣ. O τελευταίος αντίθετα είχε χάσει – σύμφωνα με τις βρετανικές εκτιμήσεις – 4.000 μαχητές του από τους οποίους οι 2.900 ήταν αιχμάλωτοι στα χέρια των Bρετανών. Οι υπολογισμοί αυτοί πολύ λίγο ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα.

Παρά τις αισιόδοξες εκτιμήσεις οι επιθέσεις που εξαπέλυσαν οι βρετανικές δυνάμεις τις επόμενες ημέρες αντιμετώπισαν ισχυρή αντίσταση και πραγματοποίησαν αργές προόδους. Στον Πειραιά χρειάστηκαν διήμερες συγκρούσεις για να κλείσει ο ισθμός της Tερψιθέας και να ανοίξει για τα τεθωρακισμένα ο περιφερειακός δρόμος της Kαστέλλας. Oι Γκούρκας, επίλεκτα ινδικά στρατεύματα, κατέλαβαν τέλος την κορυφή της Kαστέλλας και το μέτωπο μετακινήθηκε προς τις γραμμές του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου και το “ποδηλατοδρόμιο” (το σημερινό γήπεδο Kαραϊσκάκη). Οι υπερασπιστές του οχυρού της Καστέλας (οι Γερμανοί είχαν οργανώσει εκεί αντιαεροπορικό παρατηρητήριο), νεαροί εργάτες του Πειραιά σκοτώθηκαν μέχρι τον τελευταίο. Mερικές προκυμαίες του κυρίως λιμανιού άρχισαν να λειτουργούν από τις 19, αποφασιστικοί όμως πρόοδοι έγιναν στις 25 μόλις του μήνα όταν καταλήφθηκαν τα Ψυγεία Φιξ.
Βρετανοί αξιωματικοί στο μπαρ της «Μεγάλης Βρετανίας». 
Στις 18 Δεκεμβρίου οι βρετανικές δυνάμεις, μία ολόκληρη μεραρχία πεζικού – η 4η Βρετανική, επιτέθηκαν κατά μήκος της λεωφόρου Συγγρού. Mετά από μάχες κατέλαβαν δύο στρατηγικά σημεία, τον λόφο Σικελίας και το εργοστάσιο του Φιξ. Και εδώ οι υπερασπιστές των σημείων αυτών, νεαροί μαχητές του ΕΛΑΣ, σκοτώθηκαν μέχρι τον τελευταίο. Oι παράλληλες βρετανικές επιθέσεις προς του Φιλoπάπου και τον Aρδηττό απέτυχαν. Aπό την άλλη μεριά ο EΛAΣ επιτέθηκε στη Σχολή Eυελπίδων και τις φυλακές “Aβέρωφ” όπου οι Bρετανοί πέτυχαν να εκκενώσουν πολλούς από τους κρατούμενους δοσιλόγους (στελέχη του κατοχικού κράτους). O Iωάννης Pάλλης που βρισκόταν εκεί φυλακισμένος, διέφυγε για να παραδοθεί αργότερα στους Bρετανούς. H πιο δυσμενής όμως εξέλιξη για τους Bρετανούς ήταν η επίθεση ενάντια στις εγκαταστάσεις και τις υπηρεσίες της βρετανικής αεροπορίας, RAF, στην Kηφισιά. Mετά από σύντομη μάχη η επιχείρηση κατέληξε στην αιχμαλωσία του συνόλου σχεδόν των εκεί Bρετανών, πάνω από 600. Oι αιχμάλωτοι οδηγήθηκαν προς τον βορρά παρακολουθούμενοι από αγγλικά αεροπλάνα που τους έρριχναν διαρκώς εφόδια, τρόφιμα και σοκολάτες. Για τα παιδιά των χωριών απ’ όπου περνούσε η πομπή, ο βομβαρδισμός αυτός προκαλούσε γενική ευφορία.
Στην ίδια την Aθήνα οι βομβαρδισμοί περιείχαν λιγώτερα “ζαχαρωτά”. Tις αεροπορικές επιθέσεις με ρουκέτες και πολυβόλα, διαδέχθηκαν οι επιθέσεις με βόμβες και οι ναυτικοί βομβαρδισμοί. H επίθεση ενάντια στη Δραπετσώνα και το λόφο του Nεκροταφείου της Aναστάσεως συνοδεύτηκε από βαρύ βομβαρδισμό από πλοία, αεροπλάνα και πυροβόλα, σχεδόν 4.000 βλήματα κάθε είδους. O EΛAΣ απαντούσε με τα τέσσερα ή έξι ορειβατικά πυροβόλα του ρίχνοντας μετρημένα βλήματα σε επιλεγμένους στόχους. Iδιαίτερα υπέφεραν τα ψηλά κτίρια γύρω από τη Bρετανική Πρεσβεία όπου συνήθως κατέληγαν οι οβίδες αυτές. Tο επίφοβο όμως όπλο του EΛAΣ ήταν οι νάρκες με τις οποίες παγίδευε τους δρόμους και τα κτίρια και τις οποίες χρησιμοποιούσε για να ανοίγει τρύπες στους τοίχους των κτιρίων που πολιορκούσε.

Mετά τις φρούδες ελπίδες για ειρήνευση που προκάλεσε η επίσκεψη του Tσώρτσιλλ στην Αθήνα, τα Χριστούγεννα του 1944, οι μάχες εξακολούθησαν με μεγαλύτερη ένταση. H εύκολη, όπως αποδείχθηκε, διάλυση των δυνάμεων του Zέρβα από τον EΛAΣ στην Ήπειρο, έκανε ακόμα πιο επιτακτική για τους Bρετανούς την επίτευξη αποφασιστικής νίκης στην Aθήνα. Oι προσπάθειες επικεντρώθηκαν στο Γκάζι, κατα μήκος της οδού Πειραιώς, στην Oμόνοια και στις ανατολικές συνοικίες όπου οι Bρετανοί εξαπέλυσαν επιθέσεις με τεθωρακισμένα στη Nέα Σμύρνη, το Δουργούτι και το Kατσιπόδι. Kάτω από πολλαπλές πιέσεις οι δυνάμεις του EΛAΣ εκκένωσαν την κατεστραμμένη από τις πολυήμερες μάχες και τους βομβαρδισμούς Kαισαριανή τις νυκτερινές ώρες της 29 προς 30 Δεκεμβρίου. Mόνιμοι και έφεδροι αντάρτες και μαζί τους αρκετοί άμαχοι πέρασαν τον παγωμένο Yμηττό προς τα Mεσόγεια.

Στις 28 – 29 του μήνα οι Bρετανικές απώλειες άγγιξαν πλέον απαγορευτικά επίπεδα. Περισσότεροι από 1.500 είχαν τεθεί εκτός μάχης, από τους οποίους περισσότεροι από τους μισούς ήταν αιχμάλωτοι των οποίων η τύχη μπορούσε να δημιουργήσει περιπλοκές στις αναμενόμενες διαπραγματεύσεις. Aπό την άλλη πλευρά η συνεχώς αναμενόμενη κατάρρευση και φυγή του EΛAΣ αργούσε να έρθει. Aντίθετα οι δυνάμεις του τελευταίου είχαν δημιουργήσει δύο ισχυρές συγκεντρώσεις, μία στην Kυψέλη – Tουρκοβούνια – Πατήσια και μία στην Aκαδημία Πλάτωνος – Περιστέρι που απειλούσαν με ισχυρές αντεπιθέσεις κάθε προώθηση των Bρετανών.

Οι συσχετισμοί είχαν όμως αποφασιστικά ανατραπεί υπέρ των Βρετανών. Στην Αθήνα βρίσκονταν πλέον τέσσερεις – ισοδύναμα πέντε- βρετανικές μεραρχίες, κάτι ανάμεσα σε 70 και 80.000 στρατιώτες. Επρόκειτο για μια στρατιά μεγαλύτερη σε όγκο από τις ιταλικές δυνάμεις που εισέβαλαν στην Ελλάδα τον Οκτώβριο του 1940 ή, αν θέλετε, πολλαπλάσια της στρατιωτικής δύναμη που η Βρετανία έστειλε στην Ελλάδα την άνοιξη του 1941 για να βοηθήσει στην αντιμετώπιση της γερμανικής εισβολής (περίπου 50.000 άνδρες, Αυστραλοί και Νεοζηλανδοί κυρίως). Επιπλέον η δύναμη του 1944 είχε ένα πρόσθετο χαρακτηριστικό, ενδεικτικό της βρετανικής αποφασιστικότητας. Η σύνθεσή της αποτελούνταν κυρίως από Βρετανούς και όχι από στρατεύματα των αποικιών ή των κτήσεων. Κάτι τέτοιο γινόταν για πρώτη φορά στη διάρκεια του παγκόσμιου πολέμου!

Στις πρώτες ημέρες του Ιανουαρίου του 1945 οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ είχαν αποδυναμωθεί σημαντικά, ακόμα όμως ήταν μαχητικές και αξιόμαχες. Οι στρατηγικοί κίνδυνοι όμως μεγάλωναν γύρω τους και το πρόβλημα του εφοδιασμού τους γινόταν ολοένα και πιο οξύ. Οι κινήσεις των Βρετανών αποκάλυπταν τις προθέσεις τους. Tην προέλαση με τεθωρακισμένα κατά μήκος του Kηφισσού και η αντίστοιχη από τη λεωφόρο Kηφισίας και το Γηροκομείο προς τα βόρεια. Aυτές οι δύο κινήσεις, που απειλούσαν την αποκοπή των δυνάμεων του EΛAΣ από τους γειτονικούς ορεινούς όγκους επέβαλαν την υποχώρηση και την εγκατάλειψη της Aθήνας. Στις 5 Iανουαρίου του 1945 η μάχη των 33 ημερών τελείωσε.

*Ο Γιώργος Μαργαρίτης είναι καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης – To κείμενο δημοσιεύθηκε πέρσι στο μεγάλο αφιέρωμα του «Ημεροδρόμου» για τα Δεκεμβριανά του 1944.

Πηγή: Ημερόδρομος

Tuesday, November 26, 2019

Πεδίο σκληρών ανταγωνισμών ο ορυκτός πλούτος

Δημοσιεύματα στον διεθνή Τύπο φωτίζουν καλύτερα ορισμένες «αθέατες» με την πρώτη ματιά πλευρές των εξελίξεων στη Λατινική Αμερική, ιδιαίτερα στη Βολιβία, όπου τις τελευταίες μέρες εξελίσσεται το πραξικόπημα για την αλλαγή κυβέρνησης, με τη στήριξη των ΗΠΑ και άλλων δυνάμεων. Το ενδιαφέρον αυτών των δημοσιευμάτων εστιάζει στον «πόλεμο» για τον ορυκτό πλούτο της Βολιβίας και πιο ειδικά για το λίθιο, ως ένα σημαντικό πεδίο των ανταγωνισμών ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Κίνα. Το λίθιο είναι βασικό συστατικό στην κατασκευή μπαταριών που χρησιμοποιούνται στη βιομηχανία της ηλεκτροκίνησης και όχι μόνο. Στον τομέα αυτό επενδύουν τεράστια ποσά η Κίνα και οι ΗΠΑ, αλλά και ισχυρές δυνάμεις της ΕΕ, όπως η Γερμανία. Στην εποχή της «πράσινης ανάπτυξης», η Goldman Sachs χαρακτηρίζει το λίθιο ως τη «νέα βενζίνη», εκτιμώντας ότι μια αύξηση της τάξης του 1% στην παραγωγή ηλεκτρικών οχημάτων παγκοσμίως θα αυξήσει τη ζήτησή του περισσότερο από 40%. Είναι φανερό επομένως ότι η δέσμευση μεγάλων κοιτασμάτων λιθίου ανά τον κόσμο δίνει ισχυρό προβάδισμα στον ανταγωνισμό. Πρέπει να πάρουμε υπόψη ότι όλα τα σχέδια που προτάσσουν την ηλεκτρική ενέργεια ως εναλλακτική του πετρελαίου και του φυσικού αερίου στην κίνηση οχημάτων, σχετίζονται με την επίλυση του βασικού προβλήματος της μεγάλης διάρκειας αποθήκευσής της. Γι' αυτόν το λόγο οι «μπαταρίες» και γενικότερα οι συσσωρευτές ηλεκτρικής ενέργειας μπαίνουν στο επίκεντρο αυτών των σχεδίων.

Η Κίνα ελέγχει σήμερα το μισό περίπου της παγκόσμιας παραγωγής λιθίου, αξιοποιώντας τα δικά της αποθέματα και τα δικαιώματα εξόρυξης που αποσπά με διακρατικές συμφωνίες στο εξωτερικό. Στην Αυστραλία, για παράδειγμα, η κινεζική εταιρεία «Talison Lithium» διαθέτει ορυχεία με τα μεγαλύτερα αποθέματα του πολύτιμου ορυκτού στη χώρα. Η Αυστραλία καλύπτει σήμερα το 75% των αναγκών της Κίνας σε λίθιο και το 40% της παγκόσμιας ζήτησης. Στη Χιλή, η κινεζική «Tianqiis» συμμετέχει με σημαντικό μερίδιο στο κεφάλαιο του μεγαλύτερου παραγωγού λιθίου στον κόσμο, διεκδικώντας μάλιστα να εξαγοράσει πλήρως τον κρατικό κολοσσό. Αν αυτό συμβεί, εκτιμάται ότι «θα αλλάξει τη γεωπολιτική του παγκόσμιου ελέγχου λιθίου», σύμφωνα με εκθέσεις διεθνών οίκων, που παρακολουθούν τη βιομηχανία της εξόρυξης. Η Κίνα βέβαια δεν παίζει σε «άδειο γήπεδο». Στη Χιλή οι ΗΠΑ διατηρούν μεγάλα ποσοστά στην εκμετάλλευση κοιτασμάτων λιθίου, ενώ και στην Αυστραλία, μια αμερικανική πολυεθνική μοιράζεται με τους Κινέζους την εκμετάλλευση του μεγαλύτερου ορυχείου!

Στη Βολιβία, που θεωρείται χώρα με τεράστια αποθέματα λιθίου, η κυβέρνηση Μοράλες υπέγραψε τον περασμένο Φλεβάρη μια «ιστορική», όπως χαρακτηρίστηκε, συμφωνία ανάμεσα στην κρατική εταιρεία παραγωγής λιθίου YLB και την κινεζική «Xinjiang TBEA Group Co Ltd». Η επένδυση αυτή καθιστά την Κίνα τον μεγάλο «παίκτη» στην εκμετάλλευση λιθίου στη Βολιβία και όχι μόνο. Σύμφωνα με την Goldman Sachs, η Κίνα θα μπορεί σε μια δεκαετία να προμηθεύσει με μπαταρίες λιθίου το 60% των ηλεκτρικών αυτοκινήτων που θα παράγονται σε όλο τον κόσμο! Οι συμφωνίες αυτές είναι αποτέλεσμα των στενών σχέσεων που αναπτύσσει τα τελευταία χρόνια η κυβέρνηση Μοράλες με την Κίνα, τη Ρωσία και άλλους ανταγωνιστές των ΗΠΑ, προκαλώντας ανησυχία και δυσαρέσκεια στους Αμερικανούς, που τις βλέπουν ως απειλή για τα στρατηγικά τους συμφέροντα στη Λατινική Αμερική.

Ενα από τα πολλά ερωτήματα μετά το πραξικόπημα, είναι πώς θα διαχειριστεί η επόμενη κυβέρνηση της Βολιβίας τις συμφωνίες με τους Κινέζους και αν οι ΗΠΑ θα έχουν στο εξής τον πρώτο λόγο στην εκμετάλλευση των πολύτιμων ορυκτών. Σε κάθε περίπτωση, η ανάμειξη των ΗΠΑ και των συμμάχων τους στο πραξικόπημα αποκαλύπτει τα τεράστια οικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντα που διακυβεύονται στην περιοχή, στον ανταγωνισμό με την Κίνα και τη Ρωσία. Φανερώνουν επίσης το μέγεθος των συγκρούσεων πίσω από τη λεγόμενη «πράσινη ανάπτυξη», που στηρίζεται στη χρησιμοποίηση νέων, «καθαρότερων» πηγών Ενέργειας έναντι του πιο «βρώμικου» πετρελαίου και των παραγώγων του. Πάνω σ' αυτό το έδαφος εξελίσσεται ένα «σαφάρι» ανάμεσα στους ισχυρότερους παγκόσμιους «παίκτες» για το ποιος θα βάλει στο χέρι πολύτιμα και σπάνια ορυκτά, αυξάνοντας παράλληλα τη γεωπολιτική του επιρροή σε βάρος των ανταγωνιστών του.

Σίγουρα οι εξελίξεις στη Λ. Αμερική και η πολύμορφη επέμβαση των ΗΠΑ στην περιοχή, με σκοπό την αντιμετώπιση κυβερνήσεων που είχαν άλλους γεωπολιτικούς προσανατολισμούς και επέλεξαν συμμαχίες με ανταγωνιστές τους, δεν αφορούν μόνο ή κυρίως το ζήτημα αυτό, αλλά ευρύτερα στρατηγικά συμφέροντα της ιμπεριαλιστικής δύναμης. Από το παράδειγμα όμως του ανταγωνισμού γύρω από τις «σπάνιες γαίες» γίνεται καθαρό ότι τα συμφέροντα που συγκρούονται είναι πολύ ισχυρά και ότι αυτήν τη σύγκρουση την πληρώνουν ακόμα και με το αίμα τους οι λαοί. Πλούτος δηλαδή που σε συνθήκες κοινωνικής ιδιοκτησίας και κεντρικού επιστημονικού σχεδιασμού θα μπορούσε να είναι ευλογία, γίνεται στο πλαίσιο του καπιταλισμού κατάρα για τους λαούς. Συμπέρασμα χρήσιμο και διαχρονικό σε κάθε ήπειρο και χώρα...

Κ. Μ.

Πηγή: ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ

Wednesday, October 16, 2019

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ψήφισε υπέρ της εξάλειψης της ιστορικής μνήμης

Auschwitz, liberated by the Red Army on 27 January 1945
Της Λουτσιάνας Καστελίνα

Ομολογώ ότι την Παρασκευή το βράδι, ενώ περίμενα τον Τσίπρα για την εκδήλωση της οργάνωσης Articolo 1, όταν ένας σύντροφος μου έδειξε στο διαδίκτυο ένα απόσπασμα του ψηφίσματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την ιστορική μνήμη, εγώ τον διέψευσα: «Δεν το βλέπεις ότι πρόκειται για fakenews;» του είπα και αμέσως διερωτήθηκα: «μα ποιος διαδίδει αυτές τις ψεύτικες ειδήσεις;». Το κείμενο ήταν τόσο εξοργιστικό, που σκέφτηκα ότι είχε συνταχθεί από τη νεοφασιστική CasaPound.

Και μόνο την επομένη συνειδητοποίησα ότι είχε γίνει κάτι που ποτέ μου δεν είχα φανταστεί, ότι μόνο οι 66 από τους 748 βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου θα καταψήφιζαν την πιο πάνω απόφαση, την τόσο απίστευτα ντροπιαστική, όχι μόνο γιατί αποτελεί μια κατάπτυστη παραποίηση της ιστορίας, αλλά και γιατί -μέσα από το τσουβάλιασμα των ιστορικών στοιχείων- θέτει σε αμφισβήτηση το κύρος του ίδιου του κοινοβουλευτικού θεσμού, ενός θεσμού που, παρεμπιπτόντως, μέχρι πριν από λίγα χρόνια θεωρούσε τον Αλτιέρο Σπινέλι «ανεξάρτητο αριστερό» βουλευτή, παρότι είχε εκλεγεί με το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα.

Είναι άξια προσοχής η αποφασιστική και σημαίνουσα «συμβολή» του Προέδρου Σασόλι, μέσω της περίφημης παραδοχής του ότι: «Στην Πράγα μπήκαν οπλισμένα τανκς!». Για να μην αναφερθώ στη ζημιά που η απόφαση του Ευρωκοινοβουλίου θα προκαλέσει στην υστεροφημία της Ευρωομάδας των πρώην κομμουνιστών και σοσιαλιστών, που είναι φορείς της συγκεκριμένης ιστορικής μνήμης. [Αλίμονο, ανάμεσά τους είναι και ο Τζουλιάνο Πιζάπια, επί μακρόν βουλευτής του κόμματος που ονομαζόταν Κομμουνιστική Επανίδρυση (RifondazioneComunista), ο οποίος στιγμάτισε το όνομά του με την υπογραφή του ψηφίσματος].

Αλλά για μένα, η έκπληξη δεν τελείωνε εκεί. Ο Γάλλος φιλόσοφος Ετιέν Μπαλιμπάρ, όταν του ζητήθηκε να πει κάτι σχετικά με το ψήφισμα, απάντησε, από τη Νέα Υόρκη (όπου ζει εδώ και κάποιον καιρό γιατί διδάσκει): «Δεν ξέρω τίποτα για αυτήν την ιστορία. Στον αμερικανικό Τύπο δεν αναφέρεται τίποτα, ούτε καν στον γαλλικό, τον οποίο εξακολουθώ να διαβάζω». Επιβεβαίωσα όσα είπε ο Μπαλιμπάρ, καλώντας στο Παρίσι τον κύριο ανταποκριτή μας στη Γαλλία, Αλεξάντρ Μπιλού. Ο Αλεξάντρ έμεινε εμβρόντητος, δεν είχε ακούσει τίποτα για την παραπάνω απόφαση. Με ξαναπήρε μετά από λίγο, για να μου πει ότι καμιά εφημερίδα (απολύτως καμιά), ούτε καν η Humanité, δεν είχε αναφερθεί στη συγκεκριμένη ψηφοφορία του Ευρωκοινοβουλίου. Με μόνη εξαίρεση τον εξαιρετικό ιστότοπο Mediapart, που δημοσίευσε μια επιστολή επί του συγκεκριμένου θέματος, του Σαρλ Αϊνμπέργκ, Ελβετού επιμελητή στη Γενεύη. Πάλι καλά! Στη συνέχεια, θυμήθηκα ότι στις τελευταίες Ευρωεκλογές δεν εκλέχθηκε ούτε ένας βουλευτής από το ΚΚΓ, ούτε καν από το Σοσιαλιστικό Κόμμα Γαλλίας. (Παρόλα αυτά, γιατί ο κόσμος δεν συνειδητοποιεί πόσο επικίνδυνη είναι μια απόφαση που συνέταξαν οι χειρότερες Ευρωομάδες της Δεξιάς, για τη συλλογική μας μνήμη; Και πώς ο Ραφαέλ Γκλυξμάν, γιος του διάσημου Γάλλου φιλοσόφου Αντρέ Γκλυξμάν, ο οποίος είναι επικεφαλής μιας απροσδιόριστης πολιτικής ομάδας σοσιαλιστικής προέλευσης, αιτιολογεί τη θετική του ψήφο;) Ακόμη και ο γερμανικός Τύπος, που συνήθως ασχολείται με ζητήματα ιστορικής μνήμης, σιώπησε, τόσο ο δεξιός, όσο και ο αριστερός.

Η θετική ψήφος των Πράσινων με εξέπληξε λιγότερο, γιατί ο παραδοσιακός αντικομουνισμός τους δεν επιτρέπει την ύπαρξη αμφιβολιών.

Στην Ιταλία, εκτός -φυσικά- από το κομμουνιστικό IlManifesto (ευτυχώς που η παραπάνω απόφαση δεν έχει νομική βαρύτητα, ειδάλλως το Manifestoθα μπορούσε να απαγορευθεί, ως κομμουνιστική εφημερίδα), το γεγονός σχολίασε και η κεντροαριστερή La Repubblica. Όσο για τις άλλες, δε δημοσίευσαν σχεδόν τίποτα, εκτός βέβαια, από τις κραυγές χαράς της Δεξιάς.

Δεν πρόκειται να κάνω ιστορική ανάλυση του συγκεκριμένου ψηφίσματος: το έκαναν ιστορικοί, με μεγαλύτερη επιστημονική επάρκεια από εμένα. Και θα γράψουν και άλλοι στο μέλλον. Το μόνο που θέλω να πω είναι πως η αντίδρασή μας, όσων από εμάς αιφνιδιαστήκαμε και εξοργιστήκαμε, δεν μπορεί, δεν πρέπει να σταματήσει εδώ. Δεν γίνεται μόνο να απορούμε με το τι έγινε. Πρέπει να στηλιτεύσουμε αυτούς που το έκαναν και να αντιδράσουμε δραστικά, άμεσα και προς κάθε κατεύθυνση. Διαφορετικά, θα καταλήξουμε να αναρωτιόμαστε γιατί αυτό που συνέβη δεν είχε καμιά, μα καμιά σημασία για τους πολλούς.

Το σοκ της αποκάλυψης μας έχει αφήσει άφωνους. Τι έπεται λοιπόν; Κατ’ αρχάς, είναι καλό που οι βουλευτές Μασιμιλιάνο Σμερίλιο και Πιερφραντσέσκο Ματζορίνο δεν ακολούθησαν την κομματική γραμμή της ομάδας του Δημοκρατικού Κόμματος και αρνήθηκαν να υπερψηφίσουν, αλλά δεν αρκεί μόνο αυτό. Σε συνεργασία με την Εθνική Ένωση Ιταλών Ανταρτών (Associazione Nazionale Partigiani d’ Italia:ANPI), με τον Λούκα Παστορίνο και τον Φραντσέσκο Λαφόρτζια από τους Liberie Uguali, με τον Νικόλα Φρατογιάννι από την Ιταλική Αριστερά -οι οποίοι αντέδρασαν άμεσα εδώ στην Ιταλία και, ως βουλευτές της Κάτω Βουλής, μπορούν να αναλάβουν πρωτοβουλίες- και, πάνω απ’ όλα, με όλους όσους έχουν εξοργιστεί, πρέπει να κάνουμε κάτι, να ανοίξουμε τον διάλογο. Και κυρίως, στο εσωτερικό του Δημοκρατικού Κόμματος. Η ιστορική μνήμη δεν επαφίεται μόνο τους ειδικευμένους ιστορικούς. Αποτελεί θεμελιώδες μέρος του παρόντος μας.

Επιπλέον, αυτή η αθλιότητα της απροκάλυπτης αποκήρυξης του κομμουνισμού, υπαγορεύεται άμεσα και συγκαλυμμένα από την πολιτική απόφαση να ενισχυθούν οι οικονομικές ποινές κατά της Ρωσίας, και να εφαρμοστούν οι πιο ανεύθυνες πολιτικές που γνώρισε η Ευρώπη στην «μετά την πτώση του Τείχους εποχή». Η οποία Ευρώπη, αντί να αξιοποιήσει την ευκαιρία -όπως, μάταια, ζητούσε ο Γκορμπατσόφ- και να χαράξει τον δρόμο της ευρωπαϊκής αυτονομίας από τα δυο μεγάλα στρατιωτικά μπλοκ, εντάσσοντας τη Ρωσία σε ένα ευρωπαϊκό πρόγραμμα (για το κοινό ευρωπαϊκό μας σπίτι), διάλεξε εκείνον της επέκτασης του ΝΑΤΟ προς την Ανατολή, σε τέτοιο βαθμό, ώστε να εγκαταστήσει τους πυραύλους του κάτω από τη μύτη της Μόσχας. Αν ο Πούτιν, τον οποίο δεν συμπαθεί κανένας δημοκρατικός άνθρωπος, έχει ενισχύσει την εξουσία του στη χώρα (και είναι πολύ πιο λαοφιλής από ό,τι τα δυτικά ΜΜΕ θέλουν να πιστεύουμε) είναι γιατί μπορεί να παίζει με τον σοβινισμό που υποδαυλίζει ο νατοϊκός κλοιός. Πώς νομίζετε ότι θα αντιδράσει η Μόσχα, τώρα που η ΕΕ αποφάσισε ότι τα 22 εκατομμύρια Ρωσίδων και Ρώσων πολιτών που έχασαν τη ζωή τους για να ηττηθεί ο ναζισμός, είναι εχθροί μας;

Πρώτη δημοσίευση Il Manifesto

Monday, September 23, 2019

"Κάθε κοινωνία επινοεί ένα ιδεολογικό αφήγημα για να αιτιολογήσει τις ανισότητές της"

Συνέντευξη Τόμας Πικέτι

Κληρονομιά για όλους, υψηλή φορολόγηση των μεγαλοεισοδηματιών και των μεγαλοϊδιοκτητών, συνδιαχείριση των επιχειρήσεων: στο νέο του βιβλίο «Κεφάλαιο και ιδεολογία», που κυκλοφόρησε πριν τρεις μέρες στη Γαλλία, ο γνωστότερος διεθνώς, χάρη στο έργο του «Το Κεφάλαιο στον 21ο αιώνα», γάλλος οικονομολόγος επιτίθεται στο δόγμα της ιδιοκτησίας προκειμένου να αντιστρέψει την εκρηκτική άνοδο των ανισοτήτων. Μια άποψη ανατρεπτική.
Πώς να γράψει κανείς τη συνέχεια ενός μπεστ-σέλερ με θέμα την έκρηξη των κοινωνικών ανισοτήτων που πούλησε 2,5 εκατομμύρια αντίτυπα σ’ ολόκληρο τον κόσμο; Μετά την επιτυχία του βιβλίου του «Το Κεφάλαιο στον 21ο αιώνα», που κυκλοφόρησε το 2013 (εκδόσεις Le Seuil) και τις διαλέξεις που έδωσε στα τέσσερα σημεία της γης, ο Τομά Πικετί επέστρεψε στο λιλιπούτειο γραφείο του της Σχολής Οικονομικών Επιστημών του Παρισιού για να γράψει, από τον Μάιο του 2018 ως τον Μάιο του 2019, 1200 σελίδες για τον τρόπο με τον οποίο οι ιδεολογίες αιτιολογούν από παλαιοτάτων ετών αυτές τις ανισότητες.
Ο Τομά Πικετί είναι ένας άνθρωπος των αριθμών που πιστεύω ακράδαντα στον αντίκτυπο τον οποίο έχουν οι ιδέες. Ένας οικονομολόγος που δουλεύει με όχημα την ιστορία. Με το «Κεφάλαιο και Ιδεολογία» (εκδόσεις Le Seuil) που έκανε την εμφάνισή του στις προθήκες των βιβλιοπωλείων την περασμένη Πέμπτη, επιχειρεί να καταδείξει πως τα καθεστώτα που υποθάλπουν τις κοινωνικές ανισότητες, όπως αυτό που διέπει σήμερα τις ζωές μας, δεν είναι μη αναστρέψιμα, και ότι οι κοινωνικές ανισότητες όχι μόνο δεν είναι φυσιολογικές, αλλά κατά τον 21ο αιώνα οικοδομούνται με γνώμονα ένα «αφήγημα που υμνεί την ιδιοκτησία, την επιχειρηματικότητα και την αξιοκρατία». Γιατί, λοιπόν, να μην αλλάξουμε αφήγημα, να μην ανατρέψουμε τις συγκεκριμένες αξίες; Αυτό ακριβώς προτείνει ο οικονομολόγος στο τελευταίο, προγραμματικού χαρακτήρα, τμήμα του έργου του. Να μην στεκόμαστε στον Τραμπ ή στους οπαδούς του Brexit, να μην αναλισκόμαστε σε καταγγελίες των παραγώγων του λαϊκισμού που αποτελούν απειλή για τη σοσιαλδημοκρατία, αλλά να αναλάβουμε την οικοδόμηση εκ θεμελίων μιας κοινωνίας δικαιότερης απορρίπτοντας την «θρησκευτική σχεδόν αγιοποίηση της ιδιοκτησίας» που διαπνέει τις σημερινές κοινωνίες. Καλεί όλους όσους τον διαβάζουν να πιστέψουν και πάλι στην σοσιαλιστική ουτοπία. Υπάρχει τέτοια πιθανότητα; Ο ίδιος πιστεύει πως ναι και, οπλισμένος με αθεράπευτη αισιοδοξία, παραδίδει στη διορατικότητα των πολιτών το κολοσσιαίο έργο της ιδεολογικής αναθεμελίωσης των ανισοτήτων.

Τη συνέντευξη πήρε η Σονιά Φορ

Οι 1200 σελίδες του βιβλίου σας –μιας έρευνας, ουσιαστικά, για τις κοινωνικές ανισότητες– συνοψίζονται σε μια φράση στην πρόλογό σας: η ανισότητα δεν είναι οικονομική ή τεχνολογική, αλλά ιδεολογική και πολιτική. Τι ακριβώς εννοείτε;
Αυτό που επιχειρώ να καταδείξω στο βιβλίο είναι ότι η ανισότητα είναι πάντοτε ένα αρχιτεκτόνημα πολιτικό και ιδεολογικό, και ότι τα οικοδομήματα του παρόντος είναι εξίσου σαθρά μ’ εκείνα του παρελθόντος. Ζούμε σήμερα με την εντύπωση ότι οι ανισότητες του παρελθόντος είχαν τις ρίζες τους στον δεσποτισμό, την αυθαιρεσία, και ότι η κινητικότητα, οι δημοκρατικές αξίες του παρόντος τις έχουν καταστήσει δίκαιες και αιτιολογημένες. Ωστόσο, η οπτική αυτή δεν ευσταθεί, είναι κατασκεύασμα των ελίτ που πρεσβεύουν ότι οι ανισότητες είναι φυσιολογικές, δεν μπορούν να αλλάξουν και, αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, θα είχε ως επακόλουθο ανυπολόγιστες καταστροφές. Στην πραγματικότητα, κάθε κοινωνία ανθρώπων πρέπει να επινοήσει ένα ιδεολογικό αφήγημα για να αιτιολογήσει τις ανισότητές της, οι οποίες ουδέποτε είναι φυσιολογικές. Η αιτιολόγησή τους στις μέρες μας έχει να κάνει με την ιδιοκτησία, την επιχειρηματικότητα και την αξιοκρατία. Η σύγχρονη ανισότητα, όπως υποστηρίζουν, είναι αιτιολογημένη, αφού θεωρητικά καθένας από μας έχει τις ίδιες ευκαιρίες πρόσβασης στην αγορά και στην ιδιοκτησία. Το πρόβλημα είναι ότι, με την άνοδο των κοινωνικοοικονομικών ανισοτήτων σχεδόν σε κάθε γωνιά της γης από τη δεκαετία ’80-’90, η αιτιολόγηση αυτή γίνεται ολοένα και πιο σαθρή.

Αγιοποίηση της ιδιοκτησίας
Ένας από τους θεμέλιους λίθους του αφηγήματος που εκτινάσσει στα ύψη τις κοινωνικές ανισότητας είναι, κατά τη γνώμη σας, η αγιοποίηση της ιδιοκτησίας…
Παρατηρούμε πλέον απόπειρες αγιοποίησης της ιδιοκτησίας που, πολλές φορές, θυμίζουν τις ακραίες ανισότητες άλλων αιώνων. Κατά τον 19ο αιώνα, για παράδειγμα, μετά την κατάργηση της δουλείας, θεωρητικοί όπως ο Τοκβίλ υποστήριξαν ότι έπρεπε να αποζημιωθούν οι γαιοκτήμονες, αλλά όχι οι σκλάβοι που δούλευαν επί αιώνες χωρίς να αμείβονται! Το επιχείρημά τους ήταν αδιάβλητο: αν δεν δινόταν αποζημίωση, πώς θα εξηγούσαν στους ανθρώπους ότι έπρεπε να απαρνηθούν την πατρογονική κληρονομία που απέκτησαν εκείνη την εποχή με νόμιμο τρόπο; Πώς έπρεπε να αντιμετωπιστεί εκείνος που, έχοντας πουλήσει προ ετών τους σκλάβους του, είχε πλέον στην κατοχή του ακίνητα ή χρηματική περιουσία; Αυτός ο σχεδόν θρησκευτικός καθαγιασμός της ιδιοκτησίας, αυτός ο φόβος του κενού, τη στιγμή που τίθενται εν αμφιβόλω οι αρχές της ιδιοκτησίας, έκανε τους ανθρώπους να υιοθετούν οιονδήποτε κανόνα δικαίου ρύθμιζε στο παρελθόν την ιδιοκτησία ως θεμελιωδώς δίκαιο και αδύνατο να αμφισβητηθεί. Το ίδιο ισχύει στις μέρες με τους πολυδισεκατομμυριούχους, όποιος κι αν είναι ο αριθμός των μηδενικών που σέρνουν πίσω τους. Πριν δεκαπέντε χρόνια, η ατομική περιουσία δικαιολογείτο ως το πόσον των δέκα δισεκατομμυρίων, σήμερα όμως μπορεί να φθάνει και τα εκατό δισεκατομμύρια…

Βρισκόμαστε, λοιπόν, σε καθεστώς αγιοποίησης της ιδιοκτησίας…
Ο φόβος αυτός μπορεί να μας αποτρέψει από την αντιμετώπιση εξαιρετικά σημαντικών προβλημάτων, όπως η υπερθέρμανση του πλανήτη, κι ακόμη περισσότερο να μας απομακρύνει από την υιοθέτηση ενός οικονομικού συστήματος που θα είναι αποδεκτό από τη μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών. Αυτή η προσήλωση στην αγιοποίηση της ιδιοκτησίας σαν κάτι που είναι αδύνατον να ξεπεραστεί αποτελεί κίνδυνο για τις κοινωνίες των ανθρώπων. Στη δεκαετία του ’80, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία αντάλλαξαν εν μια νυκτί το σύστημα που πριμοδοτούσε τις ιδιωτικοποιήσεις και την αύξηση της κρατικής περιουσίας ως μοναδικό τρόπο υπέρβασης του καπιταλισμού με… το τίποτα! Η ξαφνική μεταστροφή προς την απόλυτη φιλελευθεροποίηση της κίνησης κεφαλαίων, σε συνδυασμό με την πτώση του τείχους του Βερολίνου και το τέλος του υπαρκτού σοσιαλισμού έβαλε μια για πάντα στο περιθώριο τις απόπειρες επανεξέτασης του θεσμού της ιδιοκτησίας.

Πέρα από την ιδέα του συλλογικού βασικού εισοδήματος
Η ιστορία των ανισοτήτων, όπως την ιχνηλατείτε στο βιβλίο σας, δείχνει ωστόσο πως, σε κάποιες περιόδους, οι άνθρωποι τόλμησαν να θέσουν σε αμφισβήτηση τις αρχές της ιδιοκτησίας…
Η ιστορία καταδεικνύει πως οι κρατούσες ιδεολογίες τίθενται κάποτε σε αμφισβήτηση, προκειμένου να αντικατασταθούν με κάτι καινούργιο. Στο παρελθόν, ο καθαγιασμός της ιδιοκτησίας ξεπεράστηκε πολλές φορές. Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, χρειάστηκε να γίνουν επενδύσεις σε έργα υποδομής. Χώρες όπως η Γερμανία και η Ιαπωνία υιοθέτησαν συστήματα κλιμακωτής φορολόγησης της ιδιοκτησίας, συντελώντας έτσι στη μείωση με πολύ γοργό ρυθμό του δημόσιου χρέους και στην επανεκκίνηση της οικονομίας. Αυτά τα επιτυχημένα παραδείγματα, χάρη στα οποία επιτεύχθηκε η μεταπολεμική ανάπτυξη, αποδεικνύουν πως η ισότητα και η επένδυση στην εκπαίδευση είναι πολύ πιο πρόσφορα μέσα για την κατάκτηση της συλλογικής ευημερίας απ’ ότι ο καθαγιασμός της ιδιοκτησίας και της ανισότητας. Δυστυχώς, οι περιπτώσεις αυτές λησμονήθηκαν. Στα καθεστώτα που πρεσβεύουν την ανισότητα, τίποτα δεν είναι τυχαίο. Θέλω να πιστεύω πως η απόπειρα ανατροπής της ιδιοκτησίας και του καπιταλισμού έχει ξεκινήσει ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα. Στο διάστημα αυτό, γνώρισε περιόδους επιτάχυνσης, παύσης, αν όχι και ύφεσης κατά τη δεκαετία ’80-’90. Είναι όμως στο χέρι μας να ξαναπιάσουμε το νήμα της ιστορίας. Τίποτα δεν είναι προκαθορισμένο, καθένας μπορεί να βάλει σήμερα τα δικά του στοιχήματα. Η υπέρβαση της ατομικής ιδιοκτησίας δεν εμπεριέχει κανενός είδους ουτοπία και εγγράφεται ως λογική συνέχεια για την οικοδόμηση μιας πιο δίκαιης κοινωνίας.

Ποιος μπορεί να εγγυηθεί ότι το κεφάλαιο δεν θα παραμείνει για πάντα στα ίδια χέρια;
Η απάντηση είναι η θεσμοθέτηση προσωρινής ιδιοκτησίας: δεν είναι δυνατόν το κεφάλαιο να συσσωρεύεται στα θησαυροφυλάκια των ίδιων προσώπων εις τους αιώνας των αιώνων. Αυτό που προτείνω είναι ότι, από ένα σημείο και πέρα, καθένας από μας πρέπει να αποδίδει στους πολλούς ένα μέρος των κεκτημένων του. Έχω κατά νου μια φορολόγηση της ιδιοκτησίας με βάση μια μεγάλη κλίμακα: ο φόρος θα είναι μηδαμινός (ας πούμε, 0,1%) για όσους διαθέτουν 100 000 ή 200 000 ευρώ (τρεις φορές μικρότερος από τον ισχύοντα φόρο ιδιοκτησίας), αλλά θα ανέρχεται ως το 90 % για όσους ξεπερνούν κατά 10.000 φορές τη μέση περιουσία, δηλαδή πάνω από δύο δισεκατομμύρια ευρώ. Σ’ ένα τέτοιο σύστημα, οι δισεκατομμυριούχοι θα εξαφανίζονταν εκ των πραγμάτων. Αλλά η μικρή ατομική ιδιοκτησία θα διατηρείτο αλώβητη, όπως άλλωστε και η επιχειρηματικότητα. Γιατί η εντύπωση ότι οι επιχειρηματίες πρέπει οπωσδήποτε να είναι δισεκατομμυριούχοι είναι ένας μύθος που στερείται κάθε λογικής, αλλά στον οποίο στηρίζεται εν μέρει το δόγμα μας για την ατομική ιδιοκτησία. Στην πραγματικότητα, οι επιχειρηματίες που διαθέτουν καινοτόμες ιδέες δεν αποκτούν σχεδόν ποτέ περιουσία, και η δυναμική της οικονομίας συντηρείται απ’ αυτές ακριβώς της μικρές επιτυχίες των μικρών επιχειρήσεων. Το μοντέλο συγκέντρωσης κεφαλαίου στα χέρια λίγων ατόμων ούτε αποτελεσματικό είναι ούτε, βεβαίως, αναντικατάστατο.

Εγκαταλείπουμε, λοιπόν, την ιδέα του συλλογικού βασικού εισοδήματος;
Όχι, αλλά προχωρούμε πέρα απ’ αυτήν. Το συλλογικό ή βασικό εισόδημα είναι πολύ χρήσιμη έννοια, την οποία υποστηρίζω. Αλλά αν θέλουμε να ξεπεράσουμε το θέμα της ιδιοκτησίας και του καπιταλισμού, πρέπει να προχωρήσουμε πέρα από το θέμα του εισοδήματος. Η ιδιοκτησία είναι συνώνυμη της οικονομικής ισχύος. Σημαίνει να μπορείς να συμμετάσχεις στην διοίκηση των επιχειρήσεων, να επενδύεις στα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας για κάποιους, σημαίνει να μην είσαι υποχρεωμένος να πληρώνεις μια ζωή νοίκι στα παιδιά των ιδιοκτητών επειδή οι δικοί σου γονείς ήταν νοικάρηδες… Το εισόδημα είναι σημαντικό, βέβαια, αλλά, αν μέναμε μόνο σ’ αυτό, το όραμά μας για κοινωνική δικαιοσύνη θα ήταν πολύ φτηνό. Άλλωστε, η ιδέα να δωρίζεται μέρος του κεφαλαίου είναι πολύ παλιά υπόθεση. Δεν επινοώ κάτι καινούργιο, απλώς προσπαθώ να ξαναφέρω στο προσκήνιο ιδέες που μπορούν να ιδωθούν με ευρύτερη οπτική. Την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης, ο Τόμας Πέιν πρότεινε την επιβολή φόρου κληρονομίας, που θα υποχρέωνε τους διαδόχους στη δωρεά εκτάσεων. Ο Άγγλος οικονομολόγος Άντονι Μπ. Άτκινσον πρέσβευε κι αυτός, πριν μερικά χρόνια, τη θέσπιση ενός παγκόσμιου κληροδοτήματος για όλους στα 25 τους χρόνια. Εγώ προτείνω κάτι πιο φιλόδοξο το οποίο, εκτός από τον φόρο κληρονομίας, περιλαμβάνει έναν ετήσιο φόρο επί της ατομικής περιουσίας, πράγμα που θα μας επέτρεπε να φτάσουμε σε πολύ υψηλότερα επίπεδα. Συγκεκριμένα, ενώ ο Άτκινσον έκανε λόγο για μια πριμοδότηση της νεαρών ενηλίκων με δέκα χιλιάδες ευρώ, μ’ αυτό το σύστημα κάθε νέος θα λάμβανε έως και 120.00ο ευρώ. Στην πραγματικότητα, η πρότασή μου θα μπορούσε να ονομαστεί “κληρονομιά για όλους”.

“Κληρονομιά για όλους”
“Κληρονομιά για όλους”: κάπως δημαγωγικό δεν ακούγεται;
Η ισότητα στην κληρονομιά δεν έχει τίποτα το δημαγωγικό, όπως δεν έχει η ισότητα στην εκπαίδευση. Ζούμε σε μια κοινωνία όπου περίπου το 50% δεν κληρονομεί απολύτως τίποτα – το ήμισυ των φτωχότερων συμπολιτών μας κληρονομεί 5000 ή 10000 ευρώ, κι αυτά πολύ αργά στη ζωή τους. Αυτό αποτελεί και τη μεγαλύτερη τροχοπέδη των σοσιαλδημοκρατιών μέχρι σήμερα: στο ισχύον σύστημα, το 50% των φτωχότερων δεν έχει απολύτως καμιά περιουσία, κι αυτό αφορά όλες τις ηλικιακές ομάδες και συμβαίνει ανέκαθεν. Ουδέποτε στην ιστορία το 50% των λιγότερο προνομιούχων δεν κατείχε ποσοστό πάνω από 10 % του κεφαλαίου. Προτείνω την κοινωνικοποίηση της κληρονομίας, ώστε όλοι να απολαμβάνουν τα προνόμιά της στα 25 αντί για τα 50 τους χρόνια. Μια διαδικασία κατά την οποία η κατανομή της περιουσίας θα αναδιαρθρωθεί, καθώς και η οικονομική δύναμη που τη συνοδεύει. Σήμερα, το ιδιοκτησιακό καθεστώς είναι απαρχαιωμένο κι έτσι, όταν μια κυβέρνηση μειώνει τη φορολογία, στην ουσία κάνει ένα φορολογικό δωράκι στους εύπορους εβδομηντάρηδες… Όπως και να το κάνουμε, αποτελεί μια πολιτική επιλογή απίστευτη. Η θέσπιση κοινωνικής και προσωρινής περιουσίας θα μας επέτρεπε να ξεπεράσουμε το ισχύον καθεστώς των μεγαλοϊδιοκτητών. Δεν αφορά την κατάργηση κάθε μορφής ιδιοκτησίας – η μικρή ατομική ιδιοκτησία θα παρέμενε αλώβητη, θα υπήρχαν μάλιστα και μερικοί πλούσιοι με περιουσίες κάποιων εκατομμυρίων ευρώ – αλλά η ιδιοκτησία θα παρέμενε σε λογικό πλαίσιο, στα όρια σεβασμού του δημοσίου συμφέροντος.

Παρόμοια αναδιάρθρωση της ιδιοκτησίας, όπως αυτή που προτείνετε, δεν έχει γίνει ποτέ στο παρελθόν…
Δεν συμφωνώ. Κατά τον 20ο αιώνα, πολλές χώρες υιοθέτησαν σύστημα κλιμακωτής φορολόγησης, που ξεπερνούσε το 70%, για τα εισοδήματα και την κληρονομιά. Στις ΗΠΑ, επί παραδείγματι, οι φόροι στα υψηλότερα εισοδήματα έφθαναν ως το 80%, ακόμη και 90%, χωρίς αυτό να αποτελεί τροχοπέδη στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της χώρας. Πρέπει να βαδίσουμε ξανά σ’ αυτόν τον δρόμο, στον οποίο πολλές χώρες έστρεψαν τα νώτα τους από τις αρχές της δεκαετίας του ’80, και ιδιαίτερα μετά την πτώση του κομμουνισμού. Κανείς δεν γνώριζε τι έπρεπε να γίνει για να περάσουμε στο επόμενο στάδιο, με τις νέες προκλήσεις όπως, για παράδειγμα, η ενίσχυση του τριτογενούς τομέα της οικονομίας στην εκπαίδευση. Ένα ακόμη νέο στοιχείο είναι πως, για πρώτη φορά εδώ και λίγο καιρό, υπάρχουν στις πολιτικές μας κοινότητες ομάδες ανθρώπων που, ακολουθώντας διαφορετικές από μας θρησκευτικές παραδόσεις, βασίζονται στις αρχές της ισότιμης συνύπαρξης. Κάτι που δεν είχε συμβεί ποτέ ως τις δεκαετίες του ’60 κα του ’70. Πρωτύτερα, οι μόνες σχέσεις που είχαν με τον υπόλοιπο κόσμο ήταν στη βάση της αποικιοκρατίας. Στην Αλγερία της δεκαετίας του ’50, το 90% των κονδυλίων για την εκπαίδευση αφορούσε μόνο τους αποικιοκράτες, οι οποίοι δεν αντιπροσώπευαν παρά το 10% του πληθυσμού. Άλλωστε, η Αλγερία μαζί με την Νότιο Αφρική κατέχουν παγκοσμίως τα σκήπτρα των κοινωνικών ανισοτήτων.

Σοσιαλδημοκρατία και καπιταλισμός
Σ’ αυτόν τον μετακομμουνιστικό, υπερκαπιταλιστικό κόσμο, διακρίνετε όμως και την αποτυχία της σοσιαλδημοκρατίας να προτείνει ένα νέο αφήγημα για την ισότητα…
Κατά την τριακονταετία 1950-1980, πιστέψαμε ότι το όραμα της σοσιαλδημοκρατίας είχε σωθεί χάρη στον περιορισμό στην κίνηση κεφαλαίων και στο Κοινωνικό Κράτος, που είχε οικοδομηθεί κατά το πρότυπο του Εθνικού Κράτους. Ωστόσο, από τη στιγμή που άρθηκε κάθε περιορισμός στην κίνηση κεφαλαίων κατά τη δεκαετία του ’90, δίχως να γνωρίζουμε ποιος κατείχε τι, βρεθήκαμε σε μια κατάσταση παρόμοια μ’ εκείνη που αντιμετώπισαν οι σοσιαλδημοκράτες του Μεσοπολέμου: δεν διαθέταμε πλέον μέσα για τη ρύθμιση του παγκόσμιου καπιταλισμού γιατί κανείς δεν μας τα είχε δώσει. Στις Πηγές του Ολοκληρωτισμού, η Χάνα Άρεντ υποστηρίζει ότι τη μεγαλύτερη αδυναμία των Γερμανών, Γάλλων, Βρετανών σοσιαλδημοκρατών του Μεσοπολέμου αποτελούσε το γεγονός πως ήταν μόνο κατ’ επίφαση διεθνιστές. Δεν είχαν καταλάβει ότι, προκειμένου να ελέγξουν την οικονομία ενός Διεθνούς (παγκοσμιοποιημένου) Κράτους και την έκρηξη του παγκόσμιου καπιταλισμού, τα κράτη είχαν ανάγκη από νέους υπερεθνικούς πολιτικούς σχηματισμούς. Δεν είχαν κανένα ρεαλιστικό σχέδιο για να ξεπεράσουν τα “σύνορα” του Εθνικού Κράτους, τη στιγμή που, απέναντί τους, η Σοβιετική Ένωση σφυρηλατούσε το σχέδιο ενός παγκόσμιου ή, τουλάχιστον, ευρασιατικού κομμουνισμού, η ναζιστική ιδεολογία οραματιζόταν να περάσει τα σύνορα της Γερμανίας, δίχως να λογαριάζουμε τα αποικιοκρατικά ή νεοαποικιοκρατικά σχέδια της Ευρώπης και των ΗΠΑ, που είχαν αποκτήσει και αυτά παγκόσμια διάσταση. Οι σοσιαλδημοκράτες ήταν οι μόνοι που δεν πήραν στα σοβαρά το γεγονός ότι ένας καπιταλισμός διεθνής μόνο με μια πολιτική διεθνή μπορεί να αντιμετωπιστεί. Η συγκεκριμένη μομφή της Χάνα Άρεντ για τους σοσιαλδημοκράτες μπορεί κάλλιστα να χρησιμοποιηθεί το 2019. Για τις προκλήσεις που πηγάζουν από την ιστορική επανεμφάνιση των κοινωνικών ανισοτήτων, για το μεγάλο ‘όχι’ στην παγκοσμιοποίηση, την περιχαράκωση στην εθνική μας ταυτότητα… Το σύγχρονο σοσιαλδημοκρατικό μοντέλο δεν προνόησε για την υπέρβαση του Εθνικού Κράτους με τρόπο υπερεθνικό. Δεν μπόρεσε να συλλάβει ένα νέο μοντέλο για το καθεστώς ιδιοκτησίας, ατομικής περιουσίας και εταιρικής συμμετοχής – η κομμουνιστική εμπειρία πάγωσε τη συλλογιστική του στον χρόνο. Στάθηκε ανίκανο να συλλάβει και να οργανώσει την αναδιανομή του πλούτου και την κλιμακωτή φορολόγηση των αγαθών σε κλίμακα υπερεθνική.

Μετάφραση από τη Λιμπερασιόν (11/9.2019): Βίκυ Δέμου

Wednesday, September 11, 2019

"H θυσία μου δεν θα είναι μάταια"

"Σίγουρα αυτή θα είναι η τελευταία ευκαιρία για μένα να απευθυνθώ σε εσάς. Η Πολεμική Αεροπορία έχει βομβαρδίσει τις κεραίες των Radio Portales και Radio Corporación.

Οι λέξεις μου δεν έχουν πικρία αλλά απογοήτευση. Είθε να έρθει μια ηθική τιμωρία για εκείνους που έχουν προδώσει τον όρκο τους: Στρατιώτες της Χιλής, οι δικαιούχοι αρχιστράτηγοι, ο Ναύαρχος Μερίνο, ο οποίος έχει αυτοανακηρυχθεί ο ίδιος διοικητής του ναυτικού, και ο κ. Μεντόζα, ο οποίος επαίσχυντα μόλις χθες ορκίσθηκε πίστη και αφοσίωση στην κυβέρνηση, και ο οποίος έχει επίσης αυτοανακηρυχθεί αρχηγός της Carabineros [παραστρατιωτικής αστυνομίας].

Λαμβάνοντας υπόψη αυτά τα δεδομένα, το μόνο πράγμα που απομένει για μένα είναι να πω στους εργάτες: δεν πρόκειται να παραιτηθώ! Ευρισκόμενος σε μια ιστορική μετάβαση, θα πληρώσω την πίστη του λαού με τη ζωή μου. Και τους λέω ότι είμαι βέβαιος ότι οι σπόροι που έχουμε φυτέψει στην καλή συνείδηση των χιλιάδων και χιλιάδων Χιλιανών δεν θα μείνουν συρρικνωμένοι για πάντα.

Έχουν δύναμη και θα είναι σε θέση να μας εξουσιάζουν, αλλά οι κοινωνικές διεργασίες δεν μπορεί να εμποδιστούν ούτε από το έγκλημα, ούτε από τη δύναμη. Η Ιστορία είναι δική μας, και οι άνθρωποι κάνουν την Ιστορία.

Εργάτες της χώρας μου: Θέλω να σας ευχαριστήσω για την αφοσίωση που είχατε πάντα, την εμπιστοσύνη που εναποθέσατε σε έναν άνθρωπο που ήταν μόνο ένας διερμηνέας της μεγάλης λαχτάρας για τη δικαιοσύνη, ο οποίος έδωσε το λόγο του ότι θα σεβαστεί το Σύνταγμα και το νόμο και έκανε ακριβώς αυτό. Σε αυτή την καθοριστική στιγμή, την τελευταία στιγμή που μπορώ ακόμα να απευθύνομαι σε εσάς, σας εύχομαι να επωφεληθείτε από το μάθημα: το ξένο κεφάλαιο, ο ιμπεριαλισμός, σε συνδυασμό με την αντίδραση, δημιούργησαν το κλίμα στο οποίο οι Ένοπλες Δυνάμεις έσπασαν την παράδοσή τους, την παράδοση που διδάχθηκαν από το στρατηγό Schneider και επιβεβαίωσαν με τον διοικητή Araya, θύματα του ίδιου κοινωνικού τομέα που σήμερα ελπίζει, με την ξένη βοήθεια, να κατακτήσει εκ νέου τη δύναμη να συνεχίσουν να υπερασπίζονται τα κέρδη τους και τα προνόμιά τους.

Απευθύνομαι σε εσάς, πάνω απ' όλα, στη σεμνή γυναίκα του τόπου μας, την Campesina που πίστεψε σε εμάς, τη μητέρα που γνώριζε την ανησυχία μας για τα παιδιά.

Απευθύνομαι στους επαγγελματίες της Χιλής, τους πατριώτες επαγγελματίες που συνέχισαν να δουλεύουν εναντίον της στάσης που υποστηρίζεται από επαγγελματικά σωματεία, σωματεία ταξικά που υπερασπίζονται επίσης τα προνόμια της καπιταλιστικής κοινωνίας.

Απευθύνομαι στη νεολαία, αυτή που τραγουδούσε και μας έδωσε τη χαρά της και το αγωνιστικό της πνεύμα.

Απευθύνομαι στον άντρα της Χιλής, τον εργάτη, τον αγρότη, το διανοούμενο, εκείνον που πρόκειται να διωχθεί, γιατί στη χώρα μας ο φασισμός είναι ήδη παρών εδώ και πολλές ώρες – σε τρομοκρατικές επιθέσεις, σε ανατινάξεις γεφυρών, σε διακοπές σιδηροδρομικών γραμμών, σε καταστροφές αγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου, ενόψει της σιωπής όσων είχαν την υποχρέωση να δράσουν. Ήταν υποχρεωμένοι. Η ιστορία θα τους κρίνει.

Σίγουρα το Radio Magallanes θα σιγήσει, η ηρεμία και μεταλλικό όργανο της φωνής μου δεν σας φτάσει. Δεν πειράζει. Θα συνεχίσετε να την ακούτε. Θα είμαι πάντα δίπλα σας. Τουλάχιστον η μνήμη μου θα είναι αυτή ενός άνδρα αξιοπρεπή που στάθηκε πιστός στη χώρα του.

Οι άνθρωποι πρέπει να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους, αλλά δεν πρέπει να θυσιαστούν. Οι άνθρωποι δεν πρέπει να αφεθούν να καταστραφούν ή να διατρηθούν από σφαίρες, αλλά δεν ούτε και να ταπεινωθούν.

Εργάτες της χώρας μου, έχω πίστη στη Χιλή και το πεπρωμένο της. Άλλοι άνδρες θα ξεπεράσουν αυτή τη σκοτεινή και πικρή στιγμή προδοσίας που προσπαθεί να επικρατήσει. Να πηγαίνετε προς τα εμπρός γνωρίζοντας ότι, αργά ή γρήγορα, οι μεγάλες λεωφόροι θα ανοίξουν και πάλι και οι ελεύθεροι άνθρωποι θα περπατούν μέσα από αυτές για να χτίσουν μια καλύτερη κοινωνία.

Ζήτω η Χιλή! Ζήτω οι άνθρωποι! Ζήτω οι εργαζόμενοι!

Αυτά είναι τα τελευταία λόγια μου, και είμαι βέβαιος ότι η θυσία μου δεν θα είναι μάταια, είμαι βέβαιος ότι, τουλάχιστον, θα είναι ένα μάθημα ηθικής που θα τιμωρήσει το κακούργημα, δειλία και προδοσία".

Σαντιάγο της Χιλής, 11 Σεπτεμβρίου 1973

Το ημερολόγιο έδειχνε 11/9/1973 και το ρολόι 09.20. Ο Σαλβαδόρ Αλιέντε εκφωνεί τον λόγο που επρόκειτο να είναι και ο τελευταίος του...

Wednesday, August 28, 2019

«Ο εντερπρενέρ με το σκαρπίνι και το φρέντο» (μέρος πρώτο)

Του Γιώργου Ρακκά*

Μέρος πρώτο: Το μοντέλο ανάπτυξης της Θεσσαλονίκης και τα αδιέξοδά του
Οι υπερπολύπλοκες αστικές κοινωνίες του 21ου αιώνα θέτουν επί τάπητος πολύπλοκα προβλήματα πολιτικής οικονομίας και διακυβέρνησης. Σαν τέτοια, η Θεσσαλονίκη εκδηλώνει τα δικά της.

Σε ό,τι αφορά στον οικονομικό και συνάμα κοινωνικό χαρακτήρα που τείνει να αποκτήσει η πόλη τον 21ο αιώνα, το κεντρικό καθοριστικό ζήτημα αφορά στο ποιό μοντέλο ανάπτυξης θα ακολουθήσει.

Υβριδικά μοντέλα και χαρακτήρας της οικονομίας
Η «παλιά» διαμάχη του 20ού αιώνα μεταξύ σοσιαλισμού και καπιταλισμού έχει υποκατασταθεί πλέον από την ύπαρξη υβριδικών συστημάτων που συνδυάζουν μορφές ελεύθερης οικονομίας και κρατικής παρέμβασης. Έτσι, ο παράγοντας που πλέον κρίνει την ψαλίδα των ανισοτήτων, και την συνοχή της εκάστοτε κοινωνίας, αφορά όχι στην «ανάπτυξη» γενικά και αόριστα, όπως θέλει η τρέχουσα πολιτική συζήτηση, αλλά στην συγκεκριμένη σύνθεση που κάθε φορά αυτή έχει.

Να γίνουμε συγκεκριμένοι σε ό,τι αφορά στην Θεσσαλονίκη: Σε φάση αποβιομηχανοποίησης από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, τις τελευταίες δεκαετίες η πόλη έχει υιοθετήσει ένα ραντιέρικο παρασιτικό μοντέλο ανάπτυξης. Τι σημαίνει αυτό; Ότι ευκαιρίες για επενδύσεις στην διεθνή αγορά που διαμορφώνεται μέσα στην πόλη έχουν μόνο οι μεγαλοϊδιοκτήτες και οι κεφαλαιούχοι. Παράλληλα, το σκέλος της οικονομίας που αφορά στις τοπικές ανάγκες αποαναπτύσσεται ραγδαία.

Οι συνέπειες του παρασιτισμού
Ποια είναι τα αποτελέσματα αυτής της επιλογής; Οι φτωχοί γίνονται φτωχότεροι και οι πλούσιοι, πλουσιότεροι, αφού η αγορά «κινείται» μόνο για τους τελευταίους· το εξειδικευμένο από την άποψη της τεχνικής και των γνώσεων εργατικό δυναμικό εγκαταλείπει την πόλη, ή απομονώνεται στους περιθωριοποιημένους θύλακες της παραγωγής, της έρευνας και της καινοτομίας· η τεχνική και η επιστημονική παιδεία (από τα ΤΕΛ μέχρι τα ΑΕΙ) δεν βρίσκει εύκολα την συναρμογή της με την τοπική οικονομία, καταλήγοντας έτσι να συμβάλει στην… ετεροαπασχόληση και την φυγή των νέων· η αγορά εργασίας πολώνεται ανάμεσα σε γκαρσόνια και πολυμεγαλοϊδιοκτήτες· οι γειτονιές τους τέλος, με την έκλειψη της παραγωγής, χάνουν τον πολυλειτουργικό τους χαρακτήρα, και μεταβάλλονται ανάλογα με τη θέση τους σε συνοικίες υπνωτηρίων / γραφείων / διασκεδαστηρίων.

Υπάρχουν και έμμεσες συνέπειες. Τα κοινωνικά αγαθά και οι υπηρεσίες της πόλης περιορίζονται και απαξιώνονται ραγδαία. Φαινομενικά αυτό είναι άσχετο με τα παραπάνω· μόνο φαινομενικά, όμως: Αυτό που λέμε «κοινωνικό κράτος», η ευημερία του ταυτίστηκε ιστορικά με περιόδους παραγωγικής ακμής. Η συρρίκνωσή του, πάλι, εντοπίζεται σε εποχές αποβιομηχάνισης και έντονης χρηματιστικής κερδοσκοπίας.

Η αναδιανομή έχει να κάνει με την παραγωγή νέου πλούτου· δεν συνεπάγεται αυτόματα από αυτήν, ωστόσο την προϋποθέτει, προκειμένου να επιτευχθεί ο οικονομικός εκδημοκρατισμός που συμβαίνει με το κοινωνικό κράτος: Ένα κομμάτι του νέου πλούτου που παρήχθηκε αποσπάται και κατευθύνεται στην γενική αναπαραγωγή της κοινωνίας (παιδεία, υγεία, φροντίδα των παιδιών και των ηλικιωμένων, μαζικές μεταφορές, αστικές υποδομές), κι αυτό συμβαίνει με την γενική συναίνεση των μελών και των τάξεων τους, που ως προς τούτο υπερβαίνουν το στενό τους συμφέρον. Αυτό είναι το μάθημα που μας δίνει το Σκανδιναβικό μοντέλο, που τόσο αποθεώνεται για τον κοινωνικό του χαρακτήρα. Όταν η παραγωγή του νέου πλούτου, αντίθετα, δεν συμβαίνει, και η οικονομία επικεντρώνεται σε δραστηριότητες που «το χρήμα γεννάει χρήμα», το κομμάτι του πλούτου που θα προορίζονταν για την ομαλή αναπαραγωγή της κοινωνίας δεσμεύεται στο κυνήγι της βραχυπρόθεσμης κερδοφορίας. Έτσι, τα κοινωνικά αγαθά και οι υπηρεσίες μαραζώνουν.

Όπως μαραζώνει και η κοινωνική πολιτική σε αυτήν την πόλη. Που τα τελευταία χρόνια έχει λάβει την χειρότερη μορφή, υπηρετώντας ένα «λατινοαμερικάνικο μοντέλο»: Μικροεπιδόματα χορηγούμενα μέσω ΜΚΟ που οδηγούν στην εξάρτηση των ωφελούμενων απ’ τις τελευταίες, υπνωτήρια αστέγων που η κατάστασή τους θυμίζει ότι περιέγραφαν οι Κάρολος Ντίκενς και Τζον Στάινμπεκ στα βιβλία τους, ισχνή κοινωνική ευθύνη, όχι μόνο εταιρική, αλλά και των φορέων της πόλης. Οριστική αποσύνδεση της κοινωνικής πολιτικής από την κοινωνική κινητικότητα, και την ουσιαστική αντιμετώπιση των μαζικών μορφών φτώχειας, κοινωνικής και μορφωτικής υποβάθμισης, απλή προσήλωση σε δράσεις διαχείρισης των ανισοτήτων, όχι άμβλυνσής τους. Και παράλληλα, βέβαια, μια μεγάλη, διεθνώς συντονιζόμενη εκστρατεία επιδότησης της εγκατάστασης αλλογενών που σκοπό έχει, προβάλλοντας το πρόσχημα του ανθρωπισμού, να συγκροτήσει ένα πλήθος υπέρφθηνων εργαζόμενων κάθε λογής χειρωνακτικής δραστηριότητας.

Τέλος, υπάρχει κι ένα τρίτο, άκρως σημαντικό επίπεδο που το παρασιτικό και ραντιέρικο μοντέλο ανάπτυξης επηρεάζει την Θεσσαλονίκη: Εκείνο του πολιτισμού, της νοοτροπίας, των συμπεριφορών. Ο συγκεκριμένος τύπος οικονομικής δραστηριότητας γεννάει φαινόμενα νεοπλουτισμού, κι αυτά με τη σειρά τους τροφοδοτούν διάφορα πολιτισμικά υποπροϊόντα, που όλα συντείνουν στην απαξίωση της κουλτούρας του μόχθου και της δημιουργικότητας. Εδώ υπάρχει μια τομή στη Σαλονικιώτικη πραγματικότητα, που επιβάλλεται αργά αλλά συστηματικά από τα μέσα της δεκαετίας του 1990.

Η «φτωχομάνα», «προσφυγομάνα», και «εργατομάνα» Θεσσαλονίκη που θα εμπνεύσει σε διαφορετικά επίπεδα τον Ρίτσο με τον Επιτάφιό του, τον Τσιτσάνη ή τον… Παπάζογλου υποκαθίσταται από μια Θεσσαλονίκη που καμώνεται εναλλάξ την ελληνοκεντρική ή την ευρωκεντρική, μ’ έναν τρόπο ωστόσο εξόχως παρακμιακό. Απ’ τη μια πλευρά, η ελληνοκεντρικότητα εκδηλώνεται ως στείρο φολκλόρ, από την άλλη, ο ευρωκεντρισμός, εκφράζεται μ’ έναν ακραίο μιμητισμό, πιθηκίζει και μέσα στο ίδιο του το κόμπλεξ κατωτερότητας καταλήγει να ισοπεδώνει κάθε έννοια πατρίδας, έθνους, πολιτιστικής ταυτότητας. Έτσι αίρεται η μόνη εφικτή δημιουργική πολιτιστική διέξοδος για την πόλη, να καταστεί αυτή οικουμενική μέσα από την ελληνικότητά της κομίζοντας έτσι τη δική της συνεισφορά στον κόσμο.

Αντιλαμβανόμαστε έπειτα απ’ όλα αυτά, το πώς μέσα σε αυτό που οι αρχές της πόλης, οι βουλευτές, κομματάρχες, δημοσιογράφοι και δημοσιολόγοι, ονομάζουν αδιαφοροποίητα «ανάπτυξη» παίζεται επί της ουσίας ο ίδιος ο κοινωνικός, αλλά και πολιτισμικός χαρακτήρας που θα έχει η πόλη, ο βαθμός της κοινωνικής της κινητικότητας, ο χαρακτήρας των ανισοτήτων της, το επίπεδο του πολιτισμού της, κι αντίθετα, οι δυνατότητες που έχει να τις μειώσει ή οι προοπτικές του ουσιαστικού εκδημοκρατισμού της (που σημαίνει όχι εκλογές, κόμματα ή την ψευδοάμεση γραφειοκρατική δημοκρατία των επαγγελματιών της κινηματικής, αλλά συμμετοχή ολοένα και περισσότερου κόσμου σε μια διαδικασία ανάτασης, υλικής και πνευματικής).

Κι όμως, δείγμα κι αυτό του παρασιτισμού της, που σαν τον ήλιο μεταμορφώνει ό,τι διαπερνάται απ’ τις αχτίδες της, δεν γίνεται αντιληπτό από τα πολιτικά στρατόπεδα που ερίζουν μέσα στην πόλη. Σημασία έχει για αυτά ο επιθετικός προσδιορισμός του παρασιτισμού, αν θα είναι φιλελεύθερος ή κρατικιστικός (που μαλώνουν ο ΣΥΡΙΖΑ με την ΝΔ), αν θα δώσει μια προτεραιότητα στα «δικαιώματα» που υποστηρίζει ένας μοδάτος ακροαριστερός συστημισμός, ή αν θα στηριχθεί στις «κολεκτίβες» των αντιεξουσιαστικών μπαρς, ή αν αντίθετα, αναδείξει ένα «εθνολαϊκό πρόσωπο» πασχίζοντας να ανταποκριθεί (μάταια εξαιτίας της παρασιτικής υφής του) στους κλυδωνισμούς της Ελλάδας σαν χώρα, έθνος, κοινωνία…

Σε λίγες μέρες, το δεύτερο μέρος, για την υπέρβαση του παρασιτισμού.

* Πολιτικός επιστήμονας, δημ. σύμβουλος με το Μένουμε Θεσσαλονίκη