του Ανδρέα ΓιάνναρουΕίναι λυπηρό και απογοητευτικό η κατεξοχήν δύναμη προόδου,το πολιτικό υποκείμενο που εξέφραζε τις εργαζόμενες αλλά και όλες τις παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας, η Αριστερά όλων των τάσεων και των αποχρώσεων, να έχει ταυτιστεί με την συντήρηση και την καταγραφή των γεγονότων και να έχει αφήσει το πεδίο της παρέμβασης στην ακροδεξιά και τις λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις.
Και όμως όλα αυτά τα χρόνια, η μεταπολιτευτική αριστερά, η κατεξοχήν δύναμη μεταρρυθμίσεων και διαρθρωτικών αλλαγών εναντιώθηκε σε κάθε προσπάθεια εκσυγχρονισμού και αναγκαίας αστικοποίησης της κοινωνίας.
Έτσι με μια μπολσεβίκικη νοοτροπία του στυλ όλα ή τίποτα κατήγγειλε το νομοσχέδιο του Γιαννίτση ως νεοφιλελεύθερο, την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση ως αντιδραστική, την απόρριψη του ευρωπαικού συντάγματος ως επικράτηση κατά των δυνάμεων της αγοράς, ζήτησε την πρόσληψη 100.000 ατόμων στο δημόσιο, απαίτησε τη νομιμοπόίηση των stage και των συμβασιούχων, δηλαδή την νομιμοποίηση του ρουσφετιού, ενώ εναντιώθηκε σε κάθε ατελή μεταρρύθμιση που επιχειρήθηκε να γίνει στο κράτος και την δημόσια διοίκηση προσπερνώντας έτσι και τις δικές της αναλύσεις περί ριζικού μετασχηματισμού του κράτους.
Το πιο σημαντικό όμως πρόβλημα είναι ότι σήμερα όχι μόνο δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο αλλά ούτε να τον ερμηνεύσει.
Αντί να συμβάλει με τις μικρές της δυνάμεις και να πιέσει μαζί με τα συνδικάτα και εκεί όπου έχει επιρροή, για δίκαιη κατανομή των βαρών, εξορθολογισμό δαπανών σε όλη την δημόσια διοίκηση, προστασία της εργασίας της κοινωνικής συνοχής, ένα δίκτυ κοινωνικής προστασίας για όλες τις ευπαθείς ομάδες, τους ανέργους, τους μετανάστες, συντάχθηκε εμμέσως με τις δυνάμεις της συντήρησης, της οπισθοδρόμησης, της δραχμής.
Έτσι όπως πάντα γίνεται σε περιόδους κρίσεις διαμορφώθηκαν και τα ανάλογα στρατόπεδα μάχης, από την μία οι άκριτα μνημονιακές δυνάμεις, πιστωτές, αεριτζήδες, κρατικοδίαιτοι επιχειρηματίες που προσπάθησαν με πρόσχημα την κρίση να μετατοπίσουν το κέντρο βάρους της κρίσης στην κοινωνία και από την άλλη οι άκριτα αντιμνημονιακές (πολιτικές) δυνάμεις, συντεχνίες, παρασιτικό κεφάλαιο που αντιστάθηκαν σε κάθε αλλαγή με σκοπό την αναπαραγωγή και διαώνισή τους.
Κοινό σημείο των δυνάμεων αυτών παρά τον ετερόκλητο χαρακτήρα και τις εκ διαμέτρου αντίθετες ιδεολογικές και πολιτικές τους αφετηρίες, η διατήρηση του σημερινού status quo.
Σήμερα λοιπόν είναι περισσότερο αναγκαίο από ποτέ η αριστερά, τουλάχιστον η ανανεωτική, δημοκρατική, μεταρρυθμιστική και ευρωπαϊστική να επανασυνδεθεί με το πεδίο των μεταρρυθμίσεων και των διαρθρωτικών αλλαγών, να κάνει σωστή αφήγηση της κατάστασης με ρεαλισμό και υπευθυνότητα, να ζητήσει ορθολογική διαχείριση της κρίσης αλλά και ομαλούς τρόπους μετάβασής της σε ένα υγιέστερο οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον.
Κυρίως να ανακτήσει και πάλι την αξία της ιδεολογικής ηγεμονίας, και να αξιοποήσει το ιδεολογικό της οπλοστάσιο. Έτσι όταν οι άλλοι μιλάνε για απολύσεις, εκείνη να ζητά θέσεις εργασίας, όταν μιλάνε για περικοπές σε μισθούς και συντάξεις, εκείνη να ζητά φορολογία στους έχοντες, όταν οι άλλοι κάνουν διορισμούς από το παράθυρο, να μιλά για αντισυνταγματικές και αντεργατικές εκτροπές, όταν αυξάνουν τις αμυντικές δαπάνες για την προστασία της χώρας, εκείνη να ζητά χρήματα για την παιδεία και την έρευνα.
Ζητείται μια νέα αριστερά που θα συμβάλει στην πνευματική και ηθική ανασυγκρότηση του τόπου, ζητείται αριστερά που θα υπερβεί τον ίδιο της τον εαυτό, ζητείται αριστερά...









