μεταναστες

μεταναστες

Monday, February 29, 2016

Ακέφαλη και ασώματη χώρα, απορημένη κοινωνία


Του Ρούντι Ρινάλντι

Σκέψεις για το ζήτημα πολύπλευρης συγκρότησης του υποκειμένου στην Ελλάδα του 2016

Το επίθετο «ακέφαλο» που χρησιμοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης για να προσδιορίσει το κοινωνικό μέτωπο που αυθόρμητα αναπτύσσεται, μπορεί να ωθήσει τη σκέψη ώστε να εντοπιστούν κι άλλες κρίσιμες διαστάσεις έλλειψης «κεφαλής» στην παρούσα πολιτική πραγματικότητα. Η έλλειψη αυτή δεν πρέπει να ταυτιστεί σε έναν πρώτο χρόνο με αυτό της «ηγεσίας», όσο με εκείνο του νοήματος, των αξιών και των στόχων που συγκροτούν μια κοινωνία, ένα λαό, μια χώρα. Το ζήτημα της διαμεσολάβησης ή ακόμα της υπηρέτησης αυτών των πλευρών από μια «ηγεσία», ένα κόμμα (όχι σαν οργανωτική υπόσταση, αλλά κάτι που να πλησιάζει την έννοια του «συλλογικού διανοουμένου») έπεται ή δεν έχει (ακόμη) τόση σημασία αφού απουσιάζει το περιεχόμενο, δηλαδή το νόημα.

Το ουσιαστικό, κατά συνέπεια, αυτή τη στιγμή, έγκειται στο ότι η χώρα είναι ασώματη, ασυγκρότητη, χωρίς συνοχή και ρευστοποιημένη. Ασώματη χώρα σημαίνει πρωταρχικά πως ο λαός, το έθνος και η κοινωνία δεν μπορούν να συναισθανθούν τους όρους ύπαρξής τους, την ιδιαιτερότητα και ιστορικότητα που έχουν -όχι μόνο σαν παρελθόν- αλλά σαν επίκεντρο πειραματισμών και δοκιμών που γίνονται στο νοτιοανατολικό άκρο της Ευρώπης. Η ανάγκη διεξόδου δεν μπορεί να οριστεί με νοσταλγική διάθεση ενός παρελθόντος, αλλά με όρους σύγχρονους που θα αντιμετωπίζουν τα καίρια ζητήματα που έχουν τεθεί απέναντί μας. Ας προσέξουμε τα λόγια του ποιητή: «Μια μέρα το παρελθόν θα μας αιφνιδιάσει με τη δύναμη της επικαιρότητάς του. Δεν θα ’χει αλλάξει εκείνο αλλά το μυαλό μας. Ένα ψήλωμα νοητό, που θα χρειαστεί να το ξανανεβούμε για να εκτιμήσουμε σωστά τις διαστάσεις των πραγμάτων γύρω μας». (Ο. Ελύτης, Εν λευκώ, Eκδόσεις Ικαρος, 1992).

Ασώματη… χώρα
Η Ελλάδα βρίσκεται, εδώ και χρόνια, στη δίνη ενός οικονομικού στραγγαλισμού και μόλις τώρα εισέρχεται στη ζώνη των πολέμων, ως προγεφύρωμα, ως υποδοχέας των προσφυγικών ροών, ως χώρος στρατιωτικών βάσεων και επιχειρησιακών κόμβων. Αυτή η «τανάλια» οικονομικού στραγγαλισμού και εισόδου στη ζώνη του πολέμου, δημιουργεί τρομακτικό σοκ στο λαό και την κοινωνία. Τα σχήματα ηγεμονίας του συστημισμού θρυμματίζονται, οι όροι που συνάπτονται κοινωνικά συμβόλαια ανάμεσα σε τμήματα της αστικής ελίτ και των μεσοστρωμάτων τινάζονται, η κρίση αντιπροσώπευσης αποκτά μόνιμα χαρακτηριστικά. Το κυριότερο όμως στοιχείο είναι η απόλυτη αδυναμία του πολιτικού κόσμου, να χαράξει μια «γραμμή» διεξόδου από τη δίνη αυτή, να κατανοήσει στοιχειωδώς σε τι κατάσταση βρίσκεται (αυτό επιτείνεται στην περίοδο της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ). Όλα τα ισχυρά χαρτιά που διέθετε το σύστημα καταρρέουν σαν τραπουλόχαρτα. Η απεγνωσμένη προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ να εμφανίσει την Ελλάδα ως τον θετικό εκφραστή των ευρωπαϊκών ιδεωδών, καταρρίπτεται από τον κυνισμό, την αποικιοκρατική αντίληψη, την ιμπεριαλιστική, εθνικιστική και ρατσιστική πρακτική όλων των χωρών της Ευρώπης. Μέρα με την μέρα αφού είπαν «ναι σε όλα» βλέπουν ότι ο σχεδιασμός των Ευρωπαίων για την Ελλάδα είναι να την μετατρέψουν σε γκρίζα μη ευρωπαϊκή ζώνη. Χώρα-παραπέτασμα απόκρουσης και επιβράδυνσης των προσφυγικών ροών, με περιορισμένη κυριαρχία και με παρουσία ξένων στρατιωτικών δυνάμεων. Tο σύστημα δεν έχει πρόταση πέρα από την διαχείριση της υπάρχουσας κατάστασης και των τετελεσμένων που πέφτουν κατά ριπάς. Αδυνατεί να διατυπώσει κάποιο νόημα, κάποια ιδέα, κάποιον στόχο. Μόνο γελοία σχήματα λόγου, τύπου Τσακαλώτου «είμαστε κοντά, στην αρχή του τέλους του κακού» ή τύπου Τσίπρα «το 2016 η Ελλάδα θα αποτελέσει την έκπληξη».

Η Αριστερά σε όλες τις εκδοχές της δεν μπορεί να δώσει κι αυτή πειστικές απαντήσεις. Η διάσταση της έννοιας «χώρα» δεν την απασχολεί, δεν μπορεί να δει την Ελλάδα ως θύμα μιας ιμπεριαλιστικής στην ουσία πολιτικής. Αντίθετα, θεωρεί την Ελλάδα ιμπεριαλιστική, άρα δεν βλέπει την κρισιμότητα που έχει η ποιότητα «αποικία-χρέους» και η χώρα παραπέτασμα-αποθήκη εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων-μεταναστών. Δεν αισθάνεται ότι η χώρα απειλείται, ότι συρρικνώνεται η κυριαρχία της, δεν υπάρχει για την Αριστερά θέμα τουρκικού επεκτατισμού και αμφισβήτησης των συνόρων. Όλα αυτά είναι ανύπαρκτες φαντασιώσεις. Απομένει μόνο ο αμυντικός αγώνας για το Ασφαλιστικό και το Φορολογικό (σαν απόηχος του αντιμνημονιακού αγώνα) ενώ λείπουν τελείως οι πολιτικοί στόχοι. Όμως, έτσι δεν οικοδομείται μια εναλλακτική στην καθολική κρίση. Η Αριστερά ασχολείται βασικά με τα ποσοστά της και τη συμμετοχή της στο συστημικό παιχνίδι, χωρίς να συμβάλει σοβαρά, χωρίς να νοιάζεται όπως θα έπρεπε για μια πολιτική διεξόδου.

Απορημένη κοινωνία
Η κοινωνία βρίσκεται σε μια περίεργη κατάσταση. Αφού πέρασε τα σοκ του καλοκαιριού, αφού έδειξε έμπρακτα την αλληλεγγύη της στα κύματα προσφύγων, αφού άρχισε να ξαναπαίρνει μπρος με τους αγώνες αγροτών, επιστημόνων και τις γενικές απεργίες, παραμένει σε μια κατάσταση σοβαρής απορίας και διερώτησης για το πού πάμε ως χώρα, ως κοινωνία, ως λαός.

Διαισθητικά, αντιλαμβάνεται ότι τα ζητήματα έχουν χοντρύνει, ότι δεν πρόκειται απλά για κάποια οικονομική διευθέτηση ή δυσμενή οικονομικά μέτρα, αλλά για ζητήματα ιστορικών διαστάσεων και σημασίας που υπερβαίνουν τη συνήθη πολιτική αντιπαράθεση όπως και τους αγώνες που έγιναν μέχρι σήμερα. Τώρα, πλέον, μπαίνουν ερωτήματα σχετικά με τον πόλεμο, την υπόσταση, την ύπαρξη της χώρας, τη διάλυση της κοινωνίας, την ανημποριά ατομικής λύσης και επιβίωσης. Ο κόσμος αντιλαμβάνεται ότι συμβαίνει κάτι μεγάλο, ότι πλησιάζουμε σε εθνική και κοινωνική καταστροφή, άσχετα αν δεν μπορεί να το εκφράσει με αυτούς τους όρους. Εκατοντάδες χιλιάδες (αν όχι και εκατομμύρια) άνθρωποι σε ολόκληρη την χώρα αναρωτιούνται για το πού πάμε, αν θα έχει τέλος ή όχι το κακό, για το πού τελικά θα φθάσουμε. Έτσι, όμως, από την απορία (πού πάμε;) και την διαπίστωση (εθνική και κοινωνική καταστροφή) προχωράμε στην περιοχή του υποκειμένου όπου τίθεται πάλι με μια σειρά ερωτημάτων: τι μπορεί να βάλει τέλος στην καταστροφή ή να την αντιμετωπίσει; Πώς μπορεί να υπάρχει η χώρα και η κοινωνία στις συνθήκες που δημιουργούνται; Υπάρχει διέξοδος και πώς οικοδομείται;

Το κύριο ερώτημα σήμερα, το κεντρικό ζήτημα είναι το πώς η κοινωνία και ο λαός μπορούν να συγκροτηθούν σε ενεργό υποκείμενο. Μέσα από μια πολύπλευρη διαδικασία κι όχι με τα στερεοτυπικά σχήματα του παρελθόντος. Αυτό το ζήτημα πρέπει να ανοίξει διάπλατα, να γίνει το κυρίαρχο, να διατρέξει όλες τις διεργασίες, να εισβάλει σε όλους τους κοινωνικούς χώρους, να απαιτηθεί από τη διανόηση να πάρει θέση απέναντί του, να μιλήσει ο απλός κόσμος για τις ανησυχίες και τον πόνο του, να έρθουν σε επαφή οι ζωντανές δυνάμεις του τόπου. Ο Δρόμος ανοίγει τις στήλες του σε αυτήν την διερεύνηση-συζήτηση.

Πηγή: Εφημερίδα Δρόμος της Αριστεράς

Saturday, February 27, 2016

Ο δρόμος σπάει φράχτες

Του Περικλή Κοροβέση

Αν κάποιος αρχάγγελος έβγαινε από έναν πίνακα του Ραφαήλ, ζωντάνευε και άκουγα το γλυκό του φτερούγισμα πίσω από τις πλάτες μου, θα του ζητούσα, χωρίς δισταγμό, μία και μόνο χάρη: να μου δοθεί το χάρισμα να μην πεθάνω ηλίθιος.

Και ξέρω τι θα μου απαντούσε: «Αυτό είναι δικιά σου δουλειά. Οχι δικιά μου. Εγώ βρίσκομαι στο επέκεινα». Και φυσικά ο αρχάγγελος θα ξαναγύριζε απογοητευμένος στο καναβάτσο του. Και εγώ θα αισθανόμουν φοβερά αμήχανα. Να έχω δει για πρώτη φορά στη ζωή μου ζωντανό αρχάγγελο και αντί να κάτσω να χαρώ το πέταγμά του, να του ζητάω ρουσφέτι.

Σαν να ήμουν για πρώτη φορά αριστερός, δηλαδή πρωτάρης, και όχι πεπαλαιωμένος που μετράει αρκετές δεκαετίες. Αλλά, όπως φαίνεται, η ζωή από μόνη της δεν μας διδάσκει τίποτα αν οι ίδιοι δεν θελήσουμε να διδαχτούμε.

Αν σε κάτι πάμε καλά ως χώρα, είναι στις κηδείες. Από προσωπική εμπειρία, μπορώ να μετρήσω περίπου μία κηδεία κάθε εβδομάδα, καμιά φορά και δύο. Οπως πήγαινα παλιά στον κινηματογράφο. Μπορεί οι δικές μου εμπειρικές παρατηρήσεις να μην έχουν επιστημονική εγκυρότητα, αλλά τα στατιστικά στοιχεία είναι αδιάσειστα. Εχουμε μέγα δημογραφικό πρόβλημα.

Οι θάνατοι είναι περισσότεροι από τις γεννήσεις. Και ο πληθυσμός γερνάει. Και εδώ λέμε ευτυχώς που υπάρχουν οι μετανάστες και οι πρόσφυγες. Αν η Ευρώπη είχε απαλλαγεί από τις ναζιστικές και φασιστικές της ρίζες, θα μπορούσαμε να λέμε πως αυτή η ξεριζωμένη και περιπλανώμενη εργατική δύναμη είναι μια πλουτοπαραγωγική πηγή. Φανταστείτε πόσα δημόσια έργα θα μπορούσαν να έχουν γίνει. Αλλά ό,τι δημόσιο και κοινό γίνεται, θεωρείται στην εποχή του ολοκληρωτικού καπιταλισμού αναχρονισμός.

Και είναι απορίας άξιον πώς οι τοκογλύφοι-δανειστές δεν σκέφτηκαν να επιβάλουν ακόμα έναν φόρο που να αφορά τους νεκρούς. Αλλά καλύτερα να σταματήσω εδώ για να μη δίνω ιδέες στο κουαρτέτο και στους εδώ εκπροσώπους του. Ας γυρίσουμε στο θέμα μας.

Οι κηδείες, που αφορούν συγγενικά ή φιλικά πρόσωπα, αντί να είναι αφορμή για φιλοσοφικές συζητήσεις για το νόημα της πεπερασμένης ζωής, που για να δικαιωθεί χρειάζεται μια αιωνιότητα με αρμονία και ευτυχία, γίνονται οι πιο τετριμμένες και βαρετές συζητήσεις.

Και αν ο εκλιπών είναι επώνυμος, πλακώνουν και οι πολιτικοί, χωρίς να γνωρίζουν τον άνθρωπο ή το έργο του, μόνο και μόνο για να κάνουν ακόμα μια δημόσια εμφάνιση. Οπως το ίδιο κάνουν με τις φωτιές, τους σεισμούς ή τις πλημμύρες.

Εμφανίζεται ο αρμόδιος υπουργός ή ο πρωθυπουργός και δίνουν προσωπικά οδηγίες (για το τηλεοπτικό σόου βέβαια). Τι μπορεί να ξέρει ένας πρωθυπουργός από πυρκαγιές, αν δεν υπήρξε ο ίδιος στη ζωή του επαγγελματίας πυροσβέστης; Τι κι αν δεκάδες εκθέσεις του Πυροσβεστικού Σώματος για τις προβλέψεις και την καταπολέμηση των πυρκαγιών πάνε κατευθείαν στον κάλαθο των αχρήστων; Αλλά είπαμε. Η σύγχρονη πολιτική είναι θέαμα που απευθύνεται στους αργόσχολους πολίτες. Οχι στους ενεργούς.

Αλλά εμείς που θεωρούμε τον εαυτό μας ενεργό πολίτη, πόσο χαιρόμαστε τη μέρα που ξημερώνει; Να πούμε ένα ευχαριστώ στη ζωή που μας κρατάει κοντά της. Και όσες συμφορές και να έχουμε, που δεν είναι λίγες, να δούμε πως σηκώθηκε και για μας ένας ήλιος και να τον ακολουθήσουμε.

Το περίφημο προσφυγικό πρόβλημα δεν είναι μια πορεία προς ένα μέλλον, άσχετα αν αυτό το μέλλον είναι μισαλλοδοξία και φασισμός; Και αυτό είναι σίγουρα κάτι που οι ίδιοι δεν έχουν διαλέξει. Αλλά η πορεία είναι το παν. Ακίνητος πεθαίνεις. Αυτό είναι βέβαιο. Περπατώντας μπορεί να βρεις και κάποια άκρη. Πάντα και παντού υπάρχουν άνθρωποι. Και αυτούς πρέπει να ψάχνουμε.

Είδα έναν Αφρικανό ρακοσυλλέκτη να ψάχνει στα σκουπίδια και να τραγουδάει και να χορεύει. Τον ρώτησα πού βρίσκει αυτό το κέφι. Και μου έδωσε μια απάντηση και με άφησε σύξυλο. «Είμαι ο μόνος ζωντανός από την οικογένειά μου. Και όσο είμαι εγώ ζωντανός και χαρούμενος, υπάρχουν και αυτοί δίπλα μου και τραγουδούν και χορεύουν μαζί μου».

Τον ρώτησα αν χρειάζεται κάποια βοήθεια. Και η αντίδρασή του ήταν σκληρή: «Εσείς οι λευκοί σκοτώσατε την οικογένειά μου. Από σας θέλω να μην μπαίνετε στη ζωή μου. Φύγετε, κύριε, και αφήστε με να κάνω τη δουλειά μου». Πήρα το μάθημά μου και έφυγα με χίλιες δυο σκέψεις στο μυαλό μου.

Αν η πάλαι ποτέ ναζιστική Αυστρία είναι Ευρώπη, τότε τι δουλειά έχω εγώ σε αυτήν την «πολιτισμένη γηραιά ήπειρο»; Αν η Χρυσή Αυγή είναι η Ελλάδα, τι δουλειά έχω εγώ με τους μαχαιροβγάλτες; Δρόμος λοιπόν και πάλι δρόμος, που γκρεμίζει τους φράχτες. Τίποτα άλλο. Και έτσι είμαστε καλά.

ΥΓ. Αυτήν την εβδομάδα είχα δύο κηδείες.

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Κομμάτια και θρύψαλα

Του Γιώργου Καραμπελιά

Η χώρα θυμίζει πλέον την υπέροχη ταινία του Μονιτσέλι, Μπρακαλεόνε, την εποχή των Σταυροφοριών, όταν στους δρόμους κυκλοφορούσαν αναρίθμητα καραβάνια ενδεών και απελπισμένων φυγάδων. Ο Μπρακαλεόνε (Βιτόριο Γκάσμαν), ως νέος ιππότης της ελεεινής μορφής, οδηγούσε την αξιοθρήνητη και ολιγομελή στρατιά του, από τυφλούς, ανάπηρους και ζητιάνους, στους Αγίους Τόπους ως γη της επαγγελίας και με ένα σαρακοφαγωμένο σκαρί ξεκίνησαν από την Ιταλία για να αποβιβαστούν εν τέλει όχι στην Παλαιστίνη, αλλά σε μια… ιταλική ακτή, όπου και συνάντησαν τις ίδιες στρατιές των εξαθλιωμένων να διαγράφονται στον ορίζοντα… Έτσι και ο Μπρακαλεόνε Τσίπρας με τη στρατιά του, –Καμμένος, Φίλης, Χριστοδουλοπούλου, Τσακαλώτος και Μιχελογιαννάκης– «κυβερνά» σε μια χώρα όπου τα καραβάνια των προσφύγων και των μεταναστών συναντιούνται με τα τρακτέρ των αγροτών στις εθνικές οδούς.

Κυβέρνηση και εξουσία έχουν γίνει κυριολεκτικά κομμάτια και θρύψαλα. Κατέλαβαν την κυβερνητική εξουσία υποσχόμενοι να αντιμετωπίσουν την «δυτική» απειλή των μνημονίων, την οποία εν τέλει όχι μόνο δεν αντιμετώπισαν, αλλά βύθισαν την χώρα ακόμα πιο βαθιά, τη χρέωσαν, τη χρεοκόπησαν, έκλεισαν τις τράπεζες. Αδυνατούν να φέρουν σε πέρας αυτά που έχουν υποσχεθεί στους εκλογείς τους από τη μία όσο και, από την εντελώς αντίθετη πλευρά, στους δανειστές προστάτες τους.

Όσο όμως ήταν ενεργοποιημένο κυρίως το ένα μέτωπο της χώρας, που αφορούσε την οικονομική κατάσταση, μπορούσαν να πείθουν κάποιους αφελείς ή ιδιοτελείς[1] πως θα κατορθώσουν να το αντιμετωπίσουν. Όμως, οι ίδιοι, μοιραίοι, ανίδεοι και εγκληματικοί, προκάλεσαν το άνοιγμα και του δεύτερου μεγάλου μετώπου που εδώ και χίλια χρόνια σχεδόν, από την μάχη του Μαντζικέρτ το 1071 αντιμετωπίζει η Ελλάδα, παράλληλα με εκείνο της Δύσης. Πυροδότησαν, ανεπίγνωστα και ασύγγνωστα, τη μεγάλη έξοδο των προσφύγων/μεταναστών από την Τουρκία προς την Ελλάδα και την Ευρώπη. Παράλληλα δηλαδή, με την επίταση της οικονομικής και πολιτικής υποταγής στην τευτονοφραγκική Ευρώπη, με την εμπλοκή σε ένα τρίτο μνημόνιο, ενεργοποίησαν από μόνοι τους ένα δεύτερο μεγάλο τεκτονικό ρήγμα και μετέβαλαν την χώρα σε έναν χώρο, τον οποίο διαφεντεύουν οι Γερμανοί, οι Αμερικανοί, οι ΜΚΟ και ο Σόρος.

Το μόνο που κάνει η κυβέρνηση των ανικάνων καταστροφέων, είναι να παρακολουθεί και να επιτείνει το βούλιαγμα της χώρας. Η οικονομία διαλύεται, η δικαιοσύνη έχει παραλύσει από τις απεργίες των δικηγόρων, τα φορτηγά μένουν εγκλωβισμένα στα σύνορα από τα μπλόκα των αγροτών. Απέναντι στους αγρότες, που αποτελούν το μεγάλο κοινωνικό μέτωπο της περιόδου, όπως ήταν οι «αγανακτισμένοι» το 2011, ακολουθούν την τακτική «θα μας δείρουν, θα μας δείρουν, όπως δέρνουν τους Συριζαίους βουλευτές, θα… ιδρώσουν και θα εξαντληθούν». Και όμως, οι αγρότες δεν δείχνουν καθόλου διατεθειμένοι να «αρρωστήσουν»[2]. Ακόμα και εάν σταματήσουν τα μπλόκα, η κινητοποίηση δεν πρόκειται να σταματήσει. Θα μεταφερθεί με ακόμα μεγαλύτερη ένταση στα κέντρα των επαρχιακών πόλεων, όπου οι Συριζαίοι βουλευτές θα κηρυχθούν παντελώς ανεπιθύμητοι.

Ως προς το προσφυγικό, ο τραγέλαφος ξεπερνάει κάθε όριο. Οι πρόσφυγες και οι λαθραίοι μετανάστες, κινούνται χωρίς κανέναν κρατικό έλεγχο, η χώρα γεμίζει hot spot, και η ελληνική κυβέρνηση παριστάνει τον καμπόσο στην… Αυστρία για να μην μιλήσει για την Τουρκία, που είναι ο πραγματικός διακινητής και εντολέας των προσφυγικών εισροών. Η Τουρκία εφαρμόζει με σύστημα, εδώ και δεκαετίες, την πολιτική της εξώθησης μουσουλμανικών πληθυσμών προς την Ευρώπη και κατεξοχήν προς την Ελλάδα, έτσι ώστε, να ισλαμοποιήσει μεθοδικά το ελληνικό κράτος ως βάση για την μεταβολή της Ελλάδας σε προτεκτοράτο της. Και όμως, το ανθρωπάριο που παριστάνει τον πρωθυπουργό, ετοιμάζεται να βάλει βέτο στα… Σκόπια, και όχι βέβαια στην Τουρκία όπου στις 8 Μαρτίου μαζί με τον υπόλοιπο θίασο, θα μεταβεί για να υποβάλλει τα σέβη του στον νέο σουλτάνο. (Συνιστά απίστευτο σκάνδαλο η πραγματοποίηση αυτή τη στιγμή «διακυβερνητικής συνάντησης» Ελλάδας-Τουρκίας στη Σμύρνη).

Στα νησιά, την Ειδομένη και στους καταυλισμούς με τους οποίους έχει γεμίσει ήδη η χώρα, το ελληνικό κράτος απουσιάζει επιδεικτικά και τη διαχείριση των προσφυγικών και μεταναστευτικών εισροών έχουν αναλάβει προσώρας οι περιβόητες ΜΚΟ, συχνά ισλαμιστικού χαρακτήρα. Παράλληλα, μέσω της εισόδου ενός ακόμη παίκτη στο παιγνίδι, του ΝΑΤΟ, οι Τούρκοι, εκτός από την ισλαμοποίηση της χώρας, προωθούν και την εμπέδωση της στρατηγικής των γκρίζων ζωνών στο Αιγαίο, μια και εμείς αποδεικνυόμαστε ανίκανοι να προστατέψουμε τα σύνορά μας.

Τα πράγματα θα ήταν πολύ πιο απλά, αν η Ελλάδα και οι Έλληνες ψευτοπροοδευτικοί, αντί να κλαψουρίζουν ανήμποροι για το θάνατο εκατοντάδων ανθρώπων στο Αιγαίο, υπεδείκνυαν την αποκλειστική ευθύνη της Τουρκίας σε αυτούς τους θανάτους. Αν πρωτοστατούσαν στη δημιουργία ενός κινήματος καταγγελίας της τουρκικής πολιτικής σ’ ολόκληρη την Ευρώπη, αν έφερναν το θέμα κυρώσεων προς το τουρκικό κράτος από τον ΟΗΕ και την Ε.Ε., βάζοντας βέτο στις σχέσεις Ε.Ε. Τουρκίας, αν αυτή δεν συμμορφωνόταν. Αν, αν, Αν… Όλα αυτά θα προϋπέθεταν την ύπαρξη μιας κυβέρνησης ικανής να διασφαλίσει στοιχειωδώς τα συμφέροντα της χώρας, και όχι ενός διεθνούς καρπαζοεισπράκτορα, καταχρεωμένου, εξαρτώμενου, καταγέλαστου στις παλινωδίες του, κ.ο.κ.

Και το μαρτυρολόγιο δεν έχει τέλος. Ήδη, μετά το δυτικό και το ανατολικό μέτωπο, ενεργοποιείται εις βάρος μας και το βόρειο μέτωπο. Κλείνουν τα σύνορα της χώρας και τα Σκόπια, που βρίσκονταν μάλλον σε δεινή θέση τα τελευταία χρόνια, αποκτούν τη δυνατότητα να πλήξουν καίρια την Ελλάδα. Ακόμα και η Αυστρία ονειρεύεται μια νέα κάθοδο στα Βαλκάνια ενάντια στην Ελλάδα, από τη στιγμή και πέρα που οι βαλκανικοί πόλοι ισχύος, αρχικά η διαλυθείσα Γιουγκοσλαβία και τώρα η Ελλάδα, έχουν αποδυναμωθεί δραματικά. Διότι βέβαια, ούτε τα Σκόπια, ούτε η Σερβία κινδυνεύουν από τους διερχόμενους πρόσφυγες και μετανάστες, αλλά, δίνεται η ευκαιρία του αποκλεισμού της Ελλάδας και από τον Βορρά. Αφού πρώτα, μετά την κρίση των μνημονίων, και εσχάτως με τη διάλυση των τραπεζών από τον Σύριζα, η ελληνική οικονομική παρουσία στα Βαλκάνια σχεδόν εξανεμίστηκε, τώρα ακολουθεί και η απομόνωσή μας.

Αν αναχθούμε δε στο ευρύτερο ευρωπαϊκό πεδίο, όλη αυτή η κρίση, για την οποία όλοι Ευρωπαίοι ρίχνουν τις ευθύνες στην Ελλάδα, μια και αποδείχθηκε ανίκανη να προστατέψει τα σύνορά της, κινδυνεύει να οδηγήσει σε κατάλυση της συνθήκης Σέγκεν και σε έξοδο της Ελλάδας από την ευρωζώνη πριν αυτή πραγματοποιηθεί στο οικονομικό και νομισματικό πεδίο, ή ίσως ταυτόχρονα.

Και αυτά δεν είναι τα μόνα κατορθώματα του Τσίπρα και της παρέας του, ακολουθούν και άλλα. Ο τουρισμός, τελευταία πηγή εσόδων για το ημικατεστραμμένο ελληνικό κράτος, θα πληγεί ανεπανόρθωτα από την προσφυγική/μεταναστευτική κρίση και όχι μόνο στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου. Η εικόνα μιας χώρας με καραβάνια προσφύγων να διασχίζουν τους δρόμους και να συσσωρεύονται στις πλατείες, αναπόφευκτα θα πλήξει το σύνολο των τουριστικών εισροών. Όπως γνωρίζουμε, τα μεγάλα τουριστικά πρακτορεία κινούνται πάντοτε με μια λογική απόλυτης «ασφάλειας» και είτε αποκλείουν τους «επισφαλείς» τουριστικούς προορισμούς, είτε επιβάλλουν τεράστιες μειώσεις στις τιμές. Έτσι, τη στιγμή που μειώνονται τα έσοδα από φόρους, ασφαλιστικές εισφορές, από τη μείωση του ΑΕΠ και τους κεφαλαιακούς ελέγχους στις τράπεζες, θα μειωθούν και τα τουριστικά έσοδα που αποτελούσαν τη μόνη ανάσα. Γι να μη μιλήσουμε για το επιχειρούμενο ξεπούλημα της Κύπρου με ένα νέο σχέδιο Ανάν.

Το τελικό συμπέρασμα είναι πως, η κυβέρνηση Σύριζα-ΑΝΕΛ προκάλεσε ήδη μια ανυπολόγιστη καταστροφή που θυμίζει ή κινδυνεύει να οδηγήσει, τηρουμένων των αναλογιών, σε ένα νέο ’22 ή ένα νέο 1974 με την καταστροφή της Κύπρου. Και όμως, την ίδια στιγμή, που προκαλούν μια ανυπολόγιστη καταστροφή στη χώρα, τα κυβερνητικά ανθρωπάρια ενδιαφέρονται μόνο για διορισμούς και συντήρηση του σκωληκόβρωτου κόμματός τους, αδιαφορώντας για το ότι καταστρέφουν την χώρα.

Η ευθύνη των πολιτικών και ιδεολογικών ελίτ

Και ποιος θα μπορούσε να εκφράσει μια διαφορετική πρόταση; Ο Καραμανλής, που στήριξε τον Σύριζα και απέτυχε παταγωδώς σ’ όλα του τα πολιτικά εγχειρήματα; Ελαφρά τη καρδία, από το 2012 θεώρησε πως ο Σύριζα και ο Τσίπρας ήταν η ευκαιρία για να εξοντώσει το ΠΑΣΟΚ και… τον Σαμαρά, και μετά μία «παρένθεση» Σύριζα να έρθει ο ίδιος στην εξουσία ως παράκλητος. Γι’ αυτό και αρνήθηκε να αναλάβει τις ευθύνες του στις προεδρικές εκλογές του 2014 – άφησε τον Σύριζα και έσπρωξε τον Καμμένο, να αναλάβουν την εξουσία, αγνοώντας τις προφανείς καταστροφικές συνέπειες για τη χώρα. Απεδείχθη έτσι, ότι, όπως και οι άλλοι, ήταν και αυτός ένας φθηνός πολιτικάντης. Μήπως ο Κουβέλης, ο οποίος, άγνωστο για ποια οφειλόμενα γραμμάτια, ακολούθησε την καταστροφική και συνάμα αυτοκτονική και για τον ίδιο πολιτική της συμπαράταξης με τον Σύριζα στις προεδρικές εκλογές; Μήπως ο Σταύρος Θεοδωράκης, που εξάντλησε όλες τις προσδοκίες όσων προσέβλεπαν σε αυτόν γλείφοντας μέχρι το καλοκαίρι του 2015 τον Τσίπρα για να τον προσλάβει ως κυβερνητικό εταίρο στη θέση του Καμμένου; Μήπως η Φώφη Γεννηματά, που κι αυτή κανοναρχούσε διαρκώς ότι το μεγάλο πρόβλημα στην κυβέρνηση Συριζανέλ δεν ήταν η κεντρική συμμορία, αλλά το μικρό παράρτημά της, δηλαδή ο Καμμένος;

Μήπως η αριστερή διανόηση, η οποία στήριξε ομοθυμαδόν τους σαλτιμπάγκους της πρώτης φοράς Αριστερά; Και όμως, τα πράγματα ήταν σαφή ήδη από τον Μάιο του 2012, όταν ένας απαίδευτος αλλά πανούργος νεανίας, μέσα στη σύγχυση που είχε προκαλέσει η κρίση, εμφανίστηκε με μια πρωτοφανή έπαρση ως η «κυβερνώσα Αριστερά». Γιατί άραγε, εμείς τους καταγγείλαμε, από τότε, ως τυχοδιώκτες και επικίνδυνους; Μήπως κατείχαμε κάποια προορατική ικανότητα; Ή απλώς δεν είμαστε τυφλωμένοι από κάποιον αντικατοπτρισμό οφικίων και εξουσίας; Διότι ο Σύριζα προφανώς και δεν μπορούσε να είναι «κυβερνώσα Αριστερά», με τις δυνάμεις που διέθετε και την κατάσταση των λαϊκών δυνάμεων.

Τα όσα ακολούθησαν έκτοτε ήταν εγγεγραμμένα σε αυτή την αρχική δυναμική. Γι’ αυτό ο υποφαινόμενος και το «Άρδην» έκαναν ότι μπορούσαν –ατελέσφορα– ώστε να μην υλοποιηθεί αυτό το εφιαλτικό σενάριο και βρεθεί στην εξουσία ο Τσίπρας και η παρέα του. Διότι και την εθνομηδενιστική ιδεολογία τους γνωρίζαμε, και την ανικανότητά τους και τον αμοραλισμό τους και τον τυχοδιωκτισμό εκείνων που είναι ικανοί να τα παίξουν όλα για όλα αρκεί να βρεθούν στην εξουσία. Ήταν προδιαγεγραμμένες, λοιπόν, οι επαφές με τουςΑμερικανούς και η στήριξή τους από αυτούς, ήταν προδιαγεγραμμένη η συμπόρευση με τα υπολείμματα του ΠΑΣΟΚ – γιατί πως αλλιώς από τα 3% θα έφθαναν στα 36%; Ήταν προδιαγεγραμμένες και οι «κωλοτούμπες» που ακολούθησαν.

Και όμως, ακόμα και σήμερα, η συντριπτική πλειοψηφία των ελίτ της χώρας, σφυρίζει αδιάφορα, ή προσποιείται τον έκπληκτο: «Δεν το περιμέναμε», «μας απογοήτευσε, αλλά και οι άλλοι ήταν χειρότεροι», «με τον Σύριζα θα πληγεί ολόκληρη η Αριστερά» άρα ας μην είμαστε τόσο επικριτικοί, «ο Αλέξης μας πρόδωσε» κλπ, κλπ. Και παραμένουν απαθείς μπροστά στην προϊούσα αποσύνθεση, κρύβουν ως στρουθοκάμηλοι το κεφάλι τους στην άμμο, αρνούνται να κινητοποιηθούν, με επιχειρήματα του τύπου «και τι θέλετε να έρθει ο Μητσοτάκης;» Γι’ αυτό, και όταν οι αγρότες κατέβηκαν στην Αθήνα, αντί να ενωθούν μαζί τους σε μια λαοθάλασσα, που θα μπορούσε να πνίξει κυριολεκτικά την κυβέρνηση, άφησαν τους αγρότες μόνους τους, ή μάλλον τους εγκατέλειψαν στα χέρια του ΚΚΕ, που έκανε το παν για να τους ξαναστείλει άπρακτους στα χωριά τους.

Το γεγονός ότι αυτοί οι άνθρωποι –ιδίως όσοι συμπορεύτηκαν με τον Σύριζα μέχρι το καλοκαίρι του 2015–, δεν έχουν ακόμη το θάρρος να αναγνωρίσουν το θεμελιώδες λάθος της επιλογής τους, εκτός από τον Μανώλη Γλέζο που τουλάχιστον ζήτησε συγνώμη από τους Έλληνες, δεν αποτελεί απλά ζήτημα ηθικής τάξης. Ούτε αποτελεί για εμάς μία εκδικητική εμμονή – του τύπου «εμείς είχαμε δίκιο». Όχι, αποτελεί την προϋπόθεση για την ανάδειξη μιας οποιασδήποτε σοβαρής πρότασης για τη χώρα: Μόνο η αναγνώριση του γεγονότος ότι, από το 2008 τουλάχιστον, με την ασύγγνωστη υποστήριξη μιας μηδενιστικής ψευδοεπανάστασης, αρχίζει μία πορεία η οποία καταλήγει στον Τσίπρα του 2016, μπορεί να επιτρέψει μια νέα αρχή για τα πνευματικά και πολιτικά ζητήματα της χώρας[3]. Η αναγνώριση αυτού του «λάθους», είναι προϋπόθεση για τη συγκρότηση μιας νέας ηθικής και πολιτικής πρότασης, που να υπερβαίνει την παλαιά και αποτυχημένη Αριστερά, και την ιδεολογία της.

Σήμερα, που η «κυβερνώσα Αριστερά» απεδείχθη εν τοις πράγμασι καταστροφή για τη χώρα, δεν υπάρχει περιθώριο για κάποια δήθεν «συνεπή» αριστερή πρόταση, τύπου Λαφαζάνη, Ανταρσύας, ή της… συνιστώσας Ζωή/Ραχήλ. Σήμερα, μετά τις τεράστιες καταστροφές που έχουν γίνει, και δυστυχώς δεν έχουν ακόμη τελειώσει, η αρχή θα πρέπει να γίνει με το άμεσο αίτημα της άμεσης εκδίωξης αυτής της κυβέρνησης και της παράλληλης συγκρότησης ενός αληθινά πατριωτικού κοινωνικού και δημοκρατικού κινήματος εθνικής σωτηρίας. Όσο αφήνουμε να διαιωνίζεται η σημερινή κατάσταση, τόσο πιο δύσκολη θα είναι η ανάταξη της χώρας και τόσο μεγαλύτερο το τίμημα που θα πρέπει να πληρώσει.

[1] Πολλοί από τους πιο επιτήδειους υποστηρικτές στήριζαν τον ΣΥΡΙΖΑ για να αποφύγουν να πληρώσουν λογαριασμούς και χρέη που μπορούσαν να καταβάλουν και σήμερα βαράνε το κεφάλι τους στον τοίχο.

[2] Και αυτό παρά τις ευγενείς φροντίδες του ΚΚΕ, που έκανε ότι μπορούσε για να στομώσει την αγανάκτησή τους, ιδιαίτερα στο διήμερο της καθόδου τους στην Αθήνα. Στον ομογάλακτο αδελφό του Σύριζα, στο ΚΚΕ, έχουν μάθει από πολύ παλιά, πώς να ελέγχεις και να σπας την δυναμική μιας κινητοποίησης, πίσω από επαναστατικά φούμαρα, δήθεν σκληρή φρασεολογία και μια στημένη παρέλαση δέκα τρακτέρ σε συμπαιγνία με τον Κουρουπλή.

[3] Καθόλου τυχαία μάλιστα, οι πρωταγωνιστές εκείνου του Δεκέμβρη,– από τη μία πλευρά οι πολιτικοί υποστηρικτές του, ο Τσίπρας και οι συν αυτώ, και από την άλλη ο αποτυχημένος «διώκτης» του, ο Παυλόπουλος– καταλαμβάνουν τα δύο ανώτερα αξιώματα της χώρας.

Thursday, February 25, 2016

Προσφυγικό: ευαισθησία ή πολιτική;

Του Γιάννη Τσούτσια*

Με αφορμή την τελευταία συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου του Δήμου Βριλησσίων.

Συζητήσαμε στο τελευταίο δημοτικό συμβούλιο το ενδεχόμενο εγκατάστασης αγνώστου αριθμού προσφύγων, υπό άγνωστες προϋποθέσεις, στο χώρο της πρώην Ναυτικής Βάσης. Λόγω «φημών»; Όχι. Επειδή το ζήτησε η κυβέρνηση από τους δημάρχους, δια του Γ.Γ. Μεταναστευτικής Πολιτικής. ΣΑΝ να επρόκειτο για ένα σενάριο με ελάχιστες πιθανότητες να υλοποιηθεί, μια αφορμή για διάλογο – επίδειξη της ευαισθησίας μας μπροστά στο δράμα των προσφύγων.

Θεωρητικολογήσαμε, συμφωνώντας οι πάντες, (πλην του γράφοντος), ότι ΘΑ θέλαμε να δεχτούμε, (ή ΘΑ «ανεχόμασταν»), ΑΝ χρειαστεί, λίγους (όχι και πολλούς) πρόσφυγες, ΑΛΛΑ όχι στη Ναυτική Βάση, διότι αυτή είναι χώρος ακατάλληλος, που δεν διαθέτει υποδομές. Κάπου αλλού, ίσως… Μπορεί και με επιδότηση ενοικίου…

Τα ίδια συντρέχουν στην κεντρική πολιτική σκηνή με τα κόμματα που υπερψήφισαν το 3ο μνημόνιο (τυχαίο;): Όλα μοιάζουν μοιραία. Οι ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι που προκαλούν προσφυγικές ροές. Η Ευρώπη, που οφείλει να τις αντιμετωπίσει περιφρουρώντας τις αρχές του διαφωτισμού! Η χώρα μας, που καλείται να αναλάβει το συμφωνημένο μερίδιό της. Ο δήμος μας, το ίδιο. Γιατί όλοι είμαστε ανθρωπιστές και δεν ανεχόμαστε το δράμα των προσφύγων. Υποκρισία και αφασία, μαζί! Έτσι, η πολιτική ως διαδικασία διαμεσολάβησης καταργείται. Και η κοινωνία καλείται απλώς να παρακολουθεί τα γεγονότα… και τις προσαρμογές μιας «υπάκουης» κυβέρνησης… την ώρα που η χώρα καλείται να αντιμετωπίσει κάθε ενδεχόμενο, γυμνή από προϋποθέσεις.

Τι κι αν η κοινωνία είναι γονατισμένη από την κρίση και σε απόγνωση; Τι κι αν το ΝΑΤΟ διχοτομεί το Αιγαίο, η Frontex αναλαμβάνει τη φύλαξη των συνόρων μας και η Τουρκία βάζει στο τραπέζι όλα τα «ιστορικά» θέματα; Τι κι αν έχει δοθεί τελεσίγραφο για την «επίλυση» του Κυπριακού; Ουδείς ασχολείται. Τι κι αν το πρωθυπουργικό αεροπλάνο δεν μπορεί να προσγειωθεί στη Ρόδο; Τι κι αν θησαυρίζουν οι διακινητές και οι ΜΚΟ; Τι κι αν στη Συρία μυρίζει μπαρούτι. Τι κι αν η προοπτική μετατροπής της Ελλάδας σε ευρωπαϊκό λοιμοκαθαρτήριο, ομολογείται ανοιχτά; Ουδείς τα παίρνει στα σοβαρά. Όλα είναι απότοκα μιας «κρυφοεθνικιστικής» υστέρησης της «καθ’ ημάς ανατολής» ή έστω, μιας αναπόφευκτης σύγκρουσης, όπου οι ακλόνητες αξίες της Δύσης καλούνται να επιβεβαιωθούν και να θριαμβεύσουν…

Τηρουμένων των (τεράστιων) αναλογιών, κάτι ανάλογο συνέβη και στο δημοτικό συμβούλιο των Βριλησσίων. Τι θα απαντήσουμε στο (πραγματικό) αίτημα μιας κυβέρνησης, που ζήτησε από τους δημάρχους να προσδιορίσουν χώρους εγκατάστασης προσφύγων; Ότι δεν είμαστε μεν αρνητικοί, όμως, δυστυχώς, η Ναυτική Βάση, για την οποία έγινε λόγος, είναι χώρος ακατάλληλος, διότι δεν διαθέτει επαρκείς υποδομές;

Για να τελειώνουμε με την υποκρισία, αν δεν είναι η Ναυτική Βάση κατάλληλη γι’ αυτό το σκοπό, με τα τόσα στρέμματα ελεύθερα, ορατά και από δορυφόρο, ποιος άλλος χώρος είναι καταλληλότερος στα Βριλήσσια; Το ΤΥΠΕΤ; Ή η πλατεία Αναλήψεως; Και τι νόημα έχουν οι συναντήσεις με αρμοδίους για τη διερεύνηση ενός ζητήματος, όταν ουδείς μπορεί να έχει εμπιστοσύνη προς συνομιλητές, που επανειλημμένα, έστω αθέλητα (!), αθέτησαν ό,τι είχε «συμφωνηθεί» με την κοινωνία;

Έρχονται κάποιες στιγμές, που όσοι επιλέξαμε να ασχοληθούμε με τα δημοτικά, οφείλουμε να σταθούμε απέναντι στον εαυτό μας, όχι σε τρίτους. Να μιλήσουμε καθαρά. Να μην κρυφτούμε. Να καταθέσουμε το πιστεύω μας. Και να αναλάβουμε την ευθύνη της έκθεσης κάποιας θέσης, (και της διάψευσής της), χωρίς να συνυπολογίσουμε τίποτε άλλο, άντε, έστω τον δημότη – συνομιλητή, εις το όνομα του οποίου, υποτίθεται, ότι επιδιώκουμε να λειτουργούμε.

Θα το θέσω απλά: Το πραγματικό δίλημμα δεν είναι Ναι ή Όχι στους πρόσφυγες. Για τους τελευταίους, μπορεί και πρέπει έκαστος να πράξει τα πάντα, εξαντλώντας το ψυχικό του απόθεμα. Σύμφωνα μάλιστα, με την ελληνική παράδοση! Αλλά ως μέλος του δημοτικού συμβουλίου, καλείται να απαντήσει σε συγκεκριμένα ζητούμενα, θα υλοποιήσει η αυτοδιοίκηση ή όχι την κυβερνητική πολιτική για το προσφυγικό; (Και όλων εκείνων που υπό τον μανδύα της νεοσύστατης εθνικής ενότητας τη στηρίζουν). Καλώς ή κακώς, περί αυτού πρόκειται.

Όπως λοιπόν συμβαίνει με τα «συστημικά» κόμματα, που τώρα ταυτίζονται με την κυβέρνηση, (όπως και όταν ψήφιζαν το 3ο μνημόνιο), έτσι και στο δημοτικό συμβούλιο, ουδείς μίλησε ευθέως. Οι παρατάξεις, (ενδεχομένως, με οριζόντιους, σιωπηλούς, διαχωρισμούς), προτίμησαν να συζητούν… για την καταλληλότητα του χώρου της Ναυτικής Βάσης!

Ναι, είναι αλήθεια, το ζήτημα είναι (συνολικά) εκρηκτικό, ικανό να δυναμιτίσει και τα τελευταία αποθέματα της ελληνικής κοινωνίας. Ναι, είναι αλήθεια, δεν χωρούν εύκολες απαντήσεις. Όμως, τουλάχιστον, ας τοποθετήσουμε το ερώτημα στην πραγματική του βάση. Η αυτοδιοίκηση δεν έχει λόγο να αυτοακυρωθεί, μετατρεπόμενη σε φορέα υλοποίησης εντολών που εμφανίζονται ως αυτονόητες, αλλά δεν αποτελούν τίποτα περισσότερο από τη θλιβερή κατάληξη μιας προσέγγισης, που σύντομα, εκ των πραγμάτων, θα καταστεί αναλώσιμη και περιττή.

Η κυβέρνηση ας κάνει ό,τι η ίδια κρίνει με το προσφυγικό. Ο δήμος Βριλησσίων όμως, χωρίς πολλά – πολλά, χωρίς εμπλοκές και δραματοποιήσεις, οφείλει να στείλει ένα σαφές και «τίμιο» μήνυμα, ότι ΔΕΝ επιθυμεί να συνυπογράψει καμία εγκατάσταση στρατοπέδων στα όριά του, 1) διότι απλούστατα, δεν συντάσσεται, ως εκτελεστικός κομπάρσος με την κυβερνητική πολιτική, 2) διότι δεν θέλει να καταλήξει ο ίδιος Πόντιος Πιλάτος, καθώς σύντομα, θα παρακολουθεί ανήμπορος τη δραματική εγκατάλειψη των προσφύγων στη μοίρα τους, και τέλος, 3) γιατί οφείλει έγκαιρα να προστατέψει την τοπική κοινωνία από τη διαλυτική λογική τετελεσμένων, που δεν εντάσσονται σε κανένα ευοίωνο σχεδιασμό.

Αντί λοιπόν να προβληματιζόμαστε, για το αν μπορεί να αποκτήσει γρήγορα αποχέτευση η Ναυτική Βάση ή αντίστοιχα, για τα ποσοστά αναπλήρωσης συντάξεων που δεν θα πάρουμε ποτέ ή για τον αριθμό των τηλεοπτικών αδειών που θα διατεθούν, με διαγωνισμό (!), σε Τούρκους επιχειρηματίες, καλύτερα να θέσουμε το επείγον σε προτεραιότητα: Να σταθεί η χώρα, (και να κρατηθεί η τοπική κοινωνία), στα πόδια της.

*Μέλος του δημοτικού συμβουλίου του Δήμου Βριλησσίων με τη «Δράση για μια άλλη Πόλη»

Monday, February 22, 2016

Βάζουμε μπροστά τις μηχανές της αυτοδιαχείρισης…


Βάζουμε μπροστά τις μηχανές. Με αυτοδιαχείριση και αγώνα, για την επαναλειτουργία του εργοστασίου ξυλείας στην Πατρίδα της Βέροιας

Είμαστε οι εργαζόμενοι και οι εργαζόμενες μιας κάποτε μεγάλης επιχείρησης ξυλείας, οι περισσότεροι με 20-35 χρόνια εργασίας. Είμαστε εμείς που πεντέμιση χρόνια τώρα κάναμε υπομονή, απλήρωτοι-ες, στηρίζοντας μέσα σε όλες τις δυσκολίες την πιθανότητα να ορθοποδήσει η εταιρεία, πιστεύοντας τις υποσχέσεις και τα ψεύτικα λόγια των ιδιοκτητών της επιχείρησης. Είμαστε εμείς που κατ’ εντολή τους πηγαίναμε μία ώρα πριν από την ώρα της έναρξης και φεύγαμε μία ώρα μετά την λήξη του ωραρίου εργασίας. Από την νύχτα στην νύχτα. Είμαστε εμείς που με όλη μας την ψυχή, με όλο μας το κουράγιο, κάναμε τον “καπετάνιο” για να μην βουλιάξει το καράβι, όπως μας έλεγαν κάποιοι συνάδελφοι.

Έτσι, κάθε εργαζόμενος το 2010, είχε 150-160 ένσημα αντί 300 (με 25 ημέρες εργασίας τον μήνα) και πληρωνόταν έναντι μηνιαίως, 200-400 ευρώ.

Στις 4/10/2011 η εταιρεία κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου αίτηση κήρυξης πτώχευσης η οποία έπειτα από συνεχείς αναβολές της δικασίμου 22/2/12 στις 11/11/2012 θα εκδικαζόταν στις 13/03/2013. Την ίδια ημέρα η εταιρεία αναγνώρισε εγγράφως όλες τις οφειλόμενες και ληξιπρόθεσμες οφειλές και απαιτήσεις προς το προσωπικό έως και τον Σεπτέμβριο του 2011 .

Όλα αυτά τα χρόνια η τακτική που τα αφεντικά ακολούθησαν είχε ως σκοπό να απαλλάξει την εταιρεία από τις ευθύνες της απέναντι στους δανειστές της. Και μολονότι το πρωτοδικείο αποφάσισε το αντίθετο, ξεκίνησαν να πουλάνε τον μηχανολογικό εξοπλισμό, αλλοιώνοντας την περιουσία της εταιρείας, κατασπαράσσοντας το καμάρι μας, τη ζωή μας. Πρώτα το φορτηγό, μετά το κατερπίλαρ, κι έπειτα κλαρκ, μέταλλα, καλώδια, καζάνια, ένα τζιπ και άλλα… Και ξανά υποσχέσεις για πληρωμές αν σταματήσουμε τις αγωγές, και ξανά προσβολές, εκμεταλλευόμενοι του χρόνου που κερδίζουν από το αίτημα της πτώχευσης. Όποιος εργαζόμενος τόλμησε να ζητήσει τα χρήματά του, αντιμετώπισε τις απειλές των αφεντικών, που χτυπώντας τα χέρια τους πάνω στο γραφείο έλεγαν με τσαμπουκά: “δεν έχω, κάνε ότι θες άντε και…” , λες και τα φάγαμε μαζί. Αναγκαστήκαμε να ζητιανεύουμε τα δεδουλευμένα μας και τους κόπους μιας ζωής. Οι προσβολές και η απαξίωση ήταν η ανταμοιβή μας.

Η τελευταία πράξη του έργου παίζεται από το Σεπτέμβριο του 2015, όταν εμφανίζεται κάποιος κ. Σωτήρας ως επενδυτής για να αγοράσει την επιχείρηση αντί πινακίου φακής. Κι αυτός συνεχίζει το έργο των προηγούμενων, αφήνοντας απλήρωτους λογαριασμούς σε ΙΚΑ, ΦΠΑ, ΔΕΗ, ΦΟΡΟΥΣ… μερικές εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ. Φτάσαμε έτσι στον Ιανουάριο του 2016, που κάνουμε επίσχεση εργασίας και καταλαμβάνουμε το εργοστάσιο. Δηλώνουμε πως η υπομονή μας εξαντλήθηκε και θέλουμε την επιστροφή στην επιχείρηση όλων των πωληθέντων μηχανημάτων, των εξαρτημάτων, των αυτοκινήτων, των φορτηγών, των μηχανημάτων βαρέος τύπου, και των καλωδίων από την πώληση των οποίων πήραν χρήματα. Απαιτούμε η πολιτεία να καταδείξει το πότε αλλοιώνεται η περιουσία της επιχείρησης… Όταν πληρώνονται οι πρώην εργαζόμενοι η περιουσία μεταβάλλεται, ενώ όταν ξεπουλιούνται τα μηχανήματα και τα αφεντικά εισπράττουνε για λογαριασμό τους αυτή δεν αλλοιώνεται; Γιατί εμείς καταλαβαίνουμε πολύ καλά τι γίνεται, το πώς λειτουργούν οι διοικούντες στην επιχείρηση. Στα 20-30 χρόνια στον χώρο εργασίας, είδαμε τόσα όσα δεν μπορεί να φανταστεί κανείς.

Εμείς.
Οι πρώην και νυν εργαζόμενοι στην εταιρεία Ε.Παπαδόπουλος – Ν.Παγούρας Α.Β.Ε.Ε., είμαστε αποφασισμένοι, και η ορμή μας είναι το ίδιο το δίκαιο μας.
Να μην εγκαταλείψουμε τον αγώνα.
Να μην χαρίσουμε τα δεδουλευμένα μας ούτε τις αποζημιώσεις μας.

Είμαστε αποφασισμένοι να ξεκινήσουμε το εργοστάσιο χωρίς αφεντικά, και με αυτοδιαχείριση να σηκώσουμε το μπόι μας, ανακτώντας την αξιοπρέπεια μας.

Αυτό που οι πρώην ηγεμόνες της εταιρείας Ε.Παπαδόπουλος – Ν.Παγούρας Α.Β.Ε.Ε. δεν μπόρεσαν να κάνουν, μπορούμε να το κάνουμε εμείς.
Ακολουθώντας το παράδειγμα της ΒΙΟΜΕ στην Ελλάδα, λέμε πως χωρίς εμάς γρανάζι δεν γυρνά, εργάτες μπορούμε χωρίς αφεντικά.

Βάζουμε μπροστά τις μηχανές.

Οι ρομπέν του ξύλου, οι πρώην εργαζόμενοι-ες της εταιρείας ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ – ΠΑΓΟΥΡΑΣ

Saturday, February 20, 2016

Ο παπάς δίπλα στον Τσε

Στις 15 Φεβρουαρίου συμπληρώθηκαν 50 χρόνια από το θάνατο του Καμίλο Τόρες, του Ρωμαιοκαθολικού ιερέα που συμμετείχε στο κίνημα "Θεολογία της Απελευθέρωσης" που έφερε πολλούς ιερείς απέναντι στα δικτατορικά καθεστώτα της Λατινικής Αμερικής.  Ο Καμίλο Τόρες, υποστηρίζοντας ότι "η βία προέρχεται από αυτόν που αφαιρεί την μπουκιά από το στόμα του φτωχού και όχι από αυτόν που αμύνεται να συντηρηθεί στη ζωή", σε όλη του τη ζωή προσπάθησε να συνδυάσει τη χριστιανική πίστη με την αριστερή επαναστατική δράση. Μάλιστα, του αποδίδεται το γνωστό απόφθεγμα: "Αν ζούσε σήμερα Ιησούς, θα ήταν επαναστάτης". Η "Κόκκινη Πιπεριά" τιμώντας τη μνήμη του Καμίλο Τόρες αναδημοσιεύει το κείμενο του Θανάση Ν. Παπαθανασίου για τον Κολομβιανό ιερέα.

Του Θανάση Ν. Παπαθανασίου*

Φέτος συμπληρώνονται, ως γνωστό, σαράντα χρόνια από την εκτέλεση του Τσε Γκεβάρα στη Βολιβία. Ο Τσε δεν πρόλαβε να μπει στη χορεία της "γενιάς των σαραντάρηδων" - εκείνων που έσκασαν μύτη στο κυβερνητικό προσκήνιο διαφόρων χωρών προβάλλοντας συχνά ως κύριο προσόν τους την ηλικία τους και υποθάλποντας την αίσθηση ότι η βιολογία πουλάει εκεί όπου οι ιδέες μένουν απούλητες. Ο Τσε έφυγε στα τριανταεννιά του, μένοντας σύμβολο μιας βασικής ιδεολογικής αξίωσης: ότι δεν είναι τα πάντα εμπόρευμα. Ρεαλισμός ή πολιτικός παλαιοημερολογητισμός; Εδώ ακριβώς έγκειται η αξία των συζητήσεων που μπορούν να γίνουν με αφορμή την επέτειό του: πως μπορεί σήμερα να αρθρωθεί μια αποτελεσματική πολιτική πράξη απέναντι σε έναν παγκόσμιο ευέλικτο καπιταλισμό, ο οποίος μπορεί και μετατρέπει σε εμπόρευμα ακόμη και τις εναντίον του αντιρρήσεις. Και τον Τσε σε μόδα!
Ακριβώς την εποχή του Τσε Γκεβάρα και στην ίδια γεωπολιτική συνάφεια έδρασε παρόμοια άλλη μια προσωπικότητα: ο κολομβιανός ρωμαιοκαθολικός ιερέας Καμίλο Τόρες. Ο Τόρες γεννήθηκε έναν χρόνο μετά τον Τσε (1929) και σκοτώθηκε έναν χρόνο πριν απ' αυτόν (1966). Έφυγε στα τριανταεπτά του - κι αυτός δίχως να περάσει στη γενιά των σαραντάρηδων. Η δική του σαραντάχρονη επέτειος συμπληρώθηκε πέρισυ· δεν τη θυμηθήκαμε, μα είναι ευκαιρία φέτος να συμπεριληφθεί η συμβολή του στις συζητήσεις που μπορεί να γίνουν. Ουσιαστικά πρόκειται για συμβολή στο κίνημα του αριστερού χριστιανισμού, το οποίο εμφανίζεται ποικιλότροπα κάθε τόσο μέσα στην ιστορία, και το οποίο στην καταλεηλατημένη Λατινική Αμερική έλαβε λίγο αργότερα την ονομασία "θεολογία της απελευθέρωσης".
Η διαδρομή του Καμίλο Τόρες έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ήδη χειροτονημένος ιερέας και με σπουδές στην Ευρώπη, δίδαξε κοινωνιολογία στο Πανεπιστήμιο της κολομβιανής πρωτεύουσας για μερικά χρόνια, μέχρι δηλαδή να υποχρεωθεί σε παραίτηση για την αλληλεγγύη του προς την άδικη δίωξη κομμουνιστών φοιτητών. Συνέχισε το πνευματικό και ερευνητικό έργο του, ερχόμενος ολοένα και περισσότερο σε σύγκρουση με τους κυβερνητικούς κύκλους, τους εκπροσώπους μεγάλων οικονομικών συμφερόντων και την εκκλησιαστική ηγεσία, και αντιμετωπίζοντας τη δυσπιστία του κομμουνιστικού κόμματος. Το 1965 ήρθε στην ύπαρξη το πολιτικό κίνημα που ο ίδιος είχε εμπνευστεί: το Ενιαίο Μέτωπο του Λαού της Κολομβίας, στο οποίο συμμετείχαν οι προοδευτικές δυνάμεις της χώρας, από τους χριαστιανοσοσιαλιστές και τους κινεζόφιλους, μέχρι τα αγροτικά κινήματα και τους κομμουνιστές. Το Μέτωπο γνώρισε κάποιες επιτυχίες, μα κατόπιν κλονίστηκε από πλήθος διαφωνιών. Ο Τόρες μετακινήθηκε προς την άποψη ότι η συγκυρία απαιτούσε κάτι περισσότερο από την κλασική πολιτική παρουσία: δράση επαναστατική. Αυτό τον έφερε σε ρηξη με πολιτικούς συμμάχους του και με τον καρδινάλιο προϊστάμενό του. Ο Τόρες προχώρησε σε απέκδυση της επίσημης ιερατικής του ιδιότητας, χωρίς όμως να αποκηρύξει ούτε την πίστη ούτε την παπαδοσύνη του, που ένιωθε ότι συνέχιζε να φέρει. Αντιθέτως, δήλωνε ότι έκανε το βήμα αυτό ακριβώς για να παραμείνει ασυμβίβαστα πιστός στη χριστιανική πίστη του.
Στις 18 Οκτωβρίου 1965 "ανέβηκε στο βουνό", όπως θα λέγαμε στην ελληνική εαμική γλώσσα. Προσχώρησε στο ένοπλο αντάρτικο του Στρατού Εθνικής Απελευθέρωσης, το οποίο συμμεριζόταν την επαναστατική οπτική του Φιντέλ Κάστρο. Λίγους μήνες αργότερα σκοτώθηκε σε μια συμπλοκή με τον τακτικό στρατό.
Τα κείμενά του (μελετήματα, διακηρύξεις, ομιλίες) δείχνουν τις ευαισθησίες και τα κριτήριά του. Προσπάθησε, ανάμεσα σε πολλά άλλα, να δώσει τη δική του απάντηση σε δυο δυσκολότατα ερωτήματα: Αφενός, πώς μπορεί να υπάρξει μια μαχητική, ταξική δράση που να πηγάζει από την αγάπη κι όχι από το μίσος. Αφετέρου, υπό ποιους όρους μπορεί να ασκηθεί βία, η οποία καθεαυτήν είναι ασύμβατη προς τις ευαγγελικές αρχές. Οι απαντήσεις δεν είναι εύκολες, και μάλιστα αν λάβει κανείς υπόψη ότι η χρήση βίας είναι μια στιγμή τραγική, συνυφασμένη με το τελεσίδικο σβήσιμο του αντιπάλου. Οι απαντήσεις του Τόρες φυσικά μπορούν να συζητηθούν και να κριθούν. Ο Όσκαρ Ρομέρο, λόγου χάριν, αρχιεπίσκοπος του Ελ Σαλβαδόρ ο οποίος δολοφονήθηκε το 1980 από ακροδεξιούς παραστρατιωτικούς μέσα στο ναό του, κήρυττε μια μη-βίαιη στράτευση και αντίσταση. Σε κάθε περίπτωση όμως, πρέπει να προσεχτεί ο μείζων προβληματισμός που έθεσε ο Καμίλο Τόρες, καθώς και οι άλλοι εκπρόσωποι της θεολογίας της απελευθέρωσης: Ο κόσμος της αδικίας και της εξαθλίωσης του ανθρώπου δεν μπορεί να είναι θέλημα Θεού. Η ίδια η χριστιανική ιδιότητα αξιώνει όχι αποδοχή κάποιων θεωρητικών αξιωμάτων, αλλά έμπρακτη αλληλεγύη στους αδυνάτους. Και η σύγκρουση δεν γίνεται χάριν της ισχύος και της επιβολής της Εκκλησίας επί των αντιπάλων της (δεν έχει, δηλαδή, χαρακτηριστικά σταυροφορίας), αλλά χάριν των οδυνωμένων συνανθρώπων. Καλείται, δηλαδή, να είναι μια πράξη θυσιαστική κι όχι κατακτητική.
Ο Καμίλο Τόρες ευτύχησε να μη γίνει μπλουζάκι. Και είχε την τύχη ακραίων ασκητών. Ο τάφος του δεν βρέθηκε ποτέ.

*Δρ. θεολογίας και αρχισυντάκτης του περιοδικού Σύναξη  (Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2007)

Ένα ανθολόγιο κειμένων της Θεολογίας της Απελευθέρωσης

Friday, February 19, 2016

Το μεγάλο τσίρκο για τις τηλεοπτικές άδειες


Tου Γιάννη Νικολόπουλου

Με τις 154 ψήφους των Kοινοβουλευτικών Oμάδων ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και του ανεξάρτητου Νίκου Νικολόπουλου, ο υπουργός Επικρατείας, αρμόδιος για τα ΜΜΕ αλλά και για τις πάσης φύσεως επενδύσεις, Νίκος Παππάς, κατέστη ο απόλυτος κυρίαρχος στο πεδίο των τηλεοπτικών ΜΜΕ. Ποτέ άλλοτε, ένας υπουργός δεν συγκέντρωσε τέτοια δύναμη και τόσες εξουσίες στα χέρια του, με το πρόσχημα της διαφάνειας, της αποτελεσματικής και τελεσίδικης ρύθμισης και της δήθεν πάταξης της διαπλοκής. Ποτέ άλλοτε ένας υπουργός δεν κατέστη ανεξέλεγκτος στο άγριο παρασκήνιο, που προμηνύεται ανάμεσα στους τηλεοπτικούς μνηστήρες.

Από τον περασμένο Οκτώβριο είχαν αποκαλυφθεί οι κυβερνητικές προθέσεις, προκειμένου η διαμόρφωση του νέου ραδιοτηλεοπτικού τοπίου να περάσει αποκλειστικά στα χέρια του υπερυπουργού Επικρατείας και εξ απορρήτων συμβούλου και έμπιστου προσώπου του Αλέξη Τσίπρα. Πρώτα, με ένα διάτρητο συνταγματικά νομοθετικό πλαίσιο στον νόμο 4339/2015. Ο υπουργός προσδιόριζε τον αριθμό των αδειών, χωρίς κριτήρια και προϋποθέσεις, παραβιάζοντας κάθε συνταγματική πρόνοια και παρακάμπτοντας τη συμμετοχή και τη δεσμευτική, έστω, γνωμοδότηση του ΕΣΡ στη διαδικασία καθορισμού. Στον ίδιο νόμο, με τροπολογία της τελευταίας στιγμής, εν μια νυκτί, κατά παράβαση του Συντάγματος και του Κανονισμού της Βουλής, ο Παππάς διέλυσε την τότε υφιστάμενη και σύννομη σύνθεση του ΕΣΡ, συντηρώντας μια «οικογενειακή», πολιτική βεντέτα με την Ζωή Κωνσταντοπούλου και καθαιρώντας από το αξίωμα της προσωρινής προέδρου τη μητέρα της, Λίνα Αλεξίου, που είχε εκφράσει έντονες αντιρρήσεις για τη νομιμότητα, τη συνταγματικότητα και την αρτιότητα του ν.4339/2015. Παράλληλα, άνοιξε τεράστια κερκόπορτα αδιαφάνειας, με την καθιέρωση της ανωνυμίας των μετοχικών κεφαλαίων των νέων αναδόχων εταιριών, ακολουθώντας σε αυτό το σημείο τις λεγόμενες «βέλτιστες πρακτικές» της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ ταυτόχρονα προέκυψε ένας μεγάλος εργασιακός Καιάδας με τη δυνατότητα, ο νέος ανάδοχος-καναλάρχης να μετατρέπει αυθαίρετα και κατά το δοκούν, τις άδειες γενικού περιεχομένου, σε ψυχαγωγικού ή ενημερωτικού, απολύοντας αυτοστιγμεί το πλεονάζον προσωπικό με την προστασία πια της νέας, εργοδοτικής «νομιμότητας».

Τέσσερις μήνες τώρα, η κίνηση Παππά να καθαιρέσει τρία μέλη του ΕΣΡ και ουσιαστικά να διαλύσει την Ανεξάρτητη Αρχή, χάρισε στους καναλάρχες εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ σε πρόστιμα και άλλες διοικητικές κυρώσεις. Τα κανάλια αποχαλινώθηκαν, παραβιάζοντας τηλεοπτικούς χρόνους τηλετζόγου και διαφημίσεων, ενώ 296 εκκρεμείς προς εξέταση φάκελοι στο Συμβούλιο, αραχνιάζουν στα ντουλάπια του. Ανάμεσά τους και πολλοί που αφορούν την προκλητική, αντιδημοκρατική και προπαγανδιστική στάση των καναλιών πριν από το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου.

Οι απανωτές νυχτερινές τροπολογίες Παππά και η πολλαπλώς αμφισβητούμενη και ουδέποτε πλήρως δημοσιευμένη γνωμοδότηση του Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου της Φλωρεντίας παραδίδουν το ραδιοτηλεοπτικό τοπίο στις διαθέσεις του ίδιου και του Γενικού Γραμματέα Ενημέρωσης και Επικοινωνίας, Λευτέρη Κρέτσου, χωρίς στοιχειώδη έλεγχο και δημόσια διαβούλευση και παρέμβαση κοινωνικών και πολιτικών φορέων. Το δε ΕΣΡ θα παραμείνει ανενεργό όχι μόνο λόγω της αδυναμίας συγκρότησης που εύσχημα μεθόδευσε η συγκυβέρνηση, αλλά και με τη αντισυνταγματική στάση του Προέδρου της Βουλής, Νίκου Βούτση, που προανήγγειλε την παύση των διαδικασιών ανάδειξης, μετά την τρίτη, άγονη απόπειρα. Με όλα τα παραπάνω, η διαπλοκή όχι μόνο δεν πλήττεται, αλλά τρίβει τα χέρια της, ενώ νέοι παίκτες, εγχώριοι και ξένοι, ετοιμάζονται να μπουν γερά στο παιχνίδι, καθώς και όπως φαίνεται ο πολυπράγμονας υπουργός Επικρατείας τάζει άδειες εντός και εκτός της χώρας σε όποιον είναι διατεθειμένος να δώσει ψιχία για ένα ανεκτίμητο, στην πραγματικότητα, ψηφιακό φάσμα και σήμα.

Πηγή: Εφημερίδα Δρόμος της Αριστεράς

Ανορθόδοξος φονταμενταλισμός

Toυ Αρχιμανδρίτη Σωφρόνιου Γκουτζίνη

Η Θεολογική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με συντριπτική πλειοψηφία των μελών ΔΕΠ των Τμημάτων της, αποφάσισε τη δημιουργία και λειτουργία Προγράμματος Ισλαμικών Σπουδών. Η απόφαση αυτή πρόσφατα εγκρίθηκε και από το αρμόδιο Υπουργείο Παιδείας. Πρέπει δε ο αναγνώστης να γνωρίζει ότι στα πλαίσια της ακαδημαϊκής ελευθερίας και της επιστημονικής έρευνας η πανεπιστημιακή κοινότητα είναι η μόνη υπεύθυνη για τη διαμόρφωση του προγράμματος σπουδών της. Παρόλα αυτά οι πρωτεργάτες του εγχειρήματος ζήτησαν και έλαβαν την ευλογία του Οικουμενικού Πατριαρχείου για την ευόδωση της προσπάθειάς τους. Επίσης το εγχείρημα στηρίχτηκε και από το σύνολο των Αρχιερέων της Θράκης μας.

Η λειτουργία Προγράμματος Ισλαμικών Σπουδών μέσα στο ακαδημαϊκό περιβάλλον δεν είναι κάτι πρωτόγνωρο και πρωτάκουστο στην πανεπιστημιακή κοινότητα. Ο αναγνώστης θα πρέπει να γνωρίζει πως ένας από τους σπουδαιότερους ισλαμολόγους στην Ευρώπη είναι ο ελληνικής καταγωγής καθηγητής του Πανεπιστημίου του Στρασβούργου Αστέριος Αργυρίου, τον οποίο ο γράφων είχε την τύχη να έχει καθηγητή κατά την περίοδο των σπουδών του, οπότε και ο φημισμένος καθηγητής δίδασκε ως επισκέπτης στη Θεολογική Σχολή ΑΠΘ. Επίσης ο αναγνώστης θα πρέπει να μάθει πως για δεκαετίες η Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης παραχωρούσε το αίθριο του 4ου ορόφου της προκειμένου να προσεύχονται οι μουσουλμάνοι φοιτητές του ΑΠΘ στην λατρεία της Παρασκευής. Έχει λοιπόν η Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης μία μακροχρόνια συνεισφορά στη συνάντηση και στην αλληλογνωριμία με τις άλλες θρησκείες και ειδικότερα το Ισλάμ. Η δημιουργία του Προγράμματος Ισλαμικών Σπουδών έρχεται ως συνέχεια αυτής της πολυετούς διαδρομής.
Η διαδρομή αυτή όμως δεν είναι εύκολη. Η καλή θέληση δεν είναι πάντα δεδομένη. Έτσι η δημιουργία Προγράμματος Ισλαμικών Σπουδών και οι εμπνευστές της σπιλώθηκαν, συκοφαντήθηκαν, έγιναν στόχος λασπολογίας και κακοπροαίρετης κριτικής. Σε αυτή πρωτοστατούν εθνικιστικοί κύκλοι οι οποίοι κρύπτονται πίσω από ταμπέλες «αγωνιζωμένων χριστιανικών κινήσεων», στρατευμένες ιστοσελίδες θρησκευτικής παραπληροφόρησης, μεμονωμένοι ιερομόναχοι που βλέπουν παντού εχθρούς, καθώς και μειοψηφούντες καθηγητές της Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ. Όλοι αυτοί συναθροίσθηκαν στο Βελλίδειο Συνεδριακό Κέντρο την προηγούμενη Κυριακή 14/2/2016 σε εκδήλωση κατά της λειτουργίας του Προγράμματος Ισλαμικών Σπουδών, που διοργάνωσε η τοπική Ιερά Μητρόπολις.

Παρακολούθησα μέσω internet την ως άνω εκδήλωση. Τα συμπεράσματα πικρά: ένοιωσα πως στο Βελλίδειο δεν συναθροίσθηκε η Εκκλησία του Χριστού ,γιατί στην Εκκλησία του Χριστού και των Αγίων κυριαρχεί η χαρά, στην εν λόγω εκδήλωση κυριάρχησε ο φόβος: ο φόβος απέναντι στον ξένο, απέναντι στο σήμερα,   στις προκλήσεις του μέλλοντος, ο φόβος που δεν άφηνε πουθενά χώρο για την αγάπη. Όπου υπάρχει φόβος είναι αδύνατον να ανθίσει ο παράδεισος. Τελικά στην εκδήλωση του Βελλιδείου ο Χριστός ήταν απών. Μπορεί κάποιοι να νοιάζονταν για το έθνος, μπορεί κάποιοι να προσκόμισαν αδιάσειστα στοιχεία για το δημογραφικό, ο Χριστός όμως ήταν απών. Ο Χριστός του Βελλιδείου ήταν ένα ιδεολόγημα και όχι το πρόσωπο του Θεανθρώπου. Όχι εκείνος που μίλησε κυρίως με τις πόρνες, με τους τελώνες, με τη Σαμαρείτιδα, την Χαναναία, τον Άσωτο, των Ρωμαίο Εκατόνταρχο. Μπορεί να ήταν παρών ο «Χριστός» του ελληνοχριστιανισμού, απουσίαζε όμως ο Χριστός της Εκκλησίας που αναστήθηκε και νίκησε τον θάνατο. Στο Βελλίδειο όμως κρύφτηκε ο Χριστός της Εκκλησίας και νίκησε ο θάνατος: ο θάνατος της αγάπης, ο θάνατος της ελευθερίας, ο θάνατος της αλήθειας. Ευτυχώς όμως η Θεσσαλονίκη έχει μνημεία και για αύτο στο σώμα της πόλεως διασώζεται η αλήθεια. Στον ίδιο τον Ιερό Ναό του πολιούχου της Θεσσαλονίκης Αγίου Δημητρίου υπάρχει ένα ενδιαφέρον ψηφιδωτό, το οποίο βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του νότιου πεσσού. Η εικόνα παριστά ολόσωμο το Μεγαλομάρτυρα να ακουμπά το χέρι του με προστατευτικό τρόπο στον ώμο ενός επίσης ολόσωμου διακόνου.




Κάτω από τα πόδια των δύο μορφών αναγράφεται το εξής: “Πανόλβιε, Χριστού μάρτυς, φιλόπολις / φροντίδα τίθη, και πολιτών και ξένων” Δηλαδή: Μακάριε Μάρτυρα του Χριστού, εσύ που αγαπάς την πόλη σου, φρόντιζε και τους πολίτες της και τους ξένους.
Τελικά, αγαπητέ μου αναγνώστη, η συνάθροιση του Βελλιδείου δεν ήταν εκκλησιαστικό γεγονός, αλλά τραγική μαρτυρία αν-ορθόδοξου φονταμενταλισμού.
  
*Ο Αρχιμανδρίτης Σωφρόνιος Γκουτζίνης είναι Εκπαιδευτικός