μεταναστες

μεταναστες

Wednesday, July 29, 2015

Το ζήτημα της χειραφέτησης

Του Στρατή Ψάλτου*

Στις αρχές του 19ου αιώνα εμφανίστηκε σε χώρες της Ευρώπης και στα κρατίδια της σημερινής Γερμανίας εκ μέρους κοινοτήτων των Εβραίων το αίτημα της Εβραϊκής Χειραφέτησης, δηλαδή της κατάργησης μεροληπτικών νόμων εις βάρος των Εβραίων (μη αναγνώριση υπηκοότητας, απαγόρευση ψήφου κοκ) και απόκτησης ίσων πολιτικών δικαιωμάτων.

Στο αίτημα αυτό τοποθετήθηκε τότε ένας νεαρός Γερμανός συγγραφέας, ο Bruno Bauer, ο οποίος υποστήριξε ότι το αίτημα της χειραφέτησης δεν πρέπει να τίθεται στο όνομα μιας θρησκευτικής ταυτότητας, η οποία ζητάει δημόσια αναγνώριση, αλλά στο όνομα μιας κοινής πολιτικής ταυτότητας. Ο Εβραίος, όπως και ο Χριστιανός, λέει ο Bauer, μπορούν να έχουν μια θρησκευτική ταυτότητα, αλλά αυτή να είναι "καθαρά ιδιωτική υπόθεση". Ως προς το κράτος οφείλουν να ζητήσουν τη χειραφέτησή τους, όχι ως Εβραίοι ή Χριστιανοί, αλλά ως πολίτες. Πίσω από τη θέση του Bauer βρίσκεται μία από τις βασικές παραδοχές του επιχειρήματος του Διαφωτισμού-Μοντερνισμού ότι οι θρησκείες δεν είναι παρά βαθμίδες στην ανάπτυξη του ανθρώπινου πνεύματος, το οποίο μπορεί να χειραφετηθεί και να άρει κάθε αντίθεση από την οποία σπαράσσεται, μόνο όταν βρει τον πραγματικό του εαυτό μέσα στον Λόγο.

Σήμερα, τουλάχιστον εκεί όπου έχουν καταρρεύσει οι αντιλήψεις περί ενός καθολικού Λόγου και κυριαρχούν τα μετα-Μοντέρνα επιχειρήματα, το αίτημα της χειραφέτησης κατανοείται και επιδιώκεται διαφορετικά. Στο όνομα της χειραφέτησης δεν ζητείται πια η θρησκευτική ή η όποια άλλη ταυτότητα να γίνει μια "καθαρά ιδιωτική υπόθεση" σε σχέση με αυτή του πολίτη. Αντιθέτως, η χειραφέτηση έχει το νόημα της δημόσιας προβολής αυτών των διαφορετικών ταυτοτήτων και της εκ μέρους του κράτους ισότιμης αναγνώρισής τους και θεσμοθέτησης των αντίστοιχων δικαιωμάτων.

Απέναντι σε όλα αυτά τα επιχειρήματα περί χειραφέτησης, τόσο τα μοντέρνα όσο και τα μεταμοντέρνα, στέκεται το μεγαλειώδες νεανικό (1844) κείμενο του Karl Marx για το Εβραϊκό Ζήτημα. Σε αυτό ο Marx αναρωτιέται για το ποιες κοινωνικές συνθήκες συνδέονται κάθε φορά με κατανοήσεις της χειραφέτησης, παρόμοιες με αυτή που διατυπώνεται από τον Bauer. Ο Marx αναγνωρίζει ότι αυτές αποτελούν ασφαλώς μία μεγάλη πρόοδο, αλλά δεν αποτελούν τη ριζική μορφή της χειραφέτησης, καθώς ενώ είναι μορφές πολιτικής χειραφέτησης, δεν είναι η "ανθρώπινη χειραφέτηση". Η ανθρώπινη χειραφέτηση μπορεί να συμβεί, λέει ο Marx, μόνο όταν ο άνθρωπος πάψει να ζει μέσα στην αλλοτρίωση του εαυτού του, θαμπωμένος από φαντασιώσεις αυτάρκειας και δύναμης.

Ο Lacan κάνει συχνά αναφορά σε αυτό το κείμενο του Marx και στην έννοιας της αλλοτρίωσης, όπως για παράδειγμα στο 7ο Σεμινάριο (1960) ή στο 11ο Σεμινάριο (1964). Έχοντας υπόψη τη λακανική ορολογία και παραφράζοντας τη διατύπωση του Marx, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ανθρώπινη χειραφέτηση μπορεί να συμβεί, μόνο όταν ο άνθρωπος πάψει να ζει μέσα στην αλλοτρίωση του εαυτού του, θαμπωμένος από φαντασιώσεις παντοδυναμίας, και αναγνωρίσει τον εαυτό του στον τόπο της έλλειψης. Μια αναγνώριση από την οποία είναι δυνατόν να παραχθεί μία εναλλακτική οικονομία τόσο της επιθυμίας όσο και των κοινωνικών σχέσεων. Διαφορετικά, όσο οι άνθρωποι θα ζητούν να χειραφετηθούν σε σχέση με την επιμέρους ταυτότητά τους, "δίχως να χειραφετηθούν οι ίδιοι σαν άνθρωποι", θα συνεχίζουν να διαιωνίζουν και να συμμετέχουν στο παιχνίδι της υποταγής.

*Δρ. Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας

Tuesday, July 28, 2015

Ο Σύριζα ως «καταστρόϊκα»

Του Γιώργου Καραμπελιά

Εν τέλει, ο Γιάννης Βαρουφάκης αποκαλύπτει τον Αλέξη Τσίπρα. Δηλώνει πως, σύμφωνα με εντολή του τελευταίου, από τον περασμένο Δεκέμβριο, προετοίμαζε μυστικό σχέδιο για το πώς θα ελέγξει κρυφά τις καταθέσεις όλων των Ελλήνων έτσι ώστε να μπορεί, μέσα σε μία μέρα, να μετατρέψει το νομισματικό σύστημα της χώρας και να περάσει από το ευρώ στη δραχμή, χωρίς να το γνωρίζουν οι ίδιοι οι πολίτες της χώρας. Παρότι ο Βαρουφάκης διαθέτει πλούσια φαντασία, είναι μυθομανής και διακρίνεται για τις μπαρούφες του (εξ ου και το τόσο ταιριαστό γι’ αυτόν όνομά του, που φαίνεται πως κρατάει από κάποια μακρά οικογενειακή παράδοση), είμαι πεισμένος πως αυτό το σχέδιο ήταν πραγματικό, στο πλαίσιο βέβαια πάντα της συριζαίικης πραγματικότητας.

Το ότι είναι πραγματικό και όχι αποκύημα της φαντασίας του Βαρουφάκη καταδεικνύεται από μία πληθώρα στοιχείων. Πρώτα και κύρια, από το γεγονός ότι η κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός δεν τολμούν να τον διαψεύσουν, ενώ συναρτάται άμεσα με την κήρυξη του δημοψηφίσματος και το κλείσιμο των τραπεζών, ως το προοίμιο για τη μετάβαση στη δραχμή. Μόνο που, την τελευταία στιγμή, ο Τσίπρας, κάτω από ποικίλες πιέσεις τις οποίες έχουμε αναλύσει σε άλλα κείμενα, έκανε πίσω. Αυτό, εξάλλου, υποδηλώνει ο τρόπος που για έξι μήνες δήθεν διαπραγματευόταν η κυβέρνηση, οδηγώντας τα πράγματα στο τελικό αδιέξοδο, στα τέλη Ιουνίου.

Επιπλέον ενδείξεις ή και αποδείξεις για την ύπαρξη αυτού του σχεδίου μας δίνει η μερική του αποκάλυψη από τον πρόεδρο των εφοριακών υπαλλήλων και νυν ανταμειφθέντα με υπουργείο, Τρύφωνα Αλεξιάδη, ο οποίος είχε δηλώσει, σε ανύποπτο χρόνο, την Άνοιξη, πως οι εφορίες θα ήταν δυνατό να αντικαταστήσουν τις τράπεζες, δήλωση την οποία και αμέσως απέσυρε μετά τον σχετικό σάλο που προκάλεσε. Επρόκειτο άραγε για εφαρμογή του σχεδίου Βαρουφάκη, περί παράλληλου τραπεζικού συστήματος; Στην ίδια κατεύθυνση επίσης εντάσσεται το σχέδιο Λαφαζάνη και η δήλωση της Βαλαβάνη, το βράδυ του δημοψηφίσματος, ότι θα ελέγχονται και οι τραπεζικές θυρίδες, καθώς και η απόσυρση μεγάλου χρηματικού ποσού της μητέρας της από το τραπεζικό σύστημα.

Εάν καθίσουμε εκ των υστέρων και καταγράψουμε τα γεγονότα και τις ενδείξεις των προθέσεων αυτής της συμμορίας των δραχμολάγνων της συμφοράς, δεν μπορεί να μείνει καμία αμφιβολία για το ότι το σχέδιο αυτό είχε τεθεί σε εφαρμογή· τα ΑΦΜ όλων μας είχαν περάσει κάτω από τον έλεγχο των Τσίπρα-Βαρουφάκη και φτάσαμε στο παρά ένα για την ολοκλήρωση του σχεδίου.

Και, προφανώς, η βασική απόδειξη της συνενοχής παραμένει το βασικό στοιχείο που αναφέραμε, η έλλειψη διάψευσης από την κυβέρνηση καθώς και η παραμονή του Βαρουφάκη μέχρι σήμερα στην κοινοβουλευτική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ. Όλα αυτά υποδηλώνουν πως φοβούνται ότι ο Βαρουφάκης έχει καταγεγραμμένα, με τον ένα ή άλλο τρόπο, τα στοιχεία αυτής της συνωμοσίας και γι’ αυτό άλλωστε τα κυκλοφορεί ο ίδιος, σε μια μορφή ανοικτής πρόκλησης προς τον Τσίπρα. Τώρα, εξάλλου, μπορούμε να κατανοήσουμε το νόημα της δήλωσής του, πως είχε καταγράψει όλες τις συνομιλίες στο Eurogroup της Ρίγας. Επρόκειτο για μία έμμεση απειλή προς τον πρωθυπουργό να μη θελήσει ποτέ να τον διαψεύσει διότι αυτός καταγράφει τα πάντα. Διαφορετικά, μια τέτοια δήλωση, όπως καταλαβαίνουμε, δεν είχε νόημα, στον βαθμό που ξεσήκωσε όλους τους υπουργούς Οικονομικών εναντίον του. Άρα είχε πραγματοποιηθεί για εσωτερική κατανάλωση.

Το σκανδαλώδες σε όλη αυτή την ιστορία είναι πως οι πάντες, ο Τύπος, η δικαιοσύνη, οι τηλεοπτικοί σταθμοί, τα κόμματα της αντιπολίτευσης παριστάνουν πως δεν καταλαβαίνουν ότι το πρόβλημα δεν αφορά τον «διαταραγμένο» Βαρουφάκη, αλλά κατ’ εξοχήν τον ίδιο τον Τσίπρα. Αυτός, όπως έχουμε τονίσει τόσες και τόσες φορές, έπαιζε από την αρχή ένα διπλό, τουλάχιστον, παιχνίδι. Από τη μία πλευρά προσπαθούσε να καθησυχάσει το «σύστημα», εγχώριο και διεθνές –επιλογή Παυλόπουλου, αγκαλιές με τη Μέρκελ, επιλογή Πανούση στο υπουργείο Προστασίας του Πολίτη–, και από την άλλη προετοίμαζε την πιθανότητα μίας «ρήξης», εξ ου και η επιλογή Βαρουφάκη για το υπουργείο Οικονομικών και η προετοιμαζόμενη από τον Δεκέμβριο του ’14 συνομωσία, η επιλογή της Ζωής Κωνσταντοπούλου για την Προεδρία της Βουλής, και οι συνακόλουθες «επιτροπές αλήθειας», η τοποθέτηση Λαφαζάνη στο υπουργείο Ενέργειας, ως δίαυλο των επαφών με τους Ρώσους. Και η μόνη σταθερά και στις δύο αυτές εκδοχές παρέμενε η στήριξη στο φιλο-αμερικάνικο λόμπι (Κοτζιάς, Καμμένος, Αναγνωστοπούλου κ.λπ.).

Το οικονομικό κόστος της «καταστρόικα»

Αυτή η εξάμηνη συνομωσία είχε ένα τεράστιο κόστος.

Κόστος οικονομικό: 40 δισεκατομμύρια μείωση καταθέσεων, 20 δισεκατομμύρια πτώση της χρηματιστηριακής αξίας των Τραπεζών και έξοδος μετόχων, ήρθαν να αποτελειώσουν το ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Ένα τραπεζικό σύστημα που, πέντε χρόνια πριν, ήταν το ισχυρότερο των Βαλκανίων, με 220 δισεκατομμύρια καταθέσεις και παρουσία σε όλες τις βαλκανικές χώρες, αποσυντέθηκε μάλλον οριστικά κατά τους τελευταίους έξι μήνες, έτσι ώστε να το αγοράσουν οι καραδοκούντες, Γερμανοί και Γάλλοι κυρίως, ενώ παράλληλα οι γερμανικές Τράπεζες θα υποκαταστήσουν πλήρως τις ελληνικές στα Βαλκάνια. Έτσι, το μόνο όπλο που διέθετε η Ελλάδα για να προωθήσει μία προσέγγιση των οικονομιών των βαλκανικών χωρών που ήταν οι Τράπεζές της, ετέθη νοκ άουτ. Κάτω οι τραπεζίτες, ζήτω οι «συμμορίτες της δραχμής». Εξάλλου, όπως τονίζει ο Γιάννης Μηλιός και οι αντιεξουσιαστές antifa βορείων προαστίων, οι Έλληνες είναι οι «ιμπεριαλιστές των Βαλκανίων» και το κλείσιμο των ελληνικών τραπεζών από τον Βαρουφάκη αποτελεί αντιιμπεριαλιστική πράξη· V ως vendetta.

Το κόστος της εξάμηνης οικονομικής διαχείρισης, εκτός από τις Τράπεζες, ήταν τεράστιο για όλους τους παραγωγικούς τομείς (πρόβλεψη για μείωση 3% του ΑΕΠ έναντι ανόδου 2,5%, περίπου, 8-10 δισεκατομμύρια ευρώ μείωση. Πράγμα που μεταφράζεται σε πτώση των εξαγωγών, μείωση της βιομηχανικής παραγωγής και στασιμότητα ακόμα και του τουρισμού, που προβλεπόταν να έχει πάρα πολύ μεγάλη άνοδο, λόγω της κρίσης στη Β. Αφρική και την Τουρκία. Αυξήθηκαν κατά 2 με 3 δισεκατομμύρια ευρώ οι οφειλές του κράτους προς τους ιδιώτες, ενώ κατέρρευσαν τα έσοδα του δημοσίου, τους πρώτους εφτά μήνες, κατά 2 με 3 δισεκατομμύρια. Συνέπεια όλων αυτών είναι η επιδείνωση της κατάστασης στα νοσοκομεία, όπου οι κρατικές επιχορηγήσεις μειώθηκαν δραματικά (πάνω από 80%), ενώ η ανεργία άρχισε και πάλι να ανεβαίνει μετά τη μικρή πτώση που είχε σημειώσει την προηγούμενη περίοδο. Το δε κλείσιμο των Τραπεζών και ο έλεγχος κεφαλαίων έχει ένα κόστος στο σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας που υπολογίζεται, σε καθημερινή βάση, από το ελάχιστο των 300 εκατομμυρίων έως 1 δισεκατομμύριο ευρώ. Και δεδομένου ότι επλήγη ανεπανόρθωτα η εμπιστοσύνη στο τραπεζικό σύστημα, ακόμα και όταν –και αν–, μετά από αρκετούς μήνες. αρθούν οι έλεγχοι, για χρόνια, οι Έλληνες θα συνεχίσουν να καταθέτουν τις αποταμιεύσεις τους ή τα κεφάλαιά τους στο εξωτερικό, μη έχοντας εμπιστοσύνη στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα.

Ο κατάλογος θα μπορούσε να είναι χωρίς τέλος ενώ, τώρα, έρχεται ο μεγάλος λογαριασμός των προαπαιτούμενων του παλαιού μνημονίου, το κόστος του οποίου εκτινάχθηκε στα 8 με 9 δισεκατομμύρια ευρώ, από τα 2 δις τα οποία ζητούσαν μέχρι τον Φεβρουάριο οι δανειστές. Το καταστροφικό κόστος της διαχείρισης Βρουφάκη-Τσίπρα, στην πραγματικότητα, βρίσκεται στα 100 δισεκατομμύρια (οι υπολογισμοί κυμαίνονται από το ελάχιστο των 60 δισεκατομμυρίων στο μέγιστο των 200 δισ). Κατά την αμέσως επόμενη περίοδο, αυτό το κόστος θα αρχίσει να μετακυλίεται με δραματικό τρόπο και σε όσους Έλληνες δεν είχαν πληγεί ιδιαίτερα μέχρι τώρα και αποτελούν συχνά τους χαζοχαρούμενους χειροκροτητές του κυρίου Τσίπρα – διότι όλοι όσοι εργάζονται στον ιδιωτικό τομέα έχουν ήδη γευθεί τα αγαθά της αριστερής διακυβέρνησης. Οι συνέπειες της κατάρρευσης, τους επόμενους μήνες, θα επεκταθούν δραματικά στο σύνολο των Ελλήνων – με την εξαίρεση βεβαίως μερικών χιλιάδων Συριζαίων, οι οποίοι διορίστηκαν σε υπουργεία, γ. γραμματείες κ.λπ, και αποτελούν τη μόνη πραγματική κοινωνική βάση της κυβέρνησης. Διότι η καταβαράθρωση της οικονομικής δραστηριότητας και των Τραπεζών οδηγεί ήδη σε αύξηση των φόρων – έμμεσων (ΦΠΑ) και άμεσων (φορολογικές δηλώσεις, ΕΝΦΙΑ κ.λπ)–, καθώς και σε μείωση των συντάξεων και των μισθών του δημοσίου. Οι εκπαιδευτικοί, που στήριξαν τόσο σθεναρά την κυβέρνηση, θα πληγούν όχι μόνο στο εισόδημά τους αλλά, όπως ήδη ανακοινώνεται, με την αύξηση των ωρών εργασίας τους, εξαιτίας της έλλειψης εκπαιδευτικών και της αδυναμίας προσλήψεων.

Όμως, η καταστροφική παρουσία των κυβερνώντων δεν περιορίστηκε στην οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα, όπου τα μόνα τους επιτεύγματα είναι η διόγκωση των μεταναστευτικών ρευμάτων και η ψήφιση του εθνοκτόνου νόμου για την ιθαγένεια, αλλά προκάλεσαν και μια τεράστια υποβάθμιση της γεωπολιτικής θέσης και των δυνατοτήτων της χώρας.

Το γεωπολιτικό κόστος

Κατ’ αρχάς, προφανώς, μόνο και μόνο η γεωπολιτική υποβάθμιση, εξαιτίας της επιδείνωσης της οικονομικής κρίσης, θα ήταν αρκετή. Το γεγονός των συνεπειών της στα Βαλκάνια, και όχι μόνο, εξαιτίας της κατάρρευσης των ελληνικών Τραπεζών, είναι προφανής: ο Έντι Ράμα στην Αλβανία αναθεώρησε ήδη τις αποφάσεις για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ, και προβάλλει, ανενδοίαστα, σενάρια μεγάλης Αλβανίας. Η βουλγαρική κυβέρνηση στράφηκε ενάντια στην Ελλάδα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τα Σκόπια επιμένουν στη μακεδονική τους εμμονή, ενώ η Τουρκία εμφανίζεται διατεθειμένη να μας βοηθήσει στην… αποπληρωμή των δανείων μας! Η Κύπρος βρίσκεται μπροστά σε ένα νέο σχέδιο Ανάν και συνεχίζει να απομακρύνεται από την Ελλάδα, με την αμέριστη συμπαράσταση του υπουργείου Εξωτερικών και της Σίας Αναγνωστοπούλου.

Το γεγονός αυτό καθεαυτό, το ότι, δηλαδή, η Γερμανία και άλλες χώρες της ευρωζώνης έθεσαν ανοικτά ζήτημα εξώσεως της Ελλάδας από αυτή, αποτελεί ένα αρνητικό προηγούμενο τεράστιας σημασίας. Η χώρα μας αντιμετωπίζεται διακηρυγμένα ως ο παρίας της ευρωζώνης. Η σχέση μας με τη Ρωσία επλήγη από τις παλινωδίες υπουργών και πρωθυπουργού, ενώ έγινε περισσότερο υποτελής η σχέση με τις ΗΠΑ. Το εξάμηνο της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ οδήγησε σε γεωπολιτική υποβάθμιση τη χώρα, η αμυντική μας ικανότητα περιορίζεται και άλλο, με τις περικοπές των αμυντικών δαπανών των νέων μνημονίων. Ποτέ άλλοτε στην πρόσφατη ιστορία δεν υπήρξαν τόσο περιφρονητικές δηλώσεις για την Ελλάδα από κυβερνήσεις (Ραχόι, Κάμερον, Βέλγιο, Σλοβακία, Φιλανδία κ.ά.) όσες αυτό το εξάμηνο, ιδιαίτερα τους δύο τελευταίους μήνες. Ακόμα και με τους παραδοσιακούς φίλους του ΣΥΡΙΖΑ, τους Ποδέμος, οι σχέσεις έγιναν πολύ πιο ψυχρές και η Ελλάδα αντιμετωπίζεται από αυτούς και από την Ιρλανδία ως ο επικίνδυνος, μπατιριμένος και αναξιόπιστος συγγενής που πρέπει να αποφεύγεται. Αντί για ενίσχυση των συμμαχιών, είχαμε απώλεια ακόμα και των παραδοσιακών. Και το γεγονός ότι πάρα πολλοί άνθρωποι στην Ευρώπη συμπαραστέκονται στην Ελλάδα, ως θύμα της γερμανικής πολιτικής, και της επιθυμίας της για έξωσή μας από την ευρωζώνη, δεν μπορεί να αντικαταστήσει τις τεράστιες ζημιές που προκλήθηκαν. Όταν μάλιστα οι παλινωδίες της κυβέρνησης Τσίπρα και η υποχώρησή της στους εκβιασμούς των Γερμανών άφησε ξεκρέμαστους όλους εκείνους που είχαν θελήσει να μας στηρίξουν την προηγούμενη περίοδο.

Η «ρεβάνς» για τη Βάρκιζα!

Αλλά, εκτός από την οικονομία και τη γεωπολιτική θέση της χώρας, η «κυβερνώσα αριστερά» των Τσίπρα, Βαρουφάκη, Κωνσταντοπούλου, Λαφαζάνη, Φλαμπουράρη και Σίας, κινδυνεύει να καταστρέψει για πολλά χρόνια και τις ίδιες τις αξίες του δημοκρατικού αντιμνημονιακού κινήματος. Κατ’ αρχάς, με την εσπευσμένη άνοδό του στην εξουσία, και τις καταστροφές που προκάλεσε, κατέστρεψε το αντιμνημονιακό κίνημα, μεταβάλλοντάς το σε υποπόδιο του 3ου μνημονίου. Έτσι, γελοιοποίησαν την έννοια του αντιμνημονιακού χώρου, και στο μόνο που μπορούν να ελπίζουν πλέον είναι πως, επειδή αυτός ο τεράστιος όγκος χρεών δεν είναι εξυπηρετήσιμος, θα υποχρεωθούν οι δανειστές να προσφέρουν μία επιμήκυνση του χρέους και μια μείωση των επιτοκίων. Παράλληλα, επειδή η αριστερή διακυβέρνηση θα έχει αποδειχθεί η χειρότερη διακυβέρνηση στη νεότερη ιστορία της χώρας, θα προκαλέσουν μια κυριολεκτική ιδεολογική αντεπανάσταση, όπου οι αξίες του ανταγωνισμού, του νεο-φιλελευθερισμού, της ελαστικοποίησης της εργασίας, των γενικευμένων ιδιωτικοποιήσεων, της άρνησης κάθε κοινωνικής αλληλεγγύης, θα μεταβληθούν σε κυρίαρχες για πολλά χρόνια. Ό,τι συνέβη στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού μετά την κατάρρευσή του, θα κατορθώσουν να το επιτύχουν οι μεταμοντέρνοι αριστεροί του ΣΥΡΙΖΑ, μέσα σε ελάχιστο χρόνο, παίρνοντας αυτοί τη «ρεβάνς» της Βάρκιζας. Οι αξίες της δεξιάς, που τόσο εξορκίζουν, θα καταστούν κυρίαρχες, μετά τη σύντομη διακυβέρνηση της ασυδοσίας τους.

Αν αυτές οι καταστροφές προκαλούνταν από οποιαδήποτε άλλη κυβέρνηση, θα είχαν ξεσηκωθεί και οι πέτρες. Και, πιθανώς, οι υπουργοί θα είχαν διαφύγει με ελικόπτερα. Και όμως, για την ώρα, οι Έλληνες δείχνουν μια απίστευτη ανοχή και μάλιστα εξακολουθούν σε όλες τις δημοσκοπήσεις να υποστηρίζουν τον Τσίπρα ως τη μόνη εναλλακτική λύση. Αυτό βέβαια έχει να κάνει με δύο παράγοντες. Πρώτον, τη βαθιά κρίση του πολιτικού συστήματος – τόσο των μνημονιακών κομμάτων, όσο και της Χ.Α., που έχει κυριολεκτικώς λουφάξει· δεύτερον, με το ότι οι Έλληνες τρομοκρατήθηκαν τόσο πολύ από την προοπτική μιας ολοκληρωτικής πτώχευσης, ώστε στηρίζουν τον πρωθυπουργό, όποιος κι αν είναι αυτός, για να αποφύγουν τα χειρότερα.

Όμως, αποφασιστικό ρόλο διαδραματίζει και η συντριπτική ηγεμονία της αριστεράς στον χώρο της διανόησης, των ΜΜΕ, των πανεπιστημίων, του συνδικαλισμού, του καλλιτεχνικού κόσμου. Δεν πρέπει να ξεχνάμε δε και τον φόβο των ιδιοκτητών των ΜΜΕ, από τις απειλές για αφαίρεση των αδειών, για υποχρέωση να καταβάλουν τα θαλασσοδάνεια, τους φόρους και τις ασφαλιστικές εισφορές που οφείλουν. Γι’ αυτό και όλο το σύστημα προσπαθεί να μεταβάλει τον Βαρουφάκη, τη Ζωή Κωνσταντοπούλου και τον Λαφαζάνη στους αποδιοπομπαίους τράγους της κατάρρευσης και να προφυλάξουν τον Τσίπρα, ώστε «να ολοκληρώσει τη δουλειά» και να στραφεί οριστικά ενάντια στους παλαιούς δραχμικούς του συμμάχους.

Εξάλλου, είναι πολύ αστεία, και ταυτόχρονα κυριολεκτικώς άσεμνη, η μόνιμη αναφορά δημοσιογράφων, διανοουμένων και δημοσιολογούντων στην Αριστερά και το «ήθος» της, αδιαφορώντας παντελώς για τις συνέπειες της διακυβέρνησής της στην οικονομία και στους ανθρώπους της χώρας. Χαρακτηριστική είναι η συζήτηση που διεξάγεται ανάμεσα στους οπαδούς της εμμονής στο όχι και τους υποστηρικτές της γραμμής του πρωθυπουργού. Οι μεν πρώτοι επιμένουν πως η κυβέρνηση πρόδωσε το όχι του λαού στο δημοψήφισμα, οι δε κυβερνητικοί ισχυρίζονται ότι αποτελούν τη μόνη δυνατότητα διατήρησης της Αριστεράς στην εξουσία, και ότι, μόνο και μόνο γι’ αυτό, θα πρέπει να στηριχθούν παρά τις «κωλοτούμπες» τους. Η συζήτηση δηλαδή, μεταξύ των διαφορετικών πτερύγων της αριστεράς, δεν διεξάγεται με αναφορά στην πραγματική κοινωνία και τους πραγματικούς ανθρώπους, αλλά με το πόσο «συνεπείς αριστεροί» είναι οι μεν και οι δε. Μια αριστερά, η οποία έχει αποκοπεί από την πραγματική κοινωνία εδώ και δεκαετίες, από τότε δηλαδή που κατέρρευσε ο υπαρκτός σοσιαλισμός, και η οποία, στις συνθήκες της κρίσης του συστήματος, βρέθηκε στην εξουσία, καταδεικνύει με αυτή τη σουρεαλιστική συζήτηση τον βαθύτατα παρασιτικό και αναχρονιστικό χαρακτήρα της. Δεν έχει καμία σημασία εάν κατεστράφη η οικονομία της χώρας, εάν περισσότεροι νέοι θα μείνουν άνεργοι και θα μεταναστεύσουν στο εξωτερικό, εάν υποστούμε δεινές συρρικνώσεις στα εθνικά θέματα, από την Κύπρο έως τα Σκόπια, όχι! Το μόνο ζήτημα που τους ενδιαφέρει είναι η αντιστοιχία της πραγματικότητας με τα «ιδανικά της αριστεράς» και όχι, αντίθετα, η σχέση της αριστεράς με την πραγματικότητα.

Πρόκειται για ένα τεράστιο ιδεολογικό και πολιτικό παράδοξο: επειδή η ηττημένη Αριστερά του Εμφυλίου δεν ανήλθε ποτέ «αυτοπροσώπως» στην εξουσία –μόνο, εμμέσως, μέσω του Ανδρέα–, η ιδεολογία της δεν είχε ηττηθεί ολοκληρωτικά στο εσωτερικό της χώρας, είχε ηττηθεί απλώς στρατιωτικά, και μάλιστα εξαιτίας της επέμβασης των ξένων. Με τον ΣΥΡΙΖΑ, και στις συνθήκες κατάρρευσης του πολιτικού κόσμου, εξ αιτίας των μνημονίων, της δόθηκε η ευκαιρία να πάρει τη «ρεβάνς» τόσο μεταχρονολογημένα, και εκτός τόπου και χρόνου, ώστε η άνοδός της πήρε τη μορφή μεταμοντέρνας καρικατούρας, όπου συμφύρονται πολλαπλές φιγούρες της διαδρομής της Αριστεράς. Ο Μανόλης Γλέζος εκπροσωπεί τη γενιά της Αντίστασης και του εμφυλίου, ο Λαφαζάνης τους κνίτες της δικτατορίας, ο Φλαμπουράρης και ο Στέλιος Παπάς το ΚΚΕ εσωτ., ο Βαρουφάκης, ο Λαπαβίτσας και ο Τσακαλώτος, τους «ριζοσπάστες» πανεπιστημιακούς του αγγλοσαξονικού χώρου, παντελώς άσχετους με την πραγματικότητα, και ο «Αλέξης», ο «Γαβριήλ», η «Ζωή», τη χαβιαροαριστερά της σύμφυσης Κολωνακίου –Εξαρχείων. Γι’ αυτό και μοιάζουν τόσο παράταιρα και ψεύτικα τα βαριά «ταξικά» και εμφυλιοπολεμικά συνθήματα που χρησιμοποιούν, προπαντός όταν ακούγονται από το στόμα της… Ζωής Κωνσταντοπούλου. Όμως το μεταμοντέρνο kitsch της Αριστεράς δεν μοιάζει πλέον να ενοχλεί κανέναν και θα πρέπει να ανέλθει ως «καταστρόικα» στην εξουσία για να νομιμοποιήσει και ιδεολογικά, εξήντα πέντε χρόνια μετά, τους… στρατιωτικούς νικητές του εμφυλίου!

Καιρός να φεύγουν

Δηλαδή, η άνοδός τους στην εξουσία, απεδείχθη καταστροφική και στα τρία επίπεδα. Σε εκείνο της πραγματικής οικονομίας και κοινωνίας, σε εκείνο της γεωπολιτικής ισχύος και θέσης της χώρας και, τέλος, στο ίδιο το ιδεολογικό πεδίο, όπου κινδυνεύει το πρώτη φορά αριστερά να γίνει, ποτέ άλλοτε αριστερά και πάντα δεξιά.

Και για να λάβουν τέλος οι αρνητικές συνέπειες της ανόδου τους στην εξουσία, ένα και μόνο δρόμο θα είχαν.Να την εγκαταλείψουν πάραυτα και να αφήσουν την εξουσία σε κάποια κυβέρνηση «τεχνοκρατών» ή «ειδικού σκοπού» για να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά. Διότι, η επιμονή τους να παραμείνουν μόνο αρνητικές συνέπειες θα έχει για τη χώρα. Ήδη, με το δημοψήφισμα οδήγησαν στο κλείσιμο των Τραπεζών και υποχρεώθηκαν να υπογράψουν την πιο ταπεινωτική συμφωνία για νέο μνημόνιο. Εάν επιμείνουν να διατηρήσουν την εξουσία, είτε μέσα από νέες εκλογές είτε με την παραμονή τους ως κυβέρνηση μειοψηφίας –επειδή προφανώς δεν θέλουν με τίποτα να εγκαταλείψουν τις καρέκλες τους–, κινδυνεύουν είτε να οδηγήσουν τη χώρα στην ολοκληρωτική κατάρρευση, επαναφέροντας τα σενάρια του grexit, είτε να χρεωθούν αυτοί, και μαζί τους οι «αγανακτισμένοι», τις δραματικές συνέπειες του μνημονίου που θα υπογράψουν.

Και επειδή οι ίδιοι δεν δείχνουν διατεθειμένοι να κάνουν τις μόνες κινήσεις που επιβάλλουν οι περιστάσεις, για να θεραπεύσουν κατά το δυνατόν τις πληγές που προκάλεσαν, ως εξουσιομανείς και σπιθαμιαίοι, δεν είναι άραγε καιρός όλοι εκείνοι οι διανοούμενοι, οι «πατριώτες της αριστεράς», οι «αναλυτές», οι «φιλόσοφοι», όλοι εκείνοι που συνεχίζουν ασύγγνωστα να τους υποστηρίζουν κα να λιβανίζουν τον «Αλέξη», να αναλογιστούν τις ευθύνες τους; Προτιμούν να επιμένουν στις φαντασιώσεις τους, να αρνούνται την αναγνώριση των σφαλμάτων τους, και όχι, όπως αρμόζει σε όσους θέτουν το συμφέρον της πατρίδας πάνω απ’ όλα, να ανακρούσουν πρύμναν έστω την ύστατη στιγμή, και να καταδείξουν στον ατάλαντο νεαρό πως είναι καιρός να εγκαταλείψει το προσκήνιο, διότι η παραμονή του θα επιφέρει ακόμα περισσότερες συμφορές;

Αν θέλουν και μπορούν να ξεφύγουν από τη μεταπολιτευτική παρακμή, που τους έφθειρε, μία πράξη έχουν να κάνουν. Να αναγνωρίσουν, με μια βαθύτατη αυτοκριτική, πως πήραν λάθος τη ζωή τους. Άλλοι από αυτούς, οι περισσότεροι, στο παρελθόν, υποστήριξαν τον Ανδρέα Παπανδρέου και το ΠΑΣΟΚ, άλλοι περιπλανήθηκαν στα αδιέξοδα μονοπάτια του ΚΚΕ ή του αριστερισμού, σχεδόν όλοι εφθάρησαν μέσα από θέσεις, καριέρες, ευρωπαϊκά προγράμματα και κοινωνικές αταβιστικές συμπεριφορές. Μπορούν, σήμερα τουλάχιστον, να σιωπήσουν; Να παύσουν να συνεργούν στην καταστροφή της χώρας τους; Αύριο θα είναι πολύ αργά. Διότι θα έχουν συμβάλει, με τη συμμετοχή και τη συναίνεσή τους, στην καταστροφή της χώρας τους και στο χαντάκωμα των ιδεωδών τα οποία υποτίθεται ότι υπηρετούν.

Αν δεν φύγουν σήμερα, θα φύγουν αύριο με πολύ μεγαλύτερο κόστος. Δεν υπάρχει η δυνατότητα, όπως νομίζουν πολλοί από τους υποστηρικτές τους, να μείνουν επί μακρόν στην εξουσία. Τα κάψανε τα καράβια τους. Με το ρεσάλτο της 25ης Ιανουαρίου, με τους Βαρουφάκηδες και τους Καμμένους, με την Κωνσταντοπούλου, τη Χριστοδουλοπούλου, με την Αναγνωστοπούλου και τον Χαϊκάλη. Δεν υπάρχει δυνατότητα να ξαναπαιχτεί το παιχνίδι ενός ανανεωμένου ΠΑΣΟΚ. Δεν υπάρχει ούτε ο χρόνος ούτε το χρήμα, ούτε η γεωπολιτική συγκυρία. Το τέλος είναι προδιαγεγραμμένο. Ας φροντίσουν να μειώσουν τη ζημιά για τη χώρα και για τους ίδιους.

Υ. Γ. Και για να μη μένουμε μόνο στο δράμα, ας δούμε και την κωμική πλευρά του θέματος. Εμείς οι παλαιότεροι έχουμε παρακολουθήσει στις οθόνες μια σειρά έργων του Μάριο Μονιτσέλι με κεντρικό ήρωα τον Μπρανκαλεόνε, που τον έπαιζε υπέροχα ο Βιττόριο Γκάσμαν. Ο Μπρανκαλεόνε, ένας ιππότης της ελεεινής μορφής, την εποχή των Σταυροφοριών, συγκροτεί μια στρατιά από κουτσούς, τυφλούς, ζητιάνους κ.λπ. και αναλαμβάνει να τους οδηγήσει στους Αγίους Τόπους. Επιβιβάζονται σε ένα καΐκι και, όταν αποβιβάζονται, ανακαλύπτουν πως το μόνο που είχαν επιτύχει ήταν να αποβιβαστούν μερικά χιλιόμετρα πιο κάτω από το μέρος στο οποίο είχαν επιβιβαστεί! Το όνειρο των Αγίων Τόπων έμεινε άπιαστο όνειρο…

Monday, July 20, 2015

Στη σκιά των φαντασιώσεων

Του Στρατή Ψάλτου*

Καθώς η νέα συμφωνία - πρόγραμμα έχει πια υπογραφεί, ίσως είναι κατάλληλη η στιγμή για μια σειρά από παρατηρήσεις προς την κατεύθυνση της κατανόησης της πορείας των πραγμάτων που οδήγησαν σε αυτή.

Η ελληνική κοινωνία φαίνεται να βρίσκεται στη σκιά μιας σειράς φαντασιώσεων. Για παράδειγμα, είναι επιρρεπής στο να πιστεύει ότι θα υπάρχουν δανειστές που θα της χαρίζουν τα χρέη και θα καλύπτουν τα ελλείμματα μιας παρασιτικής λειτουργίας. Επίσης, είναι επιρρεπής στο να κατανοεί αυτή τη φαντασίωση ως "αντίσταση".

Η πολιτική ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ ανήλθε στην εξουσία, εκμεταλλευόμενη αυτές τις φαντασιώσεις και πλασάροντας το αφήγημα μιας τέτοιου είδους "αντίστασης", το οποίο ικανοποιούσε και τις δικές της ναρκισσιστικές φαντασιώσεις, σε μία κοινωνία που δεν δυσκολεύτηκε να το καταναλώσει.

Όταν τα πράγματα έφθασαν στο χείλος της άτακτης χρεοκοπίας, αποδείχθηκε ότι δεν υπήρχε προαποφασισμένο σχέδιο για τη δραχμή, τουλάχιστον από την πλειονότητα της ηγετικής ομάδας. Αν αυτή η πλειονότητα είχε τέτοιο σχέδιο, τότε ύστερα από τη επικράτηση του ΟΧΙ και τους πιεστικούς όρους της νέας συμφωνίας, αυτό θα μπορούσε να μπει στην τελική ευθεία της εφαρμογής του.

Ταυτόχρονα, οι εμμονές της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν τόσο ισχυρές, ώστε να μην αντιληφθεί τον κίνδυνο. Διχάζοντας έντονα την κοινωνία, πραγματοποίησε ένα δημοψήφισμα. Ενώ υποστήριζε το ΟΧΙ, ενδόμυχα ήθελε την επικράτηση του ΝΑΙ, ώστε να μπορέσει να βρει μία δικαιολογία να υπογράψει τη συμφωνία και να διαφύγει ανώδυνα. Αυτό φαίνεται και από τις αποκαλύψεις του πρώην υπουργού Οικονομικών για το κλίμα που επικρατούσε στο Μέγαρο Μαξίμου το βράδυ του δημοψηφίσματος. Με την επικράτηση του ΟΧΙ η κίνηση του δημοψηφίσματος κατέληξε να γίνει μπούμερανγκ.

Μέσα σε λίγες ώρες μετά το ηρωικό ΟΧΙ η πολιτική ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ έφθασε να εκλιπαρεί για νέα δανεικά και να είναι έτοιμη να υπογράψει πράγματα πολύ πιο πιεστικά από αυτά που είχε καταγγείλει ως υποταγή. Τελικώς, τα υπέγραψε. Τώρα έχει να διαχειριστεί τον πληγωμένο ναρκισσισμό των στελεχών και την απογοήτευση μιας κοινωνίας, που λίγες ημέρες πριν με τους χειρισμούς του ΣΥΡΙΖΑ είχε οδηγηθεί στο ζενίθ των φαντασιώσεων της λεγόμενης "αντίστασης".

Είναι φανερό ότι με την υπογραφή της συμφωνίας τα προβλήματα παραμένουν. Το χρέος, όπως ομολογείται σχεδόν από όλους, με οικονομικά αντικειμενικούς όρους δεν είναι βιώσιμο και θα ρίχνει συνέχεια τη σκιά του πάνω στον προϋπολογισμό με τη μορφή τόκων και χρεολυσίων, τα οποία θα αθροίζονται στα έξοδα και θα συντηρούν τα ελλείμματα. Ευτυχώς, στη συμφωνία γίνεται λόγος για μία μελλοντική αναδιάρθρωσή του.

Ωστόσο, ακόμη και αυτό αν συμβεί, το ζητούμενο για την ελληνική κοινωνία είναι πώς θα αυτή θα μπορέσει να ακολουθήσει έναν δρόμο διαφορετικής οργάνωσης των κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων: είτε μιας κοινωνικά δίκαιης και μη παρασιτικής οργάνωσης εντός του ευρώ είτε μιας εναλλακτικής και βιώσιμης οργάνωσης εκτός του ευρώ. Στο πολιτικό σκηνικό δεν φαίνεται να υπάρχει αυτή τη στιγμή κάποια πολιτική δύναμη που να μπορεί με αξιοπιστία να ανταποκριθεί σε αυτό το αίτημα. Από τις δηλώσεις του Αλέξη Τσίπρα μετά τη συμφωνία φάνηκε ότι ο ίδιος, παρά τις αναπόφευκτες ακόμη αντιφάσεις του, έχει πια αρχίσει να συνειδητοποιεί κάπως την ύπαρξη του αιτήματος. Ωστόσο, τα εμπόδια που υπάρχουν τόσο μέσα στον πολιτικό κόσμο και το κόμμα του όσο και, κυρίως, μέσα στην ελληνική κοινωνία, είναι πολλά. Κατά πόσο ο Αλέξης Τσίπρας είναι αποφασισμένος και μπορεί να τα υπερβεί, ανταποκρινόμενος στο αίτημα μιας διαφορετικής οργάνωσης και λειτουργίας της ελληνικής κοινωνίας; Μόνο η πορεία των πραγμάτων θα δείξει κατά πόσο οι φαντασιώσεις θα συνεχίσουν να στοιχειώνουν την ελληνική κοινωνική και πολιτική ζωή ή αν θα μπορέσουν να γίνουν λίγα βήματα πέρα από τη σκιά τους.

*Δρ. Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας

Wednesday, July 15, 2015

Déjà vu

Του Παντελή Μήτσιου

Ζω την πραγματικότητα του 2010, που έζησα ξανά το 11, το 12, το 13. Οι ίδιες συζητήσεις από την αρχή, για την ανάγκη μεταρρυθμίσεων, για εξορθολογισμό των δαπανών, για αλλαγές με πρόσημα, χωρίς πρόσημα, μνημόνια, αντιμνημόνα, φόρους λιγότερους, φόρους περισσότερους, επενδύσεις, συνείδηση, ανάπτυξη, δαιμόνια καινά και λόγια κενά και φανατισμό. Πολύ φανατισμό.

Φταίνε. Οι ξένοι, οι κακοί, οι ντόπιοι, οι άλλοι. Κυρίως και πάντα οι άλλοι. Τα κόμματα - εκτός του δικού μας, τα Μέσα και τα μέσα, ο λαός γιατί 'ναι μαραζιάρης.

Όμως, αυτός ο λαός είμαστε, αυτά τα κόμματα έχουμε ή μπορούμε να φτιάξουμε, αυτοί είναι οι άλλοι, αυτοί είμαστε εμείς - άσχετα ποιος κάθεται στη θέση του άλλου και του εμείς. ΑΥΤΟ είναι. Μ' αυτό θα χτίσουμε, μ' αυτό θα πορευτούμε, σε αυτό θα εφαρμόσουμε τις πολιτικές. Δεν αλλάζεις το σώμα όταν το κοστούμι δεν ταιριάζει. Αν δεν μπορείς να αλλάξεις κοστούμι, βολεύεσαι με αυτό, αλλιώς βγαίνεις γυμνός στο δρόμο.

Έχουμε νομίζω μια τελευταία ευκαιρία να κάνουμε κάτι. Μια τελευταία ευκαιρία να μην κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας. Μπορούμε να την αρπάξουμε και να προσπαθήσουμε να φτιάξουμε έναν νέο εθνικό βατήρα εκκίνησης ή μπορούμε να αρχίσουμε από την αρχή το παιχνίδι των ευθυνών, να επιδιώξουμε άλλους συνδυασμούς ή άλλους πολιτικούς και να ελπίζουμε ότι "θα μάθουμε" ύστερα από 30 χρόνια και να επιχειρήσουμε να σκαρφαλώσουμε στην επιφάνεια από τον βαθύ γκρεμό στον οποίο θα έχουμε πέσει.

Η επιλογή είναι δική μας.

Saturday, July 4, 2015

Ας γίνουμε εστία ειρήνευσης

Του π. Βασίλειου Θερμού

Φίλες και φίλοι, Καθώς πλησιάζει η ώρα κατά την οποία θα ρίξουμε στην κάλπη την προτίμηση μας, σκέφθηκα να μοιραστώ μαζί σας λίγες σκέψεις. Ο λαός μας ρέπει ανέκαθεν προς τις παθιασμένες προτιμήσεις και προς διχαστικές καταστάσεις. Επί της διαμάχης βενιζελικών-βασιλικών διχάστηκαν οικογένειες, χάλασαν γάμοι, γεννήθηκαν μίση που κράτησαν επί δεκαετίες. Τον ίδιο φανατισμό ζήσαμε στα γεγονότα της Κύπρου το 1972-74, το ίδιος μίσος κυριάρχησε μεταξύ αριστερών και δεξιών στην Ελλάδα για καιρό. Καιρός να διδαχθούμε από τα λάθη μας. Η Ελλάδα δεν καταστράφηκε ποτέ απ’ έξω αλλά αυτοκτόνησε από μέσα.
Είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι η τελευταία πενταετία, αλλά και όσα διαδραματίσθηκαν επί πολλά χρόνια πριν, γέννησαν δικαιολογημένη αγανάκτηση στις ψυχές μας. Η ελληνική πολιτική τάξη αποδείχθηκε πολύ ανώριμη και ιδιοτελής. (Κάποτε, αν έχω χρόνο, θα γράψω μια ψυχολογική ανάλυση της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας!). Αυτός ο εύλογος θυμός πολώνει τώρα όλους μας σε λύσεις υπέρ του ‘ναι’ ή του ‘όχι’, ανάλογα με το σκεπτικό του καθενός.
Το πιο επείγον, φρονώ, είναι να διαφυλάξουμε την ειρήνη μέσα μας και μεταξύ μας. Θα είναι ανεπίτρεπτο να χαλάσουν φιλίες εξαιτίας διαφορετικής πολιτικής εκτίμησης. Και για έναν άλλο λόγο ακόμη: γνωρίζουμε ελάχιστα τελικά για τα παρεπόμενα των δύο επιλογών. Και διότι δεν μας λένε οι δύο πλευρές όλες τις προθέσεις τους, και διότι αγνοούμε όσα γίνονται και θα γίνουν παρασκηνιακά. Επομένως, υπό κάποια έννοια, η επιλογή μας σχετικοποιείται. Όχι ότι δεν έχει σημασία, αλλά επειδή δεν έχουμε όλα τα στοιχεία της εικόνας ώστε να απολυτοποιήσουμε την δική μας γνώμη.
Αλλά και για έναν άλλο λόγο ακόμη. Επειδή η προσευχή που γίνεται με ταπείνωση έχει μεγάλη δύναμη. Διαθέτει την δυνατότητα ακόμη και μια λάθος επιλογή να την γυρίσει σε καλό. Ας μην το ξεχνούμε τις ώρες αυτές, αλλά και τις μέρες που θα ακολουθήσουν. Ας μην επαναπαυόμαστε μόνο στις δικές μας αντιλήψεις και σε όσα θα κάνει η πολιτική πλευρά την οποία ευνοούμε και προς την οποία προσβλέπουμε.
Αδελφές και αδελφοί, καθώς το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος αναμένεται αμφίρροπο, ενδέχεται να οδηγήσει σε παρατεταμένο διχασμό. Αν μάλιστα ακολουθήσει και οικονομικό σοκ της κοινωνίας, τότε υπάρχει ο κίνδυνος κοινωνικών ταραχών. Ας γίνουμε ο καθένας μας εστία ειρήνευσης στο περιβάλλον μας. Ας μην αντιδρούμε απλώς συναισθηματικά, αλλά πνευματικά. Η κλήση μας είναι, κατά τους μακαρισμούς του Χριστού, να γίνουμε ειρηνοποιοί. Όποιος εξαπτει πάθη δεν υπηρετεί το θέλημά Του.

Αδελφικά, π. Βασίλειος

Friday, July 3, 2015

Το ΝΑΙ για μας σημαίνει στήριξη της δημοκρατίας

Όλοι εμείς, παλιά μέλη του «Ρήγα Φεραίου» και του «Δημοκρατικού Αγώνα» από τα χρόνια της δικτατορίας και της μεταπολίτευσης, που συνεχίζουμε να συμμετέχουμε στη δημόσια ζωή, δηλώνουμε με έμφαση ότι, σε όποιο χώρο κι αν βρισκόμαστε σήμερα, συνεχίζουν να μαε εμπνέουν οι επιλογές εκείνων των χρόνων για την απόλυτη αξία της δημοκρατίας και τον ευρωπαϊκό δρόμο της Ελλάδας, καθώς και η πίστη στις αξίες του ευρωπαϊκού διαφωτισμού και των αγώνων για κοινωνική δικαιοσύνη. Δηλώνουμε ως εκ τούτου πως σημερινές επιλογές που μας απομονώνουν από την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας και τις δημοκρατικές παραδόσεις του ευρωπαϊκού χώρου, όπου ανήκουμε, μας βρίσκουν ριζικά αντίθετους και αντίθετες.

Υποστηρίζουμε το ΝΑΙ, πιστεύοντας ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος για τη διάσωση της οικονομίας, για τη διασφάλιση στοιχειώδους δικτύου ασφαλείας για τους ασθενέστερους και τους μετανάστες. Ανησυχούμε με τις παρεκκλίσεις από τις αρχές της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, με τις απροκάλυπτες παρεμβάσεις της πολιτείας στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης. Το ΝΑΙ για μας σημαίνει πάνω από όλα και στήριξη της δημοκρατίας, της ευρωπαϊκής ταυτότητας κι ενός καλύτερου αύριο για την Ελλάδα.

Λουκία Αικατερινιάδου, Στέλλα Αικατερινιάδου, Γιώργος Αδαμόπουλος, Δημος Αθανασοπουλος, Παύλος Αθανασόπουλος, Θανάσης Ακριβόπουλος, Μιχάλης Ακριβόπουλος, Δημοσθένης Αλεβίζος, Νίκος Αλιβιζάτος, Κωστας Αναγνωστόπουλος, Γιάννης Αναστασάκος, Λευκή Ανδρεάδου, Λεωνιδας Αντωνοπουλος, Νάνσυ Αργυράκη, Βίκτωρ Αρδίτης, Νίκος Αρκουδογιάννης, Αριέλλα Ασσερ, Λίλα Ασωνίτου, Δημήτρης Αυγητίδης, Μπάμπης Βακαλόπουλος, Σπυρος Βασιλακης, Μανώλης Βαρδής, Τάκης Βάρσος, Οντέτ Βαρών-Βασάρ, Τίλντα Βίμπλη, Γιάννης Βούλγαρης, Βασίλης Βουτσάκης, Νίκος Γαβαλάκης, Θανάσης Γεωργακόπουλος, Βένα Γεωργακοπούλου, Μιμή Γεωργακοπούλου, Ρούλα Γεωργακοπούλου, Ρηγούλα Γεωργιάδου, Ηλίας Γεωργίκος, Φώφη Γιαμάκου, Κούλης Γιαννουκάκος, Ελένη Γκέκα, Χρήστος Γκουραμάνης, Μαρία Γρατσία, Σταύρος Δανάς, Γιάννης Δαρλάσης, Θοδωρος Δαρμάρος, Δημήτρης Δελλής, Δημήτρης Δερματάς, Πόπη Διαμαντάκου, Χρήστος Διάφας, Μάκης Διόγος, Δημήτρης Δημητρακόπουλος, Γιώργος Δημητριάδης, Αποστόλης Δημητρόπουλος, Γιάννης Διβέρης, Γκέλη Δούμπη, Αθηνά Δρέττα, Πάνος Ερμείδης, Κλειώ Ευαγγελάκου, Σόνια Ευαγγελάκου, Νίκος Ζαχαρής, Γιώργος Ζεβελάκης, Μιχάλης Ζουμπουλάκης, Σούλα Θεοδώρου, Σάκης Θεολογίτης, Τρύφων Ιορδάνογλου, Χρυσάφης Ιορδάνογλου, Λάκης Ιορδανόπουλος, Γιώτης Ιωαννίδης, Σταύρος Ιωαννίδης, Πέτρος Καβάσαλης, Κωστής Καγγελίδης, Μαρία Κακαβούλια, Ρούλα Καλαρά, Γιάννης Καλογήρου, Ορέστης Καλογήρου, Χρυσόστομος Καλογήρου, Βασίλης Κάλφας, Ηλίας Κανέλλης, Γωγώ Κανελλοπούλου, Γιάννης Καούνης, Βασίλης Καραγιάννης, Μάκης Καραγιάννης, Γιώργος Καραγιαννίδης, Αλέξανδρος Καραγιώργος, Εύα Καραϊτίδη, Γιάννης Καρακάσης, Μακης Καρακικες, Σοφία Καρακώστα, Σάκης Καραλιώτας, Μίλτος Καραμανώλης, Θόδωρος Καρούνος, Μπάμπης Κάρβελης, Βαγγέλης Καργούδης, Λεωνίδας Καστανάς, Γιώργος Καστούρας, Αγγέλα Καστρινάκη, Δήμητρα Κατή, Στελιος Κατρανίδης, Θάνος Καψάλης, Μαρία Κελέση Φώφη Κέντη, Ελένη Κεχαγιόγλου, Μάρκος Κλωνιζάκης, Θωμάς Κοντογιάννης, Νίκος Κούρδογλου, Αντρέας Κούρκουλας, Άλκης Κούρκουλας, Κώστας Κουτσομιτέλης, Μίλτος Κύρκος, Γιάννης Κωνσταντίνου, Ντόρα Κωνσταντίνου, Χρήστος Λάζος, Γαβρήλος Λαμπάτος, Μιχάλης Λευκαδίτης, Στάθης Λευκαδίτης, Δάφνη Λιαναντωνάκη, Γιώργος Λιγνός, Σεβαστή Λιοναράκη- Χρηστίδου, Γιώργος Λιόντας, Χαρά Λουκάκου, Κωνσταντίνος Λυγνός, Έφη Λυμπεροπουλου, Σαράντης Λώλος, Βασίλης Μάγκλαρης, Δημος Μακατσωρης, Παναγιώτης Μαμαλής, Χρυσούλα Μαμόγλου, Κατερίνα Μανουσάκη, Θόδωρος Μαργαρίτης, Θοδωρής Μαρδίρης, Σοφία Ματθαίου, Μάνος Ματσαγγανης, Ζώγια Μαυροειδή, Γιάννης Μαυρουδής, Θανάσης Μαχιάς, Τάκης Μεταξάς, Λίλιαν Μήτρου, Γώργος Μητρούδης, Βίκυ Μήτσα, Λιλη Μιχαηλίδου, Χαρης Μοβσεσιαν, Όλγα Μουλαδούδη, Σάκης Μουμτζής, Ηλίας Μόσιαλος, Μαρίνης Μπερέτσος, Φρίντα Μπίζιου, Δημήτρης Μπόζης, Γιώργος Μπόλας, Γιαννης Μπουρης, Ελενα Μπουρνιά, Ευγενία Μπουρνόβα, Ισμηνη Μωρου, Εύη Μωυζε, Σπύρος Νικόπουλος, Στέφανος Νικόπουλος, Θεόφιλος Ξανθόπουλος, Φανή Ξένου, Δημήτρης Οικονομίδης, Γιάννης Παγιασλής, Μπάμπης Παισίδης, Τάκης Παναγιωτόπουλος, Γιώργος Παπαβασιλείου, Λέλα Παπαγιαννοπούλου, Ναούμ Παπάζογλου, Σάκης Παπαποστόλου, Πέτρος Παπασαραντόπουλος, Νυμφοδώρα Παπασιώπη, Νέλλη Παπαχελά, Μάκης Παρασκευόπουλος, Μαρία Παρίση, Τάκης Παχτίτης, Βασίλης Πεσμαζόγλου, Αλέκος Πετρίδης, Θεοδόσης Πετρίδης, Ιωάννα Πετροπούλου, Κώστας Πήττας, Χαίμ Πολίτης, Μαρλένα Πολιτοπούλου, Χριστίνα Πουλίδου, Φώτης Προβατάς, Αντζέλα Πρωτοψάλτη, Γιάννης Ρέγγας, Μιχάλης Ρηγίνος, Θέμης Ροδαμίτης, Λουκάς Ρούφος, Γιάννα Σαββίδου, Τάσος Σαλβάνος, Τέλης Σαμαντάς, Διονύσης Σαμιώτης, Μιχάλης Σαμπατακάκης, Παναγιώτης Σαμπατακάκης, Δημήτρης Σαρδελιάνος, Όλγα Σελλά, Γιώργος Σιακαντάρης, Γαβρήλος Σιδηρόπουλος, Μαρία Σκιαδαρέση, Δημήτρης Σκλαβενίτης, Γιάννης Σμαρνάκης, Ισαάκ Σούσης, Βασίλης Σπανός, Kοσμάς Σπυρόπουλος, Κώστας Σπυρόπουλος, Παναγιώτης Στασινός, Σπύρος Στεκούλης, Βάνα Στεργίου, Κατερίνα Σύρμου, Μανώλης Τζερέτας, Ηλίας Στεργίου, Δημήτρης Τζιάς, Παύλος Τζιάς, Γιώργος Τζίκας, Φωτούλα Τζιώντζιου, Μαρία Τοπάλη, Γιολάντα Τότσιου, Ρουλα Τριανταφυλλιδου, Μιχάλης Τριανταφυλλίδης, Μαρία Τρουλλινού, Λενα Τσαγκαρακη, Βασίλης Τσαλής, Κώστας Τσαούσης, Μελίτα Τσεκούρα, Θόδωρος Τσιάλας, Ντόρα Τσικαρδάνη, Θόδωρος Τσίκας, Μιχάλης Τσίρλης, Θωμάς Τσιρόπουλος, Πολυξένη Τσίτσα, Κωνσταντίνος Φλωρίδης, Νίκος Φωτίου, Δημήτρης Φωτόπουλος, Αγγελική Φωτοπούλου, Παναγιώτης Χαλβατσιώτης, Γιαννα Χανδελη, Κώστας Χάρακας, Νάντης Χατζηγιάννης Σωκράτης Χατζημιχάλης, Θόδωρος Χατζηπαντελής, Δημήτρης Χατζησωκράτης, Γιώργος Χατζόπουλος, Ολυμπία Χατζοπούλου, Ιωάννα Χάτσιου, Αντώνης Χελιδόνης, Κώστας Χλωμούδης, Γιώργος Χουλιάρας, Ελένη Χριστίδου, Μάγδα Χρυσοστομιδου, Γρηγόρης Ψαριανός

Thursday, July 2, 2015

Για να ζήσει η χώρα: ΝΑΙ!

Του Σταύρου Ζουμπουλάκη

Όποιος έζησε το δημοψήφισμα του Δεκεμβρίου 1974 αισθάνεται πολύ δυσάρεστα για τον τρόπο με τον οποίο οργανώθηκε τούτο το δεύτερο δημοψήφισμα μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας. Μέσα σε πέντε μέρες καλούνται οι πολίτες να αποφασίσουν για μια οικονομική πρόταση, μη οριστική, την οποία δεν έχουν διαβάσει και πολλοί από αυτούς δεν μπορούν να διαβάσουν. Αν προσθέσουμε και τις ρυθμίσεις της πράξης νομοθετικού περιεχομένου, με την οποία αλλάζουν οι ισχύοντες κανόνες για τη συγκρότηση των επιτροπών υποστήριξης του ΝΑΙ ή του ΟΧΙ, η αντιδημοκρατικότητα του παρόντος δημοψηφίσματος, με την επίκληση πάντα του λαού, πολλαπλασιάζεται. Ας είναι. Η Βουλή έκανε δεκτή την πρόταση της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, με την προσθήκη και της ψήφου των βουλευτών της ναζιστικής Χρυσής Αυγής, και επομένως το δημοψήφισμα θα διεξαχθεί.

Η κυβέρνηση που αποφάσισε τούτο το δημοψήφισμα αποτελεί μοναδικό φαινόμενο, σε όλο τον πλανήτη, και δίχως ιστορικό προηγούμενο: ειρηνική συνύπαρξη κομμουνιστών και ακροδεξιών εθνικιστών. Ορισμένοι καλοπροαίρετοι οπαδοί του ΣΥΡΙΖΑ πίστεψαν αρχικά ότι επρόκειτο για μια αναγκαστική, με βαριά καρδιά, συγκατοίκηση, προκειμένου να εξασφαλίζεται η υπερψήφιση των νομοσχεδίων στη Βουλή. Οι βουλευτές των ΑΝΕΛ θεωρήθηκαν βολικοί και φτηνοί σύμμαχοι που αγοράζονταν με κάνα δυο υπουργεία. Μέγα λάθος. Ανάμεσα στα δύο κόμματα φάνηκε ότι υπάρχει σύμπνοια. Οι βουλευτές και υπουργοί της συγκυβέρνησης μιλάνε όλοι τους την ίδια γλώσσα, μια εύκολη γλώσσα που περιέχει λίγες λέξεις: «περηφάνια», «αξιοπρέπεια» και κυρίως τα αρνητικά μόρια «όχι» και «δεν», που τα κολλάνε σε άλλα λίγα ουσιαστικά ή ρήματα («όχι στην ταπείνωση», «δεν θα υποταχθούμε», και υπόρρητα «όχι στην Ευρώπη»). Όταν σχηματίστηκε η κυβέρνηση Παπαδήμου, με συμμετοχή του ΛΑΟΣ, έβγαλα ένα μικρό βιβλιαράκι, με τον τίτλο Ανίερη συγκυβέρνηση (Πόλις 2011). Αν έγραφα για την παρούσα συγκυβέρνηση, θα χρησιμοποιούσα πάλι το ίδιο επίθετο, μα αυτή τη φορά στον υπερθετικό βαθμό.

Αυτή λοιπόν η κυβέρνηση Κνιτών και εθνικιστών προσήλθε στις διαπραγματεύσεις με τους σκληρούς εταίρους –δεν το ήξερε;– εντελώς ανέτοιμη και απροετοίμαστη, με έναν άνθρωπο εντελώς ακατάλληλο ως υπουργό Οικονομικών, χωρίς στόχους και σχέδιο, παίζοντας, τζογάροντας και κοροϊδεύοντας, αλλά και με παραληρηματικές ταυτόχρονα ιδέες επαναστατικού μεγαλείου, ότι θα ηγηθούμε ως Έλληνες του αγώνα των ευρωπαϊκών λαών για την απελευθέρωσή τους από τα δεσμά των τραπεζιτών. Πολλή συζήτηση γίνεται τώρα τελευταία αν υπήρχε εξαρχής σχέδιο ρήξης, οπότε οι διαπραγματεύσεις ήταν συνειδητά προσχηματικές, ή αν τα πράγματα οδηγήθηκαν στη ρήξη, από μια σειρά μικρών και μεγάλων λαθών. Θεωρώ ότι αυτό είναι ένα ερώτημα για το μέλλον. Για το σήμερα, είτε το ένα ισχύει είτε το άλλο, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Οι διαπραγματεύσεις, πραγματικές ή προσχηματικές, όπως ήταν φυσικό, ναυάγησαν. Η κυβέρνηση βρέθηκε σε αδιέξοδο. Ακόμη και αν γινόταν δεκτή από τους εταίρους η τελευταία πρότασή της και υπογραφόταν συμφωνία, η συμφωνία αυτή δεν θα ψηφιζόταν στη Βουλή από πολλούς βουλευτές της και, αν ψηφιζόταν, δεν θα εφαρμοζόταν από πολλούς υπουργούς της. Ο ΣΥΡΙΖΑ μετά από μια τέτοια συμφωνία δεν θα μπορούσε να σταθεί, θα γινόταν κομμάτια, θα έχανε τον κόσμο του. Γι’ αυτό και ο πρωθυπουργός, προκειμένου να σώσει το κόμμα του και άρα τον εαυτό του, έπαιξε τη χώρα στα ζάρια. Τόσο απλά, τόσο κυνικά.

Τι κάνουμε λοιπόν τώρα; Λέμε ΝΑΙ στη συμφωνία, χωρίς να παραλείπουμε να τονίζουμε ότι η σημερινή Ευρώπη είναι μια νεοφιλελεύθερη Ευρώπη, στην οποία ξηλώνεται σιγά σιγά το κράτος πρόνοιας, μια Ευρώπη στην οποία κυριαρχούν δυνάμεις ταξικής αλαζονείας και σκληρότητας, στην οποία υποχωρεί η ίδια η δημοκρατία. Και επίσης ότι η συμφωνία είναι δυσμενής και δυσβάστακτη για τη χώρα. Το ΝΑΙ δεν είναι ιδεώδης λύση, εδώ που φτάσαμε όμως δεν υπάρχουν ιδεώδεις λύσεις. Άλλωστε το ΝΑΙ δεν αποτελεί οικονομική λύση, ανοίγει απλώς τον δρόμο για πολιτική λύση. Το ΟΧΙ οδηγεί στην πλήρη καταστροφή. Ανάμεσα στον θάνατο (ΟΧΙ) και στη συνέχιση της ζωής με λαβωματιές (ΝΑΙ), διαλέγουμε το δεύτερο.

Αποτελεί ερώτημα ωστόσο τι είναι αυτό που οδηγεί πολλούς συμπολίτες μας στο ΟΧΙ, όταν μάλιστα κανείς, απολύτως κανείς, ούτε ο ίδιος ο πρωθυπουργός, δεν τους εξηγεί τι θα γίνει την επόμενη μέρα του δημοψηφίσματος, αν επικρατήσει το ΟΧΙ. Τους οδηγεί άραγε σε αυτή την επιλογή η ελπίδα για μια καλύτερη ζωή, αυτή η ίδια δηλαδή που τους οδήγησε αφελώς να ψηφίσουν τον ΣΥΡΙΖΑ; Αστεία πράγματα. Τώρα που η χρεοκοπία ξεκίνησε πραγματικά, ξέρουν πια ότι μόνο μαύρες μέρες τους περιμένουν. Εκείνο που τους οδηγεί σε αυτή την αυτοκαταστροφική επιλογή είναι, πιστεύω, ο διάχυτος αριστερο-εθνικολαϊκισμός, όλη αυτή η ρητορική της εθνικής περηφάνιας. Το Κούγκι και ο Ζάλογγος της παραδοσιακής εθνικής ρητορείας έρχονται να διασταυρωθούν με τον μαρτυρικό ηρωισμό της Αριστεράς. Σε αυτή την πορεία προς τον θάνατο με το κεφάλι ψηλά η συμμαχία του ΣΥΡΙΖΑ με τους ΑΝΕΛ αποκαλύπτει όλη τη σημασία της.

Υπάρχουν όμως και πολλοί άλλοι τραυματισμένοι συμπολίτες μας, δικαιολογημένα θυμωμένοι, που παίρνουν τον δρόμο της καταστροφής (ΟΧΙ), την οποία βλέπουν καθαρά μπροστά τους, με το επιχείρημα πως δεν έχουν τίποτε να χάσουν, ότι ο βρεγμένος τη βροχή δεν τη φοβάται. Και όμως έχουν να χάσουν πολλά. Είναι άλλο να είσαι άνεργος σε μια χώρα που στέκεται στα πόδια της, που έχει νοσοκομεία και σχολεία, ένα κάποιο πλαίσιο αντιμετώπισης της ανθρωπιστικής κρίσης, και εντελώς άλλο σε μια εξαθλιωμένη χώρα όπου δεν λειτουργεί τίποτε, άλλο δηλαδή να είσαι άνεργος στη λαβωμένη Ελλάδα και άλλο στο Αφγανιστάν. Αυτό βέβαια είναι ένα ορθολογικό επιχείρημα που δεν το ακούνε εύκολα οι αναγκεμένοι άνθρωποι. Πρέπει όμως να τους πείσουμε, αυτές τις λίγες μέρες που απομένουν μέχρι το δημοψήφισμα. Όσοι καλοπροαίρετοι, φτωχοί άνθρωποι –δεν μιλώ για τους φανατικούς– ψήφισαν τον ΣΥΡΙΖΑ, με την ελπίδα ότι θα ανακουφίσει τα βάσανά τους, πρέπει να πειστούν ότι η ελπίδα τους δεν βρίσκεται εκεί.

Το μεγάλο ρεύμα τού ΝΑΙ πρέπει να διαμορφωθεί, διαμορφώνεται ήδη, από πολλά ρυάκια, από πολλές τάσεις. Υπάρχει βεβαίως το ΝΑΙ του νεοφιλελευθερισμού, της ταξικής αλαζονείας, της αδιαφορίας για τους φτωχούς. Υπάρχει όμως και το ΝΑΙ της κοινωνικής αλληλεγγύης, της δημοκρατικής παράδοσης, της σοσιαλδημοκρατίας. Αυτό το άλλο ΝΑΙ πρέπει να ακουστεί δυνατά και διακριτά αυτές τις κρίσιμες μέρες.

Πηγή: Athens review of books