μεταναστες

μεταναστες

Monday, October 31, 2011

Σύριζα στην ανευθυνότητα

του Ηλία Κανέλλη

Στις 26 Οκτωβρίου, δυο ημέρες πριν από τα γεγονότα στις παρελάσεις, μιλώντας με έναν από τους νέους τυηλεοπτικούς φίλους του, τον Γιώργο Αυτιά, δήλωσε και τα εξής: «Η αντίδραση και η αγανάκτηση έχει φτάσει και έχει περάσει στα γήπεδα και στις εξέδρες και στα σχολειά μας και στις παρελάσεις…» (η υπογράμμιση δική μου).

Μετά τα γεγονότα της Θεσσαλονίκης, ο ΣΥΡΙΖΑ έσπευσε να χαιρετίσει την «πάνδημη και αυθόρμητη παρέμβαση του λαού της Θεσσαλονίκης». Η ανακοίνωσή του έλεγε τα εξής: «Η μετατροπή τελικά της παρέλασης σε μια αυθόρμητη λαϊκή εκδήλωση ιερής αγανάκτησης και οργής είναι αντάξια των καλύτερων αγωνιστικών παραδόσεων του λαού μας...».
Τι σημαίνουν όλα αυτά; Οτι, αν δεν είχε προσχεδιάσει (όπως διατείνεται με νέα ανακοίνωση της 29ης Οκτωβρίου) μέρος των αντιδράσεων (ή αν δεν είχε πληροφορίες από όσους τις προετοίμαζαν), ο αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ έχει το κληρονομικό χάρισμα. Αν όμως δεν το έχει, τότε μάλλον ήξερε ότι θα υπάρξουν κινητοποιήσεις, απλώς του ξέφυγαν οι «λεπτομέρειες»: η εκτροπή σε σχέση με ό,τι συμβολίζει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, το ρατσιστικό μίσος σε σχέση με τα επεισόδια στα οποία το πάνω χέρι είχαν οργανώσεις όπως η Χρυσή Αυγή – και τα οποία οδήγησαν μέχρι και σε εκτεταμένο ξυλοδαρμό μεταναστών. Με άλλα λόγια: η θεαματική διακοπή των παρελάσεων ήταν γεγονός, το νόημα της θεαματικής διακοπής ωστόσο δεν ήταν ακριβώς αυτό που θα ήθελαν στον ΣΥΡΙΖΑ. Ισως γι’ αυτό με μία ημέρα καθυστέρηση άρχισαν να νερώνουν το κρασί τους με νέες ανακοινώσεις – και με διαχυτικές δηλώσεις του ταλαντούχου Δημήτρη Παπαδημούλη σε διάφορα ΜΜΕ.
Επειδή είναι βέβαιο ότι ο αρχηγός θα συνεχίσει τη γνωστή κι απ’ το παρελθόν τακτική να προσπαθεί να δώσει νόημα εκ των υστέρων σε όσα εν θερμώ συνέβησαν, θα παρακολουθώ συστηματικά τις trash εκπομπές για να δω πώς διακρίνει τις «αντάξιες των αγωνιστικών παραδόσεων του λαού» διαμαρτυρίες από τις αποδοκιμασίες του Προέδρου της Δημοκρατίας (υπάρχουν άραγε διαδηλώσεις α λα καρτ από τις οποίες εκ των υστέρων διαλέγουμε το μέρος του νοήματος που μας συμφέρει;), αλλά και πώς ήξερε ο κ. Τσίπρας εκ των προτέρων τι θα γινόταν στις παρελάσεις, αν έχει δηλαδή όντως το κληρονομικό χάρισμα. Θα είμαι όλος Αυτιά.

Πηγη: Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ

Thursday, October 27, 2011

Μετά το κούρεμα

Του Γιώργου Προκοπάκη

Οι εξελίξεις στη Σύνοδο Κορυφής επιβεβαιώνουν αυτά που φαίνονταν ως ένδειξη μέχρι πριν από λίγες ημέρες: η ευρωζώνη είναι αποφασισμένη να βγάλει από τη μέση το «πρόβλημα Ελλάδα», ώστε να επικεντρωθεί στα μεγάλα προβλήματα, όπως η Ιταλία. Από τη στιγμή που οι προθέσεις των Γερμανών έγιναν διαφανείς, όλη η φιλολογία για κατάρρευση σύμπαντος του χρηματοπιστωτικού συστήματος από την ενεργοποίηση των CDS και των δεκάδων παραγώγων προϊόντων που υποτίθεται είχαν κτιστεί πάνω σ' αυτά, σταμάτησε. Η προγραμματιζόμενη ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών σταμάτησε και τη φιλολογία περί μεταστάσεως. Η ευρωζώνη, με τα νέα δεδομένα, θα μπορούσε να αντιμετωπίσει μέχρι και ένα πιστωτικό γεγονός σχετικά με την ελληνική κρίση χρέους.

Τι μπορεί να σημαίνει αυτό για την Ελλάδα; Δεδομένου ότι το καλύτερο σενάριο του ΔΝΤ δεν προβλέπει την έξοδο της Ελλάδας στις αγορές πριν από το 2021, δεν έχει επιπτώσεις μεγαλύτερες από ένα ισοδύναμο εθελοντικό κούρεμα. Με τρεις προϋποθέσεις βέβαια: (α) δεν τίθεται θέμα εξόδου από το ευρώ, (β) η ΕΚΤ δεν τραβάει το χαλί της ρευστότητας των ελληνικών τραπεζών και (γ) η ευρωζώνη παρέχει την απαραίτητη υποστήριξη στη χώρα μας για να αντεπεξέλθει. Παρά την τρομολαγνική φιλολογία εδώ και μήνες, δεδομένου ότι η έξοδος της Ελλάδας στις αγορές είναι μια μακρινή προοπτική, ακόμα και ένα πιστωτικό γεγονός θα ήταν πρωτίστως πρόβλημα της ευρωζώνης. Με την ενίσχυση του EFSF, κύριο ζήτημα στην ατζέντα της Συνόδου, επιχειρείται να αντιμετωπιστεί το διαφαινόμενο ως άμεσο πρόβλημα με την Ιταλία. Η Ελλάδα είναι πρόβλημα πρώτο σε χρονική προτεραιότητα, αλλά πλέον μικρότερο σε σημασία.

Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των εκπροσώπων της ευρωζώνης και των ευρωτραπεζών φαινόταν, έως αργά χθες βράδυ, να έχουν μπλοκάρει στην απαίτηση υψηλού κουρέματος έως και 60%, με τα «νέα» ομόλογα να μην καλύπτονται από εγγυήσεις (τουλάχιστον επαρκείς). Εάν δεν επρόκειτο απλώς για διαπραγματευτική τακτική, η εξέλιξη όσον αφορά την πιθανή μείωση του ελληνικού χρέους είναι μάλλον καλή. Ο,τι κι αν γίνει, ό,τι κι αν έχει γίνει. Σε περίπτωση υποχώρησης των τραπεζών, η απουσία (ή μείωση του κόστους) εγγυήσεων θα μπορούσε να ελαφρύνει την Ελλάδα από νέο χρέος για την κάλυψή τους. Σε περίπτωση ναυαγίου της συγκεκριμένης διαπραγμάτευσης, η ανταλλαγή χρέους θα μπορούσε να καταλήξει σε προσφορά «πάρτε το ή φύγετε», οπωσδήποτε συνδεδεμένη με τους όρους ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών και κατά πάσα βεβαιότητα με όρους χειρότερους για τις τράπεζες από τους προσφερθέντες κατά τη διαπραγμάτευση. Οσον αφορά τη λογιστική μείωση του χρέους, η διαπραγμάτευση πρέπει να έχει οδηγήσει σε μάλλον καλύτερα του αναμενόμενου αποτελέσματα - και αυτό θα συνέβαινε ακόμα και εάν προέκυπτε πιστωτικό γεγονός.
Ερχόμαστε στις προϋποθέσεις. Ολα τα παραπάνω έχουν σημασία για την ελληνική κοινωνία υπό την προϋπόθεση ότι η «οριστική λύση του ελληνικού προβλήματος» δεν συνοδεύεται από εγκατάλειψη της χώρας στην τύχη της. Κατά τις χθεσινές διαπραγματεύσεις το στοίχημα ήταν να διασφαλιστεί η σταθερότητα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, τόσο με την παροχή πόρων ανακεφαλαιοποίησης όσο και με τη συνέχιση της υποστήριξης από την ΕΚΤ. Πολύ θετική εξέλιξη θα ήταν η ανακεφαλαιοποίηση και των ασφαλιστικών ταμείων. Είναι επίσης αναγκαία η διασφάλιση της λειτουργίας του Δημοσίου με παροχή κεφαλαίων για αύξηση των διαθεσίμων, αντικατάσταση του βραχυπρόθεσμου δανεισμού, κάλυψη των κρατικών εγγυήσεων. Ακόμη κι αν όλα πήγαν καλά με τις διαπραγματεύσεις, υπάρχει μια ακόμη προϋπόθεση: ότι η ελληνική κυβέρνηση μπορεί να εκτελέσει. Στην περίπτωση εθελοντικού διακανονισμού, αναλαμβάνουν οι δικηγόροι και τελειώσαμε (που λέει ο λόγος).

Στην περίπτωση υποχρεωτικής, για τους πιστωτές, λύσης, η ελληνική κυβέρνηση θα βρεθεί απέναντι σε κάθε έναν από τους πιστωτές, σε ομάδες πιστωτών με παραπλήσια συμφέροντα και στρατηγικές, πιθανόν θα χρειαστεί να κάνει νομοθετικές ρυθμίσεις για τους όρους που διέπουν τα ομόλογα ελληνικού δικαίου, τα δικαιώματα μειοψηφίας των ομολογιούχων. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος ατυχήματος σχετίζεται με τη δυνατότητα της ελληνικής πλευράς να διαχειριστεί την όλη διαδικασία. Το παρήγορο είναι ότι υπάρχει λίγος χρόνος (η Ελλάδα δεν έχει την «ευκαιρία» να αθετήσει δανειακές της υποχρεώσεις πριν από τον Μάρτιο 2012) και πάντα ελπίζουμε στην αμέριστη συμπαράσταση των εταίρων μας.

Πάντως, το μεγαλύτερο πρόβλημα, ακόμη και με την αμέριστη συμπαράσταση των εταίρων, θα είναι το στίγμα του κουρέματος που θα ακολουθεί κάθε οικονομική και επιχειρηματική δραστηριότητα σχετιζόμενη με την Ελλάδα. Για πολλά χρόνια. Ειδικά τα επόμενα χρόνια, κάθε επιχειρηματική προσπάθεια θα ακολουθείται από τη σφραγίδα του δυνάμει αφερέγγυου, η οποία μεταφράζεται σε σημαντικό κόστος από το έλλειμμα πίστης.
Αυτό βέβαια που είναι εξαιρετικά αβέβαιο είναι η ικανότητα της κυβέρνησης, αλλά και του ελληνικού πολιτικού προσωπικού γενικότερα, να διαχειριστεί την κατάσταση και κυρίως να εμπνεύσει τους πολίτες παρέχοντας μιαν αξιόπιστη αφήγηση για την οριστική έξοδο από την κρίση.

*Ο Γιώργος Προκοπάκης είναι σύµβουλος επιχειρήσεων σε θέµατα οργάνωσης και διαχείρισης πληροφοριών

Πηγη: Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ

Wednesday, October 26, 2011

Η ιδρυτική διακύρηξη του Κοινωνικού Συνδέσμου

Η φοβερή κρίση που πλήττει σήμερα την Ελλάδα αποδεικνύει καθημερινά ότι τα πολιτικά κόμματα και τα στελέχη τους, με λιγοστές φωτεινές εξαιρέσεις, είναι ανεπαρκή, ανίκανα να ανταποκριθούν στη σοβαρότητα των περιστάσεων.

Αυτό το επικίνδυνο για τη δημοκρατία μας γεγονός θέτει επιτακτικά σε όλους τους πολίτες το αίτημα να αναλάβουν ενεργότερο ρόλο για το μέλλον τους. Μπροστά στην κατάσταση αυτή, εμείς, μια ομάδα Ελληνίδων και Ελλήνων που δεν αντέχουμε πια να παρακολουθούμε με σταυρωμένα τα χέρια τον τόπο μας να καταστρέφεται, αποφασίσαμε να ιδρύσουμε τον Κοινωνικό Σύνδεσμο, ως όργανο έκφρασης των αγωνιών και, κυρίως, των ελπίδων μας.

Προερχόμαστε από όλες τις γωνιές της χώρας κι από ευρύ επαγγελματικό, κοινωνικό και μορφωτικό φάσμα. Διαφορετικές είναι και οι πολιτικές διαδρομές μας. Ορισμένοι δεν ασχοληθήκαμε ποτέ ενεργά με τα κοινά, κάποιοι μετείχαμε σε μη κομματικούς φορείς, ενώ άλλοι υπήρξαμε στο παρελθόν μέλη κομμάτων. Τώρα, όμως, μας ενώνει όλους η απόφαση να αναλάβουμε την ευθύνη που μας αναλογεί για την εθνική ανόρθωση.

Ο Κοινωνικός Σύνδεσμος έχει ως σκοπό να προωθήσει την πληροφόρηση, το διάλογο και, κυρίως, τη δράση, ώστε η κοινωνία των πολιτών να ενεργοποιηθεί και να αναλάβει θετικές πολιτικές πρωτοβουλίες.

1. Η κρίση και οι κίνδυνοι

Η παραλυσία της πολιτικής απειλεί τη χώρα με τον κίνδυνο μιας αυριανής οικονομικής καταστροφής -καταστροφής που θα μας ρίξει σε συνθήκες αδιανόητης φτώχειας και εξαθλίωσης. Την εξαθλίωση τη ζουν ήδη οι άνεργοι και οι κοινωνικά αποκλεισμένοι, ενώ κινδυνεύουν να περιπέσουν σ’ αυτήν μεγάλες ομάδες πολιτών, από διάφορες οικονομικές τάξεις.

Ήδη σήμερα βιώνουμε την αποσύνθεση του κράτους και την ανεξέλεγκτη επέκταση της ανομίας κάθε είδους -από το μεγάλο οικονομικό έγκλημα και την αντι-κοινωνική βία των οργανωμένων συμφερόντων ως την κοινή εγκληματικότητα που έχει μεταμορφώσει σε ζούγκλα μια χώρα που ήταν πριν λίγα χρόνια όαση ανθρωπιάς και ασφάλειας. Οι Ελληνίδες και οι Έλληνες συνειδητοποιούν καθημερινά, με απόγνωση, ότι ζουν σε ένα κράτος ανάξιο να εφαρμόσει στοιχειωδώς την έννομη τάξη, δηλαδή την αναγκαία συνθήκη της κοινωνικής ειρήνης, ανίκανο να ανταποκριθεί στο στοιχειώδες καθήκον της σωστής επιτήρησης των συνόρων του, άβουλο παρατηρητή των εξελίξεων, εξωτερικών και εσωτερικών. Αποτέλεσμα είναι ο κοινωνικός ιστός να διαλύεται και μεγάλα τμήματα του πληθυσμού να πέφτουν εύκολα θύματα της ιδεολογικής αλλοτρίωσης που θεωρεί τον καταστροφικό μηδενισμό ή την απάθεια αποδεκτές πολιτικές αντιδράσεις.

Όμως, με όλα της τα δεινά, η κρίση έκανε ένα μεγάλο καλό: αποκάλυψε σε όλη του την τραγική έκταση τον πυρήνα της εθνικής μας παθολογίας. Η παραγωγική βάση έχει συρρικνωθεί, ενώ έχουν διογκωθεί το δυσλειτουργικό, αναποτελεσματικό και συχνότατα διεφθαρμένο πελατειακό κράτος -γέννημα-θρέμμα της κομματοκρατίας- καθώς και η παρασιτική οικονομία που αυτό εξέθρεψε και συντηρεί. Τα εισοδήματα που παρέχει το κράτος, είτε νόμιμα είτε παράνομα, από τα κέρδη μεγάλων επιχειρηματιών μέχρι και τα πενιχρά, αλλά συχνά μη δικαιολογημένα επιδόματα, έγιναν η ατμομηχανή μιας πλασματικής ανάπτυξης, ενώ η ανταγωνιστική παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών παρέμεινε ισχνή.

Το πρόβλημα είναι, βέβαια, παλιό. Όμως, ενώ οι δύο μεγάλες πολιτικές κατακτήσεις της Μεταπολίτευσης, δηλαδή η είσοδός μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και η ένταξή μας στην ΟΝΕ, είχαν δημιουργήσει τις ευκαιρίες και είχαν προσφέρει τα μέσα για να το λύσουμε, το κομματικό σύστημα αγνόησε επιδεικτικά τις ευκαιρίες, ενώ με τη συνέργεια του πελατειακού κράτους και των συμφερόντων που αυτό εξυπηρετεί, καταχράστηκε προκλητικά τα μέσα, με αποτέλεσμα η διπλή ευρωπαϊκή μας ένταξη, αντί να λειτουργήσει ως ευκαιρία για ανασυγκρότηση, να γιγαντώσει το παλιό πρόβλημα—που είναι και η αιτία της σημερινής κρίσης—κρύβοντας τις ολέθριες συνέπειές του πίσω από την απατηλή εικόνα μιας πλασματικής ευημερίας.

Ο οικονομικός καταποντισμός της Ελλάδας συνδυάζεται με την απόλυτη απαξίωσή της στον ευρωπαϊκό χώρο. Η Ελλάδα, από την ημέρα της ένταξής της στην Ευρώπη, πολιτεύτηκε αποδεχόμενη επισήμως τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, αλλά εμμένοντας ουσιαστικά στην εσωστρεφή νοοτροπία της. Αποτέλεσμα είναι ότι αντί να πλησιάσει την υπόλοιπη Ευρώπη, απομονώθηκε από αυτήν πολιτικά και κοινωνικά, έτσι ώστε να διαφοροποιούμαστε σήμερα ακόμη κι από τις εκείνες χώρες της Ένωσης που αντιμετωπίζουν τα ίδια ή αντίστοιχα προβλήματα με εμάς, κινδυνεύοντας πλέον να βρεθούμε όχι μόνον έξω από την Ευρωζώνη, αλλά ακόμα και από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Καθοριστικό ρόλο σε αυτό το κατρακύλισμα έπαιξε η κυριαρχία μιας νοοτροπίας διεκδικήσεων και παροχών—εκφυλισμένο αντίγραφο ιδεών που γεννήθηκαν σε άλλους καιρούς, με άλλες ανάγκες και προβλήματα—που εδώ και μερικές δεκαετίες διέβρωσε όλο το πολιτικό σύστημα και κυριάρχησε στη συνείδηση πολλών πολιτών. Ορίζοντας τον πολίτη ουσιαστικά ως αντίπαλο και όχι ως μέρος της πολιτείας, η νοοτροπία αυτή επέβαλε ως μοναδική εκδοχή του κοινωνικού διαλόγου τη γλώσσα των δικαιωμάτων και των απαιτήσεων. Όμως, σε μια πλουραλιστική δημοκρατία με υπεύθυνους πολίτες, τα δικαιώματα πηγαίνουν χέρι-χέρι με τις υποχρεώσεις. Παραγράφοντας αυτή τη βασική αρχή, αφήσαμε να κυριαρχήσει στη δημόσια ζωή ο χειρότερος εαυτός μας, με όλα τα τραγικά συνεπακόλουθα. Θεωρήσαμε ότι το κράτος είναι κάτι ξένο από εμάς και επιδοθήκαμε στη λεηλασία των κοινών αγαθών. Το γενικό συμφέρον αντικαταστάθηκε από σχέσεις πελατείας και ιδιοτέλειας. Πολλές φορές ενεργήσαμε σα να μην αγαπάμε την πατρίδα μας.

Η δημοκρατία, όμως, όπως εφεύρεθηκε σ’ αυτόν τον τόπο, είναι ένα πολίτευμα που αποδέχεται την τραγική φύση της ανθρώπινης πράξης -που σημαίνει την ωριμότητα, αλλά και την αποδοχή της ευθύνης, που είναι το βαρύ τίμημα της ελευθερίας. Δεν μπορούμε συνεχώς να μεμφόμαστε κάποιον άλλο για τις επιλογές μας. Για να προχωρήσουμε, πρέπει να κοιτάξουμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη και να αναλάβουμε τις ευθύνες μας.

2. Το όραμά μας

Είναι κατανοητή η οργή και η απελπισία των πολιτών μπροστά στη δεινή κατάσταση που αντιμετωπίζουμε σήμερα. Όμως, αν θέλουμε να πάμε μπροστά, πρέπει να αφήσουμε τέτοια αισθήματα πίσω μας και να τα μετατρέψουμε σε θετικό όραμα και έργο. Γιατί, όσοι αγαπούμε αυτό τον τόπο, γνωρίζουμε ότι οι Ελληνίδες και οι Έλληνες διαθέτουμε τεράστια αποθέματα φιλοπατρίας και δημιουργικότητας. Αποθέματα που αν ενεργοποιηθούν αποτελεσματικά μπορούν να αποτελέσουν τον άξονα μιας νέας εθνικής ανόρθωσης.

Το όραμα που εμπνέει τον αγώνα της ανόρθωσης είναι κοινό για τους περισσότερους συμπολίτες μας, έστω κι αν δεν το εκφράζουμε πάντα όλοι με τα ίδια λόγια. Θέλουμε την Ελλάδα μια πραγματική ευρωπαϊκή δημοκρατία, με ξεκάθαρη διάκριση εξουσιών, με σύγχρονο κοινωνικό κράτος, με θεσμούς που να εγγυώνται την ασφάλεια και τη δικαιοσύνη για όλους τους πολίτες. Για να κυριαρχήσει, όμως, το όραμα αυτό στην ψυχή μας και να γίνει πράξη, δεν μπορεί να οδηγείται από την τυφλή μίμηση ξένων προτύπων. Πρέπει να αποζητά τη δημιουργική τους αφομοίωση, με οδηγό τις καλές μας όψεις -αυτές που μας κάνουν, πέρα και πίσω από την οργή και την απελπισία, να αγαπάμε βαθειά τον τόπο μας. Οι καλές αυτές όψεις δεν είναι άλλες από τις αρετές που δείχνουμε στις ωραιότερες στιγμές μας, δηλαδή η υγιής, δημιουργική ατομικότητα που δεν αντιμάχεται την κοινωνία, αυτή που εκφράζει μοναδικά η λέξη “μεράκι”, αλλά και η άλλη της όψη, η αλληλέγγυα συλλογικότητα που βασίζεται στο φιλότιμο, αυτή που ενσαρκώνεται στην ανοιχτόκαρδη ελληνική παρέα, που δεν πνίγει, αλλά στηρίζει το άτομο. Οι Ελληνίδες και οι Έλληνες ξέρουμε και θέλουμε να δουλεύουμε σκληρά. Είμαστε πολυμήχανοι, εξωστρεφείς και φιλοπρόοδοι, νοιαζόμαστε για τους κοντινούς ανθρώπους μας. Κι η πιο μεγάλη απόδειξη για τούτο είναι το πόσο διαπρέπουμε όταν βρισκόμαστε έξω από το διαλυτικό σύστημα της σημερινής Ελλάδας, στο εξωτερικό, σε χώρες που παρέχουν σταθερότητα και λειτουργούν με νόμους που εγγυώνται την κοινωνική συνοχή. Αυτές οι αρετές είναι που πρέπει να μας οδηγήσουν να χτίσουμε μια κοινωνία φιλελεύθερη, αλλά με κανόνες, που δεν θα μετατρέπει τη φιλία σε σχέση πελατειακή και τη συγγένεια σε προνόμιο, που θα διαλέγεται με τον κόσμο χωρίς να χάνει τη δική της φωνή.

Στην ψυχή μιας τέτοιας ανορθωτικής προσπάθειας πρέπει να πάλλει η παιδεία, αυτή ακριβώς που τις τελευταίες δεκαετίες κακοποιήσαμε βάναυσα. Η παιδεία που φωτίζει τον άνθρωπο και πλουτίζει την κοινωνία, αυτή που για να την προσφέρουν στα παιδιά τους κάνουν τις μεγαλύτερες θυσίες οι Ελληνίδες και οι Έλληνες γονείς, δείχνοντας έμπρακτα την πίστη τους στην αξία της.

Αλλά, βέβαια, το αίμα που τρέφει τη χώρα είναι η οικονομία -και οικονομική ανόρθωση σημαίνει σήμερα καταρχάς κάλυψη του παραγωγικού ελλείμματος. Σημαίνει, κυρίως, μετάβαση σ’ ένα οικονομικό υπόδειγμα εξωστρεφές και ανταγωνιστικό. Μόνον αυτό ταιριάζει σε μια κυρίαρχη, δημοκρατική χώρα. Στο εξής θα πρέπει να αξιοποιούμε την ένταξή μας στην Ευρώπη, αλλά και κάθε διεθνή μας συνεργασία, όχι—όπως μέχρι σήμερα—για ενίσχυση του παρασιτισμού και της απραξίας, αλλά για να τοποθετηθούμε στην παγκόσμια οικονομία με ένα δικό μας μοντέλο παραγωγής. Να αξιοποιήσουμε τις ευκαιρίες που δίνει ο τόπος, τις ιδιαιτερότητες των αρετών μας, τη μικρή κλίμακα και τους ανοιχτούς ορίζοντες που ανέκαθεν χαρακτήριζαν ένα μέρος του Ελληνισμού, αξιοποιώντας τις και για την προσωπική προκοπή, αλλά και για το καλό του τόπου.

Παντού στην Ελλάδα υπάρχουν παραγωγικές δυνάμεις, φυλακισμένες τόσα χρόνια από το υπερτροφικό κράτος, τη γραφειοκρατία, τη διαφθορά και την κακή μεταπολευτική νοοτροπία που περιγράψαμε. Δυνάμεις ζωντανές και καινοτόμες. Μόνον αν απελευθερωθούν, κάνοντας τόπο στη δημιουργικότητα, την επινοητικότητα, το μεράκι και την όρεξη των Ελληνίδων και των Ελλήνων για δουλειά και πρόοδο, θα μπορέσουμε να χρησιμοποιήσουμε τις ευκαιρίες που δίνουν πλουσιοπάροχα ο τόπος μας, η διεθνής κοινότητα, η σύγχρονη εποχή και η τεχνολογία.

Αλλά και ο δημόσιος τομέας, που τόσο τον έχουμε ανάγκη, αν λειτουργεί αποτελεσματικά θα μπορέσει να ανασχηματισθεί ουσιαστικά μόνον αν στηρίζεται και αντλεί πόρους από έναν υγιή ιδιωτικό. Μόνο έτσι θα μπορέσει, εκσυγχρονίζοντας τη λειτουργία του, να ανταμείβει δίκαια τους άξιους δημόσιους λειτουργούς—όσοι είναι, πολλοί ή λίγοι—που χάρη σε αυτούς, χάρη στη δική τους ικανότητα και θέρμη, το κράτος μας δεν έχει ήδη σήμερα βουλιάξει.

Το κοινωνικό κράτος –παιδεία, υγεία, συντάξεις, επιδόματα– έχει κτιστεί άναρχα, σπάταλα και, κυρίως, άδικα. Μπορούμε, με τους ίδιους πόρους που δαπανούσαμε μέχρι τώρα ως ποσοστό του ΑΕΠ, να καλύψουμε ικανοποιητικά τις ανάγκες των πιο φτωχών, δημιουργώντας δίχτυ ασφαλείας και καλές κοινωνικές υπηρεσίες για όλους. Πρέπει όμως να υπάρξει εσωτερική αναδιανομή, από τα προνόμια των συντεχνιών προς το γενικό πληθυσμό και από τα συμφέροντα της γραφειοκρατίας προς τις πραγματικές ανάγκες του πολίτη. Να περάσουμε, δηλαδή, από την αναρχία στην πραγματική εφαρμογή του σύγχρονου κοινωνικού κράτους, που βασίζεται στο κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ της ελεύθερης αγοράς και των αρχών της δημοκρατίας.

Η πορεία προς το όραμα, με την ανάδειξη των αρετών μας, απαιτεί τη θέσπιση και τη σωστή λειτουργία των θεσμών που θα βοηθήσουν στην αποκατάσταση της διαρρηγμένης σχέσης κράτους και πολίτη, προς όφελος της κοινωνίας και στη βάση του δημοσίου συμφέροντος. Αν θέλουμε να αφήσουμε πίσω τον κακό εαυτό μας, πρέπει να κάνουμε όλοι μαζί μια νέα μεταπολίτευση, ουσιαστικά δημοκρατική, καταργώντας το πελατειακό, αναποτελεσματικό, αδιαφανές και έντονα απονομιμοποιημένο πολιτικό σύστημα –γεγονός που προϋποθέτει τις απαραίτητες συνταγματικές και νομοθετικές τομές που θα βαθύνουν τη λειτουργία της δημοκρατίας.

Όμως τέτοιες μεταρρυθμίσεις θέλουν το χρόνο τους, ενώ τα γεγονότα τρέχουν. Έτσι, αν δε θέλουμε να μας βρουν μεγάλες συμφορές, η πορεία μας πρέπει να αρχίσει τώρα, με άμεσο πολιτικό ζητούμενο τη συντεταγμένη μετάβαση από το παλιό στο καινούργιο, ώστε να μην συμπαρασυρθεί σε συνολικό αδιέξοδο η χώρα.

3. Οι προτεραιότητες

Η πρώτη προτεραιότητα για την επόμενη περίοδο είναι μια κυβέρνηση που θα έχει σκοπό να συμβάλλει στην ανάταξη της χώρας κι όχι να εξυπηρετήσει άνομα συμφέροντα, ούτε να προάγει εγωιστικές φιλοδοξίες, ή να επιβάλλει καταστροφικές, αποτυχημένες ιδεολογίες. Μια τέτοια, κυβέρνηση, καθώς και όλες οι θετικές πολιτικές δυνάμεις και οι ενεργοί πολίτες που επιθυμούν τη δημιουργική έξοδο από την κρίση, θα πρέπει να συνταχθούν με τους παρακάτω άξονες:

Εθνικός στόχος είναι να μετέχουμε ενεργά στον πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στη ζώνη του Ευρώ. Η έξοδος από την ελληνική κρίση μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο σε συνεννόηση και διαπραγμάτευση με τους Ευρωπαίους εταίρους, όμως η διαπραγμάτευση θα αποδώσει μόνο αν η ελληνική πολιτική ηγεσία διαμορφώσει το δικό της αναγκαίο σχέδιο δημοσιονομικής προσαρμογής και, ταυτόχρονα, αναδιάρθρωσης και ανάπτυξης, που να μπορεί να το υποστηρίξει μπροστά στο λαό και στην Ευρώπη. Δεν μπορεί να συνεχίσει να κρύβεται πίσω από τον καταναγκασμό των ξένων.

Η δημοσιονομική πειθαρχία είναι απαραίτητη. Πρέπει να υπάρξουν πρωτογενή πλεονάσματα σε σύντομο χρόνο, γι’ αυτό είναι απαραίτητο να μειωθούν οι θέσεις εργασίας στο Δημόσιο. Αυτό είναι καλύτερα να γίνει καταργώντας οργανισμούς και διευθύνσεις που δεν προσφέρουν στο κοινωνικό σύνολο, χωρίς να υπάρξουν άλλες οριζόντιες περικοπές εισοδημάτων. Η αύξηση των κρατικών εσόδων, στο μέτρο που είναι εφικτή, πρέπει να προέλθει στο εξής μόνον από τη βελτίωση των μηχανισμών ελέγχου και είσπραξης.

Αλλά βέβαια η ουσιαστικότερη πηγή νέου εθνικού πλούτου και για το κράτος είναι η παραγωγική οικονομία. Για να δραστηριοποιηθεί ο ιδιωτικός τομέας χρειάζονται συνθήκες ηρεμίας, σταθερότητας, βεβαιότητα ως προς το νόμισμα, τη χρηματοδότηση, τους φορολογικούς αλλά και τους άλλους νόμους. Το βασικό θεσμικό πλαίσιο δεν γίνεται να αλλάζει διαρκώς, όπως μέχρι σήμερα, ενώ η γραφειοκρατία πρέπει να περικοπεί ριζικά και γρήγορα.

Για να προκόψει ο τόπος θέλει ανοιχτά σχολεία, ανοιχτά πανεπιστήμια, ανοιχτά δικαστήρια, συγκοινωνίες που να λειτουργούν συνεχώς, κράτος που να δουλεύει αποτελεσματικά. Καμία κατάληψη, καμία καταστροφή, καμία ανεύθυνη ή γραφειοκρατική κωλυσιεργία δε μας βοηθά να λύσουμε τα προβλήματά μας. Αντίθετα βαθαίνουν επικίνδυνα την κρίση.

Είναι βέβαιο ότι τα παραπάνω δεν μπορούν να τα διασφαλίσουν καμία μονοκομματική κυβέρνηση, αλλά ούτε και ευκαιριακές συνεργασίες ανάγκης που θα λειτουργήσουν μόνον ως πρόσχημα, για την εξυπηρέτηση απώτερων φιλοδοξιών. Πρέπει αμέσως να μπουν στην άκρη οι εγωισμοί, οι ιδεολογικές διαφορές και το κομματικό όφελος. Για να αναλάβουν το δύσκολο έργο της ανάταξης πρέπει να προκριθούν οι καταλληλότεροι, οι άριστοι -όχι οι κομματικά ημέτεροι ή οι πελατειακά αρεστοί.

Όταν αρχίσει να αναπτύσσεται η οικονομία, θα μπορέσουμε πάλι να συζητήσουμε, να διαφωνήσουμε και να αναμετρηθούμε για ζητήματα όπως τα όρια του κράτους, οι εργασιακές σχέσεις κι οι ευθύνες του παρελθόντος. Αυτή τη στιγμή όμως προέχει το εθνικό έργο της ανάταξης.

4. Οι πολίτες και τα κόμματα

Η ανόρθωση που περιγράψαμε ίσως φαντάζει ουτοπική, ιδιαίτερα σε στιγμές κρίσης. Δεν είναι όμως. Την ίδια στιγμή, δε θα είναι εύκολη. Χρειάζεται αρχικά η σκληρή απόφαση της αυτογνωσίας, κι έπειτα κόπος και αγώνας, συνεννόηση και επιμονή – δηλαδή τα ακριβώς αντίθετα από όσα τάζουν τα σημερινά κόμματα στους πολίτες, θεωρώντας τους άβουλα, ανόητα όντα που μπορούν να τραφούν με την ελπίδα άκοπων, μαγικών λύσεων.

Απαραίτητη συνθήκη για να προχωρήσουμε στην υλοποίηση του οράματος είναι η ενεργοποίηση της κοινωνίας των πολιτών, ώστε το πολιτικό τοπίο να μπολιαστεί με νέα πρόσωπα, νέες ιδέες και νέες δράσεις, σπάζοντας τα στεγανά που κρατούν μέχρι σήμερα το πολιτικό σύστημα κλειστό, δέσμιο των κομμάτων, της οικογενειοκρατίας, αντικοινωνικών συμφερόντων και κομματικά εξαρτημένων συντεχνιακών ηγεσιών.

Η ενεργοποίηση αυτή γίνεται σήμερα εφικτή χάρη στη ριζική αναδιάταξη της κομματικής μας γεωγραφίας που δημιούργησε η κρίση. Οι παραδοσιακοί διαχωρισμοί σε “δεξιά”, “κέντρο” και “αριστερά” έχασαν το νόημά τους, αφού οι Ελληνίδες και οι Έλληνες χωρίζονται τώρα σε δύο διακριτές ομάδες, με κριτήριο το μόνο ουσιαστικό δίλημμα που τίθεται σήμερα: εμμονή στο αποδεδειγμένα αποτυχημένο παλιό μοντέλο ή αγώνας για να χτιστεί το καινούργιο;

Με την πρώτη επιλογή συντάσσεται μια μειοψηφική μερίδα του ελληνικού λαού, που όμως δυστυχώς περιλαμβάνει την πλειοψηφία του υπάρχοντος πολιτικού προσωπικού. Όσοι ανήκουν σε αυτήν, θέλουν να προστατεύσουν κεκτημένα, ατόμων ή ομάδων εις βάρος του κοινωνικού συνόλου, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι η κρίση δε θα αφήσει κανένα από αυτά όρθιο, κι ότι, κατά συνέπεια, δουλεύουν εναντίον και του δικού τους συμφέροντος. Όμως η άρνηση της πραγματικότητας και η δαιμονοποίηση των άλλων –των ξένων, των εταίρων μας ή απλώς του αντίπαλου κόμματος– είναι φυσικό να αφήνει τελικά την όποια ελπίδα για ανόρθωση σε κάποιους “ηγέτες-σωτήρες”, αυτούς που με στόχο το ίδιο όφελος τάζουν εξωπραγματικές λύσεις, οδηγώντας τον τόπο με σιγουριά στην καταστροφή.

Στην άλλη όχθη βρίσκεται ο μεγάλος αριθμός των Ελληνίδων και των Ελλήνων που, ενώ μένουν ακόμη χωρίς δημόσια εκπροσώπηση, εκφράζουν καθημερινά την πεποίθησή τους ότι εμείς—το κράτος, τα κόμματα, οι πολιτικοί, αλλά και οι ίδιοι οι πολίτες—εμείς δηλαδή που φέρουμε και την κυριότερη ευθύνη για τη σημερινή κατάσταση, είμαστε οι κατεξοχήν αρμόδιοι να την αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά. Σε αυτήν την κατηγορία πολιτών ανήκουμε προφανώς κι εμείς που δημιουργούμε τον Κοινωνικό Σύνδεσμο. Χωρίς να παραγνωρίζουμε το γεγονός ότι είναι αδύνατο να δούμε το ελληνικό πρόβλημα αυτόνομα από τις εξελίξεις της ευρωπαϊκής ή της παγκόσμιας πολιτικής και οικονομίας, ξέρουμε ότι η πρωτοβουλία των κινήσεων ανήκει σ’ εμάς, τις Ελληνίδες και τους Έλληνες. Η δημοκρατία, ως αυτοαναφερόμενο πολίτευμα, χωρίς εξωτερικούς ρυθμιστές, δεν μπορεί να στηριχθεί πουθενά αλλού, παρά μόνο στην ενεργό βούληση των πολιτών της.

Γιατί δεν πρέπει να γελιόμαστε: το κύριο έλλειμμα της σημερινής πολιτικής σκηνής, και ταυτόχρονα ο βαθύτερος λόγος που δε μπορούμε να ξεφύγουμε από τα δίχτυα της κρίσης, είναι ότι κανένα από τα υπάρχοντα πολιτικά σχήματα δεν αντιπροσωπεύει αυτή τη νέα μεγάλη, ουσιαστική πλειοψηφία αρχών, με συνέπεια λόγου, πράξης και ήθους. Γι’ αυτό και κανένα δεν μπορεί να εμπνεύσει τους πολίτες, αφού άλλα από τα υπάρχοντα κόμματα υπόσχονται χωρίς να υλοποιούν, επειδή δεν πιστεύουν και δεν μπορούν· άλλα, αμετανόητα στην παλαιοκομματική λογική του λαϊκισμού, τάζουν πράγματα ανέφικτα· ενώ άλλα κάνουν μεν σωστές διαπιστώσεις, αλλά απαρτίζονται από ανθρώπους που δεν έχουν δώσει δείγματα ότι εκφράζουν μια νέα νοοτροπία ή μπορούν να φέρουν εις πέρας ένα τέτοιο έργο.

Σήμερα έχουμε ανάγκη από τη γλώσσα της αλήθειας, όχι των ψευδαισθήσεων. Γιατί η γλώσσα εκπίπτει σε κενή και αναξιόπιστη ρητορική όταν αποσυνδέεται από την πράξη, ενώ αντίθετα φωτίζει και συνεγείρει όταν εκφράζει ανιδιοτελή, έμπρακτη και ρεαλιστική παρουσία.

Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο υπάρχει ανάγκη για ενέργειες που θα συνεγείρουν τους Έλληνες πολίτες γύρω από το θετικό όραμα της δημιουργίας, αλλά και για φορείς που θα μπορούν να προσφέρουν, ως έγκυρη υπόσχεση για το μέλλον, όχι μόνο τον πρότερο βίο, αλλά και όλη την προσωπική και επαγγελματική διαδρομή όσων τον αποτελούν.

5. Από το “εγώ” στο “εμείς”

Η προσπάθεια για την αναγέννηση της χώρας θα είναι επώδυνη και μακροχρόνια. Η αποδόμηση που συντελέστηκε σε βάθος στα μεταπολιτευτικά χρόνια δε μπορεί να αποκατασταθεί ούτε εύκολα, ούτε γρήγορα. Όμως δεν έχουμε παρά να πάμε μπροστά, σ’ έναν δρόμο που πρέπει να χαράξουμε βαδίζοντάς τον.

Εμείς που ιδρύσαμε τον Κοινωνικό Σύνδεσμο έχουμε κάθε διάθεση να βρούμε έδαφος συνεργασίας με όσους μέσα στα κόμματα αγωνιούν και εργάζονται για γνήσιες μεταρρυθμίσεις και δεν προτάσσουν το προσωπικό ή το μικροπολιτικό όφελος· με ομάδες πολιτών σε όλη τη χώρα που ξεκινούν παράλληλη πορεία με τη δική μας· όπως και με κάθε φορέα που μπορεί να συμβάλλει στον κοινό σκοπό της εθνικής σωτηρίας και ανόρθωσης. Αλλά, πάνω από όλα, θέλουμε να συνεργαστούμε με κάθε πολίτη που πιστεύει ότι η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να μπει ξανά στο δρόμο που αξίζει στα παιδιά μας. Σε όλους αυτούς απευθυνόμαστε.

Διαβάστε ποιοι στηρίζουν τον Κοινωνικό Σύνδεσμο

Saturday, October 22, 2011

Τελική αναμέτρηση (;)

του Μάνου Ματσαγγάνη

Φαίνεται ότι η στήλη του Paul Krugman στους New York Times διαβάζεται ευρύτατα στη χώρα μας. Επιλεκτικά βέβαια: ο νομπελίστας οικονομολόγος, προοδευτική συνείδηση της φιλελεύθερης Αμερικής, είναι δημοφιλής στην Ελλάδα βασικά επειδή επιμένει ότι η – υπερβολική και μονομερής - έμφαση στη λιτότητα κινδυνεύει να βυθίσει την παγκόσμια οικονομία στην ύφεση. (Έχει δίκιο φυσικά: άλλωστε, στο σημείο αυτό φαίνεται ότι συμφωνεί πλέον και το ΔΝΤ! )

Όμως ο Krugman έχει πει και άλλα ενδιαφέροντα πράγματα – κάποια μάλιστα μας αφορούν ευθέως. Για παράδειγμα, την ημέρα της διαδήλωσης κατά του Μνημονίου, στη διάρκεια της οποίας έχασαν τη ζωή τους τρεις εργαζόμενοι, ο Αμερικανός οικονομολόγος δημοσίευε ένα post με τον εύγλωττο τίτλο «Greek end game» (5 Μαΐου 2010). Αντιγράφω ένα ενδεικτικό απόσπασμα:

«Ακόμη και με αναδιάρθρωση του χρέους, η Ελλάδα θα έχει μεγάλο πρόβλημα, αναγκασμένη να εφαρμόσει έντονη λιτότητα – προκαλώντας βαθειά ύφεση – μόνο και μόνο για να μειώσει το πρωτογενές έλλειμμα, χωρίς τους τόκους. Το μοναδικό πράγμα που θα περιόριζε την ανάγκη για λιτότητα θα ήταν κάτι που να βοηθά την οικονομία να επεκταθεί, ή να μην συρρικνωθεί τόσο πολύ. Κάτι τέτοιο θα μείωνε την οικονομική δυσπραγία, ενώ θα αύξανε τα φορολογικά έσοδα, ελαττώνοντας την απαραίτητη δόση δημοσιονομικής λιτότητας. Όμως, ο μόνος δρόμος για την ανάπτυξη είναι περισσότερες εξαγωγές, κάτι που μπορεί να επιτευχθεί μόνο εάν στην Ελλάδα πέσουν δραματικά τα κόστη και οι τιμές σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη. Εάν η Ελλάδα ήταν μια εξαιρετικά συνεκτική κοινωνία, με συλλογικές διαπραγματεύσεις για τον καθορισμό των μισθών, ένα είδος Αυστρίας του Αιγαίου, ίσως να ήταν εφικτό να επιτευχθεί κάτι τέτοιο μέσω της συλλογικά συμφωνημένης οριζόντιας μείωσης των μισθών – δηλ. μέσω μιας ‘εσωτερικής υποτίμησης’. Αλλά, όπως δείχνουν τα σημερινά αποτρόπαια γεγονότα, δεν είναι.»

Ότι η Ελλάδα δεν ήταν Αυστρία του Αιγαίου ασφαλώς το γνωρίζαμε. Όμως, όσα μεσολάβησαν τον τελευταίο ενάμιση χρόνο έδειξαν πόσο πολύ απέχουμε από τις πιο συνεκτικές κοινωνίες της Ευρώπης. Αντί για οριζόντια μείωση των μισθών, και ενώ οι εργαζόμενοι στις ιδιωτικές επιχειρήσεις δέχονταν μεγάλες μειώσεις των αποδοχών τους προκειμένου να κρατήσουν τη δουλειά τους, στις ΔΕΚΟ είχαμε απεργίες για να μην περάσει το πλαφόν των 4.000 ευρώ το μήνα. Αντί για μείωση των τιμών, είχαμε άνοδο του πληθωρισμού, πέρα και πάνω από την επίδραση της αύξησης του ΦΠΑ και της τιμής του πετρελαίου, καθώς οι επιχειρήσεις μείωναν τους μισθούς αλλά όχι τις τιμές των προϊόντων τους. Ενώ στον ιδιωτικό τομέα χάνονταν μισό εκατομμύριο θέσεις εργασίας, οι υπάλληλοι του Μετρό απεργούσαν για να μην εφαρμοστεί η εργασιακή εφεδρεία – παρότι σύμφωνα με το πόρισμα του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης, οι παράνομες προσλήψεις από το 2004 έως το 2009 είχαν διογκώσει τον αριθμό των εργαζομένων εκεί κατά 50%. Με δυο λόγια: αντί για κοινωνική συνοχή (και παρά τη ρητορική επίκλησή της, αριστερά και δεξιά), ο σώζων εαυτόν σωθήτω.

Το παράξενο δεν είναι ότι οι θιγόμενοι αντιδρούν: είναι ότι οι αντιδράσεις τους είναι εντελώς δυσανάλογες. Η φορολόγηση του πτητικού επιδόματος (στην κλίμακα και όχι αυτοτελώς) «νομιμοποιεί» τους πιλότους της Πολεμικής Αεροπορίας να αφήνουν τα αεροσκάφη στο έδαφος – και μάλιστα τις μέρες που υπογραφόταν το Μνημόνιο, και μάλιστα παρά τις διαβεβαιώσεις του τότε υπουργού άμυνας, τώρα υπουργού οικονομίας, ότι θα αποκαταστήσει την εισοδηματική απώλεια. Η ψήφιση της εργασιακής εφεδρείας «νομιμοποιεί» τους δημοσίους υπαλλήλους να καταλάβουν τα υπουργεία τους. Η προοπτική της απελευθέρωσης των ταξί «νομιμοποιεί» τον πρόεδρο του συνδικάτου ιδιοκτητών να απειλεί ότι «θα χυθεί αίμα». Η πώληση δημόσιας περιουσίας δεν είναι λανθασμένη πολιτική: είναι «έσχατη προδοσία».

Καθώς οι τόνοι ανεβαίνουν, η έλλειψη μέτρου γενικεύεται. Στις διαδηλώσεις οι συζητήσεις έχουν ξεφύγει: η «κατοχική κυβέρνηση» θα φύγει «με ελικόπτερο» και μετά θα στηθούν «κρεμάλες στο Σύνταγμα»: ένα κρεσέντο αμετροέπειας και λεκτικής βίας.

Η λεκτική βία διευκολύνει τη φυσική βία. Σε μια απολύτως προβλέψιμη – καθότι συνεχώς επαναλαμβανόμενη – χορογραφία μίσους και καταστροφής, κάθε ειρηνική (κατ’ αρχήν) διαδήλωση καταλήγει σε συγκρούσεις με ζημιές και (ενίοτε) θύματα. «Παράπλευρες απώλειες» για τους οργανωτές, που δεν δείχνουν να ανησυχούν ιδιαίτερα και ετοιμάζουν την επόμενη «ειρηνική διαδήλωση» (οι κουκουλοφόροι τη σημειώνουν στην ατζέντα τους).

Ίσως αυτό που ζούμε τον τελευταίο καιρό να είναι ένα αρχαίο δράμα: όχι μόνο με την έννοια ότι τα γεγονότα είναι δραματικά, αλλά με την έννοια ότι τα πρόσωπα του δράματος έχουν θέσει σε κίνηση έναν μηχανισμό που δεν ξέρουν ή δεν μπορούν να σταματήσουν, παρότι είναι φανερό ότι οδηγεί μαθηματικά στην καταστροφή.

Και όμως: από τα τέλη του 2009 καταλάβαμε (;) ότι δεν μπορούμε πια να ζούμε πάνω από τις δυνάμεις μας: αναγκαστικά, αφού απλούστατα κανείς δεν ήταν πια διατεθειμένος να μας δανείζει χωρίς να ζητά ιλιγγιώδη επιτόκια σε αντάλλαγμα. Η διεθνής οικονομική βοήθεια κάλυψε τις δανειακές ανάγκες μας μέχρι το 2013 (και έπειτα), δηλ. μας έδωσε χρόνο: είτε για να μάθουμε να παράγουμε αγαθά που να στέκονται διεθνώς, είτε για να συνηθίσουμε στην ιδέα ότι θα ζούμε πιο λιτά από όσο είχαμε συνηθίσει.

Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ απέτυχε όχι επειδή επιχείρησε να μειώσει τα ελλείμματα, αλλά επειδή δεν κατάφερε – ή δεν προσπάθησε – να αναζωογονήσει την οικονομία με σταθερούς κανόνες και προγραμματικές συμφωνίες, και παράλληλα να επουλώσει τις κοινωνικές εντάσεις επιβάλλοντας μια δίκαιη λιτότητα. Η αποτυχία της να εκσυγχρονίσει τη δημόσια διοίκηση, να αξιοποιήσει τη δημόσια περιουσία, να περιορίσει τη φοροδιαφυγή και να ενθαρρύνει την υγιή επιχειρηματικότητα, οδήγησε την κυβέρνηση στο σημερινό αδιέξοδο της «φοροκαταιγίδας» και των αδιάκριτων περικοπών.

Και τώρα τι κάνουμε; Όπως έγραφε στο ίδιο post ο Krugman, εάν αποτύχει η εσωτερική υποτίμηση, δεν απομένει παρά μια και μόνο μια εναλλακτική λύση: η κανονική υποτίμηση, «που σημαίνει έξοδο από το ευρώ». Με άλλα λόγια, εάν αποτύχει η σταδιακή προσαρμογή (ναι, αυτή: του Μνημονίου και του Μεσοπρόθεσμου), δεν θα μας απομένει παρά η απότομη προσαρμογή στο βιοτικό επίπεδο των γονιών μας (αλλά με τις δικές μας «ανάγκες», και σε ένα λιγότερο αθώο περιβάλλον). Αυτό θέλουμε;

Παρά τις ονειροφαντασίες των διαφόρων επαγγελματιών της επανάστασης, η επόμενη μέρα δεν πρόκειται να σημάνει ριζοσπαστικοποίηση των μαζών «προς τα αριστερά», αλλά συντηρητική αναδίπλωση της κοινωνίας και αμφισβήτηση «από τα δεξιά» των θεσμών της μεταπολίτευσης, πολιτικών (κοινοβούλιο, κόμματα, συνδικάτα) και οικονομικών (δημόσιος τομέας, φορολογία).

Φυσικά, το κυβερνών κόμμα δείχνει να πνέει τα λοίσθια, μη διαθέτοντας εφεδρείες, και έχοντας χάσει τη μάχη με τον εαυτό του. Όμως, η παρακμή του ΠΑΣΟΚ δεν πρόκειται να ανοίξει το δρόμο ούτε στο ΚΚΕ ούτε στο ΣΥΡΙΖΑ. Εκτός συγκλονιστικού απροόπτου (όπως λένε οι αθλητικοί συντάκτες), η τελευταία πράξη του δράματος προβλέπεται να είναι μια κυβέρνηση Α. Σαμαρά (και Φ. Κρανιδιώτη• και Χ. Λαζαρίδη). Κυβέρνηση θνησιγενής, αλλά ικανή να παρασύρει την διαλυμένη πλέον χώρα σε κάποια ακόμη τυχοδιωκτική περιπέτεια.

Λιγότερα από 4 χρόνια πέρασαν από το «δυστυχώς επτωχεύσαμεν» του Τρικούπη έως τον πόλεμο του 1897. Καμμιά φορά η ιστορία επαναλαμβάνεται: πρώτα ως τραγωδία, ύστερα ως τραγωδία.

*Ο Μάνος Ματσαγγάνης διδάσκει κοινωνική πολιτική και δημόσια οικονομική στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Πηγη: www.protagon.gr

Μια συζήτηση με τον Φρανσουά Ολάντ

«Το "γαλλικό όνειρο" είναι ένα διαρκές πρόταγμα. Έρχεται από μακριά. Μερικές φορές φαίνεται να ξεθωριάζει, αλλά πάντα παρουσιάζεται μια ευκαιρία που κάνει τη φλόγα να ανάψει και πάλι. Οι προεδρικές εκλογές του 2012 αποτελούν μια τέτοια ευκαιρία. Νά γιατί ζητώ την εμπιστοσύνη των συμπατριωτών μου. Είμαι αντάξιός της; Εν πάση περιπτώσει, αισθάνομαι ότι οφείλω να είμαι. Θα επιτύχω στο έργο μου, αν αποκτήσω την εμπιστοσύνη τους; Θα προσπαθήσω με όλες μου τις δυνάμεις. Και θα συσπειρώσω όσο περισσότερους ανθρώπους μπορώ γύρω από το πρόγραμμά μου. Θα ήθελα η Γαλλία του 2017 να μην έχει το πρόσωπο του 2012. Πρόκειται για ένα πρόταγμα που προαναγγέλλει μια νέα κοινωνία; Κατά κάποιον τρόπο, ναι, γιατί θα πάρουμε κρίσιμες αποφάσεις που θα μας επηρεάσουν επί μακρόν, για μια ολόκληρη γενιά! Το "γαλλικό όνειρο" στηρίζεται στην έννοια της ισότητας ως κινήτρου και ως σκοπού. Αν, στο τέλος της θητείας μου, οι Γάλλοι πολίτες είναι πεπεισμένοι ότι στη χώρα υπάρχει περισσότερη δικαιοσύνη απ’ ό,τι στην αρχή της θητείας μου, τότε η Αριστερά θα μπορεί να διακηρύξει ότι στάθηκε στο ύψος της αποστολής της. Γνωρίζοντας, βεβαίως, ότι υπάρχουν πολλά ακόμα να γίνουν».

«Η Αριστερά έθεσε τα ζητήματα της κοινωνίας, της εργασίας, των αδικιών και των ανισοτήτων, και υποστήριξε ότι οι "προλετάριοι" έχουν δικαίωμα στην ελευθερία, την πρόοδο, την αξιοπρέπεια, όπως όλοι οι άλλοι πολίτες. Ο Ζαν Ζωρές υπήρξε ένας από τους πρωτεργάτες αυτής της γενναιό δωρης σκέψης, στην οποία προσέδιδε οικουμενικά χαρακτηριστικά. Η Αριστερά δεν ήταν πάντοτε συνεπής στο ραντεβού της με την ιστορία. Όπως άλλωστε και οι αντίπαλοί της, υποτίμησε τον ρόλο των γυναικών, συμμετείχε "αλίμονο" στους αποικιακούς πολέμους, φάνηκε μερικές φορές δειλή μπροστά στην εξουσία του χρήματος, δεν ήταν πάντοτε τόσο ενάρετη όσο της υπαγόρευαν οι αρχές της. Αλλά εκπλήρωνε πάντα το καθήκον της να προσφέρει σε όλους ίσες ευκαιρίες, να υπερασπίζεται τη δικαιοσύνη όπου αυτή απειλούνταν, να προωθεί αταλάντευτα τις ατομικές και πολιτικές ελευθερίες. Στις αρχές του 21ου αιώνα οι σοσιαλιστές θα πρέπει να συνεχίσουν να υπηρετούν τη χώρα μας.
Αυτή είναι και η έννοια της συμμετοχής μου. Θέλω να παραμείνω πιστός σε ιδέες που δικαιώνουν τη δράση μου».

«Ο σοσιαλισμός δοκιμάζεται σήμερα, γεγονός που συνδέεται με την κρίση του ευρωπαϊκού ιδεώδους. Η σοσιαλδημοκρατία πρέπει να επαναπροσδιορίσει το μοντέλο της. Αλλά πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι, ουσιαστικά, ο αγώνας παραμένει ίδιος και συνοψίζεται ως εξής: καλό είναι να κάνουμε ό,τι είναι εφικτό· αλλά αν μπορέσουμε να επιτύχουμε κάτι περισσότερο από το εφικτό, τόσο το καλύτερο».

Και παρακάτω: «Θα ήταν σοβαρό σφάλμα αν ο σοσιαλισμός συνέχεε τον τρόπο με τον οποίο αγωνίζεται, τρόπο που σημαδεύεται αναπόφευκτα από τη χρονική συγκυρία, με το περιεχόμενο του αγώνα του. Θα ήταν λάθος να προσαρμόζεται απολύτως στην τρέχουσα επικαιρότητα και να λησμονεί τον ιστορικό του χρόνο. Ο σοσιαλισμός δεν διαγράφει την ταυτότητά του, αλλά την ανασυνθέτει ως κρίκο μιας εξέλιξης, ως στοιχείο του συνόλου».

Το ίδιο καθαρές είναι οι απόψεις του όσον αφορά τις αντιλήψεις εκείνες που διεκδικούν το Όλα ή Τίποτα. «Στην πραγματικότητα το ερώτημα που τίθεται είναι αν η άκρα αριστερά και κυρίως οι ψηφοφόροι της είναι έτοιμοι να συμβάλουν στην ήττα της δεξιάς και στην οπισθοχώρηση του νεοφιλελευθερισμού. Θέλουν την αλλαγή; Δεν τους ζητώ να γίνουν ρεφορμιστές, όσο εκείνοι δεν μας ζητούν να γίνουμε επαναστάτες. Δεν θέλουν να κυβερνήσουν. Το λαμβάνω υπόψη μου. Μήπως, όμως, αποδέχονται έτσι την ατέρμονη βασιλεία της δεξιάς; Εδώ βρίσκεται η πραγματική τους ευθύνη. Όσο για εκείνους τους σοσιαλιστές που είναι πρόθυμοι να τρέξουν πίσω από την άκρα αριστερά, τους προειδοποιώ: Ποτέ δεν θα τη φτάσουν».

Το πρώτο πράγμα που έκανε μόλις έθεσε υποψηφιότητα ήταν να κυκλοφορήσει ένα βιβλιαράκι με τίτλο «Συζήτηση με τον Φρανσουά Ολάντ» (κυκλοφορεί και στα ελληνικά, σε μετάφραση Στέφανου Νομικού από τις εκδόσεις Πόλις). Και ήδη στον πρόλογο του βιβλίου, στο ερώτημα γιατί θεωρεί σημαντική την έκδοση ενός βιβλίου εν όψει των προεδρικών εκλογών, απαντάει: «Η δημοκρατία είχε πάντοτε σε μεγάλη υπόληψη τα βιβλία, γιατί αυτά, μαζί με την εφημερίδα και το σχολείο, αποτελούν εργαλείο γνώσης και χειραφέτησης».

Wednesday, October 19, 2011

Ντρέπομαι τα παιδιά μου

Της Αννας Δαμιανίδη

Το πρωί ανεβαίναν απο την Πατησίων διάφορα μπλοκ. Απο τη Μάρνη άλλα. Μερικοί φορούσαν καπελάκια πορτοκαλι, κάποιοι κόκκινα, κάποιοι άσπρα, ανά συνδικάτο φαντάζομαι. Στο Σύνταγμα είχαν κλείσει τους δρόμους, αλλά στη μέση, στην πλατεία, είχε κενό.

Κάποια στιγμή είδα στη Σταδίου μια ομάδα να ανεβαίνει, νεαροί με μάσκες, μάσκες αερίων, μάσκες επαγγελματικές, μαντίλια, παλούκια στον ώμο με μαύρα σημαιάκια στην κορφή, προχωρούσαν ορμητικά προς τα πάνω, τα σκαλιά, τη Βουλή. Πέταξαν απο κει μολότοφ, βάλαν φωτιά, όπως είδα στην τηλεόραση αργότερα, σε ένα στέγαστρο φρουρού. Γύρισα προς τα πίσω, κατέβηκα την Πανεπιστημίου, άδεια, γεμάτη σκουπίδια, με μερικές παρέες να πηγαινοέρχονται. Τα κτίρια κλειστά όλα, άνυπεράσπιστα. Μεθαύριο θα έχουν ξεκολλήσει κι άλλα μάρμαρα απο τις προσόψεις, κι άλλες παλιές πέτρες, όπως εκείνη η τεράστια που την έβγαλαν απο τη γωνία Κριεζώτου και Πανεπιστημίου.

Ας καταφέρω να τ' αντικρίσω όλα χωρίς να με νοιάζει. Γιατί να με νοιάζει; Περνάω απο τα Εξάρχεια, οι αφίσες στους τοίχους ξερνάνε μίσος, αν είχα αμφιβολίες για τα συναισθήματα δηλαδή... Αλλά γιατί με νοιάζει;

Αυτους δεν τους νοιάζει ας πούμε, ακουμπάνε τις πλάτες στους τοίχους και γελάνε, διασκεδάζουν, περνάνε καλά, βρίσκουν ταίρι πιθανότατα. Αξέχαστα πρωινά στην ταραγμένη Αθήνα. Τη μισούν, ή τους είναι αδιάφορη. Μα κι εγώ τη μισούσα, γιατί τώρα με πήρε ο καημός που την καταστρέφουν;

Να κάθομαι σπίτι, να μη βγαίνω όταν κυκλοφορούν οι μαύροι καταστροφείς. Τους λένε μπαχαλάκηδες, πολύ χαϊδευτικό είναι. Χρειάζεται μια λέξη πιο αντιπροσωπευτική. Η πόλη τους ανήκει. Δεν μπορείς να φύγεις αν εγκλωβιστείς στο κέντρο, πρέπει να δεις όλη τη διαδικασία, να τους δεις να καταστρέφουν, να τρέχουν, να υποστείς τα δακρυγόνα, κι ύστερα στο σπίτι να διαβάζεις καταγγελίες για τη βία της αστυνομίας, γιατί έτσι πρέπει. Αν πεις ότι είδες και μη αστυνόμους να είναι πολύ βίαιοι, νεους μαυροφορεμένους να είναι πολύ βίαιοι, σε κοιτάνε περίεργα. Μα είσαι αφελής, είναι προβοκάτορες, ή είναι αναρχικοί, πάντως η αστυνομία φταίει. Γιατί να μην πείθομαι κι εγώ, να είμαι αγανακτισμένη κι ευτυχισμένη;

Με πιάνουν λυγμοί γιατί σκέφτομαι τα παιδιά μου. Πρέπει να φύγουν απο δω, γιατι δεν θα μπορούν να απολαύσουν μια βόλτα, δεν θα μπορούν να χαλαρώσουν και να θαυμασουν κάτι, δεν θα μπορούν να νοιώθουν ότι ζουν σε πόλη. Πώς να τα διώξω; Δεν θα έχουν πόλη, κι είναι νομίζω χειρότερα κι απο το να μην έχουν δουλειά. Δουλειά μπορεί να βρεις καποια στιγμή, πόλη όμως δεν γεννιέται. Αλλά το να φύγουν σημαίνει ότι θα είναι ξένοι εκεί που θα πάνε, δεν είναι απλό. Τι μου χρωστάνε και τα γέννησα εδώ; Δεν τα έκανα και σαν όλο τον κόσμο, να αδιαφορούν, δεν τους έδωσα βιος αλλού, τα μάθαινα να βρίσκουν ωραία μέρη στην Αθήνα...

Τα μεγάλωσα στην Κυψέλη, ακουσον άκουσον! Καλά με ρωτούσαν όλοι, πώς είναι δυνατόν να μένετε στην Κυψέλη; Τόσο μέσα, τόσο εγκλωβισμένοι; Φοβάμαι ότι δεν θα μπορέσουν ποτέ να το γλεντήσουν έτσι σαν αυτούς εδώ, με πέτρες απο τις προσόψεις της πόλης τους, μαντίλια στο πρόσωπο, ορμητικό κι αναίσθητο βήμα. Κι ούτε να αδιαφορήσουν θα μπορέσουν, θα πονάνε σε όλη τους τη ζωή για την παρακμή και την απώλεια.

Είμαι ένοχη. Γέννησα παιδιά σε μια πόλη χαμένη. Έπρεπε να τα πείσω ότι ανήκουν σε κάποια 'κοινότητα ελλήνων' όχι να περιμένουν απολαύσεις απο την Αθήνα. Είναι βαθιές οι ρίζες, φταίει ο πατέρας μου που την έβλεπε λαμπερή και πλούσια. Και δεν είχαμε κοινότητα, νομίζαμε πως έχουμε πόλη.

Πού να πάμε; Καθώς γυρίζω σπίτι αισθάνομαι σαν εκείνες τις αλβανίδες του Κοσοβου που βλέπαμε στην τηλεόραση να φεύγουν απο τα καμένα τους χωριά με το στρώμα τους πάνω σε κάρο. Μακάρι να είχα ένα κάρο κι ένα στρώμα να φορτώσω να φύγω. Ντρέπομαι τα παιδιά μου, δεν ξέρω πού να κρυφτώ.

Πηγή: Ημερολόγιο Καταστρώματος

Δεν μπορούν να αποφασίζουν μόνοι Μέρκελ- Σαρκοζί

Του Martin Schulz

Η σταθερότητα βασίζεται στην εμπιστοσύνη - την εμπιστοσύνη των πολιτών στις κυβερνήσεις τους και στους Ευρωπαϊκούς θεσμούς, την εμπιστοσύνη μεταξύ των εταίρων στο ευρώ και την εμπιστοσύνη των αγορών στο ευρώ και την ευρωζώνη.

Όμως οι πολιτικοί ελιγμοί εκ μέρους των αρχηγών κρατών έχουν βυθίσει την Ευρωπαϊκή Ένωση όλο και πιο βαθιά μέσα σε μια κρίση ανάληψης δράσης και κρίση εμπιστοσύνης - ενώ η διαχείριση της κρίσης κάθε άλλο παρά ανταποκρίνεται στον τίτλο της.

Ακριβώς τώρα είναι η ώρα που πρέπει οι επικεφαλής των κρατών και των κυβερνήσεων να δείξουν σθένος και να ανοίξουν τα χαρτιά τους πάνω στο τραπέζι. Καθώς βαθαίνει η κρίση χρέους που καταποντίζει την Ευρώπη, θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε το γεγονός ότι όλοι ταξιδεύουμε με το ίδιο καράβι. Σε φουρτουνιασμένα νερά, δεν είναι αρκετό να μπαλώνεις τις διαρροές την ώρα που δεν είναι κανείς στη γέφυρα και δεν υπάρχει άξονας πηδαλίου για να κατευθύνει το σκάφος.

Μπορούμε να δούμε τις εικόνες στους δρόμους της Αθήνας, του Δουβλίνου, της Μαδρίτης και της Λισαβόνας. Να δούμε τι συμβαίνει όταν οι πολιτικές δεν διαθέτουν επαρκή δημοκρατική νομιμότητα: εκεί, τα μέτρα λιτότητας εκλαμβάνονται ως προστάγματα των Βρυξελλών.

Ο πρόσφατες προτάσεις οικονομικής διακυβέρνησης όπως τέθηκαν από την καγκελάριο Μέρκελ και τον πρόεδρο Σαρκοζί, απλώς δεν είναι αρκετά καλές. Μια εξαμηνιαία συνάντηση των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων δεν έχει τα χαρακτηριστικά μιας οικονομικής κυβέρνησης που μπορεί να αντιδράσει με ταχύτητα στις εξελίξεις των αγορών και να βάλει τα κράτη σε μια τάξη. Οι μεγαλόστομες, συγκεχυμένες προσεγγίσεις, δεν θα αναπτερώσουν την εμπιστοσύνη ούτε των αγορών, ούτε των πολιτών.

Οι εξελίξεις, έχουν ενισχύσει έτι περαιτέρω μια ανησυχητική τάση που εγώ αποκαλώ «συνοδοκορυφίτιδα» - την τάση των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων να λαμβάνουν όλο και περισσότερες αποφάσεις από μόνοι τους, αγνοώντας την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και περιφρονώντας τις κοινοτικές διαδικασίες. Πρόκειται για μια επικίνδυνη τάση, για δύο λόγους.

Πρώτον, η εμπειρία δείχνει ότι γενικά η ανοικτή διαδικασία συντονισμού, δεν είναι αποτελεσματική. Αυτό που χρειάζεται είναι μια πραγματική οικονομική διακυβέρνηση, που να συνενώνει όλα τα στοιχεία και να έχει στον πυρήνα της την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Μια οικονομική κυβέρνηση που θα έχει στη διάθεσή της τα απαραίτητα εργαλεία προκειμένου να αποκαταστήσει τις μακροοικονομικές δυσαρμονίες και να επαναφέρει στην τάξη τα κράτη- μέλη που καταγράφουν υπερβολικό έλλειμμα.

Δεύτερον, αυτή η τάση είναι εγγενώς αντιδημοκρατική, καθώς αποκλείει τον μοναδικό εκλεγμένο θεσμό της Ένωσης, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, μαζί και τα εθνικά κοινοβούλια, από τη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Και πού καταλήγει αυτό; Να παραδέρνουν μεταξύ ειλημμένων αποφάσεων - ακόμα και αποφάσεων για τον προϋπολογισμό, κάτι που αποτελεί κεντρικό δικαίωμα κάθε κοινοβουλίου. Πρόκειται για μια δραματική εξέλιξη. Η Ευρωπαϊκή Ενωση είναι ένα πείραμα μοναδικό στην ιστορία για την περιφρούρηση της δημοκρατίας σε υπερεθνικό επίπεδο, όπου χρειάζεται να λαμβάνονται αναπόφευκτα όλο και περισσότερες αποφάσεις, λόγω των διαδικασιών που επιβάλλει η παγκοσμιοποίηση.

Τέτοιες αποφάσεις δεν θα πρέπει να αφήνονται στους αργηχούς κρατών και κυβερνήσεων, ούτε να λαμβάνονται σε συγκεχυμένα διεθνή φόρα, στα οποία δεν έχουν πρόσβαση, ούτε έλεγχο, τα εθνικά κοινοβούλια. Μπορούμε να δούμε τι συμβαίνει στους δρόμους της Αθήνας, του Δουβλίνου, της Μαδρίτης και της Λισαβόνας, όταν οι πολιτικές δεν διαθέτουν επαρκή δημοκρατική νομιμότητα: εκεί, τα μέτρα λιτότητας εκλαμβάνονται ως προστάγματα των Βρυξελλών.

Εμείς, οι Ευρωπαίοι, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια ξεκάθαρη επιλογή: αν θέλουμε να διατηρήσουμε το ευρώ και το πιο συναρπαστικό πολιτικό εγχείρημα που υπάρχει σήμερα στον κόσμο, τότε χρειαζόμαστε περισσότερη Ευρώπη. Εναπόκειται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να πολεμήσει για μια Ευρώπη ταυτόχρονα δημοκρατική και άξια της εμπιστοσύνης των πολιτών της.

*Ο Martin Schulz είναι πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Ομάδας του Ευρωκοινοβουλίου.

Πηγή: Περιοδικό Μεταρρύθμιση

Οι "οικολόγοι-πράσινοι" χρειάζονται διόρθωση πορείας!

Tου Νίκου Ράπτη

Καθώς ολοκληρώνονται οι διαδικασίες για το 8ο συνέδριο των «οικολόγων-πράσινων» (ΟΠ) (22-23 Οκτωβρίου στην Αθήνα) στην ηγεσία τους επικρατεί αυτοϊκανοποίηση και εφησυχασμός: θεωρείται δεδομένο πως στις επόμενες εκλογές οι ΟΠ θα εκπορθήσουν τη βουλή και θα κατοχυρώσουν την παρουσία τους στην κεντρική πολιτική σκηνή.

Αλλά πολλοί διαφωνούμε με την εκτίμηση αυτή. Εκτιμούμε πως το τελευταίο διάστημα οι ΟΠ χάνουν σε πολιτική αξιοπιστία, σοβαρότητα και δυνατότητα να είναι χρήσιμοι στην πατρίδα. Ανησυχούμε πως οι ΟΠ κινδυνεύουν να ακολουθήσουν την πορεία των «οικολόγων-εναλλακτικών», που αφού εκπροσωπήθηκαν στη βουλή εξαφανίστηκαν, όταν αποκαλύφθηκε η πολιτική τους ανεπάρκεια. Φοβούμαστε πως μια τέτοια εξέλιξη σήμερα θα ήταν καταστροφική για τις προοπτικές συνολικά του οικολογικού μετασχηματισμού της χώρας, που τον θεωρούμε αδήριτη εθνική ανάγκη.

1. Όσον αφορά την κρίση χρέους, οι ΟΠ καλούνται να διατυπώσουν μια αξιόπιστη συνολική πρόταση με δύο πυλώνες:

  • τον οικολογικό μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας και
  • την άμεση πολιτική και οικονομική ενοποίηση της Ευρώπης, με πάση θυσία παραμονή της Ελλάδας στην ευρωζώνη.

Χρειάζεται να υποστηρίξουν το κοινωνικό κράτος και τις κοινωνικές δαπάνες, αλλά όχι τις αναξιοκρατικές συντεχνιακές πτυχές του κομματικού κράτους, που προσπαθούν να διασώσουν τα άνομα συμφέροντά τους, μεταμφιέζοντάς τα σε «αντιμνημονιακό αγώνα». Οι ΟΠ οφείλουν να αποκαλύψουν πως η αντιμνημονιακή ρητορική των καθεστωτικών συνδικάτων και της αριστεράς είναι κοινωνικά συντηρητική και πολιτικά αντιδραστική. Αυτές οι δυνάμεις είναι ο καλύτερος συνήγορος όσων επιδιώκουν τη διάλυση των βασικών δημοσίων αγαθών (της υγείας, της ασφάλειας, της εκπαίδευσης, των αστικών υποδομών, των μετακινήσεων) και την εκχώρησή τους σε «ημέτερα» ιδιωτικά συμφέροντα, στο πρότυπο, σύμφωνα με τον συμπρόεδρο των Γερμανών «πράσινων» Τσεμ Οζντεμίρ (Cem Özdemir), «ό,τι συνέβη στη Ρωσία επί Γιέλτσιν (Yeltsin)».

2. Όσον αφορά την πολιτική κρίση, στους ΟΠ δεν ταιριάζει η παθητικότητα του «ανοικτού παράθυρου» από όπου μπαίνει «αέρας κοπανιστός» -τζάμπα συνθηματολογία και πολιτική ανευθυνότητα. Οι ΟΠ έχουν την ευθύνη να είναι χρήσιμοι ώστε να υπάρξει στην Ελλάδα πολιτική, κοινωνική και οικονομική ανατροπή του μεταπολιτευτικού καθεστώτος με «μακρά πορεία στους θεσμούς» του! Κάθε άλλη εκδοχή, είτε της «ομαλότητας χωρίς ανατροπή» είτε της «ανατροπής χωρίς ομαλότητα», θα ενισχύσει αντιδραστικές κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις, επικυρώνοντας και διογκώνοντας τα αυταρχικά-μεταδημοκρατικά χαρακτηριστικά της ύστερης μεταπολίτευσης!

3. Τέλος οι ΟΠ χρειάζεται:

  • Να απεξαρτηθούν από το κρατικό πολιτικό χρήμα και να ξαναγίνουν κυρίως κόμμα εθελοντών.
  • Να καταστρέψουν τις παλαιοκομματικές τους δομές, συναποφασίζοντας με την κομματική βάση και τους φίλους τους και με τις συγγενείς τους πολιτικές συλλογικότητες.

Η σημερινή κομματική δομή των ΟΠ αναπαράγει κι ενδυναμώνει την ανδροκρατία-γεροντοκρατία στην ηγεσία τους, που είναι απολύτως πολιτικό μέγεθος σε μια χώρα όπου συστηματικά περιθωριοποιούνται επαγγελματικά και πολιτικά η νεότητα κι οι γυναίκες. Οι μεσήλικες της γενιάς της μεταπολίτευσης δεν μπορούν να εκφράσουν τη «διαφορετική πολιτική» που επικαλούνται οι ΟΠ!


Tuesday, October 18, 2011

Αφυπνίζει την αμερικανική Αριστερά

Του Γιώργου Αγγελόπουλου

Βρίσκεται στο στόχαστρο της Γουόλ Στριτ, όμως οι «Νιου Γιορκ Τάιμς» της έπλεξαν το εγκώμιο. «Η γοητεία που ασκεί οφείλεται στην ικανότητά της να διαλύει το ρεπουμπλικανικό επιχείρημα ότι η εξισορρόπηση της φορολογικής επιβάρυνσης συνιστά ταξικό πόλεμο», έγραψε η εφημερίδα σε κύριο άρθρο της. Και ο γαλλικός ιστότοπος Rue69 αναρωτιέται μήπως η αμερικανική Αριστερά βρήκε μια ηγέτιδα στο πρόσωπο της υποψήφιας της Μασαχουσέτης για τη Γερουσία των ΗΠΑ Ελίζαμπεθ Ουόρεν.

«Ακούω εδώ κι εκεί, "αυτός είναι ένας ταξικός πόλεμος"», λέει η Ουόρεν σε ένα βίντεο που έχει κυκλοφορήσει ευρύτατα στο Ιντερνετ. «Οχι! Κανένας σε αυτή τη χώρα δεν έκανε μόνος του περιουσία. Κανένας! Εφτιαξες ένα εργοστάσιο; Τόσο το καλύτερο για σένα. Να είμαστε όμως ξεκάθαροι: τους δρόμους πάνω στους οποίους μεταφέρεις τα εμπορεύματά σου, τους έχουμε πληρώσει όλοι. Ολοι έχουμε πληρώσει για την εκπαίδευση των εργαζομένων σου. Το εργοστάσιό σου είναι ασφαλές χάρη σε μια αστυνομία για την οποία έχουμε όλοι πληρώσει... Να λοιπόν, έφτιαξες ένα εργοστάσιο κι αυτό δούλεψε πολύ καλά, θαυμάσια. Κράτησε ένα μεγάλο μέρος των κερδών σου. Αλλά το κοινωνικό συμβόλαιο απαιτεί ένα άλλο μέρος να πάει στις επόμενες γενιές».

Το επιχείρημα είναι αρκετά απλό, όμως έχει προκαλέσει συζήτηση σε μια χώρα όπου το Κογκρέσο, εκβιαζόμενο από τους Ρεπουμπλικανούς, αρνήθηκε τον περασμένο Ιούνιο να ψηφίσει την κατάργηση των φοροαπαλλαγών που απολαμβάνουν οι πολύ πλούσιοι, αυτοί που βγάζουν περισσότερα από ένα εκατομμύριο τον χρόνο - και πολλοί πολλά περισσότερα. Στο Ιντερνετ κυκλοφόρησε μια προκήρυξη που λέει «ευχαριστώ» στην Ουόρεν επειδή υπερασπίζεται τις προοδευτικές αξίες.

Καθηγήτρια Δικαίου στο Χάρβαρντ, η «Λιζ» Ουόρεν προέρχεται από μια μάλλον φτωχή οικογένεια. Συγκεντρώνει τα πυρά της Γουόλ Στριτ από την εποχή της κρίσης των ενυπόθηκων δανείων υψηλού κινδύνου, όταν τέθηκε επικεφαλής μιας Κοινοβουλευτικής Επιτροπής με αποστολή να επιβλέπει την καλή χρήση των δημόσιων κεφαλαίων του προγράμματος διάσωσης των τραπεζών. Ηδη από το 2007 προειδοποιούσε για τα τραπεζικά προϊόντα υψηλού κινδύνου: «Είναι αδύνατον να αγοράσεις ποτέ τοστιέρα που έχει μια πιθανότητα στις πέντε να εκραγεί και να βάλει φωτιά στο σπίτι σου. Αντιθέτως, είναι δυνατόν να αγοράσεις ένα ενυπόθηκο δάνειο που έχει μια πιθανότητα στις πέντε να βγάλει μια ολόκληρη οικογένεια στον δρόμο, και το συμβόλαιο δεν επισημαίνει καν το γεγονός αυτό στον δανειζόμενο».

Η Ουόρεν έδωσε σκληρή μάχη για να δημιουργηθεί μια υπηρεσία προστασίας των δανειζομένων, η οποία συστάθηκε τελικά φέτος τον Ιούλιο, παρά τις αντιδράσεις των χρηματοπιστωτικών λόμπι και των Ρεπουμπλικανών. Δεν έχει ακόμη διευθυντή, διότι οι Ρεπουμπλικανοί αρνούνται να επικυρώσουν οποιονδήποτε διορισμό αν δεν περιοριστούν οι αρμοδιότητες της υπηρεσίας. Και μερικοί Δημοκρατικοί επισημαίνουν πως μια προεδρική προεκλογική εκστρατεία, ενδεχομένως για τις προεδρικές του 2016, θα προσέφερε πολύ μεγαλύτερη δημοσιότητα στις απόψεις της Ουόρεν...

Πηγή: Τα Νέα

«Η κοινωνική πολιτική σε δύσκολους καιρούς: οικονομική κρίση, δημοσιονομική λιτότητα και κοινωνική προστασία»

Εισαγωγή στο βιβλίο tου Mάνου Ματσαγγάνη «Η κοινωνική πολιτική σε δύσκολους καιρούς: οικονομική κρίση, δημοσιονομική λιτότητα και κοινωνική προστασία» το οποίο πρόκειται να κυκλοφορήσει τον Οκτώβριο 2011 από τις εκδόσεις Κριτική.

Η κεντρική ιδέα του βιβλίου συνοψίζεται εύκολα σε μερικές φράσεις. Παρά τη ρητορεία του συρμού, το κοινωνικό κράτος δεν είναι ένα απλό θύμα της οικονομικής κρίσης: η σχέση μεταξύ των δύο είναι πολύ πιο αμφίσημη. Κατ' αρχήν, η κατακόρυφη άνοδος της δαπάνης για κοινωνική προστασία μέχρι το 2009 συνέβαλε και αυτή στον δημοσιονομικό εκτροχιασμό της χώρας. Ακόμη χειρότερα, η διόγκωση της κοινωνικής δαπάνης (που πλέον προσεγγίζει ή και υπερβαίνει τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο) δεν συνοδεύτηκε από τον «εξευρωπαϊσμό» των κοινωνικών πολιτικών (που συνέχισαν να χαρακτηρίζονται από ένα «εντυπωσιακό μωσαϊκό ρυθμίσεων» και τις υπόλοιπες παθογένειες ενός «κράτους πελατειακών παροχών»).

Στη συνέχεια, από το 2010, ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός έδωσε τη θέση του στη λιτότητα για τη μείωση των ελλειμμάτων. Αυτό ήταν αναπόφευκτο – όπως ήταν επίσης αναπόφευκτο να οδηγήσει σε περικοπές δαπανών και σε μεταρρυθμίσεις προγραμμάτων. Δεν ήταν όμως καθόλου αναπόφευκτο οι περικοπές και οι μεταρρυθμίσεις να πάρουν τη μορφή που τελικά πήραν. Μεταξύ των περικοπών που διορθώνουν υπερβολές, εκλογικεύοντας την παραγωγή κοινωνικών αγαθών και υπηρεσιών, και των «περικοπών» που παραλύουν την παραγωγή αυτή, στερώντας ζωτικούς πόρους από τα άτομα και τις οικογένειες που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη, υπάρχει τεράστια απόσταση - όπως άλλωστε υπάρχει τεράστια απόσταση μεταξύ των μεταρρυθμίσεων που ανεβάζουν τον δείκτη κοινωνικής προστασίας, εξοικονομώντας ταυτόχρονα πόρους που σήμερα σπαταλώνται, και των «μεταρρυθμίσεων» που σχεδιάζονται με κύριο στόχο να περισώσουν στις νέες συνθήκες όσο δυνατόν περισσότερα από τα παλαιά προνόμια.

Με αυτά και με αυτά, φτάσαμε σε ένα μεγάλο παράδοξο. Από τη μια, η οξύτατη οικονομική κρίση κλείνει επιχειρήσεις, καταστρέφει θέσεις εργασίας, μειώνει μισθούς και εισοδήματα. Η απότομη άνοδος της ανεργίας και η υποχώρηση των οικογενειακών εισοδημάτων απειλεί εκατοντάδες χιλιάδες νοικοκυριά με το φάσμα της φτώχειας. Με άλλα λόγια, ποτέ άλλοτε στη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας δεν είχαμε τόση ανάγκη για κοινωνική προστασία. Από την άλλη, ευνοώντας αποσπασματικές λύσεις, θέτοντας το μερικό συμφέρον (της ομάδας) πάνω από το γενικό (της κοινωνίας), εμποδίζοντας τις ώριμες μεταρρυθμίσεις, φροντίσαμε να έχουμε σήμερα ένα σύστημα κοινωνικής προστασίας κομμένο και ραμμένο στα μέτρα των ισχυρών ομάδων, αλλά εντελώς ακατάλληλο και ανέτοιμο να αντιμετωπίσει τις κοινωνικές συνέπειες της κρίσης (που είναι και το βασικό αντικείμενο του κοινωνικού κράτους). Η ζήτηση και η προσφορά κοινωνικής προστασίας είναι επικίνδυνα «εκτός συγχρονισμού».

Το παράδοξο αυτό δεν φαίνεται να έχει συνειδητοποιηθεί από την κυβέρνηση, ούτε από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, ούτε από τα συνδικάτα, ούτε από τον Τύπο και επομένως ούτε από την κοινή γνώμη – εκτός βέβαια από εκείνους τους συμπολίτες μας που πέφτουν οι ίδιοι θύματά του. Είναι επείγουσα ανάγκη το παράδοξο αυτό να τεθεί στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης – όχι τόσο για να επιμεριστούν ευθύνες, όσο κυρίως για να βρεθούν λύσεις.

Με την έννοια αυτή, η agenda εξισωτικής μεταρρύθμισης που ενδεικτικά σκιαγραφείται στο τέλος αυτού του βιβλίου δεν προτείνεται ως το κλειδί για όλες τις πόρτες και δεν πρόκειται να λύσει τα δεκάδες προβλήματα που αντιμετωπίζει η Ελλάδα της κρίσης: είναι όμως μια συμβολή στην ανασυγκρότηση της κοινωνικής πολιτικής – που με τη σειρά της είναι ένα από τα συστατικά της (όχι και τόσο μυστικής) συνταγής που μπορεί να επιτρέψει σε μια χώρα να βγει από την οικονομική κρίση με την κοινωνία όρθια.

Οι επόμενες σελίδες αναπτύσσουν τα παραπάνω σημεία με εκτενέστερο τρόπο.

Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία μέρη, με δύο κεφάλαια στο καθένα. Το πρώτο μέρος (Η κρίση και το κοινωνικό κράτος) ξεκινά με ένα σύντομο κεφάλαιο (Το κοινωνικό κράτος ως υποκείμενο της κρίσης) που εξηγεί γιατί το κοινωνικό κράτος ευθύνεται και αυτό για τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό, σε κάποιον τουλάχιστον βαθμό. Το Κεφάλαιο 2 (Το κοινωνικό κράτος ως αντικείμενο της κρίσης) δείχνει πώς το «ασφαλιστικό», ένα φαινομενικά άλυτο πρόβλημα, πέρασε μέσα σε λίγες εβδομάδες, από την άνοιξη έως το καλοκαίρι του 2010, από την εποχή της ακινησίας στην εποχή της καταιγιστικής μεταρρύθμισης.

Το δεύτερο μέρος (Η ζήτηση για κοινωνική προστασία) παρουσιάζει τις συνέπειες της κρίσης αφενός στην απασχόληση και στους μισθούς, και αφετέρου στην ανισότητα και στη φτώχεια. Το Κεφάλαιο 3 (Οι επιπτώσεις της κρίσης στην αγορά εργασίας) ενσωματώνει στην ανάλυση τα πιο πρόσφατα δεδομένα των Ερευνών Εργατικού Δυναμικού. Για λόγους που είναι γνωστοί στους ειδικούς, αντίστοιχα δεδομένα για τις εξελίξεις στην κατανομή του εισοδήματος είναι διαθέσιμα με πολύ μεγάλη καθυστέρηση. Στη θέση τους, το Κεφάλαιο 4 (Οι επιπτώσεις της κρίσης στην κατανομή του εισοδήματος) παρουσιάζει τις εκτιμήσεις πρόσφατης έρευνας του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών με βάση τη λεγόμενη μέθοδο «μικροπροσομοίωσης», εφαρμόζοντας το υπόδειγμα φορολογίας και κοινωνικών παροχών EUROMOD. Όταν δημοσιευτούν τα στοιχεία της Ελ.Στατ. και της Eurostat, οι εκτιμήσεις μας μπορεί ενδεχομένως να αποδειχθούν ανακριβείς. Όμως, τέτοιες αποκλίσεις υπήρξαν μέχρι τώρα στατιστικά μη σημαντικές. Εν τω μεταξύ, η εφαρμογή της «μικροπροσομοίωσης» επιτρέπει αφενός την έγκαιρη αποτίμηση των διανεμητικών επιδράσεων της ύφεσης και των μέτρων λιτότητας, αφετέρου τον διαχωρισμό των επιδράσεων που ανάγονται ευθέως στην πολιτική της κυβέρνησης από εκείνες που απορρέουν κυρίως από ευρύτερες εξελίξεις στην οικονομία ή στην αγορά εργασίας.

Το τρίτο μέρος (Η προσφορά κοινωνικής προστασίας) εξετάζει πώς το κοινωνικό κράτος στην Ελλάδα ανταποκρίνεται στον ιστορικό ρόλο του – για να χρησιμοποιήσουμε μια μάλλον βαρύγδουπη αλλά ακριβή φράση. Το Κεφάλαιο 5 (Το κοινωνικό κράτος αντιμέτωπο με την κρίση) θέτει το ερώτημα εάν τις παραμονές της τρέχουσας κρίσης το σύστημα κοινωνικής προστασίας στη χώρα μας ήταν έτοιμο να αντιμετωπίσει τις κοινωνικές συνέπειές της – και απαντά με τη διαπίστωση ότι το δίχτυ ασφαλείας που είχαμε το 2009 ήταν ακατάλληλο για κάτι τέτοιο. Το Κεφάλαιο 6 (Το κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας σε δύσκολους καιρούς), με το οποίο κλείνει το βιβλίο αυτό, επιχειρεί να απαντήσει σε μερικά ακόμη κρίσιμα ερωτήματα: Εάν το 2009 το δίχτυ ασφαλείας ήταν διάτρητο και αναποτελεσματικό, πώς αυτό επηρέασε την κοινωνική πολιτική που εφαρμόστηκε τα δύο τελευταία χρόνια; Εάν η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι «λίγο» ή «καθόλου», τι πρέπει (και, κυρίως, τι μπορεί) να γίνει τώρα; Και εάν η ενδυνάμωση του κοινωνικού διχτυού ασφαλείας είναι αναγκαία, πόσο εφικτή είναι σε συνθήκες δημοσιονομικής στενότητας;

Όπως θα διαπιστώσει οποιοσδήποτε κάνει τον κόπο να ξεφυλλίσει έστω βιαστικά τις σελίδες που ακολουθούν, το βιβλίο δεν απευθύνεται σε ειδικούς. Φυσικά αυτό δεν συνεπάγεται ότι η ανάπτυξη των διαφόρων θεμάτων γίνεται με «εκπτώσεις» επιστημονικότητας. Πάντως, για να μην διακόπτεται η ροή του κειμένου, οι βιβλιογραφικές αναφορές, πηγές και οδηγίες προς όσους θα ήθελαν να εμβαθύνουν στη μελέτη των σχετικών θεμάτων βρίσκονται στις σημειώσεις (οι οποίες είναι αρκετά εκτεταμένες, ιδίως σε μερικά κεφάλαια). Οι πίνακες και τα διαγράμματα υπηρετούν το κείμενο, ενώ αντιστρόφως διαβάζονται χωρίς η αναδρομή σε αυτό να είναι απαραίτητη για την κατανόηση του νόηματός τους. Σε δύο περιπτώσεις, πρόσθετα στοιχεία παρατίθενται σε ένα παράρτημα στο τέλος των αντίστοιχων κεφαλαίων.

Κατά τα άλλα, το βιβλίο γράφτηκε από έναν οικονομολόγο, αλλά για να διαβάζεται – ελπίζω όχι μόνο από υποχρέωση – από φοιτητές όλων των κοινωνικών (και άλλων) επιστημών, από συναδέλφους ερευνητές στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής με επιστημονικό υπόβαθρο κοινωνιολόγου ή πολιτικού επιστήμονα, από εργαζόμενους που ασχολούνται με τη χάραξη και την εφαρμογή κοινωνικών πολιτικών στα αρμόδια υπουργεία ή στους φορείς κοινωνικής ασφάλισης και κοινωνικής πρόνοιας, από δημοσιογράφους, καθώς και από όσους πολίτες ενδιαφέρονται για τα προβλήματα της δημόσιας πολιτικής και θέλουν να είναι ενημερωμένοι για αυτά. Εύχομαι σε όλους καλό διάβασμα!

Sunday, October 16, 2011

Στο σημείο ζερό

Της Λώρης Κέζα

Για τους σκουπιδόλοφους δεν έχουμε να πούμε τίποτε: είναι αηδιαστικοί, θα φέρουν την πανούκλα, υποβαθμίζουν τη ζωή μας. Πρόκειται για μια αθλιότητα την οποία εμπεδώσαμε πολύ προτού έλθει η κρίση. Για το πολιτικό σύστημα που οδηγεί στον σκουπιδόλοφο έχουμε να πούμε πολλά κι ακόμη περισσότερα έχουμε να πούμε για τη μετάβαση στην επόμενη φάση, όπου οι δρόμοι της πόλης θα είναι πεντακάθαροι αλλά οι μισοί κάτοικοι θα ζουν στον υπόνομο. Για τις απεργίες των λεωφορείων δεν χρειάζεται να επαναλάβουμε ότι ταλαιπωρούν τον κοσμάκη, θα πρέπει όμως να σταθούμε και στις πολιτικές ευθύνες των κυβερνήσεων που καταδίκασαν τις εταιρείες μεταφορών. Πράγματι οι διοικήσεις έδιναν στους οδηγούς το ένα μπόνους μετά το άλλο: επίδομα προθέρμανσης οχήματος, επίδομα έγκαιρης προσέλευσης, επίδομα γάλακτος. Ταυτόχρονα αγόραζαν οχήματα σε τιμή πενταπλάσια της αξίας, χωρίς ποτέ να γίνει έλεγχος. Εν τούτοις θα ήταν χρησιμότερο, αντί να ανασκαλεύουμε τις αιτίες του κακού, να εστιάσουμε στα μελλούμενα. Οταν θα έχουν τελειώσει οι κινητοποιήσεις, όταν θα έχουν ελαχιστοποιηθεί οι μισθοί των οδηγών και θα έχει εξυγιανθεί ο κλάδος, το επιβατικό κοινό δεν θα τα σκέφτεται όλα αυτά: θα ψάχνει να βρει χρήματα για να πληρώσει το εισιτήριο του τρόλεϊ – που θα έχει ακριβύνει ακόμη περισσότερο.

Εχουμε καταλάβει πώς φαντάζεται η κυβέρνηση το λειτουργικό κράτος. Ενα εύγλωττο παράδειγμα βρίσκεται στους κάδους απορριμμάτων. Την καθαριότητα θα αναλάβουν ιδιωτικές εταιρείες οι οποίες θα κοστίζουν λιγότερο στο Δημόσιο και θα προσφέρουν μια μονίμως αστραφτερή πόλη. Για να επιτευχθεί αυτό και για να κερδίσει ο ιδιώτης το κατιτίς του δεν αρκεί η εντατικοποίηση της δουλειάς. Θα χρειαστεί να συμπιεστούν και οι μισθοί. Για ακόμη μεγαλύτερη εξοικονόμηση θα ευρεθούν πλάγιοι τρόποι αποφυγής εξόδων, όπως η περικοπή των σπάταλων και περιττών ενσήμων. Ηδη θεσμοθετήθηκε το ημερήσιο ένσημο για να εξυπηρετηθούν οι εργοδότες. Εχει κανείς αμφιβολία ότι οδηγούμαστε σε μια εργασιακή ζούγκλα όπου όλα θα λειτουργούν άψογα και όλοι οι δούλοι θα στέκονται προσοχή για να μη χάσουν τα ψίχουλα της αμοιβής τους; Είναι προφανές ότι η σπατάλη του παρελθόντος οδηγεί πολλούς στα άκρα, να υποστηρίζουν δηλαδή ότι πρέπει να μπει τάξη και στο όνομα της τάξης επιτρέπεται η περιστολή του κοινωνικού κράτος. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν θέλουμε να καταργήσουμε κάθε έννοια κράτους πρόνοιας, αν δεχόμαστε τις απολύσεις, τις ιδιωτικοποιήσεις. Το κρίσιμο ερώτημα αφορά τις εναλλακτικές επιλογές. Η κυβέρνηση επιτίθεται αποκλειστικά στους εύκολους στόχους θεωρώντας ότι η «μεταρρύθμιση» θα είναι αναίμακτη. Το μήνυμα είναι «μην απεργείτε, μην αντιδράτε, μη διαμαρτύρεστε γιατί δεν έχετε να κερδίσετε κάτι». Δεν υπολογίζει ότι όλοι αυτοί που διαμαρτύρονται με άκομψο και αντικοινωνικό τρόπο απλά δεν έχουν να χάσουν τίποτε.

Πηγή: BHMA Online

Saturday, October 15, 2011

Να με φοβάστε

Της Αρτέμιδος Καπούλα

Έγραφα ένα κείμενο για τον πολύπαθο ιδιωτικό τομέα, για το πόσο περήφανη είμαι που ανήκω σε αυτόν, όταν οι ειδήσεις και οι εικόνες στην τηλεόραση με πιάσαν απ’ το λαιμό, με δάγκωσαν και λύσσαξα από οργή και αγανάκτηση.

Δυο κουβέντες θέλω μόνο να πω σε όλους εκείνους τους κύριους Πούλους που βρωμίζουν τις μέρες μου. Φωτόπουλοι, Μπαλασόπουλοι, Λυμπερόπουλοι και λοιποί "αγωνιστές", επίδοξοι σωτήρες που μαζεύτηκαν γύρω μου σαν τα όρνια και κρώζουν για την σωτηρία μου.

Χρόνια τώρα σας ανέχομαι να με ταλαιπωρείτε, να μου ζητάτε κατανόηση και συναίνεση πετώντας μου στα μούτρα το επιχείρημα του δίκαιου αγώνα και της αλληλεγγύης. Το δικαίωμα στην απεργία. Σας άκουγα, σώπαινε έλεγα, μην μπεις στην λογική του αλληλοσπαραγμού, κράτα ψηλά το κεφάλι, μην παίζεις το παιχνίδι της εκάστοτε κυβέρνησης που θέλει να στρέψει την μια επαγγελματική τάξη ενάντια στην άλλη.

Το σεβάστηκα, έτριξα τα δόντια, περπάτησα, έζησα με τα σκουπίδια, πέρασα ώρες κολλημένη στην κίνηση, πλήρωσα αγόγγυστα λογαριασμούς, βίωσα την παράνοια του δημόσιου τομέα. Δεν σας είδα ποτέ να διαδηλώνετε ή να απεργείτε ζητώντας κάτι διαφορετικό από το καλό της τσέπης σας. Ποτέ. Μια ζωή στους δρόμους ανάλογα το συμφέρον σας, το βόλεμα σας, την θεσούλα σας. Και εγώ να κάνω υπομονή, να λέω μέσα μου πάνω από όλα το δικαίωμα του άλλου να διεκδικεί.

Σας έχω νέα. Δεν σας ανέχομαι άλλο. Βαρέθηκα τους τσαμπουκάδες σας, τις απειλές σας, σιχάθηκα να με χρησιμοποιείτε σαν πολιορκητικό κριό για να πετύχετε τους στόχους σας. Να μου ζητάτε να σεβαστώ τα δικαιώματα σας όταν εσείς δεν δίνετε δεκάρα τσακιστή για τα δικά μου. Οργίζομαι όταν μιλάτε εξ ονόματος μου, όταν ρίχνετε τα σάλια σας δεξιά και αριστερά κάνοντας παντιέρα τον «φουκαριάρη το λαό» όταν το μόνο που σας νοιάζει είναι το τομάρι σας.

Από εδώ και πέρα θα με βρείτε απέναντι σας και εσείς και όλοι όσοι αντιπροσωπεύετε. Γιατί όπως εγώ είμαι υπεύθυνη για αυτούς που ψηφίζω και πληρώνω τις συνέπειες άλλο τόσο είναι και εκείνοι που σας επιλέγουν και σας αφήνουν να τους εκπροσωπείτε.

Να με φοβάστε. Να φοβάστε την οργή μου. Μπορεί για όλους, κυβερνώντες, αντιπολιτευόμενους, τροϊκανούς να είμαι ένα νούμερο, μια παράπλευρη απώλεια, μια στατιστική του ΟΑΕΔ αλλά έχω μάθει να παλεύω σκληρά για να επιβιώνω, εν αντιθέσει με εσάς που τόσα χρόνια μάθατε μόνο να επιπλέετε. Η θάλασσα της μισαλλοδοξίας σας στερεύει.

Πηγή: www.protagon.gr

Friday, October 14, 2011

Λάκης, ο λαϊκιστής

Του Ηλία Κανέλλη

"Οπαδός ενός ιδιότυπου επαρχιωτισμού, χρησιμοποιεί την καλλιτεχνική του δύναμη για να τον προπαγανδίσει. Πολιτικά αδαής, μονολιθικός, ναΐφ, αντιευρωπαίος, ο Λάκης Λαζόπουλος υπήρξε και παραμένει ένας δογματικός. Ισχύς του, η λήθη – κι ας έχει, κατά καιρούς, επικαλεσθεί στις τηλεοπτικές του εκπομπές τη διαπλαστική ισχύ της ιστορίας. Χάρη στη λήθη μπορεί να σκεπάζει όχι μόνο τις καλλιτεχνικές του αστοχίες όσο, κυρίως, τις επιλογές του στη ζωή του και στην πολιτική".

Πριν από μερικές ημέρες, με πήρε στο τηλέφωνο ένα φιλικό μου πρόσωπο. Είχα καιρό να ακούσω νέα του, χάρηκα με τη συνομιλία μας, δώσαμε υποσχέσεις να συναντηθούμε σύντομα από κοντά και, πριν κλείσουμε τη συνομιλία μας, με ρώτησε ποιος με έβαλε να γράψω ένα αρνητικό κείμενο για τον Λάκη Λαζόπουλο –κείμενο που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα όπου εργάζομαι1. Ξαφνιάστηκα, διότι το φιλικό μου αυτό πρόσωπο ξέρει καλά ότι δεν υπάρχει περίπτωση να με βάλει κανείς να γράψω οτιδήποτε επί παραγγελία ενώ, αν είχε διαβάσει καλά το επίμαχο κείμενο, θα είχε διαγνώσει ότι είναι υπαγορευμένο από μια βαθιά ανάγκη ξεκαθαρίσματος των πραγμάτων – και όταν έχω αυτή την ανάγκη μπορώ να βάζω τη διασκέδαση πάνω κι απ’ τη δουλειά. Και για μένα, το κείμενο εκείνο ήταν διασκέδαση. Στην ίδια συνομιλία, μου επισημάνθηκε ότι και άλλα επικριτικά κείμενα είχαν γραφεί στην ίδια εφημερίδα για τον Λαζόπουλο, πράγμα που μοιάζει με ενορχηστρωμένη επίθεση. Απάντησα ότι δεν υπάρχει πιο φυσικό πράγμα, να ενοχλούνται περισσότερο του ενός αρθρογράφοι ή κριτικοί από τις επιδόσεις του τηλαυγούς αστέρος κι ότι, όταν κάποιος ενοχλείται από τη δημόσια συμπεριφορά ή, περισσότερο, από το έργο ενός καλλιτέχνη που εκφράζεται από το μαζικότερο μέσο των ημερών, την τηλεόραση, είναι φυσικό να θέλει να εκφράσει δημόσια την ενόχλησή του ή, ακόμα περισσότερο, να εξηγήσει τους λόγους αυτής της ενόχλησης. Αναρωτήθηκα επίσης πώς είναι δυνατόν ένας καλλιτέχνης που χρησιμοποιεί τη φόρμα της τηλεοπτικής επιθεώρησης και αφοριστικά συνήθως περιλούζει πολιτικά και τηλεοπτικά πρόσωπα να θεωρεί ότι ο ίδιος θα βρίσκεται εσαεί εκτός κριτικής.

Εκτός αν πιστεύει ότι αρκεί να μιλάς στο όνομα του λαού για να καταξιωθείς – διότι, ώς τώρα, έτσι κάνει, μιλάει στο όνομα του λαού. Είναι ασφαλής τρόπος αν κολακεύεις αδαείς, πρόσωπα που μαγεύονται από τη δημόσια φήμη σου, από την επιρροή σου, από τη διασημότητά σου. Αλλά, ως γνωστόν, τηλεόραση βλέπουν και άλλοι, που δεν αρκούνται στην επιφανειακή ανάγνωση των θεμάτων, στις κραυγές, στο ανακάτεμα της σοβαρής πλευράς της ζωής με την επιπόλαιη του τηλεοπτικού trash και της κοινοτοπίας. Κι αλίμονό τους, κάποιες φορές μπορεί να χρειαστεί, για να διαπιστώσουν την ταυτότητα της κριτικής ενός πολιτικού-σατιρικού σόου, όπως θέλει να είναι το Αλ-Τσαντίρι News, να δουν ολόκληρη μια εκπομπή του Λαζόπουλου. Αν σε αυτές τις περιπτώσεις η δουλειά δεν ήταν διασκέδαση, οι εργοδότες θα έπρεπε να πληρώνουν επίδομα βαρέος και ανθυγιεινού στον ταλαίπωρο που υφίσταται αυτή τη δοκιμασία.

Προσωπικώς, πάντως, δεν υπάρχει θέμα. Ακόμα κι αν χρειάζεται το απόθεμα μαζοχισμού που μου έχει απομείνει, συνεχίζω να θεωρώ ένα κομμάτι της δουλειάς διασκέδαση. Γι’ αυτό και η προσπάθεια ανάλυσης που ακολουθεί – έστω κι αν χρειάστηκε να ξαναφρεσκάρω, στο γρήγορο, μερικές παλιότερες εκπομπές του Λαζόπουλου, που τις έχω σε DVD, προσφορά του Ελεύθερου Τύπου της Γιάννας Αγγελοπούλου – και, το χειρότερο, να παρακολουθήσω ολόκληρη μια πρόσφατη εκπομπή του, αυτή της Τρίτης 5 Οκτωβρίου, πράγμα που υπό κανονικές συνθήκες για έναν κανονικό θεατή είναι αφόρητο.

«ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΚΑΤΟΧΗ»

Η επίσημη πρεμιέρα της εκπομπής του Λαζόπουλου, που επέστρεψε και φέτος στο τηλεοπτικό κανάλι Alpha, έγινε την Τρίτη, 28 Σεπτεμβρίου. Εκεί, μεταξύ άλλων, υπερασπίστηκε και την κοινωνική ομάδα των ιδιοκτητών φορτηγών Δ.Χ., που συγκρουόταν εκείνο το διάστημα με την κυβέρνηση. Οι φορτηγατζήδες αρνούνταν να δεχτούν την επιβεβλημένη από τα πράγματα μεταρρύθμιση του «ανοίγματος» του επαγγέλματός τους (όμοια με άλλα επαγγέλματα που η ελληνική κυβέρνηση έχει δεσμευτεί για το άνοιγμά τους στο Μνημόνιο που υπέγραψε με την «τρόικα», Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα), ήθελαν να συνεχίσουν να απολαμβάνουν την εργασιακή προστασία που θα ισοδυναμούσε με τη διατήρηση του μονοπωλιακού προνομίου στις εμπορευματικές μεταφορές εντός της χώρας – ενός προνομίου που, κατά τεκμήριον, εκτός των άλλων, αυξάνει το κόστος των μεταφορών, το οποίο μετακυλίεται στις τιμές των προϊόντων. Αυτή τη μικρή λεπτομέρεια, ο Λαζόπουλος την αγνόησε παντελώς, θα ήταν ανασταλτική του «κοφτερού» του λόγου, του επικριτικού πνεύματός του, της οπτικής γωνίας την οποία έχει επιλέξει για να ασκήσει την περίφημη σάτιρά του.
Επιλεγμένη οπτική γωνία: αυτό είναι το χαρακτηριστικό των εκπομπών του Λαζόπουλου. Είναι η γωνία του μονίμως διαμαρτυρόμενου Έλληνα, του φοβικού προς οποιαδήποτε πρόκληση, του κλειστού στο καβούκι ενός απομονωμένου έθνους-κράτους που διεκδικεί από την πολιτεία να τον φροντίζει όπως οι γονείς τα ανήλικα. Η γωνία του πιο φοβικού συντηρητισμού απέναντι σε οποιαδήποτε νεωτερικότητα. Ανέκαθεν ήταν αυτό ακριβώς – στις κάθε φορά παραλλαγές, σύμφωνα με το πνεύμα της εποχής και τα προβλήματα που κάθε φορά κυριαρχούσαν. Βλάχος, προέκταση του Τραμπάκουλα που είχε λανσάρει ο Χάρρυ Κλυνν στα τέλη της δεκαετίας του 1970, στις επιθεωρήσεις του Θεσσαλικού Θεάτρου· Μήτσοςx10 αργότερα στην τηλεόραση, ιδεότυπος ενός, πάντα του ίδιου, μικροαστικού μοντέλου· ο πατέρας του λαού στο Αλ-Τσαντίρι News, που φωνάζει για λογαριασμό «του καθημερινού ανθρώπου».
Τι λέει; Το ίδιο, μονότονο τροπάριο, χρόνια τώρα. Την εφετζίδικη, μεταμφιεσμένη σε θέαμα, μονότονη διακήρυξη των εθναμυντόρων, περί της μοναδικότητος του έθνους. Στη βάση των κηρυγμάτων του (περί κηρυγμάτων πρόκειται και όχι περί κριτικής) εκφράζει όλες τις φωνές που διεκδίκησαν την εθνική απομόνωση: το «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο» του ΚΚΕ και του αρχαϊκού ΠΑΣΟΚ, το «είμαστε έθνος ανάδελφον» του Προέδρου Χρήστου Σαρτζετάκη, το ανάθεμα κατά του «état laïque» των ιεραρχών την εποχή της «μάχης για τις ταυτότητες»,3 τον ανακλαστικό αντιευρωπαϊσμό του Αλέξη Τσίπρα.
Όλος αυτός ο συσσωρευμένος αναδελφισμός εκφράζεται στη στάση του Λάκη Λαζόπουλου απέναντι στην Ευρώπη4. Και γι’ αυτόν, στη συγκυρία, Ευρώπη ίσον Μνημόνιο. Στη δεύτερη εκπομπή της φετινής σεζόν, στις 5 Οκτωβρίου, όταν του είχε φύγει το άγχος και πλέον αισθανόταν άνετα, όπως εξομολογήθηκε στο κοινό του, επινόησε και την ορολογία: το Μνημόνιο, κατά τον Λάκη Λαζόπουλο, είναι «μοντέρνα Κατοχή».

ΜΑΝΙΧΑΪΣΜΟΣ

Ο Λαζόπουλος, όπως πολλοί απ’ όσους συζητούν για το Μνημόνιο στην Ελλάδα, παραβλέπουν την πραγματικότητα. Δεν συζητούν για το έλλειμμα, το χρέος, τις συνθήκες που τα δημιούργησαν, δεν αναφέρονται στον τρόπο με τον οποίο αναπτύχθηκε στρεβλά, με δανεικά, η χώρα, κάνουν ότι δεν ξέρουν πως το πολιτικό σύστημα ευνοεί τις πελατειακές σχέσεις με τον πολίτη που, στην εφαρμογή τους, συνέβαλαν στο γιγαντιαίο, διεφθαρμένο, κοστοβόρο και εχθρικό στον πολίτη Δημόσιο… Δεν κάνουν καν τον κόπο να σκεφτούν ποιες εναλλακτικές λύσεις είχε η χώρα εκτός αυτής που επελέγη.5 Αντί της πραγματικότητας, λοιπόν, που είναι οδυνηρή, επιλέγουν εκ του ασφαλούς μια μαξιμαλιστική κριτική που οδηγεί κατευθείαν στον αναδελφισμό, αλλά έχει το προνόμιο ότι τροφοδοτεί με εύκολη αντιπολιτευτική και αντιευρωπαϊκή ρητορεία όσους την επιλέγουν. Κι είναι πολλοί αυτοί. Από την Αλέκα Παπαρήγα μέχρι τον Αντώνη Σαμαρά. Κι από τον Γιώργο Αυτιά, τον δημοσιογράφο που στην πρωινή ζώνη της τηλεόρασης χαϊδεύει τα αυτιά των συνταξιούχων, μέχρι τον συνάδελφό του Γιώργο Δελαστίκ, παλαιό στέλεχος του ΝΑΡ και το πάλαι ποτέ αρθρογράφο της Καθημερινής.
Είναι οι βασικοί συζητητές του Λαζόπουλου, οι «θεωρητικοί» του, είτε «τα λένε» οι ίδιοι μέσω αποσπασμάτων βίντεο είτε ο Λαζόπουλος μέσω της αναπαραγωγής κειμένων τους. Στην εκπομπή της 5ης Οκτωβρίου, ήταν (σχεδόν) τα μοναδικά πρόσωπα με πολιτικό λόγο στα οποία έγινε θετική αναφορά (θετική αναφορά έγινε και στον Αλέξη Τσίπρα)6. Κατά τα άλλα, απέναντι στον μεγάλο δημοσιογράφο Γιώργο Αυτιά (και στο πυρ το εξώτερον) τέθηκαν ο Γιώργος Παπανδρέου, η «συγκυβέρνηση» Ντόρα + Καρατζαφέρης + Κουβέλης7, ο Πάγκαλος («που είναι χοντρός», για να συγγενέψει, προφανώς, η σάτιρα των εξωτερικών χαρακτηριστικών ενός πολιτικού με του Αριστοφάνη, του οποίου ο Λαζόπουλος είναι κατευθείαν απόγονος) και, βέβαια, πάντα ο Σημίτης («ο άνθρωπος που μας έβαλε στην ΟΝΕ»). Ιδίως ο Καρατζαφέρης παρουσιάστηκε, σε ένα κρεσέντο πολιτικής οξυδέρκειας και διεισδυτικότητας, ως «το ακροδεξιό χέρι του τέως σοσιαλιστικού ΠΑΣΟΚ».
Ο μονοδιάστατος χαρακτήρας της πολιτικής σάτιρας του Λαζόπουλου είναι εντυπωσιακός. Στον κόσμο του, τα πρόσωπα χωρίζονται σε καλούς και κακούς. Καλοί είναι όσοι εχθρεύονται την Ευρώπη, το Μνημόνιο, το ΠΑΣΟΚ. Κακοί είναι όλοι οι υπόλοιποι. Το Αλ-Τσαντίρι News πρέπει να είναι μια από τις τελευταίες μυθοπλασίες που προσφεύγει στον απόλυτο μανιχαϊσμό για να διεκδικήσει την ταύτιση των θεατών της. Για τις ανάγκες του μανιχαϊσμού αυτού, ο Γιώργος Αυτιάς μεταμφιέζεται σε πραγματικό «παιδί του λαού» και η εκπομπή του με θέμα την κλοπή μιας κατσαρόλας με στιφάδο την ώρα του μαγειρέματος (!) μετατρέπεται σε σύμβολο του αντιμνημονιακού αγώνα: στο εξής, εδώ που έχουμε φτάσει, έτσι που οι άνθρωποι πεινάνε, «θα μαγειρεύουν με σεκιούριτι».
Δεν είναι τυχαία η αναφορά στον Γιώργο Αυτιά, η αναγόρευσή του από τον Λαζόπουλο σε βασική πηγή της εκπομπής του. Είναι η εγγύηση της λαϊκότητας, η πηγή της έμπνευσης των σατιρικών κειμένων που ο Λαζόπουλος επινοεί. Πού αλλού εκτός από την εκπομπή του Αυτιά θα ακούγονταν με κύρος αυθεντίας φράσεις του τύπου «βάλτε έναν φυλακή», χωρίς μια στοιχειώδη ανάλυση για το πώς το κοινοβουλευτικό σύστημα μέσω των ρυθμίσεων και των παραγραφών που ορίζει έχει εξασφαλίσει ουσιαστικά το ακαταδίωκτο πολιτικών που συνέπραξαν σε σκάνδαλα ; Ποιο άλλο κοινό θα ανεχόταν χωρίς να αλλάξει κανάλι προσαρμογές πολυφορεμένων ανεκδότων τύπου «Το πήδημα του Μνημονίου» (το «πήδημα» «Τροϊκά» σε «ανακουφίστρα», που στο τέλος δεν παίρνει δεκάρα για τις υπηρεσίες της); Πώς είναι δυνατόν να θεωρείται ασεβές χιούμορ σε φράσεις τύπου «το αγγούρι κάνει καλό σε πάρα πολλά πράγματα, ενώ τα κολοκυθάκια θα σε καλύψουν προσωρινά μέχρι να βρεθεί το αγγούρι»; Και πώς μπορούν να λειτουργούν ως σατιρικό υλικό συνεχή ανέκδοτα με κλανιές;

ΟΛΑ ΜΕ ΟΛΑ

Γνωρίζοντας, πάντως, ότι η βάση του κοινού του είναι τα λαϊκά στρώματα, ο Λαζόπουλος προσαρμόζει την εκπομπή του στις προσλαμβάνουσες του κοινού του. Ενός κοινού χωρίς ιδιαίτερη πολιτική κουλτούρα, ποδηγετημένου από τα ΜΜΕ και από την πελατειακή αντίληψη της πολιτικής. Γι’ αυτό το κοινό χρειάζεται «ανάσες» χαβαλέ, έστω και επενδυμένου με ηθικοπλαστικά συνθήματα. Ο χαβαλές αυτός αφθονεί στην τηλεόραση κι είναι τσάμπα – κι αυτό εξυπηρετεί την παραγωγή εκπομπών όπως αυτή του Λαζόπουλου.
Η Μενεγάκη, η Αννίτα Πάνια, η τραγουδίστρια Μαντώ, η Τατιάνα Στεφανίδου, τα είδωλα της πιο λαϊκής τηλεόρασης εξυπηρετούν γάντι αυτό που ο Λαζόπουλος εννοεί χαβαλέ. Τα στιγμιότυπα με κωμικές προεκτάσεις από εκπροσώπους αυτού του τύπου της λαϊκής και δημοφιλούς τηλεόρασης, που διανθίζουν την εκπομπή του, χρησιμεύουν μεν σαν ανάσες από την υπερβολική δόση πολιτικολογίας, ωστόσο κι αυτές ακόμα είναι σχολιασμένες με υπερβολική δόση ηθικολογίας. Θα αναρωτηθεί κανείς: μα είναι δυνατόν να ηθικολογεί κανείς με την τραγουδίστρια Μαντώ; Κι όμως. Έτσι μόνο μπορεί να ξεχωρίσει ο Λαζόπουλος. Απαξιώνοντας στο κατεξοχήν κοινό της τηλεόρασης τα είδωλά του ως φτηνά, κρατώντας για τον εαυτό του το ρόλο του ακριβού.
Και έτσι, ως τιμαλφές, μπορεί να επιστρέφει στην πολιτική. Έχοντας αντλήσει κύρος από τη σύγκριση του εαυτού του με την τηλεοπτική υποκουλτούρα μπορεί με όλη του την άνεση, βγαίνοντας από μια αίθουσα μασάζ, να στήνει εκτελεστικά αποσπάσματα στο Νέο Γουδί. Κι ύστερα, πάλι, αφού έχει πια φαντασιωθεί την εκδίκηση του αγανακτισμένου Έλληνα από τον πολιτικό που δεν στέκεται στο ύψος του, μπορεί να ασχοληθεί με όλη του την άνεση με το άλλο αγαπημένο θέμα των ανυπότακτων Ελλήνων: την άρνηση να συμμορφωθούν με την απαγόρευση του καπνίσματος. Γιατί; Απλούστατα, επειδή «ο Έλληνας όταν έχει προβλήματα ανάβει τσιγάρο».
Είπαμε: είμεθα έθνος ανάδελφον.
Ίσως γι’ αυτό, αν και όχι ιδιαίτερα εκδηλωτικά, ψιλοαβαντάρουμε τον Σαμαρά8. Όχι ανοιχτά, μην καρφωθούμε – αλλά πάλι όταν ο Σαμαράς αναρωτιέται μήπως ό,τι έχει ετοιμαστεί στη γαλάζια μας χώρα από τους κακούς Δυτικούς της Τρόικας ίσως είναι προανάκρουσμα «κάτι ακόμα πιο ολέθριου», ο Λαζόπουλος αρπάζει τη διατύπωση και αφήνει να επικρέμαται πάνω από το κοινό του και μια υπόνοια θεωρίας συνωμοσίας. Σ’ αυτό το παστίς λαϊκότητας προς τα κάτω, η συνωμοσιολογία συγκαταλέγεται στα θεμιτά μέσα εντυπωσιασμού του κοινού, ήδη γαλουχημένου να μη φέρνει αντιρρήσεις στην καταστροφολογία.

ΟΠΩΣ ΤΩΡΑ, ΚΑΙ ΠΑΛΙΑ

Είπαμε ότι ο Λαζόπουλος έχει επιλέξει εκ των προτέρων την οπτική γωνία με την οποία βλέπει τα πράγματα. Ακόμη κι αν τα πράγματα δεν είναι ακριβώς όπως στην προκάτ «ανάλυσή» του, τόσο το χειρότερο για τα πράγματα. Στο κάτω κάτω, αυτός τηλεόραση κάνει – και δύσκολα γυρίζει κανείς να επιβεβαιώσει αν ό,τι κατά καιρούς προέβλεπε, όσα έλεγε, ό,τι κήρυσσε επιβεβαιώνεται από τα πράγματα.
Έχει ενδιαφέρον, λοιπόν, να γυρίσουμε αρκετά χρόνια πίσω, να δούμε τι έλεγε τότε και αν είχε δίκιο, αν τα γεγονότα τον επιβεβαίωσαν.
Στο παλαιό δημοσίευμα του γράφοντος στο Αντί, που επικαλέστηκα νωρίτερα, υπάρχει και το παρακάτω απόσπασμα:

«…Μολονότι ο σώουμαν συμπεριφερόταν σαν αντιπολίτευση σε όλα τα μεγάλα θέματα της περιόδου που προβαλλόταν στο Mega η σειρά [Δέκα μικροί Μήτσοι], ιδιαίτερα στα εθνικά θέματα, ο “αμφισβητίας” ηθοποιός και συγγραφέας της σειράς συνέπλευσε με τη λεγόμενη “εθνική γραμμή”. Προσφεύγοντας στο θυμικό (και, τις πιο πολλές φορές, μόνο στο συναίσθημα) του θεατή, με προπαγανδιστικό τρόπο, ο Λαζόπουλος κατάφερνε να ευθυγραμμίζεται με τα επίσημα εθνικά δόγματα που ταλαιπώρησαν (και ακόμα ταλαιπωρούν) την ελληνική κοινωνία. Ας θυμηθούμε:
»Στο Μακεδονικό, αφού απαξιωνόταν με τον χειρότερο τρόπο το γειτονικό κράτος, προβάλλονταν οι συγκεντρώσεις της Θεσσαλονίκης και η θέση ότι “η Μακεδονία είναι η ψυχή μας” – που όχι λίγες περιπέτειες μας δημιούργησε.
»Στο Γιουγκοσλαβικό, οι Μήτσοι ευθυγραμμίστηκαν με την απλουστευτική κραυγή “Σέρβοι αδέλφια μας” – και εκφράστηκαν με το αλήστου μνήμης επεισόδιο όπου, μετά την αιματοχυσία στην κεντρική αγορά του Σαράγεβο, είς εκ των Μήτσων συναντούσε ένα ζευγάρι ματοβαμμένων Σέρβων να… διεκτραγωδούν τα δεινά τους από την αδικία που τους έκανε η διεθνής κοινότητα. Τέτοια διεισδυτικότητα από έναν… αντιεξουσιαστή.
»Στο ζήτημα που προέκυψε στις βραχονησίδες Ίμια προέκυψαν και έκτακτοι Μήτσοι. Η πολιτική τους θέση (που καθρεφτίστηκε σε ανάλογο αισθητικό πεδίο) αναλύονταν στα εξής: οι Τούρκοι συλλήβδην αποτελούν φυλή βαρβάρων που φέρονται κτηνωδώς· πολιτική ας κάνουν μαρκαρισμένα με τα εθνικά σήματα τα πρόβατα που βόσκουν στις νησίδες κι οι εθνικές (εθνικιστικές;) κραυγές κι οι σημαίες που κυματίζουν ας υπαγορεύσουν φρόνημα και μαζικές ψυχώσεις…».

Πολιτικά αδαής, μονολιθικός, ναΐφ, αντιευρωπαίος, ο Λάκης Λαζόπουλος υπήρξε και παραμένει ένας δογματικός. Ισχύς του, η λήθη – κι ας έχει, κατά καιρούς, επικαλεσθεί στις τηλεοπτικές του εκπομπές τη διαπλαστική ισχύ της ιστορίας. Χάρη στη λήθη μπορεί να σκεπάζει όχι μόνο τις καλλιτεχνικές του αστοχίες όσο, κυρίως, τις επιλογές του στη ζωή του και στην πολιτική (που συχνά μετατρέπονται σε καλλιτεχνική δράση, έστω και αν εν τέλει χρησιμεύουν σε λόγο χειραγώγησης υπέρ ενός συναισθηματικού ανορθολογισμού). Οπαδός ενός ιδιότυπου επαρχιωτισμού, χρησιμοποιεί την καλλιτεχνική του δύναμη για να τον προπαγανδίσει – έχει και μια υστεροβουλία να το κάνει, στο πλαίσιο αυτού του επαρχιωτισμού αρδεύει το μεγάλο μέρος του κοινού του. Κατανοητό. Στο κάτω κάτω δεν έχει υπάρξει στην ιστορία ανυστερόβουλος λαϊκιστής.

Πηγή: The Books' Journal