μεταναστες

μεταναστες

Saturday, May 30, 2015

Για την Αλωση της Πόλης!

Του Βασίλη Τσιάμη

Συνολικά, 4.983 άνδρες δήλωσαν πρόθυμοι να υπερασπιστούν τα τείχη της Πόλης. Όταν ο βασιλιάς άκουσε τον αριθμό από τον πιστό του γραμματέα, Γεώργιο Σφραντζή, τον διέταξε να τον κρατήσει μυστικό για να μην επέλθει απογοήτευση στους υπερασπιστές της Πόλης. 4.983! 4.983 Έλληνες βρέθηκαν να πεθάνουν στα τείχη της Βασιλεύουσας. 4.983! Πολλαπλάσιος αριθμός υπήρχε μες στην Κωνσταντινούπολη που απέφυγε να πιάσει όπλα. Όταν, δε, το καλοκαίρι του 1452 ο Παλαιολόγος είχε στείλει αντιπροσωπεία στην ηπειρωτική Ελλάδα, για να επιστρατεύσει εθελοντές δυνάμενους να φέρουν όπλα, να υπερασπιστούν την Πόλη, ανταποκρίθηκαν πενήντα άντρες. 50! Αντί να λέμε αλήθειες, λοιπόν, και να τις διδασκόμαστε με το πρώτο μας το γάλα, ΛΕΜΕ παραμύθια! Σκόπιμα και ΑΙΣΧΡΑ για να μη «σκανδαλίζεται» ο κόσμος! Και για να τα λέμε όλα, προσωπικά δεν είμαι σίγουρος εάν πήγαινα να υπερασπιστώ την Πόλη. Πάνω στα τείχη, με αφρίζοντα πλήθη να διψάνε να μου πιουν το αίμα, το πιο πιθανό είναι να λιποθυμούσα από το φόβο μου και την υπερένταση των στιγμών. Αντί να λέμε λοιπόν πομπώδη και στομφώδη λόγια, ας αναλογιστούμε τον Παλαιολόγο και τους λιγοστούς του συντρόφους πόσο τους αδικούμε λέγοντας πράματα εκ του ασφαλούς που ικανοποιούν περισσότερο τον εθνικό μας ναρκισσισμό παρά ανταποκρίνονται στην ιστορική αλήθεια!

Η χρήση του όρου «Έλληνας» ξεκίνησε από τον Θεσσαλονικέα άγιο της Ορθοδοξίας Νικόλαο Καβάσιλα και αναπτύχθηκε από το Γεώργιο Γεμιστό Πλήθωνα, ιδρυτή της Πλατωνικής Ακαδημίας του Μυστρά. «Έλληνες» αυτοαποκαλούνταν συχνά οι διανοούμενοι (λαμπρό παράδειγμα ο Θεόδωρος Μετοχίτης (1270-1333), ο οποίος μας έδωσε ένα παγκόσμιο πολιτιστικό αριστούργημα, τα ψηφιδωτά στο Μοναστήρι της Χώρας – σήμερα γνωστό ως Καριγιέ Τζαμί) και «Ρωμαίοι», «Ρωμιοί» ο κοινός λαός που μιλούσε την απλή καθομιλουμένη, τη σημερινή δημοτική!
Πάνε Έλληνες στην Κωνσταντινούπολη και από τύχη άντε να βρεθούν στην Αγία Σοφία, το Μοναστήρι της Χώρας το αγνοούν! Κι όμως, πόσες ιστορίες πικρές, δακρύων και απόγνωσης έχουν διαδραματιστεί εκεί, ξεχασμένες από το χρόνο και την ντροπή. Πλέον κόβει εισιτήρια ως σπάνιας πολιτιστικής ομορφιάς και ανεκτίμητης αξίας μνημείο. Ο οφφικιάλιος Θεόδωρος Μετοχίτης, αναφερόμενος σε έργο του, στα αίτια της απώλειας της Μικρασίας, θεωρεί τους Τούρκους… ηθικά ανώτερους από τους σύγχρονους ομοϊδεάτες του. Ασφαλώς και ο Μετοχίτης δεν το εννοούσε, αλλά προσπαθεί να εκπέμψει κραυγή αγανάκτησης για τη διαφθορά της κοινωνίας του και αγωνία για το μέλλον. Ο Μετοχίτης είναι πιο επίκαιρος από ποτέ σήμερα…
Έχω δει κάποια ντοκιμαντέρ ρωσικής παραγωγής, όπου Ρώσοι μοναχοί, θεολόγοι και ιστορικοί μιλάνε για την Άλωση. Προτάσσουν την άποψη ότι ήταν θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει διότι νόθευσε το δόγμα της. Με αποτέλεσμα και ο Θεός μας τιμώρησε και χάσαμε την Πόλη, διότι φανήκαμε αδύναμοι, ενώ σύμφωνα με έναν ιερομόναχο, ονόματι Γκενάντι (Γεννάδιος), η Εκκλησία της Ρωσίας είναι ο μόνος φορεύς της Αληθούς Πίστεως. Λοιπόν: Η Ορθοδοξία δεν κινδύνεψε πουθενά και ποτέ, σε καμία στιγμή. Ήταν ασφαλέστατη στα χέρια του Επισκόπου Κιέβου, Ισίδωρου, και των εκατομμυρίων Ρώσων ομόδοξών του. Η Ρωσία κράτησε σθεναρή ΑΝΘΕΝΩΤΙΚΗ στάση, δεν έστειλε ούτε ένα Ρώσο πολεμιστή και περίμενε με ανυπομονησία να σβήσει η Κωνσταντινούπολη και να γίνει η Μόσχα «Τρίτη Ρώμη», όπως το είχε προγραμματίσει. Όχι Δεύτερη Κωνσταντινούπολη, Τρίτη Ρώμη. Αν έστελνε 5.000 κοκκινομάγουλα αγροτόπαιδα θα σωζόταν η Πόλη; Ω ναι, θα σωζόταν. Δεν έστειλε όμως και με τις παραλείψεις της επέτεινε την κατάρρευσή της.

Επίσης, δε βρέθηκε άλλος βαλκάνιος γείτονας στα τείχη της Πόλης. Οι Βούλγαροι, κάπου δικαίως, διότι τράβηξαν πολλά. Οι Σέρβοι, επειδή είχαν συνάψει ειρήνη με τον Μωάμεθ δεκαετούς διάρκειας, πολέμησαν στο πλευρό του. Οι 10.000 περίφημοι θωρακοφόροι ιππείς, αν και με κάποια δυσαρέσκεια, πολέμησαν εναντίον της Πόλης και του Αυτοκράτορα. Κάποιες πηγές κάνουν λόγο για ένα μήνυμα δεμένο σε ένα βέλος που βρήκαν οι πολιορκημένοι καρφωμένο στη Χαρσία Πύλη όπου έγραφε τα εξής: «Όσο περνάει από το χέρι μας, δε θα αφήσουμε τη Βασιλεύουσα να πέσει». Μπορεί να ισχύει μπορεί και να μην ισχύει. Άλλωστε, πολλά χρονικά της Άλωσης, στο πέρασμα των χρόνων, έχουν «χαλκευτεί» ελαφρώς για να «μαλακώσουν» κάπως τα πράματα. Σε ό,τι αφορά τους Σέρβους, πάντως, ήταν στο στρατόπεδο του Μεχμέτ. Προσωπικά, μένω στο ότι πράγματι θα είχαν έντονο συνειδησιακό πρόβλημα και θα δυσφορούσαν πολεμώντας εναντίον της Πόλης.
Ο Παλαιολόγος ήθελε να αφήσει μιαν κληρονομιά. Άτυχος στους γάμους του, ήταν άκληρος και έβλεπε να χάνει μιαν αυτοκρατορία χωρίς να υπάρχει η διάδοχη κατάσταση να εκδικηθεί για το χαμό του. Χάθηκε μέσα στα στίφη των επιτιθέμενων, χωρίς να βρεθεί ΠΟΤΕ το πτώμα του. Ποτέ, ό,τι θεωρία και να έχει ακουστεί, πόσο μάλλον αυτός ο εκ του πονηρού για μένα θρύλος περί «Μαρμαρωμένου Βασιλιά»! Προσβάλλουν βάναυσα τη μνήμη του, προκειμένου ένα έθνος να σουλουπώσει την προδοσία και να μπορέσει να εξακολουθεί να ζει… Πού ακούστηκε, στην παγκόσμια ιστορία, να χαθεί με αυτό τον τρόπο ένας ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ; Ο Παλαιολόγος έστειλε το μήνυμά του, το οποίο όμως δεν έχει ληφθεί ακόμη… Τον είχαν προδώσει όλοι, πρώτα τα ίδια τα αδέλφια του, τα οποία με πρόσχημα τον αποκλεισμό του Μυστρά, δεν έστειλαν ποτέ ενισχύσεις. Άλλο ψεύδος κι αυτό. Εάν ήθελαν να στείλουν, θα έστελναν. Πολύ εύκολα κιόλας. Δε θέλησαν. Όλοι μα όλοι είχαν πέσει πάνω στον Αυτοκράτορα και τον πίεζαν αφόρητα να ΣΥΝΘΗΚΟΛΟΓΗΣΕΙ. Από την έντονη πίεση ο Παλαιολόγος λιποθύμησε τρεις φορές. Κάποιες στιγμές τον έφτασαν στο μη παρέκει. Και δικοί του άνθρωποι τον πίεζαν πιο πολύ από όλους να σηκωθεί να φύγει! Όμως αυτός ο Μάρτυρας του Έθνους, ο πιο αδικημένος από όλους, εκείνος που εξακολουθεί να αδικείται εξίσου και σήμερα, σκέφτηκε πολύ καλά και αποφάσισε κατά τη διάρκεια της πολιορκίας. Χάθηκε, χωρίς συμβιβασμούς, χωρίς «διπλωματία», χωρίς δεύτερες σκέψεις. Μόνος, έρημος και προδομένος, σαν κοινός στρατιώτης. Είδε ότι, για να υπάρξει κάποτε ανάσταση Ελλήνων, η Πόλη έπρεπε να παρθεί με το σπαθί και με θυσίες. Όλα έγιναν όπως τα αποφάσισε!

Το 1373, ο Ιωάννης Ε’ Παλαιολόγος έγινε φόρου υποτελής στους Οθωμανούς. Στάθηκε γενικά πιστός υποτελής. Μάλιστα ηγήθηκε βυζαντινού στρατού που εκστράτευσε στο πλευρό του Μουράτ Α’ να υποτάξει την τελευταία ελληνική πόλη της Μικρασίας –πλην του βασιλείου της Τραπεζούντας-, την ηρωική και απομονωμένη Φιλαδέλφεια. Πώς θα ένιωσαν οι μαρτυρικοί κάτοικοι της Φιλαδέλφειας εκείνο το ζεστό καλοκαιρινό πρωινό, με έναν μουχλιασμένο ήλιο να τους τυφλώνει προσπαθώντας να διακρίνουν έκπληκτοι και φοβισμένοι τα αυτοκρατορικά λάβαρα να ξεπροβάλλουν στον ορίζοντα! Από τη Φιλαδέλφεια δεν έμεινε κολυμπηθρόξυλο! Ψυχή ζώσα! Είτε σφαγιάστηκαν είτε πουλήθηκαν όλοι στα σκλαβοπάζαρα!
Εκείνη την εποχή, οι μόνοι Ευρωπαίοι που πολεμούσαν συνεχώς με τους Τούρκους και τους προκαλούσαν φθορές είναι οι Ιωαννίτες Ιππότες της Ρόδου. Εξουθενωμένη η Δύση από τον εκατονταετή πόλεμο Γαλλίας – Αγγλίας (στη διάρκεια του οποίου αναδείχτηκε η εθνική ηρωίδα των Γάλλων, Ζαν ντ’ Αρκ, που βρήκε μαρτυρικό θάνατο το 1431) και με τον αλληλοσπαραγμό των γερμανικών φεουδαρχών, δεν μπορούσε να αποτελέσει σοβαρό ανάχωμα στους Τούρκους Γαζήδες.

Έχει γίνει επίσημη «κρατική» γραμμή να φορτώνουμε την καταστροφή της Ελληνικής Αυτοκρατορίας όχι σε εκείνους που την έκαναν, ΔΗΛΑΔΗ στους Τούρκους, αλλά σε εκείνους που ΔΕΝ την έκαναν, κάποιους απροσδιόριστους «Φράγκους» ή «Λατίνους». Άλλη αιώνια ντροπή και αίσχος και ανάθεμα μαζί. Και πελώριο ΑΝΙΣΤΟΡΗΤΟ ψέμα. Οι Φράγκοι δεν έφευγαν μαζικά από τους τόπους τους για να εγκατασταθούν στις περιοχές που ταλαιπωρούσαν. Τις απομυζούσαν από υλικά αγαθά και έφευγαν είτε εκούσια είτε με το άγριο. Δεν ήταν έποικοι. Οι Τούρκοι, που έφεραν μέσα τους τον πολιτισμό της στέπας, του αλόγου, και που δεν έχουν απαρνηθεί μέχρι σήμερα, ήταν και έποικοι σε ένα μεταναστευτικό κύμα μεγάλης διάρκειας και μεγάλου όγκου, και πλιατσικολόγοι, και κατακτητές, και πολεμιστές του Ισλάμ. Το Ισλάμ αφομοίωνε, προσηλύτιζε, απορροφούσε. Για το Ισλάμ ένα μετρούσε, η πίστη.

Η «Λατινική Αυτοκρατορία» που προέκυψε το 1204, από την κατάκτηση και λεηλασία της Πόλης από τους Φράγκους, ήταν ένα μόρφωμα χωρίς θεμέλια και προοπτικές. Ο Αλέξιος Στρατηγόπουλος, ένα ζεστό καλοκαιρινό απόγευμα το 1261, μπήκε στην Πόλη και την ανακατέλαβε ΑΝΑΙΜΑΚΤΑ! Οι Τούρκοι όμως ήταν διαφορετική ιστορία. Και μεις, εκεί, το χαβά μας! Ενώ από το 1261 μέχρι το 1453 υπήρχε επαρκής χρόνος για να βρεθούν νέα, πρακτικά αμυντικά δόγματα, τα φορτώσαμε στους Φράγκους και αφεθήκαμε στη μοίρα μας. Πλην Παλαιολόγου βέβαια και ορισμένων λίγων τινών υπερασπιστών που τους έφαγε το σκοτάδι της λήθης.

Friday, May 29, 2015

Τὸ ἀληθινὸ Βυζάντιο. Ἡ ἀρχοντικὴ καὶ βασιλικὴ πολιτεία


Του Φώτη Κόντογλου

Τί ἤτανε, ἀληθινά, ἐκεῖνο τὸ Βυζάντιο, ἐκείνη ἡ Κωνσταντινούπολη; Παραμυθένιος κόσμος! Ὄχι μοναχὰ ἡ ἀρχαία πολιτεία, μὰ κι ἡ καινούρια, ὡς τοῦ σουλτὰν-Χαμὶτ τὰ χρόνια. Εἶχα γνωρίσει ἕναν χριστιανὸ Ἀνατολίτη κοσμογυρισμένον, ποὺ ἔζησε πολλὰ χρόνια στὴν Εὐρώπη καὶ στὴν Ἀμερική, στὴ Λόντρα, στὸ Παρίσι, στὴ Ρώμη, στὴ Νέα Ὑόρκη. «Ὅλες αὐτὲς οἱ μεγάλες πολιτεῖες, μοῦ ἔλεγε, εἶναι σπουδαῖες, μὰ σὰν τὴν Κωνσταντινόπολη δὲν ὑπάρχει ἄλλη στὴν οἰκουμένη, κι οὔτε βρίσκεται στὸν ντουνιὰ τέτοια ἐπίσημη ἀρχοντικιὰ καὶ βασιλικὴ πολιτεία».

Στὰ χρόνια τῶν Βυζαντινῶν «ἡ βασιλεύουσα Πόλις» θὰ εἶχε μιὰ ἐξωτικὴ κι ἀλλόκοτη μεγαλοπρέπεια. Χίλιοι κουμπέδες (τροῦλλοι) κατάχρυσοι λαμποκοπούσανε μέσα στὴ βλογημένη αὐτὴ ἀφεντοπολιτεία. Στὴ μέση στεκότανε, σὰν ἥλιος, ἡ Ἅγια Σοφιά, καὶ γύρω της ἤτανε σκορπισμένες οἱ ἄλλες ἐκκλησίες μὲ τοὺς χρυσοὺς κουμπέδες, σφαῖρες οὐράνιες, ποὺ λὲς καὶ γυρίζανε γύρω στὸν ἥλιο. Δὲν φαινόντανε πὼς ἤτανε κτίρια κανωμένα ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ σὰν νὰ κατεβήκανε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ σταθήκανε ἀπάνω στὴ γῆ. Κι ἀπὸ μέσα ἤτανε καταστολισμένες μὲ ψηφιά, μὲ χρωματιστὰ μάρμαρα, μὲ σμάλτα, μὲ ζωγραφιές, ποὺ θαρροῦσε κανένας πὼς μπαίνει σὲ οὐράνια παλάτια. Εἴχανε δίκιο οἱ παλιοὶ Κινέζοι ποὺ λέγανε πὼς αὐτὰ τὰ κτίρια ἤτανε «κάποια παλάτια μεγάλα καὶ λαμπερά, ποὺ ἀπὸ μέσα μοιάζανε σὰν τὰ χρυσὰ φτερὰ τοῦ φασιανοῦ τὴν ὥρα ποὺ πετᾶ».

Ἀνάμεσα στὶς ἀκαταμέτρητες ἐκκλησιές, στὰ παλάτια καὶ στὰ μοναστήρια, ποὺ σκεπάζανε ἀνεξερεύνητα μυστήρια, ἤτανε χτισμένα τὰ σπίτια καὶ τὰ ἀμέτρητα παζάρια ποὺ μερμήγκιαζε ὁ κόσμος, κόσμος καλοπερασμένος, τὰ χάνια, τὰ μαγαζιά, φωλιὲς γεμάτες ζωὴ καὶ κίνηση. Ἐδῶ κι ἐκεῖ πρασινίζανε κάποια περιβόλια μὲ ψηλὰ δέντρα μέσα στὴν πολιτεία, μὰ ἕνα γύρω τὴ ζώνανε, σὰν ὁλόδροσο στεφάνι, ἀνθισμένοι κῆποι, δάση μὲ πλατάνια, μὲ δρῦς, μὲ κυπαρίσσια, μὲ καβάκια (λεῦκες), ποὺ ρίχνανε τὸν πυκνὸ ν ἴσκιο τους ἀπάνω σὲ ξωτικὰ κιόσκια, σὲ βρύσες μὲ κρυσταλλένια νερά, ἐνῶ ἀπὸ παντοῦ χλιμιντρούσανε χαρούμενα τὰ λυγερὰ ἄτια (ἄλογα) τῆς Ἀνατολῆς, κι ἀκουγόντανε κάτι τραγούδια ποὺ μοιάζανε μὲ ψαλμῳδίες. Ἀνάμεσα στὰ δέντρα βοσκούσανε ζαρκάδια.

Μὰ σὰν γύριζε κανένας τὴ ματιά του κατὰ τὴ θάλασσα, εὐφραινότανε ἀκόμα πιὸ πολὺ ἀπὸ τὸ θαυμαστὸ πανόραμα. Ὁ Βόσπορος, αὐτὸς ὁ ἐξαίσιος θαλασσινὸς ποταμός, δρόσιζε μὲ τὰ νερά του τὰ πόδια τῆς πολιτείας, ρεματίζοντας ἀνάμεσα σ᾿ αὐτὴ καὶ στὴν καταπράσινη Ἀνατολή, μὲ τὴ Χρυσούπολη καὶ μὲ τὰ παλάτια ποὺ παραθερίζανε οἱ Κωνσταντινουπολίτες. Ὅπου νὰ στεκότανε ἄνθρωπος ἔβλεπε μπροστά του ἕνα μαγικὸ θέαμα, τὶς ἥμερες ἀκρογιαλιὲς τοῦ μπογαζιοῦ ἀνάμεσα στὰ δέντρα ποὺ βουΐζανε ἀπὸ τὸ γλυκὸ φύσημα τ᾿ ἀγεριοῦ. Ἀκαταμέτρητο πλῆθος ἀπὸ καράβια λογιῶν λογιῶν, ἀπὸ βάρκες, ἀπὸ μαοῦνες, ἀπὸ καΐκια, ἀπὸ μπιαντάδες, ἀρμενιζανε παντοῦ, ἀλλὰ μὲ πανιὰ κι ἀλλὰ μὲ κουπιά. Τὰ λιμάνια ἤτανε γεμάτα ἀπὸ καράβια ἀραγμένα στοὺς μόλους ἢ φουνταρισμένα ἀνοιχτά. Κάστρα θεόρατα, τρίδιπλα κι ἀκατάλυτα, ζώνανε τὴν ἀξετίμητη πολιτεία, ἀπὸ στεριὰ κι ἀπὸ θάλασσα, μὲ χίλιες καστρόπορτες, μ᾿ ἀμέτρητες τάμπιες καὶ πύργους, ὅλα ἀρματωμένα καλὰ μὲ στρατό, μὲ βάρδιες ποὺ ξαγρυπνούσανε.

Τὸ Σαββατόβραδο, κατὰ τὸ δειλινό, ἡ ἀτμόσφαιρα γέμιζε ἀπὸ τὴ γλυκειὰ βουὴ ποὺ κάνανε χιλιάδες καμπάνες καὶ ποὺ ἀνέβαινε σὰν ψαλμωδία ἀπάνω ἀπὸ τὴν ἁγιασμένη πολιτεία, ἀπὸ τὴ Νέα Σιών, «ἦχος καθαρὸς ἑορταζόντων». Πανηγυρικὴ μεγαλοπρέπεια! Μοναχὰ τὸ Βυζάντιο κατέβασε στὴ γῆ τὴν οὐράνια ἁρμονία.

Γιὰ τοὺς Βυζαντινούς, ἡ πατρίδα τοὺς ἤτανε ἡ Κιβωτὸς τῆς ἀληθινῆς θρησκείας, καὶ εἴχανε πόθο νὰ τραβήξουνε μέσα σ᾿ αὐτὴ ὅλα τὰ ἔθνη τῆς γῆς, καὶ νὰ τὰ σώσουνε φωτισμένα ἀπὸ τὸ ἀνέσπερο φῶς τοῦ Εὐαγγελίου. Γι᾿ αὐτό, ἕνας αὐτοκράτορας μιλώντας στοὺς στρατηγούς του ποὺ πηγαίνανε νὰ πολεμήσουνε καταπάνω σὲ βάρβαρους λαούς, τοὺς παράγγελνε νὰ φέρνονται μὲ εὐσπλαγχνία στοὺς νικημένους καὶ νὰ μὴν τοὺς βιάζουνε νὰ πληρώνουνε φόρους. «Ἐμεῖς, ἔλεγε, δὲν θέλουμε νὰ σκλαβώσουμε τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ ἡ δόξα μας κι ἡ τιμή μας εἶναι νὰ γίνουνε εὐτυχισμένοι κι ἐλεύθεροι μαζί μας». Ὅσοι ἀλλόθρησκοι πηγαίνανε στὴν Πόλη ἀπὸ ξένες χῶρες ἀπορούσανε πὼς γινότανε οἱ χριστιανοί, ποὺ εἴχανε τέτοια πλούσια καὶ μεγαλόπρεπη πολιτεία, νὰ λατρεύουνε γιὰ θεό τους ἕναν ταπεινόν, τυραννισμένον, καρφωμένον ἀπάνω σ᾿ ἕνα ξύλο, ἐνῷ περιμένανε νὰ δοῦνε νὰ προσκυνᾶνε κάποιο εἴδωλο χρυσοντυμένο, μὲ περήφανη ὄψη, μὲ κορμὶ γίγαντα.

Στὸ Βυζάντιο ἡ θρησκεία βασίλευε ἀπάνω σὲ ὅλα. Μὲ ὅλη τὴ ζωηρὴ δραστηριότητα ποὺ εἴχανε οἱ Βυζαντινοὶ στὰ ἐγκόσμια, ἡ σκέψη τους κι ἡ καρδιά τους ἤτανε πάντα γυρισμένη στὴν ἄλλη ζωή, στὴν αἰώνια ζωή. Στὸ νοῦ τους εἴχανε μέρα νύχτα τὰ λόγια του Παύλου: «Οὐ γὰρ .εχομεν ὦδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν». Τούτη ἡ ἀφοσίωση στὴ μέλλουσα ζωή, στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ἔκανε ὥστε καὶ τὸ σύστημα τῆς ἐπίγειας ζωῆς τους νὰ πάρει κάποιον χαρακτῆρα αἰωνιότητας, σὰν μιὰ ἀτελὴς προεικόνιση «ἐκείνου τοῦ καινοῦ αἰῶνος, τοῦ θαυμαστοῦ». Ὄχι μοναχὰ τὰ θρησκευτικὰ αἰσθήματά τους, μὰ καὶ τὰ κοσμικά, εἴχανε χαρακτῆρα λειτουργικόν. Γιὰ ὅποιον εἶναι σὲ θέση νὰ νοιώσει καλὰ τί εἶναι αὐτὸ τὸ «λειτουργικό», ποτὲς ἄλλη φορὰ ἡ ὁμαδικὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων δὲν ἔφταξε σ᾿ ἕνα τέτοιο πνευματικὸ ὕψος. Ὅσοι θελήσανε καὶ θέλουνε νὰ κρίνουνε τὸ Βυζάντιο μὲ τὸν συνηθισμένον χονδροειδῆ ἀντιπνευματικὸν τρόπο καὶ μὲ τὶς γνωστὲς ἀνόητες εὐφυολογίες, καὶ νὰ τὸ γελοιοποιηθοῦνε σὲ βαθμὸ ποὺ νὰ ὀνομάζουνε «βυζαντινισμὸ» κάθε ἀφηρημένη συζήτηση καὶ οὐτοπία, αὐτοὶ φανερώνουνε μ᾿ αὐτὸ πόσο ἀνίδεοι εἶναι ἀπὸ ἀληθινὴ πνευματικότητα, μὲ ὅλους τοὺς ψεύτικους τίτλους τῆς σοφίας καὶ τῆς ἐπιστήμης ποὺ εἶναι στολισμένοι.

Τὸ Βυζάντιο εἶναι πολὺ λεπτὸ πρᾶγμα γιὰ νὰ μπορέσουνε νὰ τὸ πιάσουνε τὰ χοντροκανωμένα ἐργαλεῖα τους. Τὸ Βυζάντιο εἶναι ἡ ἀληθινὴ χριστιανικὴ θρησκεία, ἀνάμεσα στὰ ψεύτικα καὶ ἐλεεινὰ παραμορφωμένα ὁμοιώματά της, ποὺ τὰ φτιάξανε λαοὶ βάρβαροι καὶ ὑλιστές, ἀνίκανοι νὰ τὴν καταλάβουνε καὶ νὰ τὴν αἰσθανθοῦνε. Γιὰ τοῦτο, τὸ Βυζάντιο κρίνεται ἀπὸ τοὺς λεγόμενους σοφοὺς τοῦ κόσμου ὅπως κρίνεται τὸ Εὐαγγέλιο, δηλ. σὰν μωρία, μπροστὰ στὴ δική τους γνώση, κι ἡ γνώμη τους ἴσια-ἴσια, πὼς τὸ Βυζάντιο εἶναι «μωρία», πιστοποιεῖ πὼς ἀληθινὰ στάθηκε ἡ Νέα Σιών, ἡ ἔμψυχος κιβωτός, ποὺ μέσα σ᾿ αὐτὴ φυλάχθηκε ἡ ἐπαγγελία τοῦ Θεοῦ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους πὼς θὰ γίνουνε τέκνα του, καὶ «ἡ μακαρία ἐλπὶς τῆς αἰωνίου ζωῆς». Ὅσο νοιώσανε οἱ ὑλικοὶ ἄνθρωποι τί λέγει ὁ Παῦλος γιὰ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ γιὰ τὴ σοφία τοῦ Θεοῦ, ἄλλο τόσο νοιώσανε κι οἱ ἱστορικοὶ κι οἱ ἐπιστήμονες τῆς κοσμικῆς γνώσης, «οἱ συζητηταὶ τοῦ αἰῶνος τούτου» ὅπως λέγει ὁ Παῦλος, τί εἶναι τὸ Βυζάντιο.

Νά, τί λέγει ὁ Παῦλος γιὰ τὴν ψεύτικη σοφία τους καὶ γιὰ τὴν ἀληθινή του Θεοῦ: «Οὐχὶ ἐμώρανεν ὁ Θεὸς τὴν σοφίαν τοῦ κόσμου τούτου; Ἐπειδὴ γὰρ ἐν τῇ σοφίᾳ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔγνω ὁ κόσμος διὰ τῆς σοφίας τὸν Θεόν, εὐδόκησεν ὁ Θεὸς διὰ τῆς μωρίας τοῦ κηρύγματος σῶσαι τοὺς πιστεύοντας. Ἐπειδὴ καὶ Ἰουδαῖοι σημεῖον αἰτοῦσι, καὶ Ἕλληνες σοφίαν ζητοῦσιν, ἡμεῖς δὲ κηρύσσομεν Χριστὸν ἐσταυρωμένον, Ἰουδαίοις μὲν σκάνδαλον, Ἕλλησι δὲ μωρίαν, αὐτοῖς δὲ τοῖς κλητοῖς, Ἰουδαίοις τε καὶ Ἕλλησι, Χριστὸν Θεοῦ δύναμιν καὶ Θεοῦ σοφίαν». «Τὰ μωρὰ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεὸς ἵνα τοὺς σοφοὺς καταισχύνῃ, καὶ τὰ ἀσθενῆ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεὸς ἵνα καταισχύνῃ τὰ ἰσχυρά, καὶ τὰ ἀγενῆ τοῦ κόσμου καὶ τὰ ἐξουθενωμένα ἐξελέξατο ὁ Θεὸς καὶ τὰ μὴ ὄντα (τὶς οὐτοπίες καὶ τὶς θρησκοληψίες), ἵνα τὰ ὄντα (τὶς θετικὲς ἐπιστῆμες, τὸν ὀρθολογισμό, καὶ τὴν ἐμπειρικὴ γνώση) καταργήσῃ». «Σοφίαν δὲ λαλοῦμεν ἐν τοῖς τελείοις, σοφίαν δὲ οὐ τοῦ αἰῶνος τούτου, οὐδὲ τὸν ἀρχόντων τοῦ αἰῶνος τούτου, τῶν καταργουμένων. Ἀλλὰ λαλοῦμεν σοφίαν τοῦ θεοῦ ἐν μυστηρίῳ, τὴν ἀποκεκρυμμένην, ἣν προώρισεν ὁ Θεὸς πρὸ τῶν αἰώνων εἰς δόξαν ἡμῶν, ἣν οὐδεὶς τῶν ἀρχόντων τοῦ αἰῶνος τούτου ἔγνωκεν». (Νομίζει κανεὶς πὼς αὐτὰ τὰ λόγια τὰ λέγει τὸ Βυζάντιο). «Μηδεὶς ἑαυτὸν ἐξαπατάτω. Εἴ τις δοκεῖ σοφὸς εἶναι, μωρὸς γενέσθω, ἵνα γένηται σοφός. Ἡ γὰρ σοφία τοῦ κόσμου τούτου, μωρία παρὰ τῷ Θεῷ ἐστιν». «Ἡμεῖς μωροὶ διὰ Χριστόν, ὑμεῖς δὲ φρόνιμοι ἐν Χριστῷ. Ἡμεῖς ἀσθενεῖς, ὑμεῖς δὲ ἰσχυροί. Ὑμεῖς ἔνδοξοι, ἡμεῖς δὲ ἄτιμοι».

Ἀπάνω στὸ Βυζάντιο ἤτανε γραμμένος ὁ λόγος τοῦ Παύλου: «ὁ καυχώμενος, ἐν Κυρίω καυχάσθω». Ὅλες οἱ καρδιές, ἀπὸ τὸν βασιλιᾶ ὡς τὸν πιὸ φτωχὸν καντηλανάφτη ἡ βαρκάρη, ἡ στρατιώτη ἢ ξωχάρη, αὐτὰ τὰ λόγια εἴχανε μέσα. Ἡ προσευχὴ ἤτανε ἡ ζωή τους. Κι ἡ τυπικὴ ἀκόμα εὐσέβεια σὲ κάποιους αὐτοκράτορες ἢ ἄρχοντες, δείχνει πὼς ὑποταζόντανε στὸν πνευματικὸ νόμο τῆς θρησκείας κι ἐκεῖνοι ποὺ δὲν ἤτανε σὲ θέση νὰ τὸν νοιώσουνε καὶ νὰ εὐφρανθοῦνε ἀπὸ τὴ γλυκύτητα «τοῦ ζῶντος ὕδατος τοῦ ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον». Ἀκόμα κι ἐκεῖνοι ποὺ δὲ μπορούσανε νὰ νικήσουνε τὴ φυσικὴ κακία τους, ἤτανε εὐλαβεῖς, ἕνα πρᾶγμα παράδοξο.

Ὁ Νικηφόρος Φωκᾶς ἔκανε κάθε μέρα τὴν προσευχή του, καὶ στὸν πόλεμο φοροῦσε ἀπὸ μέσα, κάτω ἀπὸ τὸν θώρακά του ἕνα παλιόρασο τοῦ θείου του ἀσκητῆ Γεωργίου τοῦ ἐν τῷ Μαλεῷ ποὺ εἶχε ἁγιάσει, γιὰ νὰ τὸν φυλάγει. Ὁ Ἀλέξιος Κομνηνὸς ὅποτε ἤτανε νὰ πάγει σὲ καμμιὰ ἐκστρατεία, ἔβαζε τὰ πολεμικὰ σχέδιά του κάτω ἀπὸ τὴν ἁγία Τράπεζα, κι ὅλη τὴ νύχτα προσευχότανε γονατιστὸς ἀπάνω στὰ σκαλοπάτια τοῦ ἱεροῦ, καὶ τὸ πρωὶ ἔπαιρνε τὸ σχέδιο ποὺ ἔβγαινε κάτω ἀπὸ τὸ σκέπασμα τῆς ἁγίας Τράπεζας, γιατὶ πίστευε πὼς τοῦ τὸ ἔδινε ὁ ἀρχάγγελος Μιχαήλ. Ὁ Ἰωάννης Τσιμισκὴς γονάτιζε σὰν παιδὶ μπροστὰ στὴν ἁγία Τράπεζα τῆς Ἁγίας Σοφίας παρακαλώντας μὲ δάκρυα νὰ τοῦ δώσει ὁ θεὸς ἕναν ἄγγελο φύλακα ποὺ νὰ τὸν φωτίζει κατὰ τὸν πόλεμο.

Ὅσο σφίγγεται τὸ Βυζάντιο ἀπὸ τοὺς βαρβάρους, κι ὅσο ἡ ψυχὴ ὑποφέρνει καὶ πονᾷ, τόσο γυρίζει τὰ μάτια του κατὰ τὸν οὐρανό. Ὁ βασιλιὰς Θεόδωρος Δούκας ὁ Λάσκαρις σύνθεσε τὸν Μέγαν Παρακλητικὸν Κανόνα στὴν Παναγία, ποὺ εἶναι γεμάτος ἀπὸ συντριβή, ταπείνωση καὶ πίστη. Ὁ Λέων ὁ Σοφὸς ἐποίησε τὰ ἐξαίσια Ἑωθινὰ ποὺ τὰ ψέλνουνε στὸν Ὄρθρο κάθε Κυριακὴ κι ὁ γυιός του Κωνσταντῖνος φιλοτέχνησε τὰ Ἐξαποστειλαρια. Κι ἄλλοι πολλοὶ βασιλιάδες ψέλνανε ἢ ὑμνογραφούσανε. Ἄλλα κι οἱ ὁμιλίες ποὺ κάνανε στοὺς στρατιῶτες καὶ στὸν λαό, εἴχανε κι ἐκεῖνες ὕφος θρησκευτικὸ κι ἤτανε γεμάτες εὐλάβεια καὶ πίστη. Ὁ πικραμένος λόγος ποὺ ἔβγαλε ὁ τελευταῖος βασιλιὰς τοῦ Βυζαντίου, Κωνσταντῖνος ὁ Παλαιολόγος, ἤτανε σὰν νεκρώσιμο τροπάρι. Τὸ Βυζάντιο εἶναι ἡ προεικόνιση ἀπάνω στὴ γῆ τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, ὅσο ἤτανε δυνατὸ νὰ πραγματοποιηθεῖ ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη ἀτέλεια μέσα στὸν κόσμο τῆς φθορᾶς.

Σὰν μπήκανε οἱ Σταυροφόροι σ᾿ αὐτὴ τὴν πολιτεία τοῦ Χριστοῦ, δὲν καταλάβανε τίποτα ἀπὸ τὸν μυστικὸν πλοῦτο ποὺ ἔκλεινε μέσα της, μ᾿ ὅλο ποὺ λεγόντανε Χριστιανοί. Αὐτοὶ θαμπωθήκανε ἀπὸ «τὸ ἔξωθεν τοῦ ποτηριοῦ καὶ τῆς παροψίδος», ἀπὸ τὰ κτίρια, ἀπὸ τὰ πλούτη της, ἀπὸ τὰ ὑλικὰ πράγματα ποὺ κρύβανε ἀπὸ κάτω τους τὰ πνευματικὰ μυστήρια, ὅπως ἡ στολὴ τοῦ ἀρχιερέως συμβολίζει, μὲ τὸ χρυσάφι καὶ τὶς πολύτιμες πέτρες, τὴν πνευματικὴ μεγαλοπρέπεια τῆς λατρείας. Ἐκεῖνοι οἱ βάναυσοι τυχοδιῶκτες κυττάζανε μὲ λαιμαργία τὰ ἀκριβὰ στολίσματα τῆς Πόλης, καὶ θέλανε νὰ τ᾿ ἁρπάξουνε γιὰ νὰ τὰ φᾶνε.

Ποῦ νὰ καταλάβουνε πὼς ἐκείνη ἡ μεγάλη ἐκκλησιὰ ἤτανε ἐκκλησιὰ τῆς Σοφίας τοῦ Θεοῦ. Κανωμένη κατὰ τὸν ναὸ τοῦ Σολομῶντος, ποὺ τὸν στόλισε μὲ ὅ,τι ἀκριβὸ καὶ θαυμαστὸ εἶχε ὁ ἄνθρωπος γιὰ νὰ τιμήσει τὸν Θεό. Ποῦ νὰ καταλάβουνε ἐκείνη τὴν ἀρχιτεκτονική, ἐκείνη τὴν ἁγιογραφία, τὰ σκεύη, τὴν ψαλμῳδία, τὴν ὑμνῳδία, ποὺ ὅλα ἤτανε ἦχοι ποὺ βγαίνανε ἀπὸ σάλπιγγες πνευματικές. Αὐτοὶ ἅρπαξανε τὰ μαλάματα, τὰ δισκοπότηρα, τ᾿ ἀρτοφόρια, τὰ ἄμφια, τὰ καπάκια ἀπὸ τὰ Εὐαγγέλια, ἀκόμα καὶ τὰ χρυσὰ ψηφιὰ ἀπὸ τοὺς τοὺς τοίχους. Τὰ βιβλία, ποὺ εἶχε μυριάδες, τὰ κυττάζανε μὲ ἀπορία, σὲ τί θὰ μπορούσανε νὰ χρειασθοῦνε, καὶ τὰ πετούσανε. Τὸ ἴδιο καὶ τὰ ἐξαίσια εἰκονίσματα, ἔργα ἀξετίμητα, τὰ καίγανε ἀπὸ φανατισμό, ἢ λιανίζανε κρέας ἀπάνω τους. Τέτοιος εἶχε καταντήσει ὁ Χριστιανισμὸς σ᾿ αὐτοὺς τοὺς ὑλόφρονες βαρβάρους, ποὺ καταβρωμίζανε τὴν πηγὴ ἀπ᾿ ὅπου τὸν πήρανε.

Γστερα ἀπὸ αἰῶνες οἱ ἀπόγονοί τους ἡμερέψανε, χτίσανε μεγάλες πολιτεῖες, ἀνοίξανε πανεπιστήμια, κάνανε βιβλιοθῆκες, μουσεῖα, ἀκαδημίες. Μὰ μὲ ὅλα αὐτά, δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ νοιώσουνε πάλι τί εἶναι τὸ Βυζάντιο, ὄχι στὴν ἐξωτερική του δψῆ, ἀλλὰ στὴ βαθειὰ οὐσία του, τὴν πνευματική. Γι᾿ αὐτοὺς εἶναι κεκλεισμένη ἡ Πύλη ἡ κατὰ Ἀνατολάς. Γιατὶ ἐργάζονται «διὰ τὴν βρῶσιν τὴν ἀπολλυμένην», ἐπειδή, κατὰ τὸν εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη, «ὁ ὧν ἐκ τῆς γῆς, ἐκ τῆς γῆς ἐστι καὶ ἐκ τῆς γῆς λαλεῖ». Ἐρευνοῦν ἐξωτερικὰ μὲ «τὸν νοῦν τῆς σαρκὸς αὐτῶν», χωρὶς νὰ μποροῦνε νὰ πᾶνε πιὸ βαθειὰ ἀπ᾿ ὅ,τι νοιώθουνε οἱ σαρκικὲς αἰσθήσεις. Δὲν ἔχουνε «πνευματικὸν ὀφθαλμόν, οὔτε πνευματικὸν οὖς» καὶ «ψηλαφοῦσι τοῖχον ἐν τῷ σκότει». Οὔτε κὰν ὑποπτεύονται, μέσα στὴν ἀλαζονεία τους, πὼς ὑπάρχει τίποτα «τὸ τιμιώτατον», κάτω ἀπὸ τὴν ταφόπετρα ποὺ τὴν ψάχνουνε καὶ ποὺ τὴ μελετοῦνε μὲ τὸ ἐγκόσμιο σύστημά τους. Δὲν ἔχουνε αὐτὶ γιὰ νὰ ἀκούσουνε «τοὺς ἀλαλήτους στεναγμοὺς τοῦ Πνεύματος», ποὺ βγαίνουνε ἀπὸ τὰ νεκρὰ καὶ ξερὰ κόκκαλα ποὺ σκαλίζουνε σὰν τυμβωρῦχοι.

Ἕνας ἅγιος γράφει: «Αἰσχρόν ἐστι τοὺς φιλοσάρκους περὶ τῶν πνευματικῶν πραγμάτων ἐρευνῆσαι, ὥσπερ καὶ πόρνην περὶ σωφροσύνης λαλῆσαι. Οἱ ἔχοντες τὴν πεποίθησιν αὐτῶν ἐν τοῖς σαρκικοῖς, οἱ τοιοῦτοι ὡς ἐν νυκτομαχίᾳ διάγουσι, καὶ σκότος ψηλαφοῦσιν, ἔξωθεν ὄντες τῆς χώρας τῆς ζωῆς καὶ τοῦ φωτός. Ἐκείνη γὰρ ἡ χώρα τοῖς ἀγαθοῖς καὶ ταπεινόφροσι, καὶ τοῖς καθαρίσασι τὰς ἑαυτῶν καρδίας κεκλήρωται».

Τὸ Βυζάντιο εἶναι ὅπως «ἡ Ἱερουσαλὴμ καὶ ἡ βασιλεία τοῦ θεοῦ,ἡ ἐντὸς ἡμῶν κεκρυμμένη. Αὐτὴ ἡ χώρα νεφέλη ἐστὶ τῆς δόξης τοῦ θεοῦ, εἰς ἣν μόνον οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ εἰσελεύσονται τοῦ θεάσασθαι τὸ πρόσωπον τοῦ Δεσπότου καὶ καταυγασθῆναι τοὺς νόας αὐτῶν διὰ τῆς ἀκτῖνος καὶ λαμπηδόνος τοῦ φωτὸς Αὐτοῦ».