μεταναστες

μεταναστες

Friday, February 24, 2017

Περί κινηματικής … Κυβερνοαντιπολίτευσης…

Κοινωνική διαίρεση, η συντριβή κάθε βεβαιότητας, η ματαίωση κάθε κοινωνικής προσδοκίας για «κάτι καλύτερο», η ματαίωση των προσδοκιών, που οδηγούσαν «λίγο πριν» στην ανυποταξία, κοινωνικών ομάδων ή ατόμων, έστω και για λόγους διατήρησης κεκτημένων αποτελούν πρώτα απ’ όλα τους βασικούς λόγους, που εξηγούν γιατί το καθεστώς, που διαχειρίζεται τις κρατικές υποθέσεις μπορεί να χαμογελά ακόμη, έστω συγκρατημένα.

Πρόκειται, λοιπόν, για μια συνθήκη κοινωνικής παράδοσης και μάλιστα με τους χειρότερους όρους; Ή μήπως είναι υπερβολικός αυτός χαρακτηρισμός; Και αν, πράγματι, έτσι έχουν τα πράγματα, είναι πιθανός ο απεγκλωβισμός και πότε είναι εφικτό να γίνει κάτι τέτοιο;

Θα πρέπει, εξ αρχής, να τονίσουμε ότι πρόκειται για ένα καθεστώς αριστεροδεξιό, που εξέφρασε από την πρώτη στιγμή τις βαθύτερες ιστορικές καταβολές της συνύπαρξης και της αλληλεξάρτησης αριστεράς-δεξιάς – σφραγίζοντας για πάντα τις εμφυλιοπολεμικές αντιθέσεις.

Μα, θα αναρωτηθεί κάποιος και πώς συνταιριάζεται κάτι τέτοιο με την χρήση παραδοσιακών συμβόλων ή συμβολισμών από το νέο καθεστώς, που ήρθε να εκφράσει το «αδούλωτο πνεύμα του ελληνικού λαού» με προσκυνήματα στην Καισαριανή για να τιμηθεί ο αντιφασιστικός αγώνας ή με τις απίθανες αντιγερμανικές αντιιμπεριαλιστικές κορώνες; Πολύ γρήγορα, έγινε φανερό ότι ακριβώς αυτή η διαχείριση διευκόλυνε όχι μόνο την συνέχιση της κοινωνικής ισοπέδωσης, αλλά και την επιβολή χειρότερων όρων δουλείας.

Αυτή ακριβώς η εκδοχή ειδυλλιακής συνύπαρξης αριστεράς-δεξιάς, που προσφέρει το καθεστώς Τσίπρα, αντλεί ιδεολογικούς πόρους από το μεταπολιτευτικό παρελθόν, αλλά δεν εξαντλείται ούτε καθηλώνεται στην επανάληψη προηγούμενων «εμπειριών».

Και ο λόγος είναι απλός. Τα νέα καθήκοντα στην διαχείριση των κρατικών υποθέσεων, η αγριότητα της επιβολής, που εξακολουθεί να σαρώνει την προηγούμενη συνθήκη ανάμεσα σε εξουσιαστές και εξουσιαζόμενους, απαιτούσαν και συνεχίζουν να απαιτούν την ιδιαίτερη, την πιο εκλεπτυσμένη εξουσιαστική εκδοχή, δηλαδή εκείνη που μόνο οι κομμουνιστές μπορούν να προσφέρουν.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η προεκλογική υπόσχεση στελεχών του Συριζα ότι όταν με το «καλό» θα έρθουν στα πράγματα, οι αγωνιστικές κινητοποιήσεις θα εκλείψουν, αφού με την άνοδό τους στην εξουσία αυτομάτως θα εκλείψουν και οι λόγοι που οδηγούν σ’ αυτές. Και εφ’ όσον δεν εκλείψουν; Τότε, είτε θα πρόκειται για «ύποπτες κινήσεις», που το καθεστώς νομιμοποιείται να καταστείλει, είτε θα πρόκειται για αντικοινωνικές κινήσεις, που στόχο έχουν να βλάψουν τα λαϊκά συμφέροντα.

Οι δηλώσεις αυτές είναι αλήθεια ότι δεν πέρασαν απαρατήρητες. Είναι προφανές, όμως, ότι η βαρύτητά τους δεν αξιολογήθηκε σχεδόν καθόλου, ή όταν αυτό έγινε, οι φωνές που προειδοποιούσαν και υπενθύμιζαν τις αριστερές δυνατότητες καταστολής από οποιαδήποτε θέση, «αγωνιστική», αντιπολιτευτική ή κυβερνητική, ακούγονταν και φάνταζαν εμμονικές ή τουλάχιστον γραφικές.

Στην «αδυναμία» αυτή συνετέλεσε σε μεγάλο βαθμό η κινηματική ευφορία μπροστά στην επερχόμενη «αλλαγή», η κινηματική προεκλογική καμπάνια για να έρθει η πρώτη φορά αριστερή κυβέρνηση στα «πράγματα», αλλά και οι κάθε είδους κινηματικές προσδοκίες, που μπόλιαζαν αυτήν την στάση.

Έτσι, οι περισσότερες συνιστώσες του κινήματος παρουσιάστηκαν έτοιμες να συναποτελέσουν μια αξιόπιστη, παρ’ ότι ιδιότυπη κυβερνητική συνιστώσα, μπαίνοντας κάτω από την ομπρέλα του αντιφασισμού και της συμπαράστασης στους πρόσφυγες και μετανάστες, ενάντια στην κακιά δεξιά, που είχε προηγουμένως καταστείλει συστηματικά κυρίως καταλήψεις, ενώ στην σχετική προπαγάνδα υπέρ του Συριζα έμπαινε, με εμφαντικό τρόπο, το ζήτημα των πολιτικών κρατουμένων τους οποίους εννοείται ότι θα ευνοούσε μια αριστερή κυβέρνηση!!!

Αυτή ακριβώς η όσμωση εκφράσθηκε, μεταξύ άλλων, με χαρακτηριστικό τρόπο και από τον βουλευτή του Συριζα Βαγγέλη Διαμαντόπουλο, ο οποίος τον Ιούνιο του 2013 είχε δηλώσει ότι «χώροι όπως η βίλα Αμαλίας, που έχουν εγκαταλειφθεί, συνδέονται και με άλλα πράγματα, επίκαιρα στην κοινωνία μας, δράσεις όπως το εμπόριο χωρίς μεσάζοντες ή το ανταλλακτικό εμπόριο», ενώ δεν δίστασε να ισχυριστεί ότι «αυτοπροσδιορίζεται στον αναρχικό χώρο» για να «διευκρινίσει» στην συνέχεια ότι

«Ως βουλευτής και μέλος του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ στηρίζω το πρόγραμμα και τις ιδέες της ριζοσπαστικής αριστεράς και τους μαζικούς και ειρηνικούς αγώνες του ελληνικού λαού για δημοκρατία και κοινωνική δικαιοσύνη. Αυτοπροσδιορίζομαι από αυτήν την ιδιότητά μου και μόνο. Για μένα απολύτως συμβατές με αυτή την ιδιότητα είναι οι αξιακές αναφορές μου στην άμεση δημοκρατία και στους κοινωνικούς χώρους».

Το κλίμα αυτό παρουσίαζε με καταγγελτικό τρόπο η ΝΔ πιστεύοντας ότι θα συσπειρώσει από την πλευρά της τα πλέον συντηρητικά κοινωνικά στρώματα: «Σήμερα, ο κ. Σκουρλέτης, επίσημος εκπρόσωπος του κ. Τσίπρα, χαρακτήρισε με λόγο που δεν αρμόζει σε κοινοβουλευτικό κόμμα, ως ‘‘χαφιεδίστικη την ανακοίνωση της ΝΔ’’ για τη διαπίστωση της κάλυψης που παρέχει το κόμμα του στους κουκουλοφόρους. Όμως, λίγη ώρα μετά, ένας βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ δεν καλύπτει απλώς τους ‘‘κουκουλοφόρους’’, αλλά αυτοπροσδιορίζεται ως ‘‘κουκουλοφόρος’’. Η Νέα Δημοκρατία περιμένει την άμεση και έμπρακτη απάντηση του κ. Τσίπρα στα ερωτήματα που θέτει… Διαφορετικά, κάθε άλλη υπεκφυγή θα ισοδυναμεί με συνενοχή!» τονίζεται στην ανακοίνωση της ΝΔ στις 10-1-2013.

Το κίνημα, λοιπόν, δεν συναίνεσε, απλά, στην προοπτική αυτή, αλλά δούλεψε εντατικά με τον έναν ή τον άλλο τρόπο για να την στηρίξει, παρέχοντας στο επερχόμενο γεγονός την απαραίτητη πιστοποίησή του ως δήθεν επαναστατική εξέλιξη ή τέλος πάντων εξέλιξη με την οποία μπορούν να συμβιβαστούν ή να αρκεστούν όσοι κινητοποιήθηκαν στους σκληρούς αντιμνημονιακούς αγώνες.

Η αποκορύφωση της κινηματικής συναίνεσης ήρθε με αφορμή το δημοψήφισμα.

Εδώ η λαϊκή κινητοποίηση υπέρ του ΟΧΙ δεν έδωσε μόνο την ευκαιρία να δηλωθούν οι απαραίτητες κινηματικές εγγυήσεις στο νέο καθεστώς, αλλά και το πεδίο για να εγγραφούν οι έμπρακτες διαβεβαιώσεις για την περαιτέρω φανατική στήριξή του.

Μήπως τότε ο φανατισμός πνίγηκε στην «ιστορική κωλοτούμπα» του ηγέτη της πρώτης φορά αριστερής κυβέρνησης;

Όχι βέβαια. Από πουθενά δεν προκύπτει κάτι παρόμοιο. Ίσα ίσα ο ίδιος φανατισμός διατηρείται και μεγαλώνει, απλά αλλάζει μανδύα, όπως επιβεβαιώνει η ηγετική κινηματική επανεμφάνιση των περισσότερων που αποχώρησαν (βλ. Λαϊκή Ενότητα) μετά την συντεταγμένη και ελεγχόμενη διάσπαση του Συριζα.

Η κινηματική κυβερνοαντιπολίτευση, δηλαδή, στα καλύτερά της…

Συσπείρωση Αναρχικών

Monday, February 13, 2017

Η FC St.Pauli απαντά στον CEO της Under Armour

Την Παρασκευή, η ομάδα μας μέσω του πρόεδρου της Oke Göttlich δήλωσε επιχειρώντας να αποστασιοποιηθεί επικρίνοντας τα επαινετικά σχόλια του CEO Kevin Plank της Under Armour για τον νέο πρόεδρο των ΗΠΑ τον οποίο αποκάλεσε παγκόσμιο κεφάλαιο.

«Η Sankt Pauli δεν έχει παρά να συμφωνήσει με τον Steph Curry, τον καλύτερο σουτέρ τριών πόντων του ΝΒΑ για τον νέο πρόεδρο των ΗΠΑ και δεν έχουμε τίποτα περισσότερο να πούμε για αυτό το πρόσωπο» είπε ο Oke Göttlich αναφερόμενος σε πρόσφατα σχόλια που έγιναν από το αστέρι των Golden State Warriors. Τι είπε ο Curry για τον Trump;  Ήταν το λιγότερο καυστικός απαντώντας στον Plank που αποκάλεσε τον Trump «Ένα πραγματικό κεφάλαιο (asset) για τη χώρα», ο Curry έκανε λογοπαίγνιο λέγοντας ότι «θα συμφωνούσε αν αφαιρούσε τα δυο τελευταία γράμματα από την λέξη κεφάλαιο (ass = κ@λος)» Ενώ ο πρόεδρος μας συνέχισε λέγοντας ότι ο Plank «Θα πρέπει να επανεξετάσει την δήλωσή του για χάρη των πολλών εργαζομένων της εταιρείας που προέρχονται από οικογένειες μεταναστών και που φέρνουν πολλά έσοδα για την εταιρεία του.» και πρόσθεσε: "Επειδή αγαπητέ προμηθευτή το ρητό «Προστατευούμε το σπίτι μας» ισχύει και για την Sankt Pauli και τις αξίες της».

Ανεξάρτητα από την καλή συνεργασία και την σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ της FC St. Pauli και του προμηθευτής της, ο σύλλογος θα συνεχίσει να λαμβάνει μια θέση στο μέλλον, όταν κρίνεται αναγκαίο. Από την πλευρά της η Under Armour δήλωσε ξεκάθαρα ότι έχουν συμπαίκτες από διαφορετικές θρησκείες, εθνικότητες, φύλα και σεξουαλικό προσανατολισμό προσθέτοντας ότι στην Under Armour η ποικιλομορφία τους είναι η δύναμή της.

Πηγή: Athens Club FC St.Pauli

Wednesday, February 1, 2017

Αριστερά και ρεμπέτικο

«Φυλάγαμε τσίλιες οι τρεις μας, γωνία Αρριανού-Ολύμπου. Κρατούσαμε σφιχτά το περίστροφο, με το χέρι στη φαρδιά τσέπη του σακακιού που φούσκωνε, όπως στην τελευταία ταινία του Τζώρτζ Ραφτ. Στις οχτώ ακριβώς ακούστηκε μια ριπή από πολυβόλο και σε λίγο σκόρπιοι πυροβολισμοί. Στις οχτώ και πέντε έφτασε ο Γαλάνης να μας πει να διαλυθούμε. Εγώ κατέβαινα μαζί του μέχρι την Εγνατία. «Απλή δουλειά» είπε. «Μόλις μπήκαμε μέσα στον τεκέ τούς βρήκαμε όλους ξαπλωμένους στην κουρελού, ακίνητους, σα να μην άκουσαν που μπήκαμε. Τους φωνάξαμε να σηκωθούν. Δε σηκωθήκανε, ήτανε βαριά μαστουρωμένοι. Τους ρίξαμε με την ησυχία μας μια και καλή. Δε σάλεψε κανείς τους, ούτε κιχ, οχτώ άτομα. Θ’ ανασάνει τώρα η γειτονιά από την αλητεία του Κιορπέ». «Πάρε το περίστροφο» είπα «δεν έχω που να το ακουμπήσω απόψε». Πρόσεξα τη φωνή μου. Την πρόσεξε και ο Γαλάνης. «Σε καταλαβαίνω» είπε. «Δεν έχεις συνηθίσει ακόμα». «Είναι κι αυτό» είπα.» (Μανώλης Αναγνωστάκης, «Το Περιθώριο ’68-’69»). Μαρτυρία του ποιητή Μανώλη Αναγνωστάκη, από την έφοδο της ΟΠΛΑ σε τεκέ της Θεσσαλονίκης και την εκτέλεση των θαμώνων την περίοδο του εμφυλίου πολέμου.

%cf%84%ce%bf-%cf%81%ce%b5%ce%bc%cf%80%ce%b5%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%bf-%cf%84%cf%81%ce%b1%ce%b3%ce%bf%cf%85%ce%b4%ce%b9-%cf%80%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%b1%ce%b9%ce%b1%cf%82-1
Το ρεμπέτικο τραγούδι είναι απότοκο των ραγ­δαίων και βίαιων κυριαρχικών εξελίξεων, που έλαβαν χώρα στον ελλαδικό χώρο από τον 19ο αιώνα, με την ίδρυση του ελλαδικού κράτους. Το γεγονός της απομάκρυνσης μεγάλων πληθυσμών από την ύπαιθρο και τις κοινότητες και η εγκατάστασή τους στις μεγάλες πόλεις, υπήρξε καθοριστικό για την γέννηση και την σχηματοποίηση ενός τραγουδιού, που τουλάχιστον στην αρχή της δημιουργίας του, ήταν έκφραση όλων αυτών που δεν μπορούσαν να αφομοιωθούν στις νέες κυριαρχικές συνθήκες. Υπήρξε έκφραση όλων αυτών που εγκατέλειψαν την ύπαιθρο και την κοινότητα και ξεβράστηκαν στα λιμάνια και στις σκιές των απρόσωπων πόλεων, που όλο και μεγάλωναν. Η αμηχανία μπροστά στα νέα δεδομένα των ανθρώπων που το δημιούργησαν, ο τρόπος έκφρασης μιας συγκεκριμένης κοινότητας ανθρώπων, τα πάθη της, οι έρωτες της και ο τρόπος επικοινωνίας όσων είτε δεν μπορούσαν, είτε δεν ήθελαν να συμμετάσχουν στην κανονικότητα της κοινωνίας. Στην πορεία και ειδικότερα με την εδραίωση της δισκογραφίας στα μέσα του 20ου αιώνα, το ρεμπέτικο τραγούδι στρογγυλοποιήθηκε, κόπηκε και ράφτηκε ώστε να χωρέσει σε δίσκους γραμμοφώνου, έγινε εμπορικό προϊόν και βαφτίστηκε, ανάλογα με τους καιρούς και την πολιτική εξουσία που κυριαρχούσε, περιθωριακό, χασικλίδικο, αυθεντικό, λαϊκό κλπ. Κυνηγήθηκε από πολλούς σε όλη την διαδρομή του, αλλά, από την μεταπολίτευση και μετά βαπτίστηκε ως γνήσια «λαϊκή έκφραση» και θεοποιήθηκε, από τον ίδιο πολιτικό χώρο που κάποτε το κυνήγησε λυσσασμένα, την αριστερά. Τέτοιες πρακτικές αφομοίωσης, αφού πρώτα παρέλθει το στάδιο των καταγγελιών και των διώξεων, είναι γνωστές στον εν λόγω πολιτικό χώρο.
%cf%81%ce%b5%ce%bc%cf%80%ce%ad%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%bf-2
Οι πανταχόθεν διώξεις
Η αδιαφορία του ρεμπέτικου τραγουδιού προς την λέξη «πολιτική» ήταν τελικά και ο βασικός λόγος των διώξεων του. Οι προβαλλόμενες αιτίες των διώξεων, όπως η χρήση ψυχοτρόπων ουσιών και η λογοκρισία του τραγουδιού, λόγω θεματολογίας, ήταν ουσιαστικά οι αφορμές. Η πραγματική αιτία υπήρξε ο αδέσποτος χαρακτήρας μιας κοινότητας που αγνοούσε τις αρχές και ουσιαστικά υπογράμμιζε μέσα από τα τραγούδια και την καθημερινή συμπεριφορά της, την υποκρισία και την βαθιά σήψη της κοινωνικής κανονικότητας που ήθελαν τα κατά καιρούς καθεστώτα. Το ρεμπέτικο και οι εκφραστές του κυνηγήθηκαν όπως είναι γνωστό από την αστυνομία, τον Μεταξά, τις δεξιές κυβερνήσεις και την Χούντα. Παρ’ όλα αυτά, ένας ακόμα διώκτης του συγκεκριμένου τραγουδιού υπήρξε και η αριστερά. Η αριστερά ουσιαστικά συντάχθηκε με το καθεστώς του Μεταξά στο ζήτημα του ρεμπέτικου τραγουδιού. Γι’ αυτήν, το ρεμπέτικο και οι άνθρωποι που το δημιουργούσαν και εκφράζονταν, ήταν αγκίδα στην φτέρνα της δικιάς της κοινωνικής κανονικότητας και έπρεπε να ξεριζωθεί. Ήταν ένα κομμάτι που δεν μπορούσε να ελεγχθεί και αυτό ενοχλούσε. Προπολεμικά, αλλά και την περίοδο της κατοχής και του εμφυλίου, οι αριστεροί έκαναν εφόδους σε τεκέδες και μαγαζιά και τα έκαναν λαμπόγυαλο. Μάλιστα, στις πιο ήπιες περιπτώσεις, οι αριστεροί απειλούσαν τους ρεμπέτες να μην παίζουν «μάγκικα» και «χασικλίδικα» τραγούδια. Ο Μάρκος Βαμβακάρης, στην αυτοβιογραφία του, μας παρουσιάζει την κατάσταση που επικρατούσε τα χρόνια της κατοχής και του εμφυλίου. Από την μια μεριά ο φόβος των κομμουνιστών για τα τραγούδια που έπαιζε και από την άλλη ο φόβος των Χιτών που προσπαθούσαν να τον καλοπιάσουν με ανταλλάγματα να τους καταδώσει αριστερούς και στην μέση ο ρεμπέτης Βαμβακάρης αμήχανος μπροστά στο παραλογισμό της εξουσίας. «Ερχόντουσαν λοιπόν εκεί οι κομμουνιστές, και μου λέγανε. Ά, αυτά τα τραγούδια που λες τα χασικλήδικα, να τα σταματήσεις. Εδώ ήτανε χάος, χάος απ’ αυτόν τον κόσμο όλο, κι αυτοί θέλανε για να σταματήσω τα τραγούδια τα χασικλίδικα! Δεν τα θέλανε με κανένα τρόπο. Θα σε κάνουμε εξορία. Θα σε διώξουμε. Δεν θέλουμε. Να μην τα λες αυτά τα τραγούδια. Τι να κάνω; Ζούλα από τον ένα, ζούλα από τον άλλο».[1] Και παρακάτω αναφέρει μια συνάντηση με τους Χίτες: «–Αυτό θα μας κάνεις. Θα μας τα λες όλα, θα σου δίνουμε ό,τι γουστάρεις να τρως στο σπίτι σου. Ψωμιά, φαγιά, μυστήρια και θα σε πληρώνουμε. – Τι να πω; Ό, τι μου λέγανε, ναι έλεγα με το κεφάλι, δεν μπόραγα να πω διαφορετικά. Ναι, ναι, ναι, ναι. Μέχρι να τελειώσω να καθαρίσω να φύγω».[2]

Έχει ειπωθεί ότι η επιθετική γραμμή του ΚΚΕ κατά του ρεμπέτικου τραγουδιού είχε εντολή από ψηλά. «Σε μια ολομέλεια της εποχής, ο τότε γραμματέας του ΚΚΕ Νίκος Ζαχαριάδης, αποκάλεσε το ρεμπέτικο τραγούδι της κάμας και της ντεκαντέντσιας και κάλεσε τα μέλη να σπάνε τους τεκέδες».[3] Η ίδια γραμμή επικρατεί και την περίοδο της κατοχής και του εμφυλίου, όπου η οργάνωση ΕΠΟΝ, μέσα από άρθρα της στην εφημερίδα «Νέα Γενιά», προτρέπει τους γνήσιους αγωνιστές και τα μέλη της, να σπάνε τους τεκέδες, όπου τους βρίσκουν. Βέβαια, η παραπάνω πράξη μπορεί εύκολα να θεωρηθεί ότι είναι ενάντια της χρήσης ψυχοτρόπων ουσιών. Εάν η σκέψη προχωρήσει ένα βήμα πιο πέρα, όμως, θα διαπιστωθεί, ότι η βία που ασκήθηκε ιστορικά από μέλη του ΚΚΕ και των παρακείμενων οργανώσεων σε χασικλήδες, ηρωινομανείς και ρεμπέτες, απέβλεπε στην επιβολή της δικής του δύναμης. Η λογική τού όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας, στο μεγαλείο της. Το αρχικό απόσπασμα του Μανώλη Αναγνωστάκη είναι ενδεικτικό του είδους αγώνα του ΚΚΕ ενάντια στα ναρκωτικά σε καιρό εμφυλίου πολέμου. Άνθρωποι εξαρτημένοι που δεν χωρούσαν στον ιδανικό κόσμο του κόμματος θα έπρεπε να θανατώνονται. Στην θέση των χασικλήδων άνετα θα μπορούσαν να μπουν (και έμπαιναν) οποιοιδήποτε διαφωνούντες.
%cf%81%ce%b5%ce%bc%cf%80%ce%ad%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%bf-3
Ο λόγος των αριστερών κατά του ρεμπέτικου
Η αριστερή αρθογραφία βρίθει από λίβελους κατά του ρεμπέτικου τραγουδιού. Στο βιβλίο του Κώστα Βλησίδη, Σπάνια Κείμενα για το Ρεμπέτικο, καθώς και σε αυτό του Παναγιώτη Κουνάδη Εις Ανάμνηση Στιγμών Ελκυστικών, παρουσιάζονται πολλά κείμενα που αφορούν το ρεμπέτικο από το 1929 έως το 1970. Τα κείμενα που σχετίζονται με την αριστερά παρουσιάζουν σχετική ομοιογένεια ως προς τον καταγγελτικό τους λόγο. Ακόμα και οι ελάχιστοι συμπαθούντες των ρεμπέτικων δεν μπορούν να ανεχτούν τα «μάγκικα και τα χασικλίδικα». Εξαίρεση, βέβαια, από όλους τους αρθογράφους που δέχεται το ρεμπέτικο ως έχει είναι μόνο ο Πάνος Τζαβέλας. Είναι σημαντικό να σημειώσουμε, ότι ο καταγγελτικός λόγος των αριστερών για το ρεμπέτικο δεν διαφέρει σε καμμία περίπτωση από αυτόν των λεγόμενων δεξιών.

Το πρώτο κείμενο σχετικά με το ρεμπέτικο είναι του Γ. Σταύρου και δημοσιεύεται στις 27-11-1946 στην Ελεύθερη Ελλάδα. Το κείμενο χαρακτηρίζει το ρεμπέτικο ως υποκινούμενο και το κατατάσει στην υπηρεσία των αντιδραστικών πολιτικών δυνάμεων, κυρίως λόγω της ψυχοτρόπας θεματολογίας του. «Γιατί ο ύμνος της «μαύρης», του «τουμπεκί» και των άλλων… αποικιακών προϊόντων, γίνεται ανοικτά και μερακλίδικα με όλη την ελευθερία του δυτικού τύπου».[4] «Ωστόσο, όπως δεν λυγίζουν το λαό τα διάφορα «μέτρα τάξεως», οι εκτοπισμοί, οι εκτελέσεις […] η νόμιμη και… παράνομη εισαγωγή του χασίς- έτσι δεν καταφέρνουν να τον εμποτίσουν με τη μουσική του τεκέ τα ρεμπέτικα τραγούδια και να τον θέσουν εκτός μάχης».[5]

Στη συνέχεια, σε δύο άρθρα του Ριζοσπάστη(15-12-1946/ 15-8-1947), η επίθεση εναντίον του χασίς και των χασικλίδικων συνεχίζεται. Στο πρώτο, ο Δ. Μύστης ισχυρίζεται ότι οι τοξικομανείς δημιουργούνται βάσει σχεδίου για την εξόντωση του λαού. Και στο δεύτερο ο Λ.Σ. κατονομάζει τους ύμνους του χασίς «Όταν καπνίσει ο λουλάς» και το «Πρωί πρωί με τη δροσούλα» που έχουν κατακλύσει ταβέρνες και πλατείες.[6]

Το κείμενο του Νίκου Παγκαλή στην Αυγή (14-2-1953) τάσσεται κατά του ρεμπέτικου τραγουδιού, γιατί, σε αντίθεση με το λαϊκό τραγούδι, είναι «μακριά από την κοινωνική διαπάλη» και το «φως της ζωής». Σύμφωνα με τον αρθογράφο, το ρεμπέτικο δεν γίνεται να εκφράζει τον λαό γιατί τα τραγούδια που υμνούν το χασίς και το μαυραγορίτη δεν έχουν καμία σχέση με την κοινωνική πάλη. «Από τα γεννησιμιά του το «Ρεμπέτικο» διαδίδει υμνώντας το χασίς, το λουλά, το κομπολογάκι, την ταμπακιέρα […]Είναι λοιπόν αυτό το «λαϊκό τραγούδι», όπως θέλουν να το αποκαλούν, που συνεχίζει την παράδοση και εκφράζει τους λαϊκούς πόθους;».[7]

Από τους εκφραστές του αριστερού λόγου που τάσσεται φιλικά προς το ρεμπέτικο, χωρίς όμως να είναι και υπέρ των χασικλίδικων, ξεχωρίζει ο Ανωγειανάκης ο οποίος (Ριζοσπάστης 28-1-1947) αναφέρει σχετικά με τα χασικλίδικα: «Ασφαλώς είμαστε και μεις σύμφωνοι πως μια τέτοια μουσική και ποίηση δε μπορεί να μας ενδιαφέρει. Κι’ ακόμα συμφωνούμε για την κακή της επίδραση, που την καταδικάζουμε».[8]

Ο Μίκης Θεοδωράκης στο περιοδικό Δρόμοι της Ειρήνης, (Οκτώβριος 1960), τάσσεται κατά των χασικλίδικων, υποβαθμίζοντάς τα κατά πολύ στον αριθμό τους.[9]Και στη συνέχεια στο περιοδικό Πρώτο «διευκρινίζει ότι στο ‘‘αληθινό λαϊκό τραγούδι”, όπως το αντιλαμβάνεται δεν έχουν θέση τραγούδια του τύπου Όταν καπνίσει ο λουλάς».[10]

Ο Γιάννης Σκουριώτης (μαρξιστής δια­νοητής και μεταφραστής του Κεφαλαίου του Μαρξ) υποστηρίζει ότι τα χασικλίδικα πρέπει να περιορίζονται στις ταβέρνες και όχι στην οικογένεια. «(…) δεν ταιριάζει να ακούγονται σε τίμια σπίτια τα τραγούδια των ‘’χασικλήδων’’ και των ‘‘πρεζάκηδων’’».[11]

Ο Κώστας Μαραβέας (Ιούνιος 1970), θεωρεί λογική την ύπαρξη τραγουδιών με θέμα τις ψυχοτρόπες ουσίες, αφού η εξαθλίωση επηρέασε και το τραγούδι που περιγράφει το κοινωνικό γίγνεσθαι: «Το βάσανο της προσφυγιάς οδηγούσε σε μια φυγή και το χασίς σ’ ένα σκοπό. Ήταν δυνατό μέσα σε τέτοιες άθλιες συνθήκες (δεν θα κάνω ιστορία) να μείνει ανεπηρέαστο το λαϊκό τραγούδι; Δεν νομίζω! (…) Όταν τραγουδάει μια κατάσταση περιγράφοντάς τη δεν νομίζω πως την υμνεί συγχρόνως».[12] Στην συνέχεια κάνει μια αυτοκριτική του αριστερού χώρου για την πολεμική που άσκησε ενάντια στο ρεμπέτικο. Ο Μαραβέας παρ’ όλες τις ενδιαφέρουσες απόψεις του, στο κλείσιμο του κειμένου αναφέρει ότι τα κομμάτια αυτά δεν πρέπει να τραγουδιούνται και απλώς αναφέρει ότι είναι ένας κρίκος στην ιστορία του λαϊκού τραγουδιού. Άρα ακόμα και εδώ παρατηρείται ότι ο επικριτικός λόγος υπάρχει αλλά σε άλλη μορφή.

Το μοναδικό κείμενο που τελικά μοιάζει να διαφοροποιείται συνολικά στους κόλπους της αριστεράς, είναι του Πάνου Τζαβέλλα και δημοσιεύεται στο ίδιο περιοδικό τον Ιούλιο του 1970. Ο Τζαβέλλας κατακρίνει το χώρο ότι χειραγωγεί την τέχνη και μεταθέτει το ερώτημα «εάν τα χασικλίδικα συνέβαλλαν στην ανάπτυξη του λαϊκού κινήματος», στον προβληματισμό σχετικά με το αν βοήθησαν το λαϊκό κίνημα τραγούδια όπως η Ιτιά, είδη τραγουδιού και μουσικής όπως το Μανιάτικο μοιρολόι, η Βυζαντινή μουσική και καλλιτεχνήματα όπως ο Ερμής του Πραξιτέλη, η Αφροδίτη της Μήλου κλπ. «Δεν πρέπει να απλοποιούμε τα πράγματα και να κάνουμε με το ζόρι την τέχνη υπηρέτρια και προπαγανδιστή των άμεσων πολιτικών επιδιώξεών μας. (…) Είναι απλοϊκή η ερώτηση, εάν τα χασικλίδικα συμβάλανε στην ανάπτυξη του κινήματος, όταν ο λαός έκανε αγώνες για δημοκρατία και ελευθερία, γιατί θα πρέπει να ρωτήσουμε αν προς την ίδια κατεύθυνση βοήθησαν η Ιτιά, ο Ερμής του Πραξιτέλους (…). Αν αδιαφορήσαμε για την καλλιτεχνική ποιότητα αυτών των έργων και κρίνουμε την καλλιτεχνική τους αξία μόνο απ’ τα βραχυπρόθεσμα πολιτικά οφέλη και την εξυπηρέτηση της πολιτικής μας γραφής, σημαίνει ότι κακοποιούμε την τέχνη, διαστρέφουμε το νόημά της (…)».[13] Συνεχίζοντας, ο Τζαβέλλας τοποθετείται σε σχέση με το ρόλο αυτών των τραγουδιών. «Δεν καλούν τον κόσμο στον τεκέ. Εκφράζουν καλλιτεχνικά μια κοινωνική πραγματικότητα. Είναι μια συγκλονιστική μαρτυρία κι ένα ντοκουμέντο μιας εποχής».[14]

Είναι ενδιαφέρον να αναζητήσει κάποιος τους λόγους της λεγόμενης αναβίωσης του ρεμπέτικου, από την μεταπολίτευση και μετά, από τους κόλπους της αριστεράς. Η μεταπολίτευση χαρακτηρίζεται από έντονες και εξαιρετικά βίαιες συγκρούσεις νεολαίων με τις δυνάμεις της αστυνομίας. Ο αντιελιτισμός της εποχής δεν πέρασε απαρατήρητος από την αριστερά ανακαλύπτοντας και προβάλλοντας μια απωθημένη μορφή κουλτούρας του παρελθόντος. Το ρεμπέτικο επανανοηματοδοτήθηκε. Σε αυτό το γεγονός, έπαιξε καθοριστικό ρόλο και η φυλάκιση του Ηλία Πετρόπουλου από την χούντα, εξαιτίας της έκδοσης του βιβλίου «Ρεμπέτικα Τραγούδια». Όπως ο ίδιος είχε δηλώσει, η φυλακή ήταν ευκαιρία γι’ αυτόν, ώστε να βρεθεί και να καταγράψει τους αγαπημένους του μάγκες, νταήδες και να τους γνωρίσει από κοντά. Συγχρόνως, όμως, έδωσε ένα τόνο αμφισβήτησης με σύμβολο το ρεμπέτικο. Την περίοδο αυτή αναζητούνται οι βετεράνοι ρεμπέτες, εκδίδονται πολλές βιογραφίες (κάποιες αμφιβόλου ποιότητας) και οργανώνονται συναυλίες. Όλα αυτά είχαν μεγάλη απήχηση σε πολλές νεολαιίστικες ομάδες και φοιτητές. Παρ’ όλα αυτά, ακόμα και τότε, υπάρχουν πολλοί αριστεροί που τάσσονται κατά του ρεμπέτικου γιατί η μαζικοποίηση του «εξυπηρετεί την αστική τάξη».[15]
%cf%81%ce%b5%ce%bc%cf%80%ce%ad%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%bf-4
Ο μύθος
Κλείνοντας ας διευκρινιστεί ότι η πλήρης συσχέτιση του ρεμπέτικου τραγουδιού με τις ψυχοτρόπες ουσίες είναι άτοπη. Ενδεικτικά, αξίζει να αναφέρουμε, ότι από το σύνολο 1400 κομματιών που βρίσκονται στην ανθολογία ρεμπέτικων τραγουδιών του Πετρόπουλου, μόνο 106 χαρακτηρίζει ο ίδιος ο Πετρόπουλος ως χασικλίδικα και από αυτά μόνο τα 67 έχουν περάσει στην δισκογραφία. Το ίδιο ισχύει και στην ανθολογία του Παναγιώτη Κουνάδη, όπου σε σύνολο 623 τραγουδιών, τα 235 έχουν αναφορές σε ψυχοτρόπες ουσίες. Έτσι, εύκολα διαπιστώνεται, ότι ο αριθμός εν τέλει είναι πολύ λίγος σε αναλογία με τα υπόλοιπα κομμάτια.

Επίσης, ένα άλλο γεγονός είναι ότι οι καλλιτέχνες που δεν είχαν άμεση σχέση με την χρήση ψυχοτρόπων ουσιών και διοχέτευσαν στην αγορά τραγούδια με ψυχοτρόπα θεματολογία, ήταν σαφώς περισσότεροι από αυτούς που είχαν άμεση σχέση με ψυχοτρόπες ουσίες και ιδιαίτερα με το χασίς. Σε αυτό το γεγονός έπαιξε μεγάλο ρόλο η δισκογραφία. Ένας δημιουργός του ρεμπέτικου, ο Κώστας Ρούκουνας αναφέρει σχετικά: «Και τόνε βλέπω ένα απόγευμα τον Μάρκο με μια τραγιάσκα, ένα ζωνάρι και παραμάσχαλα το μπουζούκι του και μπαίνει μέσα (…) και τότες τον ρωτήξανε τι πραγματάκια έχεις; Και τους είπε πολλά όμορφα. Αυτοί όμως διάλεξαν το χασικλίδικο».[16] Επίσης και ο Δημήτρης Γκόγκος (Μπαγιαντέρας), σε συνέντευξή του στον Λευτέρη Παπαδόπουλο, αναδεικνύει τον ρόλο των δισκογραφικών εταιρειών: « – Γιατί γράφατε για τεκέδες; Ήταν της μόδας; – Ήτανε η εποχή τέτοια. Που έπρεπε… Ήτανε πολύς κόσμος, ρεμπετόκοσμος, που τραβιότανε μ’ αυτό κι έπρεπε να πιαστούμε πάνω σ’ αυτούς. Αυτοί να μας αναδείξουνε. Γιατί αυτοί γυρεύανε τα τραγούδια μας κι αυτοί θα γυρεύανε από τις εταιρίες και κάτω από τα πρατήρια κανά δίσκο ντερβίσικο».[17] Η μαρτυρία της Αγγέλας Παπάζογλου, γυναίκας του δημιουργού Βαγγέλη Παπάζογλου, αναφέρει, επίσης, για το θέμα: «Και οι εταιρίες περνούσανε μόνο τα χασικλίδικα σε δίσκους. Πώς να παλέψεις;…»[18] Ένα άλλο στοιχείο που ενισχύει αυτή την άποψη, είναι ότι πολλοί καλλιτέχνες που δεν έκαναν χρήση χασίς διατέλεσαν διοικητικά-καλλιτεχνικά στελέχη διαφόρων δισκογραφικών εταιριών γράφοντας, παρ’ όλα αυτά, πολλά χασικλίδικα κομμάτια (Τούντας, Σκαρβέλης, Δραγάτσης, Περιστέρης).

Από τα παραπάνω φαίνεται, λοιπόν, ότι η στερεότυπη ταύτιση του ρεμπέτικου με ψυχοτρόπες ουσίες δεν είναι τόσο στιβαρή και συντελέστηκε κυρίως από τις διώξεις αριστερών, δεξιών, χούντας και Μεταξά για πολιτικά ωφέλη και μετέπειτα από την δισκογραφία.

Το ρεμπέτικο ποτέ δεν υπήρξε επαναστατικό τραγούδι με την στενή χρωματισμένη έννοια του όρου επανάσταση. Φύτρωσε σαν ζιζάνιο στην ρωγμή του «τσιμέντου» που έπεφτε βίαια και μεθοδικά από τα μέσα του 19ου αιώνα και ύστερα στον ελλαδικό χώρο. Πολλοί θέλησαν να το ξεριζώσουν, αλλά το ζιζάνιο δεν έχει συγκεκριμένο χώρο, δεν μένει σε ένα σημείο, θα βγαίνει στο φως ανοίγοντας δρόμο στα τσιμέντα. Πως θα ξεριζώσεις κάτι όταν δεν ανήκει πουθενά; Οι ίδιοι διώκτες του, από την μεταπολίτευση και μετά το ξαναθυμήθηκαν προσπαθώντας να το κάνουν δικό τους. Προσπάθησαν να του δώσουν χώρο και χρώμα. Οργάνωσαν συναυλίες, τίμησαν τους ζωντανούς ρεμπέτες απαγγέλλοντας ωραία λόγια. Τους είπαν ότι το τραγούδι τους είναι της εργατικής τάξης και ότι είχαν εργατική συνείδηση. Τους τοποθέτησαν ψηλά, λουσμένους από φώτα και εκείνοι ήταν εκεί, γέροι και κουρασμένοι, τους κοιτούσαν με την ίδια αμηχανία, όπως τους κοιτούσαν και άλλοτε… ζούλα από τον έναν ζούλα από τον άλλον.

Ελευθερόκοκκος

Βιβλιογραφία:

Βαμβακάρης Μάρκος, Αυτοβιογραφία (επιμ. Αγγελική Βέλλου-Κάιλ), εκδ. Παπαζήσης, Αθήνα 1978.
Βλησίδης Κώστας, Όψεις του Ρεμπέτικου, εκδ. του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2004.
Βλησίδης Κώστας, Σπάνια Κείμενα για το Ρεμπέτικο (1929-1959), εκδ. του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2006.
Γκαίηλ Χολστ, Ο Δρόμος για το Ρεμπέτικο, εκδ. Ντένιζ Χάρβευ, Λίμνη Ευβοίας 1995, (Α΄ έκδοση 1977).
Δαμιανάκος Στάθης, Κοινωνιολογία του Ρεμπέτικου, εκδ. Πλέθρον, Αθήνα 2001.
Κουνάδης Παναγιώτης, Εις Ανάμνησιν Στιγμών Ελκυστικών, Β΄ τόμος, εκδ. Κατάρτι, Αθήνα 2003.
Παπαδόπουλος Λευτέρης, Να Συλληφθεί το Ντουμάνι, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2004.
Παπάζογλου Αγγέλα, Τα Χαΐρια μας εδώ: Ονείρατα της Άκαυτης και της Καμμένης Σμύρνης, (επιμ. Γιώργης Παπάζογλου), εκδ. Ταμείου Θράκης, Ξάνθη 2003.
Πετρόπουλος Ηλίας, Ρεμπέτικα Τραγούδια, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1991.
Σχορέλης Τάσος, Οικονομίδης Μίμης, Ένας Ρεμπέτης: Κώστας Ρούκουνας «σαμιωτάκι», διανομή: αποκλειστικότης Τάσος Σχορέλης- Μίμης Οικονομίδης, Αθήνα 1974.
Gauntlett Στάθης, Ρεμπέτικο Τραγούδι, Συμβολή στην Επιστημονική του Προσέγγιση, εκδ. του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2001.
[1] Βαμβακάρης Μάρκος, Αυτοβιογραφία, σελ 208-209.
[2] Όπ. Σελ 206.
[3] Κουνάδης Παναγιώτης, στο βιβλίο του «Τα ρεμπέτικα» τεύχος πρώτο.
[4] Βλησίδης Κώστας, Σπάνια Κείμενα για το Ρεμπέτικο, σελ. 109.
[5] ό.π, σελ. 110.
[6] Βλησίδης Κώστας, Όψεις του Ρεμπέτικου, σελ. 70-71.
[7] Βλησίδης Κώστας, Σπάνια Κείμενα για το Ρεμπέτικο, σελ. 182-183.
[8] Γκαίηλ Χολστ, Δρόμος για το Ρεμπέτικο, σελ. 140.
[9] Βλησίδης Κώστας, Όψεις του Ρεμπέτικου, σελ. 96.
[10] ό.π, σελ. 97.
[11] Βλησίδης Κώστας, Σπάνια Κείμενα για το Ρεμπέτικο, σελ. 237.
[12] Κουνάδης Παναγιώτης, Εις Ανάμνηση Στιγμών Ελκυστικών, Τόμος Β’, σελ 501.
[13] ό.π, σελ 504.
[14] ό.π, σελ 506.
[15] Βλησίδης Κώστας, Όψεις του Ρεμπέτικου, βλέπε κεφάλαιο: Ο αριστερός λόγος για το ρεμπέτικο.
[16] Σχορέλης Τάσος – Οικονομίδης Μίμης, Ένας Ρεμπέτης: Κώστας Ρούκουνας «Σαμιωτάκι», διανομή: αποκλειστικότης Σχορέλης Τάσος – Οικονομίδης Μίμης, Αθήνα 1974, σελ. 30.
[17] Παπαδόπουλος Λευτέρης, Να Συλληφθεί το Ντουμάνι, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1999, σελ. 125.
[18] Παπάζογλου Αγγέλα, Τα Χαίρια μας Εδώ: Ονείρατα της Άκαυτης και της Καμμένης Σμύρνης, εκδ. Ταμείου Θράκης, Ξάνθη 2003, σελ. 50.


Πηγή: ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ